Σύνδεση συνδρομητών

Έντεκα ποιήματα για τον Ανδρέα Κάλβο

Τετάρτη, 06 Οκτωβρίου 2021 00:08
Έκδοση του 1881 που περιέχει και τη «Λύρα» του Κάλβου.
Φωτογραφία Αρχείου
Έκδοση του 1881 που περιέχει και τη «Λύρα» του Κάλβου.

Με αφορμή τα 150 χρόνια –το 2019– από τον θάνατο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869), το «Με τα λόγια (γίνεται)» παρουσίασε ένα αφιέρωμα στον ποιητή την Τετάρτη 25 Απριλίου 2018, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας.

Είκοσι μόλις ποιήματα –οι περίφημες Ωδές του– αποτελούν το κύριο ελληνόγλωσσο έργο του, κι ωστόσο ο Κάλβος είναι, μαζί με τον σύγχρoνό του Σολωμό, ένας από τους γενάρχες της νεοελληνικής ποίησης. Δεν είναι μόνο το ιδιότυπο στροφικό και μετρικό του σύστημα, και η ιδιαίτερη γλώσσα του, αλλά ολόκληρος ο σκοτεινός και συγχρόνως εκτυφλωτικός κόσμος του που τον καθιστούν μοναδικό: υψηλό φρόνημα συνδυασμένο με μιαν αισθησιακή προσέγγιση της φύσης – ένας Κλασσικός Ρομαντικός.

Επιμέλεια: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Μεταξύ 32 και 34 ετών, το 1824 και το 1826, ο Ανδρέας Κάλβος εκδίδει δύο βιβλία στα ελληνικά, με δέκα ωδές το καθένα: την Λύρα, στη Γενεύη, και τα Λυρικά, στο Παρίσι. Νεότερος έχει γράψει πολλά ιταλικά ποιήματα αλλά και τραγωδίες – και μόνο μία περιστασιακή ωδή στα ελληνικά. Αλλά το ξέσπασμα της Επανάστασης τον ωθεί να εργασθεί εντατικότερα και δημιουργικά (πέρα από μεταφράσεις) στη μητρική του γλώσσα – που ωστόσο ουδέποτε είχε μάθει καλά στην τότε ομιλουμένη της μορφή, έχοντας φύγει από την γενέτειρα Ζάκυνθο για την Ιταλία σε ηλικία μόλις δέκα ετών.

Και ύστερα από τις είκοσι αυτές ωδές –κορυφές της νεοελληνικής ποίησης– σιωπά ποιητικά (απ' όσο γνωρίζουμε) για τα επόμενα 43 χρόνια της μακράς ζωής του ως λογίου, μεταφραστή και δασκάλου γλωσσών και φιλοσοφίας. Δάσκαλος θα πεθάνει στο Λάουθ της βόρειας Αγγλίας, στα 77 του, έχοντας ζήσει στην γηραιά Αλβιόνα τα τελευταία 17 του χρόνια. Μα 'τα ξένα' ήταν ήδη η μεγάλη σταθερά του βίου αυτού του μεγαλύτερου κοσμοπολίτη της ελληνικής ποίησης: Ιταλία 1802-1816, Ελβετία 1816, Αγγλία 1816-1820, ξανά Ιταλία 1820-1821, ξανά Ελβετία 1821-1825, Γαλλία 1825-1826. Έτσι, μόλις το 1826 πατά για πρώτη φορά το πόδι του στην 'κυρίως' Ελλάδα, στο Ναύπλιο, για να εγκατασταθεί σύντομα, την ίδια χρονιά, στην Κέρκυρα, όπου θα ζήσει για τα επόμενα 26 χρόνια. Στο ίδιο νησί με τον Σολωμό, με τον κύκλο του οποίου ουδέποτε σχετίσθηκε, μάλλον γιατί ο κύκλος αυτός ουδέποτε τον συμπάθησε: ταπεινότερη η καταγωγή του Κάλβου, και πολύ διαφορετικές οι γλωσσικές και αισθητικές του επιλογές. Ενώ ο Σολωμός, ξεκινώντας από το δημοτικό τραγούδι και τον Ερωτόκριτο, πλάθει την ομιλουμένη της εποχής και του τόπου του σε γλώσσα λογοτεχνική, ο Κάλβος συνθέτει ένα προσωπικό αμάλγαμα καθαρεύουσας με αρκετά αρχαΐζοντα στοιχεία, αρκετά προερχόμενα από την Κοινή των εκκλησιαστικών κειμένων, και λίγα –αλλ' εντυπωσιακά– δημώδη.

