Στο έργο της Μαρίλιας Λυκάκη, Αιχμάλωτοι στο Βυζάντιο, το πρώτο που γίνεται ξεκάθαρο είναι ότι η αιχμαλωσία δεν αντιμετωπίζεται ως «παράπλευρη απώλεια» του πολέμου, ούτε ως υποσημείωση της στρατιωτικής ιστορίας, αλλά ως δομικό, επαναλαμβανόμενο, θεσμικά διαχειρίσιμο φαινόμενο: μια μορφή βίας που παράγει ανθρώπινο υλικό, το οποίο το Κράτος, η Εκκλησία, οι τοπικές κοινότητες και οι ιδιώτες καλούνται να ταξινομήσουν, να εκμεταλλευτούν, να ανταλλάξουν, να εξαγοράσουν, να ενσωματώσουν ή να απορρίψουν. Η χρονική της τοποθέτηση –από τον 6ο έως τον 11ο αιώνα– δεν είναι ουδέτερη: πρόκειται για το διάστημα όπου οι παλαιότερες ρωμαϊκές κληρονομιές (στο δίκαιο και στη διοίκηση) συναντούν μια μεταβαλλόμενη γεωπολιτική πραγματικότητα, από τα βαλκανικά και καυκασιανά μέτωπα έως –κυρίως– τα ανατολικά σύνορα, εκεί όπου αναδύεται και σταθεροποιείται ένας αντίπαλος με διαφορετικούς θεσμούς και διαφορετική δυναμική, ο αραβοϊσλαμικός κόσμος, και όπου η πρακτική των ανταλλαγών αιχμαλώτων (τα «αλλάγια») γίνεται επαναλαμβανόμενη, σχεδόν διαδικασία ρουτίνας.
Η αιχμαλωσία
Η Λυκάκη δουλεύει, κατ’ ουσίαν, σε τρία επίπεδα που αλληλοδιαπλέκονται συνεχώς. Πρώτον, στο επίπεδο των εννοιών και των κατηγοριών: τι σημαίνει «αιχμάλωτος» στις βυζαντινές πηγές, πώς διακρίνεται από τον «δούλο», τον «όμηρο», τον «εξόριστο», τον «μετανάστη» ή τον «λιποτάκτη», και πώς το κράτος –αλλά και ο λόγος της Εκκλησίας– ονοματίζει, ηθικολογεί ή, αντίθετα, αποσιωπά συγκεκριμένες μορφές αιχμαλωσίας. Δεύτερον, στο επίπεδο των μηχανισμών: ποιοι είναι οι δρώντες της αιχμαλωσίας (στρατός, διοίκηση, τοπικοί άρχοντες, ιδιώτες, μεσάζοντες λύτρων), ποια είναι τα εργαλεία της (λύτρα, ανταλλαγή, πώληση, καταναγκαστική εργασία, εγκατάσταση, βαπτισμός, υιοθεσία), ποια είναι τα «κανάλια» μετακίνησης των σωμάτων και των βιογραφιών. Τρίτον, στο επίπεδο της εμπειρίας: πώς μεταβάλλεται η μοίρα του αιχμαλώτου ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, την καταγωγή, τη στρατιωτική/πολιτική αξία του και –το σημαντικότερο– ανάλογα με το πού και από ποιον συλλαμβάνεται και πού καταλήγει.
Σε αυτό το σημείο, η συγγραφέας μετακινεί το βλέμμα από την «καθαρή» διπλωματική ή στρατιωτική ιστορία (νίκες, ήττες, συνθήκες) προς ένα είδος κοινωνικής ιστορίας των συνόρων. Ο πόλεμος δεν τελειώνει με τη μάχη· συνεχίζεται στα καραβάνια που μεταφέρουν αιχμαλώτους, στα παζάρια, στα μοναστήρια που συγκεντρώνουν χρήματα για εξαγορά, στις κοινότητες που βλέπουν τους δικούς τους να λείπουν και τους «άλλους» να εγκαθίστανται ανάμεσά τους. Εδώ η Λυκάκη επιμένει στη «συστημικότητα» του φαινομένου: η αιχμαλωσία παράγει οικονομική αξία (εργασία, λύτρα, εμπορία), πολιτική αξία (διαπραγματευτικό κεφάλαιο) και συμβολική αξία (ταπεινώσεις, θρίαμβοι, επιδείξεις ισχύος, μαρτυριολογικές αφηγήσεις).
