Σύνδεση συνδρομητών

Ἐλευθερία καὶ γλώσσα*

Τετάρτη, 18 Μαϊος 2022 00:04
Πορτρέτο τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ, ἔργο ἀγνώστου ζωγράφου.
Μουσεῖο Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἐταιρείας
Πορτρέτο τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ, ἔργο ἀγνώστου ζωγράφου.

Μὲ τὸν Διονύσιο Σολωμὸ συμβαίνει, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τοῦτο τὸ παράδοξο: Ἀπὸ τὴ μιὰ εἶναι ἴσως ὁ πιὸ γνωστὸς ποιητὴς τῆς γραμματείας μας (λέω ἴσως, ὑπενθυμίζοντας κι ἐδῶ τὸν ἴσκιο τοῦ Καβάφη): ὡς ὁ ἐθνικὸς ποιητής, ἀναμφίβολα, στὰ σχολικὰ ἀνθολόγια, ἀλλὰ καὶ ὡς ὁ ποιητὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Ὕμνου γιὰ ὅλους. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐνδέχεται νὰ εἶναι καὶ ὁ λιγότερο διαβασμένος ποιητὴς τῆς γραμματείας μας, δηλαδὴ ὁ λιγότερο λαϊκός. Τὰ μάλα μὲν ἐθνικός, ἥκιστα δὲ λαϊκός. Μιὰ θετικὴ περιγραφὴ τοῦ ἴδιου παράδοξου θὰ ἦταν: ὁ Σολωμὸς εἶναι συνάμα ὁ ποιητὴς τοῦ ἔθνους ἀλλὰ καὶ ὁ ποιητὴς τῶν ποιητῶν, ὁ ποιητὴς γιὰ τοὺς ποιητές, ἀφοῦ οἱ πραγματικοί, οἱ συστηματικοὶ ἀναγνῶστες του εἶναι ἐντέλει οἱ ἐπαγγελματίες ἀναγνῶστες, ὅσοι διαβάζουν γιὰ νὰ γράψουν, μὲ ὁποιαδήποτε ἰδιότητα–τοῦ συγγραφέα, τοῦ καθηγητῆ, τοῦ πανεπιστημιακοῦ δασκάλου καὶ τοῦ μαθητῆ ἢ φοιτητῆ. (Ἂς δεχτοῦμε προσώρας, σὰν εὐχή, αὐτὴ τὴ γενναιόδωρη συμπερίληψη μαθητῶν καὶ φοιτητῶν στοὺς ἐπαγγελματίες ἀναγνῶστες.) Ὅσοι, γιὰ νὰ τὸ πῶ διαφορετικά, κατατρύχονται ἀκόμα ἀπὸ τὴν ἀγωνία τῆς ἔκφρασης καὶ ἀποδύονται στὸν ἀγώνα της. Οἱ ὑπόλοιποι, ὅσοι δὲν διαβάζουν, ἁπλῶς ἀκοῦν καὶ ἐπαναλαμβάνουν σολωμικοὺς στίχους ποὺ ἔγιναν γνωμικοὶ καὶ ἐνσωματώθηκαν, συχνὰ διαστρεβλωμένοι, στὸ λεξικὸ τῶν παραδεδεγμένων ἰδεῶν. Ὅπως τὸ «περασμένα μεγαλεῖα / καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς» καὶ τὸ πολυμνημόνευτο: «Ὄμορφος κόσμος, ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος». Θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρία νὰ πῶ δυὸ λόγια καὶ γι᾽ αὐτὸ τὸ τελευταῖο.

Αὐτὴ ἡ διττὴ ὑπόσταση τοῦ Σολωμοῦ στὴ γραμματειακὴ μνήμη μας εἶναι ἀναμενόμενη – ὣς ἕνα σημεῖο, σπεύδω νὰ προσθέσω. Τὸ σημεῖο αὐτὸ ἀφορᾶ ἄμεσα τὴ σημερινὴ πολιτικὴ πρόσληψη τοῦ Σολωμοῦ. Ἐξηγοῦμαι. Ὁ Σολωμὸς ἀγωνίστηκε μόνος, ἢ σχεδὸν μόνος μέσα στὴν «ἐρημικὴ γαλήνη τῶν μελετῶν» του, τὸν τεράστιο, τὸν χωρὶς τελειωμό, ἀγώνα τῆς ἔκφρασης. Καὶ συγχρόνως συνέδεσε, μὲ δεσμὰ ἀκατάλυτα, τὸν ἀγώνα αὐτὸν μὲ τὸ δίδυμο αἴτημα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης ὅπως τὸ βρῆκε νὰ σχηματίζεται ἐμπράκτως στὴν ἱστορικὴ στιγμὴ μιᾶς ἐθνικῆς ἐπανάστασης. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ πράξη», ἔλεγε ὁ Γκαῖτε, Im Anfang war die Tat. Χωρὶς αὐτὴ τὴ συνάφεια, τὸν ἐμπράγματο κρίκο ποὺ συνάπτει τὸν ἀγώνα τῆς ἔκφρασης μὲ τὸν ἀγώνα τοῦ γένους, χωρὶς αὐτὴ τὴ διπλὴ πράξη ποὺ σφραγίζει τὸ ἔργο του, ὁ Σολωμὸς θὰ εἶναι ἀκατανόητος ἢ θὰ ἀφομοιώνεται ἀνέξοδα σὲ διάφορες δικές μας ὑποθέσεις ποὺ δὲν τὸν ἀφοροῦν ἄμεσα καὶ σίγουρα δὲν τὸν περιλαμβάνουν, ὅπως τὴν καθαρὴ ποίηση, τὴν αἰσθητικὴ τοῦ ἀποσπάσματος, τὴν ὑπονόμευση τῶν εἰδῶν καὶ τὴν ὑπέρβαση τῶν γραμματειακῶν ὁρίων καὶ ἄλλα νεωτερίζοντα καὶ μετανεωτερίζοντα παρόμοια. Σὲ ὁποιοδήποτε ἀπὸ τὰ γραμματολογικὰ αὐτὰ σχήματα, σημαντικὰ εἴτε ἀσήμαντα ἔκτοτε γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ ποιητικοῦ φαινομένου, ὁ Σολωμὸς περισσεύει. Ἦταν λίγο μακρύς, ὁ φουκαράκος.

Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, προτοῦ προχωρήσω, νὰ προσπαθήσω νὰ καθαρίσω ἕναν μικρὸ χῶρο μέσα στὸν ὁποῖο ὅσα λίγα μπορῶ νὰ προσθέσω ἐδῶ γιὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Σολωμοῦ (καὶ εἶναι ἀλήθεια πολὺ λίγα, σχεδὸν αὐτονόητα) νὰ μὴν ἀκουστοῦν ἀπλαισίωτα καὶ νὰ μὴν παρεξηγηθοῦν. Στὴν πραγματικότητα, θὰ ἤθελα νὰ δείξω, νὰ καταστήσω ὁρατές, μερικὲς παρανοήσεις ποὺ δίκην ἰδεολογικῆς αἰθαλομίχλης ἐμποδίζουν τὸν ἀναγνωστικό μας ὁρίζοντα, ἀλλὰ δὲν τὶς βλέπουμε γιατὶ παριστάνουν, μὲ ἐντυπωσιακὴ ἐπιτυχία προσομοίωσης, τὴν κανονικότητά μας. Ἡ ἰδεολογικοποίηση τῶν λογοτεχνικῶν σπουδῶν ποὺ συντελεῖται διεθνῶς (μὲ ἐπικεφαλῆς τοῦ Ἀγγλοσάξωνες) δυὸ μὲ τρεῖς δεκαετίες τώρα εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ δυσάρεστες, τὶς πιὸ θλιβερὲς ἐξελίξεις σὲ ὅ,τι ὀνομάζουμε ἀκόμα ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες. Θὰ ἔλεγα μάλιστα ὅτι ὁ χῶρος τῆς ἄλλοτε φιλολογίας χρησίμευσε ὡς τὸ ἐργαστήριο τοῦ πειραματισμοῦ, ὡς ἡ σκηνὴ τῆς γενικῆς δοκιμῆς γιὰ τὴ ἰδεολογικοποίηση τοῦ συνόλου τῶν ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν καὶ τὸν κατακερματισμό τους σὲ διάφορα studies (χρησιμοποιῶ ἐπίτηδες τὴν ἀγγλικὴ λέξη), τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατατρύχονται ἀπὸ τὸ φάσμα τῆς «ταυτότητας».  Τὸ πείραμα πέτυχε, τὸ ἔργο ἀνέβηκε καὶ καταχειροκροτήθηκε. Ἡ ἐπιτυχία του ἔχει ἀρχίσει νὰ συναγωνίζεται σὲ μακροβιότητα τὴν Ποντικοπαγίδα τῆς Ἀγκάθας Κρίστι, μολονότι ἡ ὑποδοχή του δὲν ἦταν ὁμόφωνα ἐνθουσιώδης, καθώς, ἰδιαίτερα τὰ τελευταῖα χρόνια, ἀποβαίνει ὅλο καὶ πιὸ δυσάρεστη, ὅλο καὶ πιὸ ἀσφυκτικὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ θέατρο, ἡ ὀσμὴ ἑνὸς νέου μακαρθισμοῦ. Ἡ εἴδηση ἦρθε ἤδη ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Πρίνστον. Δὲν θ᾽ ἀργήσει καὶ ἡ ὀσμή.