Αν και καλλιέργησε τον ιταλικό νεοκλασσικισμό της εποχής του –τον οποίο γνώριζε πολύ καλά και από κοντά, ιδιαίτερα έχοντας θητεύσει ως γραμματέας και επί χρόνια φίλος τού επίσης Ζακύνθιου Ιταλού ποιητή και λογίου Ούγκο Φόσκολο– δεν είναι λίγες οι στιγμές στην ποίησή του που νιώθουμε να πάλλεται, αδρός και ορμητικός, ο ρομαντισμός. Ένας ρομαντισμός πλεγμένος και με τα ηθικά και πολιτικά –πριν γίνουν εθνικά– ιδεώδη του Κάλβου (του οποίου η σχέση με τους Ιταλούς Καρμπονάρους τού στοίχισε κάποια στιγμή την εξορία): Αρετή ίσον Ελευθερία· Ελευθερία ίσον Αρετή.

Γι' αυτό και στις ωδές του, δεν ψάλλει μόνον την ελευθερία, δεν εμψυχώνει μόνον τους μαχόμενους Έλληνες –συγχρόνως στοχεύοντας και τα ώτα του διεθνούς κοινού των φιλελλήνων– αλλά και αυστηρότατα στηλιτεύει όχι μόνον την αλλοεθνή τυραννία και την ξένη 'προστασία', μα και την εθνική προδοσία, και, επανειλημμένως, την εμφύλια διχόνοια. Κι άλλοτε, απευθύνεται εις εαυτόν –ως ξενιτεμένον φιλόπατρι–, στις Μούσες, ή στον θάνατο.

Αυτό το αδιαλείπτως, πλέον –μετά την ανάδειξή του από τον Παλαμά το 1889 και την εξύψωσή του σε προγονικό και προπομπό του δικού τους μοντερνισμού από τους ποιητές της γενιάς του 1930– γοητευτικό, συναρπαστικό έργο, ξαναμελέτησαν 13 σύγχρονες/οι Ελλην(ιδ)ες ποιητ(ρι)ες για το τρίτο τέτοιου τύπου αφιέρωμα του «Με τα λόγια (γίνεται)» – μετά τα αντίστοιχα στην Έμιλυ Ντίκινσον και στον Νίκο Εγγονόπουλο (δημοσιευμένα στα τεύχη 72 (Δεκ. 2016) και 84 (Ιαν.-Φεβ. 2018) του “The Books’ Journal”, αντίστοιχα). Και, στην εκδήλωση, διάβασαν από ένα ποίημά τους, γραμμένο σε απόκριση προς το έργο του Κάλβου, ειδικά για την περίσταση. Δημοσιεύονται τώρα εδώ 11 από αυτά τα ποιήματα.

~

Ορφέας Απέργης

ΤΙ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΟΤΑΝ ΛΕΕΙ «Ω ΦΙΛΤΑΤΗ ΜΟΥ ΠΑΤΡΙΣ ΟΠΟΥ ΤΟ ΦΩΣ ΕΠΛΟΥΤΗ»

Έχουμε έρθει να δούμε τον τόπο,

εκδρομή τριήμερο της 17 Νοέμβρη,

γιορτή του Πολυτεχνείου

σχολική αργία προς τιμήν των νεκρών της δικτατορίας,

εμείς βρίσκουμε πάντα ευκαιρία να το σκάσουμε,

κακοκαιρία στον πηγαιμό,

βροχή σαν κουρτίνα

δέρνει τα μπροστινά τζάμια καθώς οδηγώ

πίσω τα παιδιά στο πλάι η γυναίκα

ψιλοκαβγαδίζουμε

όχι με τη βιαιότητα της κακοκαιρίας

αλλά με τη βεβαιότητα την ήρεμη βεβαιότητα του καιρού,

ο καιρός ξανοίγει

Κυλλήνη,

αποστεωμένα καλοκαιρινά υπόστεγα με ξερά φύλλα από φοινικιές,

ένα κατακίτρινο πλοίο μάς παραλαμβάνει,

άπλετος χώρος

λίγοι ταξιδιώτες από ντόπιους που γυρνάνε

φτάσαμε,

οι άλλοι έχουνε πάει από χτες,

είναι μια φίλη μου

που κάνει έρευνα για το βιβλίο που γράφει,

έχουνε πάει να δούνε το νησί πρώτη φορά,

ελάτε κι εσείς,

παρέα,

είναι η φίλη μου που ετοιμάζει ένα βιβλίο για το Σολωμό,

να προλάβει την επέτειο για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση,

είναι ένα βιβλίο παιδικό

ίσως και για εφήβους,

προεφήβους όπως έγραφαν παλιά οι κυρίες που θυμάμαι με τα διπλά μυθικά

επίθετα,

Λόττη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου,

Ρίτα Μπούμη- Παππά,

μου λέει,

μας βρίσκουνε στο δρόμο της παραλίας

πέρα από τον κυματοθραύστη του λιμανιού,

μου λέει

ότι δεν υπάρχει παιδικό βιβλίο για το Σολωμό,

για τη ζωή του,

θέλει έρευνα να γίνει καλό,

είναι εικονογράφος και είναι η πρώτη φορά που θα εικονογραφήσει δική της ιστορία,

οπότε ψάχνει και εικόνες και λόγια,

χτες

μου λέει πήγανε στο λόφο του Στράνη

όπου αγνάντευε ο Σολωμός κι εμπνεότανε

φαίνεται,

ναι φαίνεται από μακριά η γη της ηπειρωτικής χώρας,

αλλά δεν ακούς πολλά,

βουίζει η βροχή στα αυτιά μου,

ξαναβρέχει,

είναι ακόμα νωρίς

κι έχουμε χρόνο,

να δούμε κάτι ακόμα!