Ιδιαίτερα παραγωγική είναι η προσεκτική διάκριση τύπων και διαδρομών αιχμαλώτων. Δεν είναι ίδιος ο αιχμάλωτος στρατιώτης με τον άμαχο που συλλαμβάνεται σε επιδρομή· δεν είναι ίδιος ο αξιωματούχος, το μέλος της αριστοκρατίας ή ο συγγενής ισχυρού προσώπου –που μπορεί να αποτελέσει «στόχο» λύτρων ή ανταλλαγής υψηλής αξίας– με τον αγρότη ο οποίος θα καταλήξει να εργαστεί σε κτήματα ή σε οικιακές υπηρεσίες. Δεν είναι ίδια, επίσης, η αιχμαλωσία «στιγμής» (μια πρόσκαιρη σύλληψη που λύνεται γρήγορα με ανταλλαγή) με την αιχμαλωσία «διάρκειας» (μια βιογραφική τομή που αναδιατάσσει τη ζωή του ανθρώπου, ενίοτε χωρίς επιστροφή). Αυτές οι διακρίσεις δεν λειτουργούν μόνο ως ταξινομητικό εργαλείο. Επιπλέον, επιτρέπουν να φανεί η αιχμαλωσία ως μηχανή κοινωνικής ανακατανομής: άνθρωποι μετακινούνται, κοινωνικές σχέσεις επαναχαράσσονται, οικογένειες σπάνε ή ανασυντίθενται.
Το κρίσιμο βήμα, ωστόσο, είναι το πώς το Βυζάντιο προσπαθεί να «τιθασεύσει» την αιχμαλωσία μέσω κανόνων. Η Λυκάκη ενδιαφέρεται για τις νομικές και κανονικές αντιλήψεις που επηρεάζουν την τύχη των αιχμαλώτων και για την εξέλιξή τους σε βάθος χρόνου: από τα ρωμαϊκά κατάλοιπα μέχρι τις βυζαντινές προσαρμογές, από τη λογική της ιδιοκτησίας ανθρώπων μέχρι τις ρητορικές της χριστιανικής φιλανθρωπίας και της κοινότητας των πιστών. Το σημείο-κλειδί εδώ δεν είναι να αποδειχθεί ότι το Βυζάντιο ήταν «ανθρωπιστικό» ή «σκληρό»· είναι να φανεί ότι λειτουργεί με πολλαπλές λογικές ταυτόχρονα. Η φιλανθρωπία μπορεί να συνυπάρχει με την εκμετάλλευση, η εξαγορά με την πώληση, η προστασία ορισμένων κατηγοριών με την εγκατάλειψη άλλων. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα λιγότερο μονοχρωματική και περισσότερο πιστή στη λειτουργία ενός προνεωτερικού κράτους: αυτό που το ενδιαφέρει είναι να μετατρέψει την αταξία σε διαχειρίσιμη τάξη.
Εδώ ακριβώς εντάσσεται και η έμφαση στα ανατολικά σύνορα και στη σχέση με τους Άραβες: η συχνότητα των συγκρούσεων, οι περιοδικές επιδρομές, αλλά και οι σταθερότερες μορφές διπλωματικής συνεννόησης οδηγούν στη θεσμοποίηση πρακτικών ανταλλαγής. Η αιχμαλωσία, που θα μπορούσε να είναι καθαρά «ιδιωτική λεία», μπαίνει σε ένα πλαίσιο όπου το κράτος διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή: ποιος ανταλλάσσεται, πότε, με ποιους όρους, ποιος χρηματοδοτεί τις εξαγορές, τι γίνεται όταν οι ιδιώτες προλάβουν να μετατρέψουν τον αιχμάλωτο σε εργασία/περιουσία πριν το κράτος ζητήσει ανταλλαγή. Το βιβλίο, έτσι, μας υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε ένα κλασικό ερώτημα: πόσο «κρατικό» είναι το Βυζάντιο στην πράξη, πόσο μπορεί να επιβάλει προτεραιότητες έναντι τοπικών κοινωνιών και ιδιωτικών συμφερόντων.