Πῶς καὶ ποῦ ἀγγίζει τὴ μελέτη τοῦ Σολωμοῦ αὐτὴ ἡ ἰδεολογικοποίηση; Ἀπαντῶ. Σὲ δύο τουλάχιστον καίρια σημεῖα, ἐκεῖνα ἀκριβῶς ποὺ ὑπέθεσα ἀλληλένδετα πρὸ ὀλίγου: τὸ διπλὸ αἴτημα ἐλευθερίας καὶ δικαιοσύνης, ἀπὸ τὴ μιά, καὶ τὸν ἀγώνα τῆς ἔκφρασης ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τό ᾽χει ἄλλωστε πεῖ, μὲ δυὸ λέξεις, ὁ ἴδιος ὁ Σολωμὸς στὸν Διάλογο: ἐλευθερία καὶ γλώσσα. Ξεκινῶ μὲ τὴ γλώσσα – τὸν ἀγώνα τῆς ἔκφρασης, ὅπως ἔλεγα προηγουμένως. Ὁ Σολωμός, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὰ λόγια τοῦ Νάσου Βαγενᾶ, «ἀνέλαβε μόνος του καὶ χωρὶς οὐσιαστικὴ βοήθεια […] νὰ διαμορφώσει μιὰ κοινὴ νεοελληνικὴ ποιητικὴ γλώσσα μέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν γλωσσικῶν τάσεων καὶ προτάσεων ποὺ κατετίθενταν ἐκείνη τὴ ἐποχή».[1] Τὸ γεγονὸς ὅμως αὐτό, τὸ μεγαλειῶδες ἐκφραστικὸ ἐπίτευγμα τοῦ Σολωμοῦ, μὲ ὅλη τὴν προσωπικὴ περιπλοκὴ καὶ τὰ ἱστορικὰ παρακολουθήματά του, δὲν εἶναι οὔτε κατανοητὸ οὔτε ἀνεκτὸ στὴ «σχολὴ τῆς ἀπέχθειας», the school of resentment, ὅπως προσφυῶς ὀνόμασε ὁ Χάρολντ Μπλοὺμ τὴν πρόσφατη πουριτανικὴ πολιτικοποίηση τῶν λογοτεχνικῶν σπουδῶν. Πρῶτο θύμα, ἑπομένως, τῆς ἀπέχθειας θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος μᾶς ἔδωσε τὸν Σολωμὸ ποὺ γνωρίζουμε, ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος ἀνέδειξε τὸ σολωμικὸ ἐπίτευγμα, δηλαδὴ ὁ Ἰάκωβος Πολυλὰς καὶ τὰ Εὑρισκόμενα τοῦ 1859. Παραθέτω, μὲ ὅλο τὸ σεβασμὸ πρὸς τὸ ἐρευνητικὸ ἔργο τῆς συγγραφέως, ἀπὸ τὸ πρόσφατα ἐκδομένο στὴ ἀγγλικὴ καὶ ἀναμενόμενο στὴν ἑλληνικὴ κριτικὸ σύγγραμμα τῆς Κωνσταντίνας Ζάνου ποὺ τιτλοφορεῖται Τραυλίζοντας τὸ Ἔθνος. Διεθνικὸς πατριωτισμὸς στὴ Μεσόγειο, 1800-1850:

Παρότι ὁ μαθητής του Ἰάκωβος Πολυλὰς τὸν ἀνάπλασε μετὰ θάνατον σὲ ἑλληνικὸ ἐθνικὸ σύμβολο χάρη σὲ μιὰ ἰδιαίτερα παρεμβατικὴ ἐπιμέλεια τῶν ἔργων του, ἀπομονώνοντας οὐσιαστικὰ τοὺς ἐλληνικοὺς στίχους ἀπὸ τὰ ἰταλικά τους συμφραζόμενα καὶ συντάσσοντας μιὰ συνεκτικὴ βιογραφία ἐν εἴδει Προλεγομένων στὰ Εὑρισκόμενά του, στὴν πραγματικότητα ὁ Σολωμὸς δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν ἰταλικὴ γλώσσα.

Κανεὶς βεβαίως, καὶ βεβαιότατα οὔτε ὁ Πολυλάς, ὁ ὁποῖος περιέλαβε πανηγυρικὰ τὰ ἰταλικὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ στὰ Εὑρισκόμενα, δὲν ἰσχυρίστηκε ποτὲ ὅτι ὁ Σολωμὸς «ἐγκατέλειψε» τὴν ἰταλικὴ γλώσσα. (Πολυλὰς γιὰ τὴν ὕστερη περίοδο: «σημαντικὴ εἶναι ἡ ἐποχὴ [...], εἰς τὴν ὁποία προσωρινὰ ἐπέστρεψε εἰς τὴν ἰταλικὴ σύνθεσι.») Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ καὶ τὸν Σεφέρη: «Ἂν ὁ Σολωμός, ὁ μεγάλος μας ποιητής, εἶναι ἑλληνοϊταλός, τότε καὶ ἡ δική μας φύτρα –ὅλων μας– εἶναι ἑλληνοϊταλικὴ ἤ, ἂν προτιμᾶμε, ἑπτανησιακή – δὲν θὰ ἦταν ἄλλωστε παράλογο.»[2] Οὔτε ἀντιστοιχεῖ σὲ καμιὰ ἱστορικὴ πραγματικότητα ἡ ἐντελῶς ἀνιστόρητη αἰτίαση ὅτι ὁ Πολυλὰς «ἀνάπλασε μετὰ θάνατον [τὸν Σολωμὸ] σὲ ἑλληνικὸ ἐθνικὸ σύμβολο». Ἐντελῶς ἀνιστόρητη γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι κρίνει ἐπιλήψιμη καὶ ἀπὸ τὸ πρίσμα μιᾶς σημερινῆς πολιτικῆς προκατάληψης τὴν ἔκδοση ποὺ προσπάθησε νὰ μᾶς δώσει τὸ ἐπίτευγμα τοῦ Σολωμοῦ στὴν ἑλληνικὴ λυρικὴ ἔκφραση: τὴν ἔκδοση ποὺ διέσωσε τὸν Σολωμὸ ἀπὸ τὸ χάος τῶν σολωμικῶν χειρογράφων. Μόνο τὴν εὐγνωμοσύνη μας ὀφείλουμε σ᾽ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Ἐπιπλέον, κανεὶς σοβαρὸς Ἕλληνας φιλόλογος δὲν ἔχει ὣς σήμερα ἀρνηθεῖ καὶ δὲν ἔχει ὑποτιμήσει τὴ σημασία τῆς μελέτης τῶν ἰταλικῶν σημειωμάτων, σχεδιασμάτων καὶ στοχασμῶν τοῦ Σολωμοῦ γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ ἔργου του. Τὰ Αὐτόγραφα Ἔργα, στὴν πρώτη ἔκδοσή τους ἀπὸ τὸν Λίνο Πολίτη τὸ 1964 καὶ στὴν ἀναθεωρημένη, μὲ τὴ φιλολογικὴ ἐπίβλεψη τῆς Κατερίνας Τικτοπούλου, ἐπανέκδοσή τους ἀπὸ τὸ ΜΙΕΤ (1999-2012) εἶναι σήμερα τὸ εὐαγγέλιο τῶν σολωμικῶν σπουδῶν. Συνεχίζω νὰ παραθέτω ἀπὸ τὸ πόνημα τῆς Κωνσταντίνας Ζάνου:

Ὁ κύριος ὄγκος τῶν ποιημάτων τοῦ Σολωμοῦ εἶναι πράγματι ἑλληνικὰ σπαράγματα ποὺ «ἐπικάθονται» μέσα σὲ προσχέδια ἰταλικῆς πρόζας. Ἐπιπλέον, τὰ περιθώρια αὐτῶν τῶν ἑλληνικῶν ποιητικῶν σπαραγμάτων εἶναι γεμάτα ἀπὸ σκέψεις καὶ ὑπενθυμίσεις πρὸς τὸν ἑαυτό του γραμμένες στὰ ἰταλικά, ποὺ σχολιάζουν τὴ μελλοντικὴ ἀναθεώρηση τοῦ ἑλληνικοῦ του ἔργου, τὸ ὁποῖο ἔτσι παραμένει πάντοτε ἕνα work in progress. Ἀκόμη καὶ τελειωμένοι, ὅμως, οἱ ἑλληνικοὶ στίχοι τοῦ Σολωμοῦ ἦταν γεμάτοι ἰταλισμούς. Ὅπως μᾶς λένε οἱ εἰδικοί, ὁ Σολωμὸς δὲν δούλευε γράφοντας εἴτε στὰ ἰταλικὰ εἴτε στὰ ἑλληνικά, ἀλλὰ γράφοντας τόσο στὰ ἰταλικὰ ὅσο καὶ στὰ ἑλληνικά, ἀναμειγνύοντας ἀξεδιάλυτα τὶς δύο γλῶσσες. Αὐτὴ ἡ «ἀλληλοδιείσδυση» τῆς μιᾶς γλώσσας μέσα στὴν ἄλλη κατέληγε συχνὰ νὰ παράγει μιὰ τρίτη ὑβριδικὴ γλώσσα φτιαγμένη ἀπὸ στοιχεῖα καὶ τῶν δύο ἰδιωμάτων, ποὺ χρησιμοποιοῦνταν στὴν ἴδια πρόταση ἢ φράση.[3]