όχι, τα παιδιά βαριόνται,

καλύτερα ταινία στο σινεμά «Κόκκινος βράχος»

έχει ταινία τον Θορ Ράγκναροκ,

pure Hollywood που λένε,

αλλά τα παιδιά είναι δίγλωσσα και καταλαβαίνουν τέλεια Αγγλικά

από τη μάνα τους

τη γυναίκα μου

που μεγάλωσε σαν Αγγλίδα,

θα τους πάει εκείνη σινεμά,

εμείς,

η φίλη μου με τον άντρα της

κι εγώ,

πάμε στο βυζαντινό μουσείο, θέλει να δει εικόνες

από τους παλιούς ναούς

που γκρεμιστήκανε από το σεισμό του 1953

και μετά έπιασε φωτιά, η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς,

μας εξηγεί ο φύλακας,

τα έχει μάθει τα βασικά

παρόλο που δεν τα έζησε,

όμως ήρθανε τότε μας λέει

από την Αθήνα κλιμάκια αρχαιολόγων,

ο αείμνηστος Χατζηδάκης, έφορος του Μουσείου Μπενάκη

και πήρε έναν-έναν τους γκρεμισμένους ναούς

και τους θόλους και τα σκευοφυλάκια και τους γυναικωνίτες

κι έβγαλε από τα χαλάσματα ό,τι μπόρεσε

τοιχογραφίες ολόκληρες

τέμπλα που τα ξανασυναρμολόγησε

κι όπου φαίνεται,

τα βλέπουμε

και μας τα εξηγεί ο έφορος,

η ολοκληρωτική στροφή της μεταβυζαντινής ζωγραφικής

προς το μανιερισμό, το μπαρόκ αλλά και τη φλαμανδική τεχνοτροπία,

επικρατεί η ελαιογραφία,

εισάγονται στοιχεία της κοσμικής τέχνης

(η λεγόμενη εκκοσμίκευση)

κι αποτυπώνεται η έκφραση πιο έντονων συναισθημάτων

(περιπάθεια),

ναός του Παντοκράτορα,

Άγιος Δημήτριος του Κολλά,

καθολικό της μονής του Αγίου Ανδρέα Μεσοβουνίου Βολιμών,

(πιο λαϊκή τεχνοτροπία, λεγόμενη «αντικλασική»)

ναός του Σωτήρα από το Κάστρο,

Άγιος Νικόλαος Μεγαλομάτης στο βουνό Σκοπός,

Άγιος Γεώργιος Καλογραιών και Παναγία Πικριδιώτισσα

και Άγια Αικατερίνη του Γρυπάρη,

Δαμασκηνός, Άγγελος, Εμμανουήλ Τζάνες Μπουνιαλής

και ντόπιοι οι Νικόλαοι Κουτούζης και Καντούνης

κι ο Καλλέργης

κι η Λιτανεία του λειψάνου του Άγιου Χαραλάμπη,

έργο του Ιωάννη Κοράη

που ανταποκρίνεται πλήρως

στις τρεις βασικές αρχές της αναγεννησιακής τέχνης,

της ενότητας του χώρου του χρόνου και της δράσεως,

μακριά πομπή από ιερείς και λαϊκούς

και οι γυναίκες να κοιτάν απ’ τα παράθυρα,

γύρω τριγύρω τα παιδιά,

γυρίζω πίσω στην προτελευταία αίθουσα

το φως του ήλιου πέφτει

φλέγοντας

γυρίζω πίσω εκεί που ρίχνει την τελευταία αχτίνα της μέρας,

είναι από το ναό του Αη-Γιώργη των Φιλικών

(τον είχαμε δει πριν, στο στενό που ανεβαίναμε με τ’ αυτοκίνητα

προς το λόφο του Στράνη)

ένα κομμάτι αποτοιχισμένο

απ’ την παλιά εικονογράφηση του ναού,

θραύσμα σωσμένο απ’ το σεισμό,

η παραβολή του άφρονος πλουσίου,

που έχασε την ειρήνη και τον ύπνο του,

Πού να μαζέψω όλους τους καρπούς, όλα τα πλούτη που μου περισσεύουν;

(ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου, το λέει καθαρά η εικόνα)