Ένα ακόμη καθοριστικό σημείο της ανάπτυξης είναι η διάσταση της ενσωμάτωσης. Η αιχμαλωσία δεν είναι μόνο δρόμος προς τη δουλεία ή την ανταλλαγή· μπορεί να είναι και δρόμος προς μια νέα ζωή εντός της αυτοκρατορίας. Η Λυκάκη δείχνει πώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, η παραμονή αιχμαλώτων οδηγεί σε βαπτίσεις, σε γάμους, σε εγκατάσταση, ακόμη και σε σταδιακή «αορατοποίηση» του αρχικού τραύματος: ο αιχμάλωτος, μετά από χρόνια, μπορεί να πάψει να είναι αιχμάλωτος ως κατηγορία και να γίνει απλώς «κάτοικος» ή «υπήκοος» μιας περιοχής. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η διαδικασία δεν παρουσιάζεται ως γραμμική ούτε ως απαραίτητα «ευτυχής»: οι πηγές συχνά σιωπούν για τη βία που προηγήθηκε, ή μιλούν γι’ αυτήν μέσα από φίλτρα αγιολογίας και ιδεολογίας. Επομένως, η συγγραφέας εργάζεται και ως αναγνώστρια σιωπών: προσπαθεί να δείξει όχι μόνο τι λένε οι πηγές, αλλά και τι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να πουν.
Αξίζει επίσης να τονιστεί η ισορροπία που επιδιώκει ο τόμος ανάμεσα στην τεκμηρίωση και στη σύνθεση. Το θέμα κινδυνεύει εύκολα να γίνει κατάλογος περιστατικών (τόσοι αιχμάλωτοι εδώ, τόσοι εκεί, τόσα λύτρα). Η Λυκάκη, αντίθετα, προσπαθεί να φτιάξει μια ερμηνευτική εργαλειοθήκη: να καταστήσει σαφές ποια είναι τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, ποιες είναι οι μεταβολές σε βάθος χρόνου, ποια είναι τα όρια της γνώσης μας λόγω της φύσης των πηγών. Έτσι, ο αναγνώστης δεν κρατά μόνο πληροφορίες, αλλά και έναν τρόπο να σκέφτεται το Βυζάντιο ως κοινωνία που οργανώνει τη βία και τις συνέπειές της. Για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, έχει σημασία και το ότι πρόκειται για πρόσφατη ελληνική έκδοση, μεγάλης έκτασης, από τις εκδόσεις Ασίνη.
Οι δυνάμεις του Βορρά
Περνώντας στον τόμο του Σβέριρ Γιάκομπσον, «Οι Βάραγγοι. Στην άγια φωτιά του Θεού», αλλάζει άμεσα ο φωτισμός. Εδώ δεν έχουμε τη θεσμική/κοινωνική ιστορία ενός φαινομένου (αιχμαλωσία), αλλά μια μεγάλη αφήγηση μετακινήσεων, δικτύων και ταυτοτήτων: οι «ανατολικοί Βίκινγκ», οι Ρως και οι Βάραγγοι παρακολουθούνται από τις πρώιμες εμφανίσεις τους στις πηγές έως πολύ αργότερα, όταν γίνονται πια λογοτεχνικά μοτίβα σε σκανδιναβικά συμφραζόμενα. Ο Γιάκομπσον χτίζει το βιβλίο του πάνω στη σύγκριση πηγών που προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς –τη ρωμαϊκή/βυζαντινή αυτοκρατορία, το χαλιφάτο των Αββασιδών και τα διάδοχα σχήματα, τα πρώιμα μορφώματα των Ρως και τα ύστερα μεσαιωνικά σκανδιναβικά βασίλεια– ώστε να μη γίνει η ιστορία των Βαράγγων μια αυτάρεσκη «σάγκα» κατορθωμάτων, αλλά μια ιστορία μέσα από πολλαπλά βλέμματα.
