Θέλω να καταλάβετε ότι είμαστε μέρος του φυσικού κόσμου. Ακόμη κι αν σήμερα ο πλανήτης μοιάζει βυθισμένος στο σκοτάδι, υπάρχει ακόμη ελπίδα. Μην τη χάσετε. Αν χάσετε την ελπίδα, έρχεται η απάθεια, και δεν κάνετε τίποτα. Κι αν θέλετε να σώσετε ό,τι όμορφο απομένει σ’ αυτόν τον κόσμο, αν θέλετε να διαφυλάξετε τον πλανήτη για τις επόμενες γενιές, για τα εγγόνια σας και τα εγγόνια τους, τότε σκεφτείτε τις πράξεις σας κάθε μέρα. Γιατί, όταν πολλαπλασιαστούν εκατομμύρια, δισεκατομμύρια φορές, ακόμη και οι πιο μικρές πράξεις μπορούν να φέρουν μια μεγάλη αλλαγή.
Ελπίζω να καταλαβαίνετε πως αυτή η ζωή πάνω στη Γη δεν είναι το τέλος. Πιστεύω, και τώρα πια γνωρίζω, πως υπάρχει ζωή μετά το θάνατο, πως η συνείδηση επιβιώνει. Δεν μπορώ, από εδώ που βρίσκομαι, να σας αποκαλύψω μυστικά που δεν μου ανήκουν. Δεν μπορώ να σας πω τι θα βρείτε όταν φύγετε από τη Γη. Μα θέλω να ξέρετε πως η ζωή που ζείτε τώρα θα επηρεάσει τη μορφή της ζωής που θα συναντήσετε μετά το θάνατο.
Πάνω απ’ όλα, θέλω να σκεφτείτε τούτο: όσο είμαστε πάνω στη Γη, είμαστε μέρος της Μητέρας Φύσης. Εξαρτιόμαστε από τη Μητέρα Φύση για τον καθαρό αέρα, το νερό, την τροφή, τα ρούχα, για τα πάντα. Και καθώς καταστρέφουμε το ένα οικοσύστημα μετά το άλλο, καθώς επιδεινώνουμε την κλιματική αλλαγή και μειώνουμε τη βιοποικιλότητα, οφείλουμε να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να αφήσουμε έναν καλύτερο κόσμο στα παιδιά που ζουν σήμερα και σε εκείνα που θα έρθουν.
Έχετε τη δύναμη να κάνετε τη διαφορά. Μην εγκαταλείπετε. Υπάρχει μέλλον για εσάς. Κάντε ό,τι καλύτερο μπορείτε όσο ακόμη βρίσκεστε σ’ αυτόν τον όμορφο πλανήτη, τη Γη, αυτήν που τώρα κοιτάζω από εκεί όπου βρίσκομαι.
Ο Θεός να σας ευλογεί όλους.
Το περιβάλλον, η ζωή της
Λίγους μήνες πριν φύγει από τη ζωή στα 91 της χρόνια, η Τζέιν Γκούντολ συμφώνησε να δώσει μια συνέντευξη στον τηλεοπτικό παραγωγό και σκηνοθέτη, Μπραντ Φάλτσακ, η οποία θα μεταδιδόταν μετά το θάνατό της. Με το τελευταίο μήνυμα που απηύθυνε στην κάμερα, μεταδίδει την κατανόηση, την ενσυναίσθηση και την ελπίδα για τον κόσμο και το μέλλον, με τον ίδιο τρόπο που πορεύτηκε στη ζωή της: από μικρό κοριτσάκι στην επαρχιακή Αγγλία, γεμάτο περιέργεια για τον φυσικό κόσμο γύρω της, μέχρι τα δάση της Αφρικής όπου πραγματοποίησε την πρωτοποριακή έρευνά της, ώς τα πέρατα του κόσμου, όπου αγωνίστηκε να διαδώσει τις αρχές της προστασίας και της διατήρησης του περιβάλλοντος.