ώσπου βρίσκει τη λύση,

θα γκρεμίσω τις αποθήκες

και πιο μεγάλες αποθήκες τεράστιες θα οικοδομήσω

και θα συνάξω εκεί όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου

και θα πω στην ψυχή μου,

ψυχή μου αναπαύου, φάγε, πίε και ευφραίνου,

ώσπου του λέει ο Θεός

(φαίνεται η φωνή σαν αχτίδες απ’ τον ουρανό), του λέει,

Άφρον,

αυτή τη νύχτα που έρχεται θα ζητήσω από σένα την ψυχή σου

και θα γίνει σεισμός μεγάλος και οι αποθήκες κι οι ναοί θα καταλυθούνε και θα πέσουν

σαν να ήτανε των ειδωλολατρών

και τότε

αυτά που ετοίμασες ποιανού θα είναι

(κι αυτό χωράει κάτω κάτω στην εικόνα, το «τίνι έσται;»),

κι έτσι ο άφρων ο πλούσιος

ο θησαυρίζων εαυτώ,

ο μη εις Θεόν πλουτών,

έτσι αυτός που μάζευε για τον εαυτούλη του

κι ο που δεν πλούτιζε με το θεό κι απ’ το θεό,

έτσι φώναζε κι οδυρότανε

γιατί το καταλάβαινε πια,

ήτανε γυμνός πια

και το καταλάβαινε και το ’νιωθε

τι θα ’ρθει,

(κι όμως,

αυτός ο πλούτος ήτανε ολόκληρη η ζωή μου)

έλα,

τα παιδιά γυρίσανε, πάμε, θέλουνε παγωτό

έχει ένα καλό στην πλατεία του αγίου Μάρκου,

άλλο να δούμε δεν έχει,

η πόλη είναι κατεστραμμένη

όλα καινούρια

κτίρια του ’60 και του ’70 μετά το σεισμό

μπετά, πλαστικά κουφώματα, καγκελάκι και αναμονές

( ο σύζυγός της είναι αρχιτέκτονας τοπίου και τα ξέρει),

αύριο θα πάμε πιο έξω

να ψάξουμε να βρούμε

τον Άγιο Λύπιο που βλέπει ο Ιερομόναχος Διονύσιος το όραμά του

στη Γυναίκα της Ζάκυθος,

λέει η φίλη μου,

πάμε πάμε φωνάζουνε τα παιδιά

που μυριστήκανε το παγωτό

πάμε, προσθέτει η φίλη μου η εικονογράφος που τα ξέρει,

να δούμε και στην πλατεία

το Μαυσωλείο

στο Μουσείο των Επιφανών Ζακυνθίων

που είναι θαμμένοι παρέα

δίπλα δίπλα

ο Σολωμός κι ο Κάλβος.

~

Άννα Γρίβα

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Με επισκέπτεσαι συχνά

–παράπονο δεν έχω–

άλλοτε σ’ όνειρο

κι άλλοτε σε μια τρελή οπτασία

μονάχα που κρατάς

τις προθανάτιες συνήθειες:

στέκεις μπροστά μου

και λέξη δεν σου παίρνω.

Γι’ αυτό κι εγώ δεν άντεξα

και μία νύχτα των νυχτών

σου το είπα:

ζηλεύω τον Ανδρέα Κάλβο

για εκείνη την εκτενή συνομιλία

με το πνεύμα της μητρός

όταν με ζέση και στοργή

του εξήγησε τ’ αόρατα

τ’ ανείπωτα τα ερεβώδη.

Σου το ‘πα και ησύχασα.

Ίσως περίμενα να σ’ εξοργίσω

να σου αλλάξω τη σιωπή

με μια ομιλούσα θύελλα.

Αδίκως. Εσύ με κοίταξες

κι ένευσες να κόψω το νήμα

να περάσω στον κόσμο σου

χωρίς τις σπονδές μου.

Mα θες από φόβο

θες από επίγεια σύνεση

βήμα δεν έκανα.

Και τότε ξάφνου κατανόησα:

το άπειρο δεν εξηγείται

ο ποιητής το ήξερε

γι’ αυτό και διάβηκε πιο πέρα

εκεί που ο θάνατος

είναι συγκυρία πουλιών

περίσταση χειμερινών ανέμων

πράγματα που χάνονται

για να μείνει κάτι πιο στέρεο

για να μιλήσει η μητέρα

τον λόγο των άφθαρτων πάντων.

Κι ενώ στεκόμουν

σκοτεινή πεφωτισμένη

εσύ μου έφυγες πατέρα

κι έμεινα μόνη στο δωμάτιο

να συλλογίζομαι

τον Κάλβο

και –παράξενο πολύ–

σε ξέχασα

σαν να μην ήσουν ποτέ

κι ένιωσα μες στο στόμα μου

πώς είναι να πονούν οι λέξεις

κι έπειτα να φωτίζονται τα μάγουλα

από αθάνατες πληγές.