Η ελληνική έκδοση έχει πρόσθετο ενδιαφέρον, επειδή φέρνει αυτή τη συγκριτική ιστορία σε άμεση γειτνίαση με ένα κοινό που συνδέει τους Βαράγγους πρωτίστως με την Κωνσταντινούπολη και τη Βαραγγική Φρουρά. Ο Γιάκομπσον έχει επιλέξει να συμπυκνώσει μια τεράστια γεωγραφία και ένα μακρύ χρονικό τόξο σε αφήγηση σχετικά πυκνή, αλλά αναγνωστικά ρέουσα, κάτι που σαφώς επιτυγχάνει η μετάφραση του Παασχάλη Ανδρούδη.
Σε επίπεδο ανάπτυξης, ο Γιάκομπσον δουλεύει σημείο προς σημείο πάνω σε τρία μεγάλα ερωτήματα. Πρώτο: ποιοι ήταν, τελικά, οι Βάραγγοι ως ιστορικό φαινόμενο και όχι ως ρομαντικό στερεότυπο; Δηλαδή, πώς ορίζεται μια ομάδα που δεν είναι «έθνος» με τη νεωτερική έννοια, αλλά ένα σύνολο δικτύων, πολεμικών πρακτικών και εμπορικών διαδρομών, που άλλοτε εμφανίζεται ως «Ρως», άλλοτε ως «Βάραγγοι», άλλοτε ως «Βίκινγκ» και άλλοτε ως μισθοφορικό σώμα. Δεύτερο: πώς οι διαφορετικές πηγές κατασκευάζουν διαφορετικούς Βαράγγους, ανάλογα με το τι χρειάζεται η κάθε αφήγηση (στη βυζαντινή γραμματεία μπορεί να είναι χρήσιμοι ως φοβεροί φύλακες και πιστοί στο αυτοκρατορικό πρόσωπο, στις αραβικές πηγές ως εμπορικοί/πολεμικοί δρώντες ενός βόρειου κόσμου, στις σκανδιναβικές αφηγήσεις ως πρότυπα δόξας και ταξιδιού). Τρίτο: τι σημαίνει «μετακίνηση» στον μεσαιωνικό κόσμο, όταν οι δρόμοι δεν είναι μόνο χερσαίοι αλλά και ποτάμιοι, όταν η οικονομία της γούνας, του αργύρου, των δούλων και των όπλων φτιάχνει έναν ενιαίο –αν και επικίνδυνο– διάδρομο από τη Βαλτική προς τη Μαύρη Θάλασσα.
Για τον αναγνώστη που ενδιαφέρεται ειδικά για το Βυζάντιο, το κεντρικό κεφάλαιο της πρόσληψης είναι η Βαραγγική Φρουρά. Εκεί ο Γιάκομπσον έχει το πλεονέκτημα ότι δεν εγκλωβίζεται στον εξωτισμό («οι άγριοι βόρειοι με τα τσεκούρια στην Αυλή»), αλλά αντιμετωπίζει τη Φρουρά ως θεσμό που εξυπηρετεί διττή ανάγκη: από τη μια, την αυτοκρατορική ασφάλεια και την πολιτική ισορροπία στην Κωνσταντινούπολη (ένα σώμα που θεωρείται, σε κρίσιμες στιγμές, πιο αξιόπιστο ακριβώς επειδή δεν είναι δεμένο με τις εσωτερικές φατρίες), και από την άλλη, την ανάγκη των ίδιων των Βαράγγων για πρόσβαση σε πλούτο, κύρος και μια υπερεθνική καριέρα που δύσκολα θα εξασφάλιζαν στον Βορρά. Το αποτέλεσμα είναι μια ιστορία «συνάντησης συμφερόντων» και όχι μια ιστορία μονομερούς επιβολής.