Ὁμολογῶ ὅτι κάποιες διατυπώσεις δὲν τὶς καταλαβαίνω. Πῶς γίνεται «οἱ ὑπενθυμίσεις πρὸς τὸν ἑαυτό του» τοῦ Σολωμοῦ νὰ «σχολιάζουν τὴ μελλοντικὴ ἀναθεώρηση τοῦ ἑλληνικοῦ του ἔργου»; Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται γιὰ σχῆμα λόγου ποὺ παριστάνει τὸν ποιητὴ νὰ σχολιάζει μὲ προληπτικὴ εἰρωνεία τὶς προσπάθειες τῶν πλανημένων, ἀπὸ τὴν ἐπικατάραση ἔννοια τοῦ ἔθνους, σχολιαστῶν (ἐν προκειμένω τοῦ Πολυλᾶ) νὰ ἐκμαιεύσουν ἑλληνικὰ ποιήματα ἀπὸ ἕναν σωρὸ δοξαστικῆς διγλωσσίας. Μήπως λοιπὸν ὁ Σολωμὸς εἶχε κατὰ νοῦ νὰ ἐκδοθοῦν τὰ χειρόγραφά του ὡς ἔχουν; Ὑπῆρξε δηλαδὴ ἕνας πρόδρομος τῆς ἐννοιολογικῆς τέχνης ποὺ φαντάστηκε τὰ χειρόγραφά του ἁπλωμένα φύρδην μίγδην σ᾽ ἕνα τραπέζι ὥστε νὰ μπορεῖ ὁ κάθε ἐπισκέπτης νὰ συνθέτει, κατὰ τὸ δοκοῦν, ἕνα δικό του ποίημα τοῦ Σολωμοῦ, μιὰ δική του ἐκδοχή, ἐξίσου θεμιτὴ μὲ τὴν ἐκδοχὴ οἱουδήποτε ἄλλου; Ὅσο δὲ γιὰ τὴν ἰδέα ὅτι τὸ ἔργο τοῦ Σολωμοῦ «παραμένει πάντοτε ἕνα work in progress», ἐλέγχεται, ἐκτὸς ἀπὸ βιαίως ἀναχρονιστική, ἀσύστατη ἀπὸ τὸ γεγονὸς καὶ μόνο ὅτι «πρόοδος» ἢ προχώρημα δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει στὰ χειρόγραφα τοῦ Σολωμοῦ, τουλάχιστον ὄχι μὲ τὴ σημασία ἑνὸς ἔργου ποὺ ἀναπτύσσεται σωρευτικὰ μέσα στὸν χρόνο. Ὑπάρχουν μόνο ἐπανειλημμένες προσπάθειες ἐκπόρθησης τῆς ἐκφραστικῆς τελειότητας, μιὰ συνεχὴς κίνηση περιέλιξης γύρω ἀπὸ ἕνα ἄφατο ἐκφραστικὸ ἰδανικό, ποὺ ἄφησαν πίσω τους δείγματα μοναδικῆς τελειότητας˙ καὶ ἐπανειλημμένες προσπάθειες γιὰ τὴ συγγραφὴ μεγάλων συνθετικῶν ἔργων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες σώζονται μόνο τὰ μεγαλειώδη ἐρείπια. Ἔχεις κάποτε τὴν αἴσθηση ἑνὸς ποὺ πελεκάει πέτρες, ποὺ σμιλεύει σχήματα σὲ ἀτόφια κομμάτια μάρμαρο ἢ πέτρα καὶ τὰ ζωντανεύει. Ἀνολοκλήρωτα ὅλα, θραύσματα καὶ χαλάσματα τὰ περισσότερα, ἀλλὰ ζωντανά, δυναμογόνα καὶ αὐθύπαρκτα ἐκεῖ ὅπου ἀκόμα ἀναμετριόμαστε μὲ τὴν ἔκφραση: «πολύτιμα συντρίμματα», κατὰ τὴν ὑπέροχη φράση τοῦ Πολυλᾶ.

Ἡ σχολὴ τῆς ἀπέχθειας ἀρνεῖται νὰ ἀναγνωρίσει τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς ὅτι οἱ στίχοι τοὺς ὁποίους ἔγραψε ὁ Σολωμὸς εἶναι καθαροὶ ἑλληνικοὶ στίχοι, καὶ ὡς καθαροὶ ἑλληνικοὶ στίχοι ἄνοιξαν δρόμο στὴν ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς ποιητικῆς ἔκφρασης. Τὸν ἀγώνα τῆς ἔφρασης ὁ Σολωμὸς τὸν ἔδωσε στὰ ἑλληνικά, δηλαδὴ γιὰ νὰ γράψει ἑλληνικὰ ποιήματα καὶ γιὰ νὰ δημοσιεύσει, τὰ ἐλάχιστα ποὺ δημοσίευσε, ἑλληνικὰ ποιήματα. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ἰσχύει ὅταν τὸ δοῦμε καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τῆς διγλωσσίας, τὴν ἰταλική. Οἱ Rime improvisate, ἀντιστοίχως, γράφονται καὶ δημοσιεύονται σὲ καθαρὴ ἰταλική. Ὁ Σολωμὸς ξέρει νὰ ξεχωρίζει πολὺ καλὰ τὶς δύο γλῶσσες ὅταν γράφει ποίηση στὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη γλώσσα. Δεδομένης τῆς διγλωσσίας του, εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακὸ πῶς, ἀντίθετα ἀπ᾽ ὅ,τι ἰσχυρίζεται ἡ μελετήτρια, οἱ ἑλληνικοὶ στίχοι του δὲν «εἶναι γεμάτοι ἰταλισμούς». Συνοψίζει θαυμάσια ὁ Πολυλάς: «ὁ χαρακτῆρας τῶν δύο γλωσσῶν ἦταν καθαρώτατα τυπωμένος εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Σολωμοῦ, ὥστε ὅταν ἔγραφε ἑλληνικὰ ἐλευθερόνετο παντάπασι ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴ τῆς ἰταλικῆς, μ᾽ ὅλον ὅτι εἰς αὐτὴν συνήθως ὡμιλοῦσε, καί, ταῖς περισσότεραις φοραῖς, ἐπρωτοσχεδίαζε τὰ ποιήματά του».

Χρήσιμο μοῦ φαίνεται νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ μιὰ σχετικὴ παρατήρηση τοῦ Βελουδῆ. Ὅταν γράφει ἰταλικὰ ποιήματα ὁ Σολωμὸς δὲν «στοχάζεται». Γράφει ἀπευθείας αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ γράψει, εἴτε αὐτοσχεδιάζει εἴτε ὄχι, χωρὶς τὴν περιπέτεια τῆς στοχαστικῆς διαμεσολάβησης ποὺ εἶναι τὸ πολύγλωσσο ἐργαστήριο τῆς ποιητικῆς του ἔκφρασης στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Ὁ στοχασμός, μὲ ἄλλα λόγια, ὅπως τὸν συναντοῦμε στὰ σχεδιάσματα τῶν Ἐλεύθερων πολιορκημένων (πρωστίστως) ἀλλὰ καὶ ἀλλοῦ, συνοδεύει σὰν σκιὰ τὸν ἀγώνα καὶ τὴν ἀγωνία τῆς ἔκφρασης, δηλαδή τὸ ἔργο. Στὰ ἰταλικὰ ὁ Σολωμὸς δὲν ἐπιχειρεῖ νὰ πλάσει καὶ ν᾽ ἀφήσει ἔργο˙ στὰ ἰταλικὰ ἁπλῶς στιχουργεῖ. Ἀλλιῶς εἰπωμένο: στοχάζεται (κυρίως στὰ ἰταλικὰ) ὅταν ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἔκφραση στὰ ἑλληνικά.