~

Γιώργος Σπανός

ΕΠΙ ΤΟ ΜΕΓΑ ΕΡΕΙΠΙΟΝ

Πνιγούς θρεμμένα

                             απ΄ αίμα

τα αιγαία νερά βαμμένα

βωμός ή ναυάγιο;

το τραγικό της Ιστορίας

της ταλαιπώρου πατρίδος,

αχός άπατρις

συνάντηση επετειακή

εδώ

του ανυποχώρητου

ανδρεία αφωνία

και αρχαίο εγκαίνιο να ζεις

ψηφίδα-ψηφίδα

επί το μέγα ερείπιον

 

~

 

Λένια Ζαφειροπούλου

ΩΔΟΙ ΑΔΙΕΞΟΔΟΙ

Λέει ο Κάλβος:

Δεν με θαμβώνει πάθος

κανένα• εγώ την λύραν

κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι

σιμά εις του μνήματός μου

            τ’ ανοικτόν στόμα.

Λέει ο Γκαίτε:

Όμως τη γη μου ήσυχη

ασ’ την• και την καλύβα μου

που δεν την έχτισες, και την

εστία μου που για τη φλόγα της

            μ’ έχεις φθονήσει.

Εγώ νοικιάζω καλύβα,

κάθε χρόνο μιαν άλλη•

Το μνήμα μου επίσης θα

είναι μ’ ενοίκιο και μόνον

            για τρία έτη.

Την εστία πυρώνω

κάτω από φοίνικες ξένους•

κανείς δεν με φθονεί: ομοίαν

όλοι οι παραθεριστές

            εστίαν έχουν.

Εστίαν φλογοστέφανον,

φωτίζουσαν τις νύχτες•

θέρη αργυρώνητα λαού

των εισβολέων ειρηνικών,

            χωρίς πατρίδα.

Κυλάνε στους δακτύλους τους

ξένων νερών σμαράγδια•

τις παιδιές απλώνουν,

ψυχρόν αργύριον ρίπτοντες

            σε ξένους κόλπους.

Αέτιων βράχων κορφές

κοιτούν πέρα• θαλάσσης

αφρός οι ψυχές έχουν γίνει

εγγόνων γνησίων,

            αναρριχητών

Μαζί τους προσέρχομαι

τόπους κι εγώ αγοράζων

πάτριος το άμα και αλλότριος

κάθώς μ’ έχουν γεννήσει

            λίθιναι οδοί.

Σημ.:  Η πρώτη στροφή είναι παρμένη από την έκτη ωδή των Λυρικών του Κάλβου, «Αι Ευχαί». Η δεύτερη στροφή, από τον ύμνο του Γκαίτε «Προμηθεύς».

~

Παυλίνα Μάρβιν

4.

Η πορεία είναι κάτι σχετικό. Συντελείται χωρίς να προϋποτίθεται απαραιτήτως ποδαρόδρομος. Πορεία σημαίνει πως ένας φύλακας άνοιξε την πύλη προς το μέρος χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Η πως ο χειμώνας επιβλήθηκε αυτοβούλως για να εξυπηρετήσει μια συνθήκη ομιχλώδους παγετού με φωτεινό σκοπό. Πληροφορούμαι με ευχαρίστησή μου πως ο Ιβάν Ισμαήλοβιτς είναι ακατάλληλα ντυμένος για τις περιστάσεις. Έτσι ακριβώς: για να κατορθώσει την πορεία πρέπει να ξεγελάσει τον εαυτό του πως περπατάει αλλού: εκεί που βρισκόταν προηγουμένως – στην έρημο.

~

Όλγα Παπακώστα

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΩΔΙΚΗΣ

I

Τους στίχους εμετεχειρίσθην

Ως θυμίαμα

Θαρρώ δεν είμαι η μόνη

Που συνομιλεί με πεθαμένους

Όπως τα μανταλάκια όταν το ρούχο

Ξεκρεμάσεις άγρια

Μένουν μονάχα τους στο σύρμα

Και κουνιούνται ώρα πολλή

Μα όχι απ’ τον αέρα

Βρες τον σκοπό

Τον προορισμό σου

Εγκαίρως

Και ψάξε

Στο πιο κοντινό σου

Μέρος

Την ώρα που ανοίγει

Η λαχαναγορά

Κι ο Άλφα φεύγει να δουλέψει

Παίρνω το πιο βαθύ φιλί

Μετά ξανακοιμάμαι  σχεδιάζοντας

Τις πρώτες παραγράφους

Της εργασίας μου για τον Κάλβο

II

Τα της ψυχής κινήματα

Τα επαναστατικά

Νυχθημερόν εργαζόμενος

Μιμείται ο ποιητής

Ανδρέας Κάλβος

Σφόδρα απεχθάνεται

Ομοιοκαταληξίας και τα συναφή

Άλλωστε ο ίδιος μόνον

Με τον εαυτόν του

Ομοιοκαταληκτεί

Να διευκρινίσω εξάπαντος

Ότι δεν ήτο απλώς

Ένα καλό πατριωτάκι

 