Η Βάλερι Τζέιν Μόρις-Γκούντολ είχε γεννηθεί στις 3 Απριλίου 1934, στο Λονδίνο. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια με περιορισμένα οικονομικά μέσα, αλλά με μεγάλη αγάπη για τα ζώα. Η ίδια έχει διηγηθεί ότι μικρή λάτρευε να διαβάζει τον «Ταρζάν» και να παρατηρεί κρυφά τα πουλιά και τα έντομα του κήπου. Δεν σπούδασε βιολογία ή ανθρωπολογία. Αντίθετα, εργάστηκε ως γραμματέας και ως σερβιτόρα για να εξοικονομήσει χρήματα. Η γνωριμία της με τον παλαιοντολόγο Λούις Λήκι επρόκειτο να αλλάξει τη ζωή της. Ο Λήκι είχε από καιρό στραφεί στο ζήτημα της καταγωγής των ανθρώπων και πίστευε ότι η μελέτη των άγριων χιμπατζήδων θα μπορούσε να συνεισφέρει στην κατανόηση της συμπεριφοράς και της κοινωνικής ζωής των πρώιμων ανώτερων πιθήκων και, κατ’ επέκταση, των ίδιων των ανθρώπων. Την ίδια εποχή, άλλοι ερευνητές, διεξήγαν στην Κένυα πρωτοποριακές έρευνες για τη συμπεριφορά των μπαμπουίνων. Ωστόσο, ο Λήκι θεωρούσε πως οι χιμπατζήδες, όντας εξελικτικά πιο κοντά στον άνθρωπο, θα μπορούσαν να αποκαλύψουν βαθύτερες αλήθειες για τις ρίζες της ανθρώπινης κοινωνικότητας. Ο Λήκι αναζητούσε κάποιον να μελετήσει χιμπατζήδες στην Γκόμπε της Τανζανίας και θεωρούσε ότι μια γυναίκα, χωρίς προσχηματισμένα επιστημονικά στερεότυπα, θα μπορούσε να παρατηρήσει ανεπηρέαστη. Έτσι, το 1960, η 26χρονη Τζέιν έφτασε στο Γκόμπε με ένα σημειωματάριο και ένα ζευγάρι κιάλια.
Οι πρώτες μέρες της σε αυτή την απομακρυσμένη περιοχή κατά μήκος της λίμνης Ταγκανίκα ήταν δύσκολες. Οι χιμπατζήδες ήταν άγριοι και φοβισμένοι. Η περιοχή ήταν γεμάτη πυκνή βλάστηση και η ίδια έπρεπε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Για να τους πλησιάσει, δημιούργησε αυτό που αργότερα ονόμασε «μπανάνα κλαμπ»: άφηνε ώριμες μπανάνες σε συγκεκριμένα σημεία ώστε τα ζώα να εξοικειωθούν με την παρουσία της. Μέσα από μήνες υπομονής, παρατήρησε συμπεριφορές που μέχρι τότε θεωρούνταν αποκλειστικά ανθρώπινες. Ένας χιμπατζής χρησιμοποίησε ένα λεπτό κλαδί για να βγάλει τερμίτες από την φωλιά τους, ενώ άλλοι χιμπατζήδες τσαλάκωναν φύλλα και τα χρησιμοποιούσαν για να συλλέξουν νερό από τις σχισμές των δέντρων. Η Γκούντολ κατέγραψε τη σκηνή, τόσο στο σημειωματάριό της όσο και στην κάμερα: για πρώτη φορά οι άνθρωποι συνειδητοποιούσαν ότι και άλλα είδη μπορούν να κατασκευάσουν και να χρησιμοποιήσουν εργαλεία. Η ανακάλυψη αυτή έθεσε υπό αμφισβήτηση το θεμέλιο της ανθρωπολογίας, την άποψη ότι μόνο ο άνθρωπος διαθέτει τέτοια ικανότητα.