Κομβική, επίσης, είναι η διαχείριση της σκανδιναβικής λογοτεχνικής παράδοσης. Κάθε σάγκα και κάθε μεταγενέστερο ρομάντζο δεν είναι ιστορικά πρακτικά συνεδριάσεων· είναι κείμενα μνήμης, επιθυμίας και ταυτότητας. Ο Γιάκομπσον επιμένει να τα διαβάζει συγκριτικά και κριτικά: όχι για να «αποδείξει» κατά γράμμα επεισόδια, αλλά για να δείξει πώς ο κόσμος του Βυζαντίου και της Ανατολής ενσωματώνεται στη σκανδιναβική φαντασία ως πεδίο δόξας, πλούτου, μύησης, ακόμη και ηθικής δοκιμασίας. Σε αυτό το σημείο, το βιβλίο Στην άγια φωτιά του Θεού λειτουργεί σαν υπόμνηση ότι η βία και η πίστη –ή, έστω, η γλώσσα της πίστης– μετατρέπουν τις μετακινήσεις σε αφήγηση νοήματος: οι άνθρωποι δεν ταξιδεύουν μόνο για να κερδίσουν, αλλά και για να δικαιολογήσουν στον εαυτό τους τι έγιναν μέσα στη διαδρομή.
Από τη σκοπιά της ιστορικής ανθρωπολογίας, το μεγάλο κέρδος του Γιάκομπσον είναι ότι παρουσιάζει τους Βαράγγους ως «διαπολιτισμικούς μεσάζοντες» χωρίς να τους εξιδανικεύει. Δεν είναι απλώς γέφυρα πολιτισμών· είναι και φορείς λεηλασίας, εμπορίας ανθρώπων, σκληρής πολεμικής εργασίας. Η κινητικότητα εδώ έχει κόστος – και το κόστος αυτό δεν το πληρώνουν μόνο οι ίδιοι αλλά και όσοι βρίσκονται στο δρόμο τους. Ταυτόχρονα, όμως, το βιβλίο επιμένει στη μεταβλητότητα: οι Βάραγγοι δεν μένουν ίδιοι όταν φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη, ούτε όταν επιστρέφουν (όσοι επιστρέφουν). Η ταυτότητα, όπως και στο βιβλίο της Λυκάκη, είναι κάτι που διαμορφώνεται υπό πίεση, μέσα από θεσμούς, ανταμοιβές, κινδύνους και αφηγήσεις.
Και τώρα, στο τελευταίο μέρος, η συνδυαστική ανάγνωση των δύο τόμων γίνεται όχι απλώς «σύγκριση θεμάτων», αλλά ένας τρόπος να δούμε το Βυζάντιο ως μηχανή που μετατρέπει τη μετακίνηση ανθρώπων σε πολιτική ισχύ. Οι δύο βασικές φιγούρες –ο αιχμάλωτος και ο Βάραγγος– βρίσκονται, φαινομενικά, στις δύο άκρες ενός φάσματος: ο ένας μετακινείται με καταναγκασμό, ο άλλος (συχνά) με επιλογή. Όμως το φάσμα αυτό δεν είναι καθαρό. Ο αιχμάλωτος μπορεί να ενσωματωθεί και να βρει «διέξοδο» εντός της αυτοκρατορίας· ο Βάραγγος μπορεί να εγκλωβιστεί σε δεσμεύσεις, σε βίαιες σχέσεις εξουσίας, σε μια πραγματικότητα όπου η επιλογή του περιορίζεται από τη δομή των μισθοφορικών θεσμών και από τις ανάγκες της επιβίωσης. Έτσι, και οι δύο τόμοι μάς επιτρέπουν να δούμε τη μεσαιωνική κινητικότητα όχι ως ρομαντικό ταξίδι ούτε ως καθαρή καταστροφή, αλλά ως πεδίο διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε καταναγκασμό και ευκαιρία.