Ο Ανδρέας κέρδισε τον σεβασμό

Του Κώστα Καρυωτάκη

Η πεντασύλλαβος πρόσθεσις

Ουδέποτε τελείωνε

Παρά με λέξιν έχουσα

Τον τόνον εις την λήγουσαν

Είχε λοιπόν κι εκείνος το μικρό του όνομα

Με το οποίο τον προσφωνούσαν οι Αγγλίδες;

Το χίλια εννιακόσια εξήντα τα οστά του

Μετεκομίσθησαν εις τα πάτρια

Της Ζακύνθου εδάφη

Στη μνήμη γράφονται

Όλα τα ποιήματα

 

Στη μνήμη ζουν

Του έθνους τα σκιρτήματα

Μολύβδινον το φέρετρον

Η αρμονία της περιόδου

Αναγκαία

ΙΙΙ.

Έχει πολλά να κάνει

Τα περισσότερα απ’ αυτά

Έπρεπε ήδη να τα έχει κάνει

Καθώς τα κάνει

Συνέχεια ανακαλύπτει άλλα

Που δεν έκανε

Μόλις τελειώσει αυτά που κάνει

Πρέπει οπωσδήποτε

Να τα κάνει κι εκείνα

Ό,τι κι αν κάνει υπάρχει κάτι άλλο

Που θα μπορούσε να κάνει στη θέση του

Κι όσα θα κάνει

Πάντοτε θα του φαίνονται

Πολύ μικρά, πολύ ασήμαντα

Σε σύγκριση με όσα

Δεν μπόρεσε να κάνει

Κύριε των δυνάμεων,

Ας έρθει κάποιος να του πει:

Όλα θα τα προλάβεις

Δεν έχεις τίποτε να κάνεις γι’ αύριο

Δεν έχεις ούτε μία ωδή να γράψεις

~

Δήμητρα Κωτούλα

«ΚΑΛΒΟΣ Ο ΖΑΚΥΝΘΙΟΣ» ή «ΩΔΗ ΕΝ ΤΗ ΤΩΝ ΝΥΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩ»* 

Ποια;

Γνωρίζει ακριβώς σε ποια;

Χρόνια έξω απ’ τα τείχη

             χωρίς τη γλώσσα της

οι αιχμηρές σταγόνες της βόρειας βροχής

κατρακυλούν στο μέτωπό του

γράφοντας μια πραγματικότητα νέα.

«Ἀδύναμος εἰς τό σῶμα»

και «χωρίς μεγάλα μέσα νοός»

άραγε θυμάται

πως κουρδίζεται η λύρα

πως γράφεται το μύχιο γράμμα ψ

που κάποτε μόνη η διάλεκτoς εκείνων

(που, για χρόνια, θα δίδασκε επιμελώς)

ύψωσε σφοδρό

συμπλέκοντας το χειλικό π

με το φατνωματικά τριβόμενο ς

μες στη διχάλα της Ιστορίας.

Αλλά επειδή ο ουρανός και η τύχη

«θέλουν ἒτζι»

(πώς;)

(πώς κουρδίζεται η λύρα;)

(πώς «παίρνει ἀστραπή» ο καιρός;)

πίσω από κάτι χαρτιά

γραμμένα ελληνικά

εξηγώντας τα ιταλικά

επιμένει να σέρνει το ξενόγλωσσο αλέτρι του

βουστροφηδόν

ανάμεσα στις κορφές της.

«Κ’ ἀμὴ,

φύσει φιλῶντας πατρίδα καὶ ἀρετή»

σαν τσομπανόσκυλο στο γρασίδι της γλώσσας της

παίρνει ορμή

και σχίζεται η γη

και το βάραθρο τ’ ουρανού βροντή τινάζει

κι αστράφτουν τα κύματα ως ήλιοι λαμπροί

και το φθαρτό το σώμα χοροβατεί

με χρυσωμένα τα πανιά στην ελπίδα

και πανταχού σηκώνεται βοή τρομερή

αρμονία φριχτή

και λύνεται το φάσμα

καθαρότατη πνέει δροσίζοντας τα χείλη

των ηρώων η ψυχή–

Γονατίζει:

«σήμερον δὲν πρέπει ζωή

θάνατον θέλω».

* Έμπνευση για το ποίημα αυτό στάθηκε η ωδή τού «ἐκ Ζακύνθου, Α. Κάλβου Ἰωαννίδη», το πρώτο ποίημα του Ανδρέα Κάλβου, που δημοσιεύτηκε στο Λονδίνο, το 1819, με το οποίο μάς συστήνεται ως ποιητής. Η προσπάθεια του νεαρού Κάλβου για τη συγκρότηση του ποιητικού του εαυτού και οι βασικοί άξονες/εικόνες τις οποίες θα αναπτύξει αργότερα στις περίφημες Ωδές του, αποτελούν τη θεματολογία του.

~

Αλέκος Λούντζης

ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ Α.Κ.