Ἡ φιλοδοξία τοῦ Σολωμοῦ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε διαφορετικά, ἦταν νὰ γίνει ποιητὴς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ νὰ γράψει ἐθνικὰ ποιήματα – ὅπως ἐκεῖνος ἀντιλαμβανόταν τὸ ἔθνος, ποὺ διέφερε σημαντικότατα ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἐμεῖς, ἀπὸ τὴ δική μας ὄχθη τῆς νεωτερικότητας, ἀντιλαμβανόμαστε πλέον τὶς περιπέτειες τοῦ ἔθνους. Μὲ ἄλλα λόγια: Προκειμένου νὰ ὑποστηρίξω ὅσα ἰσχυρίζομαι ἐδῶ δὲν ἔχω καμιὰ ἀπολύτως ὑποχρέωση νὰ δηλώσω ὑποτέλεια σὲ κάποια ἐκδοχὴ ἐθνικισμοῦ οὔτε ἀσφαλῶς νὰ ἀρνηθῶ ὅτι ὁ Σολωμὸς ἦταν δίγλωσσος καὶ «ἀμφιπολιτισμικός», ὅπως λέγεται, καὶ ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι (θά ᾽πρεπε νὰ εἶναι) ὄχι λυπηρὸ καὶ ἀποσιωπητέο ἀλλά, ἀπεναντίας, εὐφρόσυνο, τόσο γιὰ τὴν ἱστορικὴ αὐτοσυνειδησία μας ὅσο καὶ γιὰ τὴ μελέτη τῆς γραμματείας μας καὶ εἰδικότερα τῆς λυρικῆς μας ποίησης. Ἄλλο τό ᾽να, ἄλλο τ᾽ ἄλλο.

Οἱ ἑλληνικοὶ στίχοι τοῦ Σολωμοῦ δὲν εἶναι κατὰ κανένα τρόπο «ὑβριδικοί», ἀλλὰ ἑλληνικοί, ὅ,τι κι ἂν ἀφομοιώνουν ἕτερο ἢ ἀλλότριο ὡς πρὸς τὸ τί ἦταν ἡ ἑλληνικὴ ἔκφραση (ποὺ δὲν ἦταν τότε ὅπως δὲν εἶναι ποτὲ ἕνα πράγμα, ἀμιγές). Ἡ κρίσιμη ἔννοια εἶναι αὐτή: ἀφομοιώνουνσυγχωνεύουν. (Πολυλάς: «λαμβάνει ἐλεύθερα τὰ ξένα στοιχεῖα, συγχωνεύοντάς τα μὲ τὰ ἐδικά του, ὅσον ἀρκεῖ ὅπως τοῦτα ξετυλιχθοῦν τελειότερα».) Οὕτως ἢ ἄλλως, ἡ καθομιλουμένη στὰ χρόνια τοῦ Σολωμοῦ (μιὰ μικτὴ λαλιά, δηλαδή, ποὺ θὰ ἦταν πιὸ πιστὴ στὸ πῶς ὑποθέτουμε ὅτι μιλοῦσαν οἱ λογιότεροι Ζακύνθιοι, ὅσοι βρίσκονταν, κατὰ τεκμήριο, πιὸ κοντὰ στὴν ἑνετικὴ διοίκηση καὶ γραφειοκρατία) μποροῦσε νὰ ὑπάρξει ὡς λογοτεχνία μόνο στὴν κωμωδία καὶ τὴ σάτιρα˙ ποτὲ στὴ λυρικὴ ποίηση. Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς παραθέτω ἀπὸ τὸ «Ἰατροσυμβούλιο»:

Τέλος πάντων ἦρθε ἡ ὥρα

ὁποὺ ἐσπάρθηκε στὴ χώρα

πὼς πεθαίνει τ’ ἀνεψίδι

τοῦ Δοτόρου τοῦ Ροΐδη·

καὶ ὁ Δοτόρος δὲν ἀργεῖ,

ἀμπονόρα τὴν αὐγή,

τὸ μπαστούνι του νὰ βάλει

ἀποκάτου ἀπ’ τὴ μασκάλη,

καὶ κουνώντας τὸ κεφάλι

καὶ τὰ φρύδια, εὐθύς ἁρπάζει

τὸ καπέλο καὶ φωνάζει:

«Ah! Non voglio piu aspettar;

θὲ νὰ ἰδῶ, cos’è sto affar.

Δύο — τρεῖς — τέσσερις — πέντε — ἕξι·

ἀμπονόρα καὶ θὰ βρέξει·

cosi par… Μωρὴ κοπέλα,

νὰ μοῦ φέρεις τὴν ὀμπρέλα·

εἶναι ἰνκόμοδο πολὺ

γιὰ τὸ χέρι νὰ κρατεῖ

τὴν ὀμπρέλα . . . Μὰ θὰ πεῖς,

θέλεις κάλλιο νὰ βραχεῖς;

Νιάνκα τοῦτο δὲ μοῦ μπαίνει.»

Παρέθεσα μόνο τὴν ἀρχὴ τοῦ σατιρικοῦ ποιήματος, καθὼς γιὰ τὴ συνέχεια θὰ χρειάζονταν ἐκτενὴς ὑπομνηματισμὸς γιὰ φράσεις, στίχους καὶ στροφὲς ὁλόκληρες στὴν ἰταλικὴ γλώσσα – ἀλλὰ καὶ στὴ λατινικὴ καὶ στὴ γαλλικὴ καί, φυσικά, στὸ ζακυνθινὸ ἰδίωμα. Ἐδῶ μπορεῖ καὶ ὀφείλει πράγματι νὰ μιλήσει κανεὶς γιὰ ὑβριδικὴ γλώσσα – γιὰ ἠθελημένα μικτή, ὑβριδική, μιμητικὴ γλώσσα. Ὄχι ὅμως στὸν λυρικὸ Σολωμό. Ἐκεῖ ὁ κανόνας εἶναι ὁ γλωσσικὸς καθαρισμός, ἡ ἐξιδανίκευση τῆς καθομιλουμένης, τῆς γλώσσας τοῦ λαοῦ, ὅπως ἄλλωστε συνέβαινε ἤδη ἀπὸ τὰ ποιήματα τῆς Κρητικῆς Ἀναγέννησης (πρωτίστως στὸν Ἐρωτόκριτο, ἀλλὰ καὶ στὴν τραγωδία), γιὰ νὰ μὴν πῶ ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Δάντη. Ἡ μόνη ἄλλη γλώσσα ποὺ ἀναμιγνύει ὁ Δάντης, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἐκκλησιαστικὰ λατινικά, στὴ δική του ρυθμισμένη φλωρεντινὴ ἰταλικὴ εἶναι τὰ προβηγκιανά: φόρος τιμῆς στὸν Ἀρνὼ Ντανιὲλ στὸ εἰκοστὸ ἕκτο Ἄσμα τοῦ Καθαρτηρίου. Dolce stil nuovo σὲ γλωσσικὸ ὑβρίδιο θὰ ἦταν ἀδιανόητο. Καὶ ὁ Σολωμὸς αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιχειρεῖ: νὰ πλάσει τὸ dolce stil nuovo τῆς ἑλληνικῆς λυρικῆς ἔκφρασης. Ὁ ποιητικὸς τραγέλαφος ἢ ὁ ποιητικὸς κένταυρος (πῶς ἀλλιῶς νὰ τὸ πῶ;) Σολωμός, ὅπως σχεδιάζεται στὸ φασματοσκόπιο τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας, εἶναι κατασκευὴ ἐξίσου σφαλερὴ μὲ τὸν ἀμιγῶς ἑλληνικὸ καὶ μονοπολιτισμιαῖο Σολωμό. Τὸν λυρικὸ ποιητὴ Σολωμὸ δὲν τὸν κατασκεύασε ὁ Πολυλὰς ἀλλὰ τὸν ἔπλασε, μὲ πολὺ κόπο καὶ πεῖσμα καὶ ἀπαράμιλλη ἀκουστικὴ φαντασία (Πολυλάς: «τὸ δῶρον αὐτὸ τῆς ἁρμονίας»), ὁ ἴδιος ὁ Σολωμός. Ἐπιπλέον ἂς μὴ λησμονοῦμε τὸ τεράστιο ἰδεολογικὸ βάρος ποὺ φέρει ἡ ἰδέα τῆς μητρικῆς γλώσσας στὸν ἱστορικὸ ὁρίζοντα τοῦ Σολωμοῦ: ἡ ποίηση εἶναι (ἔχει ὑπάρξει, δηλαδή, γιὰ αἰῶνες ὅταν γράφει ὁ Σολωμὸς) ὑπόθεση τῆς μητρικῆς γλώσσας, τοῦ δαντικοῦ parlar materno, καὶ ὁ Σολωμός, φιλοδοξώντας νὰ γίνει κι αὐτὸς il miglior fabbro di parlar materno, στὴ μητρική του γλώσσα στράφηκε, κι ἂς μὴν ἦταν αὐτή, ἡ ἑλληνική, ἡ γλώσσα ποὺ σπούδασε καὶ στὴν ὁποία εἶχε μάθει νὰ σκέφτεται. Ἦταν ὅμως ἡ γλώσσα τῆς μητέρας του, ἦταν κυριολεκτικὰ ἡ μητρική του γλώσσα.