Σημείο προς σημείο, η πρώτη συνάντηση των βιβλίων είναι η θεσμοποίηση της βίας. Στη Λυκάκη, η βία του πολέμου παράγει αιχμαλώτους και ο κόσμος γύρω τους επινοεί κανόνες για να τους αξιοποιήσει: λύτρα, ανταλλαγές, μορφές εξάρτησης. Στον Γιάκομπσον, η βία είναι επάγγελμα και ταυτότητα, και το Βυζάντιο την προσλαμβάνει ως υπηρεσία, τη δένει με μισθό, τελετουργίες, αυλικό κύρος. Και στις δύο περιπτώσεις, η αυτοκρατορία δεν προσπαθεί να εξαφανίσει τη βία· προσπαθεί να την κάνει προβλέψιμη και ωφέλιμη.
Δεύτερη συνάντηση: η οικονομία του ανθρώπινου σώματος. Ο αιχμάλωτος έχει τιμή (σε λύτρα ή σε εργασία)· ο μισθοφόρος έχει τιμή (σε μισθό και σε λεία). Και οι δύο είναι αντικείμενα διαχείρισης, με τη διαφορά ότι στον έναν η «αξία» επιβάλλεται από τον νικητή, ενώ στον άλλον είναι, έστω ασύμμετρα, διαπραγματεύσιμη. Αν ο αιχμάλωτος είναι ο άνθρωπος ως «κεφάλαιο» που αλλάζει χέρια, ο Βάραγγος είναι ο άνθρωπος ως «δεξιότητα» που αλλάζει αφέντες ή πατρίδες. Το Βυζάντιο, διαβάζοντας τα δύο βιβλία μαζί, φαίνεται ως εξαιρετικά ευέλικτο σύστημα που ξέρει να αξιοποιεί και τους δύο τύπους κεφαλαίου.
Τρίτη συνάντηση: η θρησκεία ως τεχνολογία ένταξης. Στη Λυκάκη, ο λόγος της Εκκλησίας, η πρακτική της εξαγοράς, η ηθική της φιλανθρωπίας και τα κριτήρια της κοινότητας των πιστών επηρεάζουν την τύχη των αιχμαλώτων, άλλοτε ανακουφίζοντας και άλλοτε απλώς μεταφράζοντας τη βία σε «σωτηριολογικό» λεξιλόγιο. Στον Γιάκομπσον, ο εκχριστιανισμός –και κυρίως η επαφή με την Κωνσταντινούπολη ως κορυφαίο συμβολικό κέντρο– επαναπροσδιορίζει το πώς οι Βάραγγοι αφηγούνται τον εαυτό τους, ακόμη κι όταν η αφήγηση διατηρεί στοιχεία παλαιότερης πολεμικής τιμής. Η θρησκεία δεν είναι μόνο πίστη: είναι και γλώσσα νομιμοποίησης, είναι «διαβατήριο» ένταξης, είναι τρόπος να γίνει κάποιος από ξένος, χρήσιμος.
Τέταρτη συνάντηση: η παραγωγή μνήμης από τις πηγές. Οι αιχμάλωτοι της Λυκάκη, ως επί το πλείστον, δεν μιλούν με τη δική τους φωνή· εμφανίζονται μέσα από διοικητικά, ιστοριογραφικά ή αγιολογικά φίλτρα. Οι Βάραγγοι του Γιάκομπσον έχουν, σε μεγαλύτερο βαθμό, μια αυτο-αφήγηση μέσα από τις επικές εξιστορήσεις της διαδρομής τους, αλλά αυτή η αυτο-αφήγηση είναι μεταγενέστερη, λογοτεχνική και, συχνά, ιδεολογικά φορτισμένη. Το κοινό ερώτημα είναι πώς ο ιστορικός «σώζει» ανθρώπινες εμπειρίες όταν οι φωνές είναι είτε ανύπαρκτες είτε μυθικές, διαμεσολαβημένες δηλαδή από έντεχνες αφηγήσεις. Και τα δύο βιβλία, με διαφορετικό τρόπο, δείχνουν ότι η ιστορική γνώση εδώ δεν είναι ποτέ πλήρης: είναι ανασύσταση, είναι συσχέτιση, είναι προσεκτική στάθμιση.