Α – απρόσωπο βιογραφικό

 

Αδύνατη η βιογράφηση ενός

πατρός και πατρίδος του εαυτού του

πόσο μάλλον κανενός

Και ας τον είπαν «εθνικό»

                        μ’ ένα στιλέτο χιούμορ

Σύχναζε σε baracci και σε βέντες

με καρβουνιάρηδες και άλλους συνωμότες

πεθύμησε ανθρώπους χωρίς πρόσωπο

έχασε το δικό του

Αυτός, ο ισοβίως νέος (ποιητής)

Β – δύο Μαρίες

Ὦ φιλτάτη πατρίς,

ὦ θαυμασία νῆσος

Ουδείς πυρίμαχος

στο έκτακτο δελτίο

ούτε αυτή

Η πρώτη, η δεύτερη

ούτε καν οι δυο μαζί

Θέλει αρετήν και τόλμην  

η πυρόσβεση

Η ελευθερία ποιος ξέρει;

Τη βρήκαμε εξαρχής σε εύφλεκτη κατάσταση

Φλόγες κυκλώνουν το χωριό

Απειλούνται ιδιωτικές περιουσίες!

Τ’ άλλα που καίονται θα ’ν’ άχρηστα

δημόσια μπάζα

χωριάτικα πράγματα

Δύο Μαρίες

Μαγδαληνή και του Κλωπά

αγίες και μυροφόρες

Μπορεί μια, μπορεί καμιά

Άλλος θρύλος άλλως τις θέλει

Σ’ αυτόν, συνυπήρξαν σε τόπο στενό

Κάθε μικρός χρειάζεται κάποιον

για να συμφιλιωθεί με το πετσί

ή με τη διάμετρό του

Μέχρι να καεί ολοσχερώς

Αρπάζει σαν χαρτοπετσέτα, λαμπαδιάζει αμέσως, αιωρείται με σπασμούς

Πέφτει στους κρημνούς που καθαγίασε η κοινότητα

έχασκαν ως όριο

που ξόρκιζε αφ' υψηλού

στους κρημνούς που πάντα την περίμεναν

έκοβε εισιτήρια στους τουρίστες

Ό,τι απομένει δεν αρκεί να φυσήξεις τη μύτη σου, όχι να επιστρέψεις

Δυο Μαριές  

Μπορεί και μία, μπορεί καμία

Άλλος θρύλος άλλως τις θέλει

…ωραία και μόνη η Ζάκυνθος 

ποιον να κυριεύσει;


Σημειώσεις

* Οι στίχοι με πλάγια είναι, διαδοχικά, από την «Ωδή Πρώτη. Ο Φιλόπατρις», από την «Ωδή Τετάρτη. Eις Σάμον», και ξανά από την «Ωδή Πρώτη. Ο Φιλόπατρις» του Ανδρέα Κάλβου.

* Οι Καρμπονάροι ήταν μυστικές επαναστατικές οργανώσεις–­εταιρείες στην Ιταλία του 19ου  αιώνα που επηρέασαν πολλές επαναστατικές ομάδες στην Ευρώπη σε μια περίοδο όπου οι αντιδραστικές δυνάμεις και η Ιερά Συμμαχία κατέπνιγαν κάθε κίνημα που μπορούσε να αναζωπυρώσει τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης. Οι Καρμπονάροι αποκαλούσαν τις εικοσαμελείς ομάδες τους «καλύβες» («baracci» – μπαράτσι) και τις στοές τους «αγορές» («venditi», «ventes» ­– βεντίτι, βέντες). Ήταν οργανωμένοι συνωμοτικά σε ολιγάριθμους πυρήνες, με διακριτούς οργανωτικούς βαθμούς στους οποίους αντιστοιχούσαν ισάριθμοι τύποι στιλέτων που τα έφεραν πάντοτε επάνω τους είτε μέσα στις «αγορές» για τις διάφορες τελετές είτε έξω από αυτές ως όπλα. Ο νεαρός Ανδρέα Κάλβος υπήρξε µέλος της αδελφότητας των Καρµπονάρων στη Φλωρεντία και συνελήφθη τον Απρίλιο του 1821 όταν εξαρθρώθηκε από την αστυνομία η τοπική οργάνωση της Καρμποναρίας. Λόγω έλλειψης ισχυρών αποδείξεων εναντίον του αλλά και λόγω της αγγλικής υπηκοότητάς του (ως επτανήσιου υπό αγγλική τότε αρμοστεία), ο ποιητής απελάθηκε στην Ελβετία.