Ὡς ρυθμιστικὸ σχῆμα τῶν διαλογισμῶν της γιὰ τὶς περιπέτειες τῆς ἐθνικῆς συνείδησης καὶ τῆς ἐθνικῆς γλώσσας ἡ συγγραφέας δανείζεται ἀπὸ ἄλλην μελετήτρια, τὴν Karen Van Dyck, τὸ τραύλισμα, ὅπως ἐμφανίζεται στὴ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος. Παραθέτω:

Μιὰ μελετήτρια βλέπει τὸ πέρασμα αὐτὸ [:ἀπὸ τὴ μιὰ γλώσσα στὴν ἄλλη] νὰ συμβολίζεται στὴν εἰκόνα μιᾶς Ζακυνθινῆς ποὺ τραυλίζει, ἔτσι ὅπως ἐμφανίζεται σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ συναρπαστικὰ καὶ συνάμα ἀποσπασματικὰ ἔργα τοῦ Σολωμοῦ, τὸ Ἡ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος: «Ἀλήθεια, μα-μα-μαα-μά τὴν Παναγιά, ἄκουσ’ ἐδῶ, ἀααλήθεια, μμμάα τὸν Ἅϊ-Νικόλα ἄκουσ’ ἐδῶ, ἀλλλήθεια, ἄκουσ’ ἐδωῶ, μά τὸν Ἅϊ-Σπυ-σπυ-ρί-δωνα, ἀλήθεια, μά τ’ ἁγναχραρα-χραχρα-γράχνα-ντα μυστήρια τοῦ Θεοῦ» λέει ἡ φωνὴ ποὺ τραυλίζει, παραπέμποντας στὴ δυσκολία τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ νὰ φτάσει σὲ μιὰ ἐθνικὴ γλώσσα.

Κυκεώνας (νεοελληνιστί: σούπα, ἀνακάτεμα) παρανοήσεων. Πρῶτον: μᾶλλον δὲν πρόκειται γιὰ «Ζακυνθινὴ» ποὺ τραυλίζει ἀλλὰ γιὰ φωνὴ ποὺ τραυλίζει καὶ μάλιστα γέρου, ὄχι Ζακυνθινῆς. Λίγο νωρίτερα στὸ κείμενο, στὸ μόλις προηγούμενο κεφάλαιο, διαβάζουμε (κεφάλαια 24 καὶ 25 στὴν ἀρίθμηση τοῦ Σολωμοῦ):

καὶ μία ἄλλη φωνή, ὁμοίως λεπτή, μοῦ ἐμουρμούρισε στὸ ζερβί μου αὐτὶ τὰ ἴδια λόγια, τραυλίζοντας.

Καὶ αὐτὴ [ἡ] δεύτερη φωνὴ ἤτανε ἑνοῦ γέρου ποὺ ἐγνώρισα, ὅμως ἐθαύμαξα γιατὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἄκουα τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ τραυλίζει.

Καὶ τώρα, στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο, οἱ δύο φωνὲς ἐπανέρχονται:

Καὶ ἡ δεύτερη φωνὴ ποὺ ἐγνώριζα, ἐξαναεῖπε τὰ ἴδια λόγια τραυλίζοντας, καὶ κάνοντας ἕνα σωρὸ ὅρκους καθὼς ἐσυνηθοῦσε.

Κι ἀκολουθοῦν τὰ λόγια ποὺ παραθέτει ἡ μελετήτρια. Ἀναμφισβήτητα ἀκοῦμε ἐδῶ τὴν ἴδια λεπτὴ φωνή, φωνὴ γέρου, ποὺ μιλάει καὶ στὸ προηγούμενο κεφάλαιο. Καὶ ἡ ἐπανάληψη σημάτων οἰκειότητας («ἤτανε ἑνὸς γέρου ποὺ ἐγνώρισα» καὶ «ἡ δεύτερη φωνὴ ποὺ ἐγνώριζα» καὶ «καθὼς ἐσυνηθοῦσε») δηλώνει, ἂν μή τι ἄλλο, ὅτι ἐδῶ ὑπόκειται συγκεκριμένος σατιρικὸς στόχος, ὅτι ὁ Σολωμὸς σημαδεύει πρόσωπο ποὺ θὰ ἦταν ἀναγνωρίσμο –ἀπὸ τὸ τραύλισμά του καὶ τὴ συνήθειά του νὰ κάνει ὅρκους– σὲ ὅποιον Ζακύνθιο διάβαζε τὴ Γυναίκα. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν προκύπτει, ποῦ στηρίζεται ἡ ἰδέα ὅτι ἡ φωνὴ ποὺ τραυλίζει «παραπέμπει στὴ δυσκολία τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ νὰ φτάσει σὲ μιὰ ἐθνικὴ γλώσσα»; Πουθενά. Εἶναι μιὰ μεταφορικὴ αὐθαιρεσία τῆς γράφουσας, ἕνα σχῆμα λόγου ποὺ θὰ ἦταν ἴσως καὶ γοητευτικὸ ἂν δὲν παραποιοῦσε κατάφωρα τόσο τὸ νόημα τοῦ ἴδιου τοῦ κειμένου ὅσο καὶ τὴν πραγματολογικὴ θεμελίωσή του. Κυρίως ὅμως παραποιεῖ, διαστρεβλώνει καὶ διαστρέφει πρὸς μιὰ προαποφασισμένη ἰδεολογικὴ θέση, μιὰ προκατάληψη δηλαδή, τὸ θέμα τῆς διγλωσσίας τοῦ Σολωμοῦ.

Ἐξηγοῦμαι. Δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι ὁ Σολωμὸς εἶναι δίγλωσσος˙ βεβαιότατα εἶναι καὶ «ἀμφιπολιτισμικός», ὅσο κι ἂν ἡ λέξη αὐτὴ ἀσχημονεῖ στὸ αὐτί μας. Σὲ τοῦτο ὁ Σολωμός, μολονότι μοναδικός, δὲν ἦταν μόνος. Ἀνῆκε σ᾽ ἕναν κύκλο λογίων, μιὰ «ποιητικὴ παρέα», ὅπως γράφει ὁ Ἀλέξης Πολίτης, «ποὺ ἔξερε νὰ ἐκφράζεται καὶ στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὰ ἰταλικά»: «Σήμερα τὴ γνωρίζουμε σχεδὸν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸν κορυφαῖο ἐκπρόσωπο, τὴ γνωρίζουμε δηλαδὴ παραμορφωμένη˙ ἡ παμμεγέθης προσωπικότητα τοῦ Σολωμοῦ ἔσβησε γιὰ τὰ μάτια μας τὶς μικρότερες φωνές. Ὅμως τότε δὲν ἦταν παρὰ ὁ πρῶτος, ὁ πιὸ λαμπερός˙ διόλου ὁ μόνος.»[4] Εἶναι ἐξίσου βέβαιο ὅτι ὁ Σολωμὸς γονιμοποιεῖται ἀπὸ τὴ βαθιὰ γνώση τῆς ἰταλικῆς ποίησης, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ προσωδία. Εἴμαστε τυχεροὶ γι᾽ αὐτό. Πῶς ἀλλιῶς, ἂν δὲν εἶχε στ᾽ αὐτί του τὸν ἰταλικὸ ἑνδεκασύλλαβο (endecasillabo), ὅπως πρωταγωνιστεῖ στὴν ἰταλικὴ ποίηση ἀπὸ τὸν Δάντη καὶ ἑξῆς, πῶς ἀλλιῶς θὰ ἔγραφε ὁ Σολωμὸς τὶς στροφὲς τοῦ Λάμπρου, αὐτὰ τὰ ἀριστουργήματα τοῦ νεοελληνικοῦ λυρισμοῦ;

Καὶ προβαίνει ἡ Μαρία λίγη νὰ πάρει

δροσιὰ στὰ σωθικὰ τὰ μαραμένα˙

εἶναι νύχτα γλυκειά, καὶ τὸ φεγγάρι

δὲ βγαίνει νὰ σκεπάσει ἄστρο κανένα˙ 

περίσσια, μύρια, σ’ ὅλη τους τὴ χάρη,

λάμπουν ἄλλα μονάχα, ἄλλα δεμένα˙

κάνουν καὶ κεῖνα Ἀνάσταση ποὺ πέφτει

τοῦ ὁλόστρωτου πελάου μὲς στὸν καθρέφτη.

 

Τὰ μαλλιὰ σέρνω στὰ λιγνά μου στήθη˙

δένω σταυρό τὰ χέρια˙ Οὐράνια, θεῖα!

Πέστε Ἐκεινοῦ ποὺ σήμερα ἀναστήθη

νὰ ἐλεηθεῖ τὴ μαύρη τὴ Μαρία.

Μέρα εἶναι ἀγάπης˙ Ἅδης ἐνικήθη˙

καίονται τὰ σπλάχνα, καίονται τὰ στοιχεῖα˙

καὶ ἡ πυρκαϊὰ τοῦ Κόσμου ἀναγαλλιάζει

καὶ κατ’ Αὐτὸν τὴ σπίθα της τινάζει.