Εκτός από τη χρήση εργαλείων, παρατήρησε ότι οι χιμπατζήδες κυνηγούν και τρώνε κρέας, σχηματίζουν συμμαχίες, διατηρούν ισχυρούς δεσμούς μεταξύ μητέρας και παιδιού ή μεταξύ αδερφών, ενώ διεξάγουν οργανωμένες επιδρομές σε γειτονικές ομάδες – μια μορφή «πρωτόγονου πολέμου». Αυτές οι διαπιστώσεις ανέτρεψαν την εικόνα του χιμπατζή ως ειρηνικού φυτοφάγου και έδωσαν στους επιστήμονες νέο πλαίσιο για να κατανοήσουν την εξέλιξη του ανθρώπινου κοινωνικού συστήματος. Παράλληλα, η ίδια επικοινωνούσε με τα ζώα δίνοντάς τους ονόματα, περιγράφοντας τις προσωπικότητες και τις συνήθειές τους. Τα τότε κυρίαρχα επιστημονικά πρότυπα απαιτούσαν απόσταση και ουδετερότητα, όμως η Γκούντολ πίστευε ότι η ενσυναίσθηση είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε πραγματικά άλλα πλάσματα. Πολλοί την κατηγόρησαν ότι «ανθρωποποιεί» τα ζώα, αλλά αργότερα αποδείχθηκε ότι η προσέγγισή της προέβλεψε τη σύγχρονη επιστήμη της συμπεριφοράς.
Σήμερα, οι ανθρωπολόγοι, βασισμένοι στην έρευνα της Γκούντολ, γνωρίζουν ότι οι χιμπατζήδες, καθώς και άλλα πρωτεύοντα, όπως ουρακοτάγκοι και καπουτσίνοι, είναι ιδιαίτερα ευφυείς, με πολύπλοκες ικανότητες μάθησης. Μπορούν να μάθουν να κατασκευάζουν και να χρησιμοποιούν εργαλεία, όπως να σπάνε καρπούς με πέτρες που επιλέγουν προσεκτικά, παρατηρώντας ανθρώπους να το κάνουν σε συνθήκες εργαστηρίου. Μπορούν όμως να μάθουν να φτιάχνουν εργαλεία, όπως ξύλινες λόγχες, και σε φυσικές συνθήκες, παρατηρώντας ο ένας τον άλλον, είτε τα μικρά τη μητέρα τους, ή οι ενήλικες μεταξύ τους. Η κοινωνική αυτή μάθηση είναι συνήθως και γεωγραφικά εντοπισμένη, με τις πληροφορίες να μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά ως τοπικές παραδόσεις.
Η επιτυχία των παρατηρήσεων της Τζέιν Γκούντολ προσέλκυσε το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης. Το National Geographic χρηματοδότησε τις αποστολές της και μετέδωσε στις οθόνες στιγμιότυπα από τη ζωή της στη ζούγκλα. Παράλληλα, ο Λήκι την ενθάρρυνε να σπουδάσει για να αποκτήσει την ακαδημαϊκή αναγνώριση που της έλειπε. Το 1965 έγινε η πρώτη υποψήφια διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ χωρίς προπτυχιακό πτυχίο, καταθέτοντας διατριβή βασισμένη στις παρατηρήσεις της για τους χιμπατζήδες. Αντιμετώπισε έντονη κριτική από συναδέλφους, αλλά συνέχισε με πείσμα και έλαβε τον τίτλο της διδάκτορος. Η αναγνώριση, ωστόσο, δεν την παρέσυρε στην ακαδημαϊκή απομόνωση. Ήθελε να μεταδώσει το μήνυμα της αλληλεξάρτησης όλων των ειδών στο ευρύ κοινό.
Τα ντοκιμαντέρ και τα βιβλία της έγιναν παγκόσμια επιτυχία. Μέσα από αφηγήσεις γεμάτες τρυφερότητα, η Γκούντολ παρουσίαζε τους χιμπατζήδες ως πλάσματα με συναισθήματα, γλώσσα σώματος και οικογενειακές αξίες. Το έργο της έδωσε ώθηση σε μια νέα γενιά γυναικών επιστημόνων: πολλοί αναγνωρίζουν ότι χάρη στην παρουσία της οι πρωτευοντολόγοι ήταν στην πλειονότητά τους γυναίκες. Η ίδια συνήθιζε να λέει ότι δεν είναι απαραίτητο να διαθέτεις πτυχία για να ζεις με έναν στόχο, αλλά πρέπει να έχεις περιέργεια, ενσυναίσθηση και αποφασιστικότητα.
