Βαθύ ανήσυχο μαβί
διαπλέει αύρα ατείχιστη
και μια ταβέρνα ξέρηχη
τερπνά φωτίζει με λαμπιόνια
πρώτα ειδύλλια ή αγάπη
για το μπλε
που αλλάζει
Ύστερα μαύρο
διάτρητο από λαμπυρισμούς
της άλλης όχθης
–να ’ναι η Σαλαμίνα ή η Ψυτάλλεια;–
μια αποικία
χαμηλών αστερισμών ή πυροφάνι
καλή ψαριά ανασύροντας
αφώτιστη μεριά προσώπου
που πια δε μνημονεύεις στην κουβέντα
ένα πρόσωπο μισό
σαν φεγγάρι στη χάση
που το βλέπεις
ψηλά στο στερέωμα
να οδεύει
σε έκλειψη πλήρη
Κοιτάς της αστραπής
το σκοτεινό ευεργέτημα
για ελάχιστα λίγο παρών
στο θίασο των ημερών εκείνων
που διαβαίνει τον έναστρο Αχέροντα
για να μπει στην τροχιά
του παλιού σου ουρανού
ζωφόρος ακίνητη
χαμένου καιρού