Ἀκοῦτε ὅμως ἐσεῖς κάποιον νὰ τραυλίζει σ᾽ αὐτὴ τὴν ἀριστοτεχνικὴ ὀττάβα ρίμα; Κάποιον ποὺ «δυσκολεύεται νὰ φτάσει σὲ μιὰ ἐθνικὴ γλώσσα»; (Πολυλάς: «τὸ ὀχτάστιχο ἀποχτᾷ ἕνα βάρος, τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει εἰς τοὺς ἰταλοὺς ποιητάδες»)

Ἔρχομαι τώρα στὸ δεύτερο θέμα μας, τὸν δεύτερο παράγοντα τῆς σολωμικῆς συνάρτησης: τὴν ἐλευθερία, καὶ τὴν ὑποχρεωτικὴ ἱστορικὴ συνάρτησή της μὲ τὸ θέμα τοῦ ἔθνους. Εἶπα προηγουμένως ὅτι ὁ Σολωμὸς ἐλαύνεται μὲν ἀπὸ τὴ φιλοδοξία νὰ γράψει ἐθνικὴ ποίηση, ἀλλὰ ὅτι τὸ ἔθνος τὸ ἀντιλαμβάνεται διαφορετικὰ ἀπὸ μᾶς. Αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς ἀπὸ τὴν ἀφετηρία, τὴν ἱστορικὴ στιγμὴ τῆς ἐθνογένεσης, ὅταν τὸ ἔθνος (ἢ τὸ γένος) συστήνεται μὲ τὴν πολιτικὴ σημασία, δηλαδὴ ὡς σῶμα, ὡς res publica, ὑποκείμενο στὴν ἱδρύτρια συλλογικὴ βούληση τοῦ λαοῦ. Ἀπέναντι σ᾽ αὐτὴ τὴν ἐπαναστατικὴ (τὴ ρεπουμπλικανική, ἂς ποῦμε) σημασία καταφάσκει πρωτίστως ὁ Σολωμός, μολονότι ἡ ἄλλη, ἡ ρομαντικὴ (ἂς ποῦμε πάλι) σημασία τοῦ «ἔθνους» ὡς ὑπερχρόνιας οὐσίας, ἐκείνη ποὺ βρῆκε τὴν καλύτερή της ἔκφραση στὸν Χέρντερ, δὲν εἶναι ποτὲ μακριὰ ἀπὸ τὴ σκέψη τοῦ Σολωμοῦ. Tὸ ὅτι ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ διακρίνουμε τὴ μιὰ ἔννοια ἀπὸ τὴν ἄλλη δὲν σημαίνει ὅτι ἦταν ξεχωριστὲς στὴ σκέψη καὶ τὴ δράση τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς, ὅτι δὲν ἀνακατεύονταν ἡ μιὰ στὶς ὑποθέσεις τῆς ἄλλης καὶ ὅτι δὲν συμβλήθηκαν στὴ μεγάλη ὑπόθεση τῆς ἐθνογένεσης, γιὰ νὰ ξεχωρίσουν καὶ πάλι ἀργότερα μὲ ὅρους ἀντιπαλότητας.

Ἐπιτρέψτε μου στὸ σημεῖο αὐτὸ μιὰ σύντομη προσωπικὴ ἀναφορά. Πρὶν ἀπὸ κάμποσα χρόνια, γράφοντας μιὰ σειρὰ ἐπιφυλλίδες γιὰ τὴν ἐφημερίδα Αὐγή, προσπάθησα νὰ προσεγγίσω τὸν Ὕμνο τοῦ Σολωμοῦ, εἰδικὰ τὶς στροφὲς 35-73, ποὺ ἀναφέρονται, ὅπως γνωρίζουμε, στὴν πολιορκία, τὴν ἅλωση καὶ ἐντέλει τὴ σφαγὴ τῆς Τριπολιτσᾶς στὶς 23 Σεπτεμβρίου 1821, καὶ «ὅπου ᾑ εἰκόνες πλουσιοπάροχα χυμέναις ἐνθυμίζουν τὴν ὁμηρικὴν ἀφθονία» (Πολυλάς). Ξεκίνησα ἀπὸ τὴν ἁπλὴ σκέψη, τὴν ἔκπληξή μου, θά ᾽πρεπε νὰ πῶ, ἀπέναντι στὸ γεγονὸς (ποὺ δὲν βρῆκα πουθενὰ ἀντάξιο σχολιασμό του) ὅτι ὁ Σολωμός, σ᾽ ἕνα ποίημα ἐθνικοῦ περιεχομένου καὶ ἐμπνοῆς, ἕναν ἐγερτήριο ὕμνο, δηλαδή, ὅπου, κατὰ τὸ ἀναμενόμενο, κυριαρχοῦν προτρεπτικὰ ρητορικὰ πρότυπα, αὐτὸς ὁ μετέπειτα ἐθνικὸς ποιητὴς ἔκρινε ὑποχρέωσή του νὰ ἐνσωματώσει τὰ περὶ τῆς ἅλωσης τῆς Τριπολιτσᾶς καὶ τῆς σφαγῆς ποὺ ἀκολούθησε αἴσχη, τὰ ὁποῖα δὲν κολακεύουν ἰδιαίτερα τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων καὶ τὰ ὁποῖα, ὅπως ἐπίσης γνωρίζουμε, προκάλεσαν ἀλγεινὴ ἐντύπωση στοὺς κύκλους τῶν Φιλελλήνων καὶ δυσφήμισαν τὴν Ἐπανάσταση.

Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ τοῦ Σολωμοῦ, ἰσχυρίστηκα τότε, τεκμαίρει μιὰ ἔντονη ἐργασία στοχασμοῦ πάνω στὸ γεγονὸς τῆς Ἐπανάστασης˙ μιὰ ἐργασία ἠθικοῦ στοχασμοῦ ποὺ ἀναζητοῦσε τὸν τρόπο νὰ ἀντικριστοῦν καὶ ἐντέλει νὰ συμφιλιωθοῦν ἡ καθολικὴ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης μὲ γεγονότα καὶ περιστατικὰ ποὺ μόνο ἀρνητικὰ αἰσθήματα μποροῦσαν νὰ προξενήσουν σὲ ὅλους, ἀσφαλῶς καὶ στὸν ἁβρότατο Σολωμό. Ἴχνη λοιπὸν μιᾶς ἔντονης διανοητικῆς ἐργασίας, ποὺ τὰ διακρίνουμε σαφῶς στοὺς «στοχασμοὺς» τοῦ ποιητῆ˙ μιᾶς ἐργασίας, ὅμως, ποὺ ἐπείγεται νὰ πραγματοποιηθεῖ μέσα στὸ ποίημα, μὲ τὰ διαθέσιμα ὑλικὰ τῆς ποιητικῆς τέχνης. Γιατί ἄραγε τὸ ἔκανε αὐτὸ ὁ Σολωμός; Ἀλλιῶς, καὶ γιὰ ν᾽ ἀποφύγω τὰ ἀδιέξοδα ποὺ γεννοῦν συχνὰ τὰ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐρωτήματα τοῦ αἰτίου: τί λέει σ᾽ ἐμᾶς αὐτὴ ἡ συμπερίληψη, πῶς θὰ τὴν καταλάβουμε καὶ πῶς θὰ τὴν ἀξιολογήσουμε ἐμεῖς σήμερα;

Δὲν εἶναι ἴσως περιττὸ νὰ προσθέσω, ὅσο κι ἂν θέλω νὰ μετριάσω τὴν τυραννία τοῦ σήμερα, ὅτι ἀπὸ τέτοια ἢ παρόμοια ἐρωτήματα συναρτᾶται, στὴν ἱστορικὴ καὶ τὴν πολιτική του σύσταση, καὶ αὐτὸ τὸ ἐμεῖς. Εἴχαμε ἀσφαλῶς, καὶ τὴν κρατοῦμε ἀκόμα, ἐλπίζω, σὰν φυλαχτό, τὴ σολωμικὸ προτροπὴ ὅτι «τὸ ἔθνος πρέπει νὰ μάθει νὰ θεωρεῖ ἐθνικὸν ὅ,τι εἶναι Ἀληθές», ἀλλὰ ἡ σημασία της τρίφτηκε μέσ᾽ στὴν πολλὴ συνάφεια καὶ στὴ ρητορεία, ὥστε λησμονοῦμε νὰ ἀναζητήσουμε καὶ τὴν πραγμάτωσή της μέσα στὸν ἴδιο τὸν Ὕμνο τοῦ Σολωμοῦ, τὸν κατὰ περίπτωση ἐθνικό μας. 