Το 1977 η Γκούνταλ ίδρυσε το Jane Goodall Institute (JGI) με στόχο να στηρίξει τις έρευνες στο Γκόμπε και να εφαρμόσει ένα νέο μοντέλο διατήρησης, βασισμένο στις τοπικές κοινωνίες. Αντί να επιβάλει απαγορεύσεις, το JGI δημιούργησε προγράμματα εκπαίδευσης, υγείας και οικο-αγροτικής ανάπτυξης, γνωστά ως Tacare, ώστε οι κάτοικοι να έχουν συμφέρον να προστατεύουν το δάσος. Μια δεκαετία αργότερα, το 1991, ίδρυσε το «Roots & Shoots», ένα πρόγραμμα για τη νεολαία που ενθαρρύνει μαθητές σε 100 χώρες να αναλάβουν τοπικές δράσεις προστασίας ανθρώπων, ζώων και περιβάλλοντος. Η φιλοσοφία της ήταν απλή και προφητική: «Μόνο αν κατανοήσουμε, θα νοιαστούμε. Μόνο αν νοιαστούμε, θα βοηθήσουμε. Μόνο αν βοηθήσουμε, θα σωθούμε όλοι».
Αυτό το τρίπτυχο της κατανόησης-φροντίδας-δράσης αποτέλεσε το θεμέλιο για την παγκόσμια περιβαλλοντική εκπαίδευση. Η Γκούντoλ ταξίδευε έως και 300 μέρες το χρόνο μιλώντας σε σχολεία, συνέδρια και κυβερνήσεις, σπέρνοντας σπόρους αλληλεγγύης και ελπίδας. Για εκείνη, η επιστήμη δεν ήταν κάτι μακρινό και ψυχρό. Ήταν εργαλείο για να ξυπνήσει η συνείδηση και να αλλάξει ο τρόπος ζωής μας. Μέσα από το JGI, η έρευνα στο Γκόμπε συνεχίστηκε και έγινε η μακροβιότερη μελέτη πληθυσμού χιμπατζήδων στον κόσμο.
Εμείς και τα ζώα
Η επιτυχία της έφερε και τις σκιές της. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι εικόνες από εργαστήρια που χρησιμοποιούσαν χιμπατζήδες σε πειράματα έκαναν την Γκούντολ να εγκαταλείψει το Γκόμπε για να γίνει φωνή διαμαρτυρίας. Άρχισε να καταγγέλλει δημόσια την κακομεταχείριση των ζώων, να πιέζει κυβερνήσεις και πανεπιστήμια για καλύτερους νόμους και να πρωτοστατεί στη δημιουργία καταφυγίων. «Το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να μιλήσω για εκείνους που δεν μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους», συνήθιζε να λέει. Για την ίδια, η σιωπή θα ήταν συνενοχή. Πίστευε ότι η ηθική στάση απέναντι στα ζώα είναι ο καθρέφτης της ανθρωπιάς μας.
Η ακτιβιστική της δράση σύντομα επεκτάθηκε στην ευρύτερη οικολογία. Αντιλαμβανόμενη ότι η καταστροφή των οικοσυστημάτων απειλεί τόσο τους χιμπατζήδες όσο και τον άνθρωπο, άρχισε να μιλάει για την κλιματική κρίση, την καταστροφή και την απώλεια της βιοποικιλότητας. «Η αποστολή μου είναι να δημιουργήσω έναν κόσμο όπου μπορούμε να ζούμε σε αρμονία με τη φύση», επαναλάμβανε συνεχώς στις ομιλίες της. Συνδύαζε επιστημονικά δεδομένα με προσωπικές ιστορίες, θέλοντας να αγγίξει την καρδιά και τον νου των ακροατών της.