* Οι Μαριές είναι μικρό χωριό στην ορεινή Ζάκυνθο. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση πήρε το όνομά του από τη Μαρία τη Μαγδαληνή και τη Μαρία του Κλωπά, οι οποίες, επιστρέφοντας από τη Ρώμη, όπου είχαν πάει για να καταγγείλουν τον Πιλάτο στον Τιβέριο, έπεσαν σε τρικυμία και προσάραξαν αναγκαστικά στις δυτικές ακτές της Ζακύνθου. Σύμφωνα με τον ίδιο μύθο, οι δύο αγίες Μαρίες ανέβηκαν στο χωριό, κήρυξαν τον Χριστιανισμό στους κατοίκους και έβαλαν την πρώτη πέτρα για να χτιστεί η πρώτη χριστιανική Εκκλησία, η οποία, αν και έχει αλλάξει τέμπλο οχτώ φορές, δεν γκρεμίστηκε ποτέ. Στις διαδοχικές πυρκαγιές στη νήσο τον Αύγουστο του 2017, το χωριό υπέστη μεγάλες καταστροφές ενώ το φυσικό περιβάλλον που το περιστοίχιζε κάηκε ολοσχερώς.

~

Λένα Καλλέργη

ΠΟΙΗΜΑ ΣΗΜΕΡΙΝΟ, ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ

Σε τόπο ξένο, σε μικρό

ανήλιαγο λιμάνι

σε καιρό σκοτεινό

μακριά από οικείο βλέμμα,

πονά η ψυχή μου.

Ακούω τη φωνή σου

να μου λέει πως το γνώριζα

πως μου είχες μιλήσει

για όσους φύγαν κι επέστρεψαν,

και τη σκευή τους.

Εκείνα που δεν ξέρουμε

η γλώσσα, η πατρίδα

που από κοντά δεν ζούμε,

δουλεύοντας σε παρυφές

βουνών αγνώστων,

εκείνα όμως μας έδωσαν

επιστροφή, και τα ίδια

μας όρισαν να φεύγουμε

να μπλέκουμε τη γλώσσα μας

στις άλλες γλώσσες.

Πού να σταθώ και πού να δω

τα γαλάζια σου μάτια

θάλασσα της μικρότερης,

της καλοκαιρινής μου

της ηλικίας.

Πιο πολύ με πονάει

που σκορπίζονται οι φίλοι μου

ως τις άκρες του ορίζοντα·

χάνονται, δίχως να έχουμε

άλλο από οθόνες.

Με πονάει που προσμένουμε

για να σπάσει η ρουτίνα

της κλειστής κάθε μέρας μας,

ν’ αγκαλιάσουμε ανθρώπους μας

μ’ ένα ταξίδι.

Μεγαλώνω μακριά τους

και οι ρυτίδες μου, ψάχνοντας

να τους στείλουν το δάκρυ,

μεγαλώνουν την κοίτη τους,

βαθιά ποτάμια.

~

Χρήστος Σιορίκης

ΑΣ ΜΑΘΟΥΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ

Ω Γλώσσα φιλτάτη πατρίς,
φθάσε εδώ με κόπο δικό μας, πες μας για τα κάλβεια οστά
τα θρέφοντα της Αγγλίας το σώμα
Φέρε μας λέξεις ως ενώτια
και αγκαλιές

Οι λέξεις για την πατρίδα
έρχονται μόνο όταν η σημαία
ράβεται αργά, με σπουδή

Και δεν είναι ποτέ ακλόνητες

Γιατί η σημαία
εξαρτάται απ’ τον άνεμο.

*

Αλλάζει θέση κανείς και αλλάζει πάλι

Με τα χρόνια ξεχνάει
τι είναι η λύρα.

Την κάνει σύμβολο

Μα για ν’ ακουστεί η λύρα
χρειάζονται δάχτυλα

*

Προχωρούσαμε
προχωρούσαμε
προς την ελευθερία
εις ωκεανόν
εις αυτό το απέραντο που περιέχει την πατρίδα

Ξεφοβηθήκαμε τις λέξεις
ελευθερία και
πατρίδα
– απ’ τις δονήσεις στο λάρυγγα
γνωρίσαμε τον φόβο μας

Ο φόβος:

Μπαίνει ακόμα και σε καρδιές
που έχουν νιώσει την αγάπη

~

Αλεξάνδρα Πλαστήρα

ΤΟ ΚΛΙΜΑ

Εν Αθήναις σου γράφω
με αφόρητη ζέστη
και δεν λέει να βρέξει
Απ’ το Λάουθ μού γράφεις
πως βρέχει διαρκώς
και δεν λέει να φανεί
η πατρίς αιθρία
Ερωτώ τι θα γίνει
και σε ποιον απ’ τους δυο
η μούσα θα δώσει
το ζητούμενο
– ή μήπως αυτή
με το υστέρημα ζει
και χαίρεται;

Παναγιώτης Ιωαννίδης

Ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός, μεταφραστής, βασικός συνεργάτης του περιοδικού για τη διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου ΦΡΜΚ, ενώ διοργανώνει και επιμελείται τη σειρά τακτικών ποιητικών αναγνώσεων «Με τα λόγια (γίνεται)». Κυκλοφορούν τα ποιητικά βιβλία του Το σωσίβιο (2008), Ακάλυπτος (2013) και Πολωνία (2016). 

Τελευταία άρθρα από τον/την Παναγιώτης Ιωαννίδης

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.