Χρόνια ἀργότερα, σὲ ἄλλο κείμενο γιὰ τὸν Σολωμό, προβληματίστηκα γύρω ἀπ᾽ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἕνας κορυφαῖος σολωμικὸς στίχος, τὸ «ὄμορφος κόσμος ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος» ἀπὸ τὸ ἐπίγραμμα «Εἰς Φραγκίσκα Φραῖζερ», ἀπαντᾶ στὸν δημόσιο λόγο, ἔχοντας μάλιστα γίνει σχεδὸν γνωμικός, μὲ σημασία ἀποκλειστικὰ εἰρωνική, ὅταν στὸ ἴδιο τὸ ποίημα τοῦ Σολωμοῦ δὲν ὑπάρχει οὔτε κόκκος εἰρωνείας. Ἐδῶ τὸ συμπέρασμα (καταθλιπτικό, θὰ τὸ ἔλεγα) ἦταν πὼς οἱ καταφάσεις ποὺ ἐπιχειρεῖ ν᾽ ἀρθρώσει ὁ Σολωμὸς μὲ τὰ ὑλικὰ τῆς τέχνης του, αὐτὰ τὰ ἀναχώματα τραγικῆς ὀμορφιᾶς ποὺ στήνει κατὰ τοῦ Κακοῦ στὸν κόσμο, εἶναι οὐσιαστικὰ ἀβίωτες γιὰ τὴ σημερινὴ εὐαισθησία, ἡ ὁποία, κατὰ συνέπεια, τέτοιους στίχους μόνο ὡς εἰρωνεία μπορεῖ νὰ τοὺς ἀντιληφθεῖ.

Βλέπω τώρα ὅτι οἱ δυὸ αὐτὲς περιπτώσεις ἔχουν κοινὸ ἔδαφος: τὸν τεράστιο μόχθο τῆς ἄρνησης (γιὰ νὰ θυμηθοῦμε μιὰ περίφημη σύλληψη τοῦ Ἕγελου) ποὺ βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὶς δύο αὐτὲς πράξεις (δὲν ξέρω πῶς ἀλλιῶς νὰ τὶς πῶ), τὶς δύο αὐτὲς καταφάσεις τοῦ Σολωμοῦ. Ὁ κόπος παραμένει ἀθέατος στὴ δική μας ἀνάγνωση, μολονότι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁρατός, ὄχι ὡς κόπος ἀλλὰ ὡς ἄνοιγμα σὲ ὅ,τι παρήγορο μᾶς καλωσορίζει, μετὰ τὸν κόπο, στὴν αἰθρία τοῦ κατορθωμένου λόγου. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε πίσω ἀπὸ τὸν Σολωμό: πίσω του, γιατὶ ὁ Σολωμός, δυνάμει μιᾶς προληπτικῆς ἐνσωμάτωσης τῆς ἀποϊδανίκευσης ποὺ ἀπειλεῖ τὶς ἰδανικεύσεις του, βρίσκεται ἤδη μετὰ τὴν ἀμφισβήτηση τῆς «ἐθνικῆς ὀρθότητας», στὴ μιὰ περίπτωση, καὶ μετὰ τὴν εἰρωνεία, στὴ δεύτερη.  Ἡ διπλὴ κατάφασή του, μιὰ κατάφαση, τὸ ἐπαναλαμβάνω, κατορθωμένη μὲ τὰ ὑλικὰ τῆς τέχνης του (στὰ ὁποῖα περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐργασία τῆς σκέψης, τοῦ ἠθικοῦ στοχασμοῦ), ἔχει ἤδη συγκρουστεῖ κατὰ μέτωπο μὲ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἠθικῆς μεροληψίας στὴ μιὰ περίπτωση (τοῦ Ὕμνου) καὶ μὲ τὴ γνώση ὅτι ὁ κόσμος μας δὲν εἶναι οὔτε ἠθικὸς οὔτε ἀγγελικὰ πλασμένος (στὴ «Φραγκίσκα Φραῖζερ»). Ἡ κατάφασή του, λοιπόν, τόσο στὴ μιὰ ὅσο καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση, εἶναι ἡ ἄρνηση μιᾶς ἄρνησης, εἶναι τὸ ἔργο τῆς τέχνης ποὺ ὀρθώνεται ἀπέναντι στὸ γύρω του χάος. Τί ἄλλο εἶναι οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι ἂν ὄχι ἡ πλήρης ἀνάπτυξη αὐτοῦ τοῦ διαλεκτικοῦ στοχασμοῦ;

Δὲν θά ᾽φτανα ἀσφαλῶς μέχρι τὸ σημεῖο νὰ ἰσχυριστῶ πὼς ὁ Σολωμὸς γνωρίζει ὅτι ζεῖ σ᾽ ἕναν «ἀπομαγευμένο» κόσμο, σύμφωνα μὲ τὴ διατύπωση τοῦ Βέμπερ – ὄχι ἀκριβῶς, μολονότι τὸ εἶδος τοῦ ρομαντισμοῦ στὸν ὁποῖο θέλουμε νὰ προσγράψουμε τὸν ὥριμο Σολωμὸ μιλάει ἐπίμονα γιὰ αὐτὴ τὴ αἴσθηση τοῦ ὕστερου, τοῦ ὑστερογεννημένου, τοῦ εἶναι πιὰ πολὺ ἀργὰ στὸν κόσμο. Θυμηθεῖτε τὸν Οὐέρντουερθ: “And yet I know, where’er I go, / That there hath pass’d away a glory from the earth.” Εἶναι βαθιὰ ἐνήμερος τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης ὁ Σολωμός, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐξακολουθοῦμε νὰ τὸν διαβάζουμε.

Τὸ συμπέρασμα, ποὺ τὸ καταθέτω ἐδῶ χωρὶς τὴ συνοδευτικὴ ἐπιχειρηματολογία, εἶναι ὅτι ὁ Διονύσιος Σολωμός, ὅπως καὶ ὁ Ἀνδρέας Κάλβος, ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του, ὑμνοῦν τὸ γεγονὸς τῆς Ἐπανάστασης καὶ τάσσονται ἀνεπιφύλακτα στὸ πλευρό της. Δὲν παύουν ὡστόσο νὰ ὑποτάσσουν τὸ μερικὸ δίκαιο τῆς ἐθνεγερσίας στὴν καθολικότητα τῆς ἐλευθερίας καὶ στὸν ὑπέρτερο ἠθικὸ κανόνα μιᾶς οἰκουμενικῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἄλλωστε ἀντλεῖ τὴ νομιμότητά της ἡ Ἐπανάσταση. «Ὤ! φθάνει, / φθάνει˙ ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;» ἀναφωνεῖ ξαφνικὰ ὁ Σολωμός, διακόπτοντας τὴν ἀλληγορικὴ περιγραφὴ τῆς σφαγῆς. Ὁ δὲ Κάλβος, σὲ μιὰν ἀντίστοιχη στιγμὴ ἠθικῆς παλινωδίας στὴν «Εἰς Χίον» ὠδή, «Ποῦ μ᾽ ἔφερε ὁ πόνος μου; ...», ἀναρωτιέται κι αὐτὸς ἀποτροπιασμένος, ἀξιώνοντας ἀπὸ τὴν ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα νὰ σταθεῖ ἠθικὰ πάνω ἀπὸ τὴ βαρβαρότητα τῶν τυράννων της: «Ὅμως ἂν μιμηθῇ / τὸ σκληρόν, τὴν ὀργὴν / παμμίαρον τῶν ἐχθρῶν της, / ἂς γένῃ, ἂς γένῃ μίσημα / παντὸς τοῦ κόσμου.» Ὁ λησμονημένος Δημήτρης Μορτόγιας συνδέει, πολὺ σωστὰ κατὰ τὴν κρίση μου, αὐτὴ τὴν «ἀποκήρυξη τῆς ἀπανθρωπίας» ἀπὸ τὸν Κάλβο, τὴ μέριμνά του «νὰ ὑπενθυμίσει τὸ ἀπαραβίαστο τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας», μὲ τὶς ἰδέες τοῦ γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τὴ ριζοσπαστικὴ δημοκρατικὴ ἰδεολογία τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης.[5] Δὲν θὰ δίσταζα λοιπὸν νὰ συμπεράνω ὅτι τόσο ὁ Σολωμὸς ὅσο καὶ ὁ Κάλβος τὴν ἠθικὴ στράτευσή τους στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση τὴν ὑποβάλλουν στὴ δοκιμασία τῶν καθολικῶν ἀξιῶν ποὺ κύριος πολιτικὸς ὑποδοχέας τους ὑπῆρξε ἱστορικὰ ὁ ρεπουμπλικανισμός. Ἡ σκέψη αὐτή, ἂν ἀληθεύει, θὰ βλέπαμε νὰ μεταμορφώνει σήμερα τοὺς δύο κορυφαίους Ἕλληνες ποιητὲς ἀπὸ ποιητὲς τοῦ ἔθνους, ποὺ ἀναμφίβολα ὑπῆρξαν, σὲ ποιητές τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἁπλοῦ ἀνθρώπου˙ θὰ βλέπαμε τὴν ποίησή τους νὰ λειτουργεῖ, τότε ὅπως καὶ τώρα, «σὰν φιλοσοφικὸ ἡλιακὸ ρολόι ποὺ λέει τὴν ὥρα τῆς ἱστορίας» (Ἀντόρνο).