Πέμπτη συνάντηση: το Βυζάντιο ως σύνορο και ως κέντρο. Η Λυκάκη περιγράφει κυρίως το Βυζάντιο των συνόρων, όπου ο πόλεμος παράγει αιχμαλωσία και η αιχμαλωσία επιστρέφει ως κοινωνικό γεγονός. Ο Γιάκομπσον εννοεί το Βυζάντιο ως κέντρο βαρύτητας, ως τόπο όπου συγκλίνουν διαδρομές από τον Βορρά και την Ανατολή, ως πρωτεύουσα που μπορεί να μετατρέψει ξένους πολεμιστές σε τελετουργικούς φορείς της αυτοκρατορικής ισχύος. Η συνδυαστική ανάγνωση φτιάχνει έναν πλήρη κύκλο: από τα σύνορα προς το κέντρο και από το κέντρο πίσω στα σύνορα, με ανθρώπους που κινούνται είτε επειδή τους σπρώχνει η ήττα είτε επειδή τους τραβά η ευκαιρία.
Η ανθρωποκεντρική ματιά
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και η πιο γόνιμη τελική σύνθεση: οι δύο τόμοι, μαζί, αποκαλύπτουν ότι η ιστορία του Βυζαντίου μπορεί να γραφτεί ως ιστορία «διαχείρισης ανθρώπων σε κίνηση». Όχι με τη στενή, τεχνοκρατική έννοια, αλλά με την έννοια ότι η αυτοκρατορία επιβιώνει επειδή μαθαίνει να μετατρέπει τις κρίσεις (πόλεμοι, επιδρομές, μεταναστεύσεις, μισθοφορικές ροές) σε θεσμούς (ανταλλαγές, λύτρα, φρουρές, εγκαταστάσεις, ενσωματώσεις). Στους Αιχμαλώτους στο Βυζάντιο αυτό φαίνεται στην ανάδειξη των πρακτικών ανταλλαγής και της κοινωνικής τύχης των αιχμαλώτων· στους Βαράγγους φαίνεται στην ανάδειξη της ικανότητας της Κωνσταντινούπολης να προσλαμβάνει την ξένη πολεμική δύναμη και να την κάνει μέρος της αυτοκρατορικής σκηνοθεσίας.
Υπάρχει ακόμα ένα σημείο που ενώνει τα δύο βιβλία. Είναι η ανθρώπινη κλίμακα μέσα στον μεγάλο μηχανισμό. Η Λυκάκη, πίσω από τη θεσμική της αυστηρότητα, μιλά για σώματα που χάνονται, επιστρέφουν, ανταλλάσσονται, ενίοτε ενσωματώνονται· ο Γιάκομπσον, πίσω από τη γεωγραφική του απεραντοσύνη, μιλά για ανθρώπους που φεύγουν από τον Βορρά, δοκιμάζονται, πλουτίζουν ή συντρίβονται, και επιστρέφουν ως μνήμη ή ως μύθος. Αν το Βυζάντιο, σε μια παλαιότερη ιστοριογραφική παράδοση, παρουσιαζόταν συχνά ως «σύστημα», εδώ επανεμφανίζεται ως τόπος ζωών που διασταυρώνονται: άλλοτε με τη βία της αιχμαλωσίας και άλλοτε με την έλξη της μισθοφορικής ζωής.
Για να κατανοήσουμε αυτή την κίνηση, χρειαζόμαστε και τους δύο τόμους: τον έναν για να καταλάβουμε τι σημαίνει να είσαι μετακινούμενος χωρίς βούληση, τον άλλον για να καταλάβουμε τι σημαίνει να είσαι μετακινούμενος με βούληση που διαρκώς διαπραγματεύεται τα όριά της.