Σύνδεση συνδρομητών

Η  εξωτερική πολιτική της μεταπολίτευσης. Επιτεύγματα, θέσεις, λάθη, ελλείμματα

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2021 10:35
28 Σεπτεμβρίου 2021, Παρίσι. Ο έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν στη διάρκεια της συνάντησής τους, στην οποία ανακοινώθηκε η συμφωνία αναβάθμισης της διμερούς αμυντικής συνεργασίας των δύο χωρών.
Ludovic Marin
28 Σεπτεμβρίου 2021, Παρίσι. Ο έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν στη διάρκεια της συνάντησής τους, στην οποία ανακοινώθηκε η συμφωνία αναβάθμισης της διμερούς αμυντικής συνεργασίας των δύο χωρών.

Διακόσια χρόνια από την έναρξη του αγώνα της Ανεξαρτησίας και 40 χρόνια από την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα/Ένωση (ΕΕ), ευλόγως συζητούμε απολογιστικά για τα οφέλη και τις απώλειες του ελληνικού κράτους. Από κάθε άποψη, δικαίως, η Μεταπολίτευση (1974 έως σήμερα) κρίνεται ως η καλύτερη περίοδος των 200 χρόνων. Η Ελλάδα, παρά τα προβλήματα, τις δυσκολίες και τις κρίσεις της, πέρασε από την κατάσταση της Ψωροκώσταινας στις 35 περισσότερο ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη – πολιτικά, δημοκρατικά, οικονομικά, κοινωνικά. Με σοβαρές δομικές παθογένειες και ελλείμματα βεβαίως  σε πολλούς τομείς.

Από την εγκαθίδρυσή της ως ανεξάρτητο κράτος, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας είχε θέσει ως κεντρικό στόχο την εθνική ολοκλήρωση μέσω της Μεγάλης Ιδέας και την αντιμετώπιση εξωτερικών  απειλών – γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως γεωπολιτικό έθνος. Αλλά μόνο τη μεταπολιτευτική περίοδο η εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από συνέχεια, σταθερότητα και υψηλή αποτελεσματικότητα, ως συνέπεια  της ωρίμανσης του πολιτικού συστήματος και της σωφροσύνης των μεγάλων πολιτικών ηγετών της περιόδου (Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου, Κώστας Σημίτης). 

Η εξωτερική πολιτική της μεταπολίτευσης υπήρξε συνολικά πετυχημένη. Η άποψη ότι η Ελλάδα δεν είχε στρατηγική δεν ευσταθεί. Αντιθέτως, εκπλήρωσε σειρά από κεντρικούς στρατηγικούς στόχους της, με αποτέλεσμα να ενισχύσει το ρόλο και την επιρροή της στο περιφερειακό και στο ευρύτερο διεθνές σύστημα ως χώρα ειρήνης, σταθερότητας και συνεργασίας. Είναι η πρώτη περίοδος στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους που η εξωτερική πολιτική ασκήθηκε με σταθερότητα προσανατολισμού και χωρίς τις μεγάλες πολιτικές διχογνωμίες του παρελθόντος. Οι πολιτικές δυνάμεις (με την εξαίρεση του ΚΚΕ) αποδέχτηκαν τον προσανατολισμό της χώρας προς την Ευρώπη και, γενικότερα, τη Δύση, παρά τις αρχικά αντίθετες θέσεις που είχε διατυπώσει το ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι οι γενικοί στόχοι της εξωτερικής πολιτικής απέκτησαν συναινετική πολιτική υποστήριξη με αποτέλεσμα η εξωτερική πολιτική «να βγει» από το πεδίο της έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης όπως συνέβαινε στο παρελθόν. (Έχω επιχειρήσει μια συνολική θεώρηση της εξωτερικής πολιτικής της μεταπολίτευσης στο πρόσφατο βιβλίο μου, Επιτεύγματα και λάθη της εξωτερικής πολιτικής της μεταπολίτευσης, Θεμέλιο 2020).

Τα κύρια επιτεύγματα της μεταπολιτευτικής εξωτερικής πολιτικής μπορούν να συνοψισθούν στα παρακάτω δέκα συν ένα σημεία:  (1) ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα/ Ένωση (1981), (2) ένταξη της Ελλάδας στην οικονομική και νομισματική ένωση – ΟΝΕ (2000), (3) ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2004), (4) θέσπιση Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων – ΜΟΠ (1985), (5) θέσπιση της Ρήτρας Αμοιβαίας Συνδρομής στη Συνθήκη της ΕΕ (2002-2003), (6) άνοιγμα της διαδικασίας ένταξης των χωρών των Βαλκανίων στην ΕΕ (2003), (7) κανονικοποίηση των σχέσεων της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, (8) ενίσχυση των σχέσεων με το Ισραήλ, (9) ανάπτυξη των σχέσεων με την Κίνα, (10)  ανάδειξη της Ελλάδας ως χώρας σταθεροποιητικής επιρροής και συνεργασίας, ως υπολογίσιμης «ήπιας δύναμης» (soft power).  Το «συν ένα» επίτευγμα πρέπει να θεωρηθεί η επίλυση του σύγχρονου μακεδονικού προβλήματος, με την ονομασία της γειτονικής χώρας με την οποία υπήρχαν τριβές σε Βόρεια Μακεδονία (2018). Το πρόβλημα αυτό, πάντως, εν πολλοίς το είχε δημιουργήσει η ίδια η Ελλάδα.