Παρά την ηλικία της, η Γκούντολ δεν σκεφτόταν ποτέ να αποσυρθεί. Ταξίδευε σχεδόν διαρκώς, συμμετέχοντας σε ομιλίες, συνέδρια και πορείες. Τον Σεπτέμβριο 2025, στο πλαίσιο της «Εβδομάδας του Κλίματος» στη Νέα Υόρκη, μίλησε μπροστά σε νέους και σε πολιτικούς. Υπογράμμισε ότι οι άνθρωποι έχουν αποκοπεί από τη φύση εξαιτίας της τεχνολογίας και των πόλεων και ότι «είμαστε το πιο διανοητικά ικανό είδος, αλλά όχι αρκετά σοφό, γιατί καταστρέφουμε το σπίτι μας». Τόνισε ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν πρέπει να έρχεται σε βάρος του περιβάλλοντος και ότι έχουμε μόνο ένα μικρό παράθυρο για να αλλάξουμε πορεία.
Η βοηθός της αποκάλυψε ότι η Γκούντολ δούλευε πάνω σε ένα κείμενο μέχρι τις δέκα και μισή το βράδυ, την παραμονή του θανάτου της. «Ήξερε ότι είναι θνητή, αλλά έδινε την τελευταία της ανάσα για να εμπνεύσει τους άλλους να κάνουν τη διαφορά», είπε συγκινημένη, εξηγώντας ότι για εκείνη κάθε πράξη καθημερινότητας έχει επίδραση στον πλανήτη. Την επόμενη μέρα, άφησε την τελευταία της πνοή στον ύπνο της. Ο θάνατός της ανακοινώθηκε από το JGI, που δήλωσε πως έφυγε ειρηνικά ενώ ταξίδευε για να μεταφέρει το μήνυμα της ελπίδας.
Στη συνέντευξη που προβλήθηκε μετά τον θάνατό της, ο Μπραντ Φάλτσακ της είπε ότι πολλοί άνθρωποι θα συζητούν για το ποια υπήρξε, οπότε τη ρώτησε: «Ποια θα έλεγες εσύ ότι υπήρξες;». Κι εκείνη απάντησε,
«Θα έλεγα πως ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο για να προσπαθήσω να δώσω στους ανθρώπους ελπίδα μέσα σε σκοτεινούς καιρούς. Γιατί χωρίς ελπίδα βυθιζόμαστε στην απάθεια και δεν κάνουμε τίποτα. Και στους σκοτεινούς καιρούς που ζούμε σήμερα, αν οι άνθρωποι χάσουν την ελπίδα τους, είμαστε καταδικασμένοι. Πώς μπορούμε να φέρνουμε στον κόσμο μικρά παιδιά, μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι που δημιουργήσαμε, και να τα αφήνουμε να μεγαλώνουν ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν παραιτηθεί; Γι’ αυτό, ακόμη κι αν αυτό είναι το τέλος της ανθρωπότητας όπως τη γνωρίζουμε, ας αγωνιστούμε ως το τέλος. Ας δείξουμε στα παιδιά ότι υπάρχει ελπίδα, αρκεί να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Κι ακόμη κι αν όλα μοιάζουν αδύνατα, είναι προτιμότερο να συνεχίσουμε να παλεύουμε μέχρι τέλους, παρά να τα παρατήσουμε και να πούμε απλώς “εντάξει”».
«Κι αν ρωτούσα τη δεκάχρονη Τζέιν “ποια είσαι;”, τι θα απαντούσε;»
«Θα έλεγα πως είμαι ένα απλό, συνηθισμένο κορίτσι, λίγο ντροπαλό αλλά και αρκετά πεισματάρικο, που θέλει να πάει στην Αφρική και να ζήσει ανάμεσα στα ζώα».
Μικρή Τζέιν, τα κατάφερες, και με το παραπάνω!