Ἐντούτοις, τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ εἶχε τὴ σημασία ποὺ ἔχει σήμερα ἂν δὲν εἶχε ὑπάρξει, ὡς ἱστορικὸ γεγονός, τὸ ἐκφραστικὸ ἐπίτευγμα τοῦ Σολωμοῦ. Οὔτε ἡ ἠθικὴ παλινωδία, ὅπως τὴν ὀνόμασα, τοῦ Ὕμνου οὔτε, πολὺ περισσότερο, ὁ ἠθικὸς στοχασμὸς ποὺ διαπερνᾶ, σὰν καθαρὸς ἀέρας, τὰ σπαράγματα τῶν Ἐλεύθερων πολιορκημένων θὰ εἶχαν τὴ σημασία καὶ τὸ κύρος μὲ τὸ ὁποῖο μᾶς προσεταιρίζονται σήμερα, τὸ ρίγος κατανόησης καὶ τὴν παρηγοριὰ ποὺ μᾶς χαρίζουν, ἂν δὲν ἦταν στιχουργημένα, ὅσο τραγικὸ κι ἂν εἶναι κάποτε τὸ νόημά τους, μ᾽ ἕναν τρόπο ποὺ μαρτυρεῖ γιὰ τὸν θρίαμβο τοῦ ἀνθρώπινου λόγου πάνω στὸ χάος τῆς ἐπίγειας ἐμπειρίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς ὀμορφιᾶς, τὸ μερίδιό της στὴν πραγματικότητα ποὺ ἀπομένει ὅταν οἱ ἐξιδανικεύσεις της χλωμιάζουν καὶ φυλλορροοῦν. Τὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ, χωρὶς νὰ προδίδουν τὴν πολύτιμη ἱστορικὴ ὕλη ποὺ φυλάγουν καὶ μεταφέρουν στὸ παρόν μας, ἀγγίζουν ἕνα εἶδος καθολικότητας ποὺ μεταστοιχειώνει τὸ σολωμικὸ ἔθνος σὲ προσφορὰ φιλοξενίας. Τὸ «δόξα ᾽χει ἡ μαύρη πέτρα του καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι» εἶναι ἡ ὕστατη κατάφαση ποὺ ἐγκαθιδρύει τὴ φιλοξενία˙ μιὰ δύσκολη κατάφαση, γιατὶ στήνεται ἀπέναντι στὴν ἀδιαμφισβήτητη ὕπαρξη τοῦ Κακοῦ (le Male) στὸν κόσμο καὶ πιὸ πολὺ στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ὑπάρχει τόπος.

«Λίγα πράγματα ἀπ᾽ ὅσα μπορεῖ νὰ συμβοῦν σ᾽ ἕνα ἔθνος ἔχουν μεγαλύτερη σημασία ἀπὸ τὴν ἐπινόηση μιᾶς καινούριας μορφῆς στιχουργίας»,[6] ἔγραφε  ὁ Ἔλιοτ, καὶ κάτι ἀπὸ τὴν ὑπερβολή του μᾶς φαίνεται ἀπολύτως εὔστοχο γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ δεκαπεντασύλλαβου στίχου στοὺς Ἐλεύθερους πολιορκημένους τοῦ Σολωμοῦ. Ἐδῶ ἔχουμε ἕνα καινούργιο ὄργανο ἔκφρασης καὶ ἀντίληψης τοῦ κόσμου. Ἀκοῦστε τοὺς ἤχους του:

Ὀλίγο φῶς καὶ μακρινὸ σὲ μέγα σκότος κι ἔρμο.

Tρέμ᾽ ἡ ψυχὴ καὶ ξαστοχάει γλυκὰ τὸν ἑαυτό της.

Στὸν ὕπνο της μουρμούριζε τὴν κλάψα τῆς τρυγόνας.

Φῶς ποὺ πατεῖ χαρούμενο τὸν ῞Aδη καὶ τὸ Xάρο.

Πάντ᾽ ἀνοιχτά, πάντ᾽ ἄγρυπνα, τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου.

Πάλι μοῦ ξίπασε τ᾽ αὐτὶ γλυκιᾶς φωνῆς ἀγέρας / κι ἔπλασε τ᾽ ἄστρο τῆς νυχτὸς καὶ τ᾽ ἄστρο τῆς ἡμέρας.

Τὰ σπλάχνα τους κι ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν.

Κι ὑψῶναν μὲ χαμόγελο τὴν ὄψη τὴ φθαρμένη.

῎Oμορφη, πλούσια, κι ἄπαρτη, καὶ σεβαστή, κι ἁγία!

Τὴ σκέψη τοῦ Ἔλιοτ, τὴ συμπληρώνει θαυμάσια, εἰδικὰ γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ Γ´ σχεδιάσματος τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων, ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος:

Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν –δημιουργία τοῦ κλασικοῦ νεοελληνικοῦ στίχου ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀλεξανδρινὴ ποίηση ὣς τὸ φούντωμα τοῦ Ἐρωτόκριτου τὸ 16ο ἢ 17ο κρητικὸ αἰώνα– στὸ Γ΄ σχεδίασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων, εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀνακάλυψη στὰ χρονικὰ τῆς ποιητικῆς ἔκφρασης στὸν τόπο μας, καὶ ἡ μόνη πραγματικὴ ἀνακάλυψη πρὶν ἀπὸ τὸ μπάσιμο τοῦ πεζογραφικοῦ τρόπου στὴν ποίηση ποὺ πραγματοποιήθηκε στὶς μέρες μας ἀπὸ τὸν Kαβάφη.[7]

Ἡ μεγαλύτερη ἀνακάλυψη στὰ χρονικὰ τῆς ποιητικῆς ἔκφρασης στὸν τόπο μας ἀνήκει τώρα πιὰ σὲ ὅλους, εἶναι κοινὸ κτῆμα, καὶ σὰν κοινὸ κτῆμα γίνεται ὁ τόπος ὅπου μποροῦμε ὅλοι νὰ συναντηθοῦμε, συντοπίτες στὴν ἐπικράτεια τοῦ ἁπλοῦ ἀνθρώπου. Ἐλευθερία καὶ γλώσσα λοιπόν.

* Κείμενο ὁμιλίας ποὺ ἐκφωνήθηκε στὶς 12 Αὐγούστου 2021, στὸν Κῆπο τῆς Οἰκίας Μοχάμεντ Ἄλι στὴν Καβάλα, στὸ πλαίσιο τοῦ ἀφιερώματος στὸν Διονύσιο Σολωμὸ ποὺ ὀργάνωσε τὸ 64ο Φεστιβὰλ Φιλίππων. Εὐχαριστῶ τὸν Θοδωρὴ Γκόνη γιὰ τὴν πρόσκληση˙ τὸν Γιάννη Παπαθεοδώρου καὶ τὸν Νάσο Βαγενὰ γιὰ τὶς πολύτιμες παρατηρήσεις τους.

[1] Νάσος Βαγενάς, Κινούμενος στόχος. Κριτικὰ κείμενα, Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Πόλις, 2011, σ. 56.

[2] Γιῶργος Σεφέρης, Μέρες Δ´. 1 Γενάρη 1941 - 31 Δεκέμβρη 1944,  Ἀθήνα: Ἴκαρος, 1977, σ. 365.

[3] Κωνσταντίνα Ζάνου, «Τραυλίζοντας μεταξὺ γλωσσῶν», ὅπως στὸ πρόγραμμα: Διονύσιος Σολωμός, Οἱ ἐλεύθεροι πολιορκημένοι, Ἐθνικὸ Θέατρο, Μάρτιος 2021.

[4] Ἀλέξης Πολίτης, 1821-1831. Μαζὶ μὲ τὴν ἐλευθερία γεννιέται καὶ ἡ καινούρια λογοτεχνία, ῾Ηράκλειο: Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις Κρήτης, 2021, σ. 34.

[5] Δημήτρης Μορτόγιας, «Κάλβος», στὸ Νάσος Βαγενὰς (ἐπ.), Οἱ Ὠδὲς τοῦ Κάλβου. Ἐπιλογὴ κριτικῶν κειμένων, Ἡράκλειο: Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις Κρήτης, 1992, σ. 216.

[6] T. S. Eliot, «Seneca in Elizabethan Translation», στὸ Selected Essays 1917-1932, Λονδίνο: Faber and Faber, 1932, σ. 101.

[7] Zήσιμος Λορεντζάτος, Γιὰ τὸ Σολωμό, ῎Iκαρος 1974, σ. 102.

Διονύσης Καψάλης

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, διευθυντής του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης το διάστημα 1999-2021. Πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή του, Σημειώσεις για τη μουσική του κόσμου (2020). Πιο πρόσφατο δοκίμιό του, Τι σήμαινε γι’ αυτούς ο Δάντης ή Το βουερό μελίσσι της Θείας Κωμωδίας (2021). Πιο πρόσφατη μετάφρασή του, Ευτυχισμένες μέρες του Μπέκετ (2021).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.