Παρ’  όλα αυτά, η εξωτερική πολιτική της μεταπολίτευσης χρεώνεται με πέντε καίρια στρατηγικά λάθη, «στρατηγικά» με την έννοια ότι έχουν παραγάγει διαχρονικές συνέπειες που επηρεάζουν τη χώρα έως σήμερα. Τα λάθη αυτά είναι τα εξής:

1. Η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1974. Η απόφαση του τότε πρωθυπουργού Κων. Καραμανλή (14 Αυγούστου 1974) να αποσύρει τη χώρα από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας, σε αντίδραση στη δεύτερη εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, απεδείχθη στρατηγικό λάθος μείζονος σημασίας. Αν και τότε θεωρήθηκε αναγκαία «ως άνοιγμα της βαλβίδας για την εκτόνωση της λαϊκής αγανάκτησης», η απόσυρση ενίσχυσε την Τουρκία σ’ όλα τα μέτωπα και κυρίως στο Αιγαίο. «Χάρισα το Αιγαίο στους Τούρκους»  φέρεται να είπε ο Κων. Καραμανλής αναφερόμενος στην εν λόγω απόφαση. Η Ελλάδα επανήλθε βεβαια  στο στρατιωτικό σκέλος το 1980 αλλά με δυσμενέστερο καθεστώς, ενώ ορισμένες από τις συνέπειες ακόμη τις βιώνουμε στο Αιγαίο.

2. Η μη επίλυση των Ελληνοτουρκικών. Αν και η  αφετηρία της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης στη σύγχρονη εκδοχή της βρίσκεται στη δεκαετία του 1950 (με κύρια αιτία το Κυπριακό), ωστόσο τα συγκεκριμένα ζητήματα «γεννήθηκαν» το 1973-1974, ταυτόχρονα με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας – με την πάροδο του χρόνου πολλαπλασιάστηκαν με κύρια ευθύνη της Τουρκίας. Σαράντα επτά χρόνια μετά, δεν μπορέσαμε να τα λύσουμε. Για την αποτυχία αυτή, η Άγκυρα φέρει επίσης βασικό μερίδιο ευθύνης, ωστόσο η Ελλάδα είναι αυτή που απεμπόλησε μια ιστορική ευκαιρία λύσης διαπράττοντας κολοσσιαίο στρατηγικό λάθος. Ειδικότερα, το 2004, η τότε κυβέρνηση (Ν.Δ. με πρωθυπουργό των Κώστα Καραμανλή) επέλεξε να εγκαταλείψει τις ρυθμίσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι (1999) και το πακέτο συγκλίσεων που είχε επιτευχθεί στις διερευνητικές συνομιλίες Ελλάδας - Τουρκίας ( 2002-2004), καθώς ήταν αντίθετη στην παραπομπή ορισμένων θεμάτων στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.  Χάθηκε επομένως μια  ιστορική ευκαιρία.

3. Η μη επίλυση του Κυπριακού. Η ευθύνη για τη διαχείριση του Κυπριακού ανήκει βέβαια στη Λευκωσία και όχι στην Αθήνα. Ωστόσο σε δύο ευκαιρίες για την επίλυση του προβλήματος σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την αποτυχία επίτευξης λύσης φέρει και η Αθήνα: το 2004 με το Σχέδιο Άναν και το 2017 με την αποτυχία στο Κραν Μοντανά. Το 2004, η Αθήνα ουσιαστικά τάχθηκε ενάντια στο σχέδιο. Το γράφει και  ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης, καθηγητής Γιάννης Βαληνάκης: «έμμεσα αλλά με σαφήνεια ενισχύσαμε το “όχι”...» (Η Ελλάδα των  τεσσάρων θαλασσών, Ι. Σιδέρης 2020, σελ. 73).  Όπως και ο βουλευτής και υφυπουργός Παιδείας της ΝΔ, καθηγητής Άγγελος Συρίγος: «έμμεσα η Ελλάδα είχε δώσει στους Έλληνες της Κύπρου το πράσινο φως για τη μαζική καταψήφιση του σχεδίου Άναν» (Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, Πατάκη, 2015, σελ. 639).  Εάν είχε υιοθετηθεί τότε η «λύση Άναν», τώρα η Κύπρος θα ήταν ενωμένη ως ομόσπονδο κράτος, με όλα τα στρατεύματα να έχουν αποχωρήσει (2018).  Το δεύτερο ιστορικό λάθος διεπράχθη στο Κραν Μοντανά (2017), όταν ο κύπριος πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης αποχώρησε από τις συνομιλίες ουσιαστικά λίγα λεπτά πριν από την επίτευξη τελικής συμφωνίας για ομοσπονδιακή λύση. Και εδώ οι ευθύνες της Αθήνας (υπουργός Εξωτερικών: Νίκος Κοτζιάς) είναι τεράστιες, με τις μαξιμαλιστικές θέσεις της για το σύστημα εγγυήσεων και την αποχώρηση των στρατευμάτων. Τις οδυνηρές συνέπειες τις βλέπουμε τώρα.

4. Η μη επίλυση του «Μακεδονικού». Από το 1991 που ανέκυψε το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας και ώς το 2018, επί πρωθυπουργίας Αλέξη Τσίπρα, που τελικά διευθετήθηκε, η Ελλάδα είχε ευκαιρίες για τη διευθέτησή του αλλά λόγω μαξιμαλισμών και εσωτερικών πολιτικών σκοπιμοτήτων δεν τις αξιοποίησε (όπως, π.χ., 1992 με τη λύση του «πακέτου Πινέιρο»). Τα χρόνια που ακολούθησαν σπαταλήσαμε πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο επιδιώκοντας εν πολλοίς ακατανόητους στόχους (χωρίς να παραβλέπεται η για πολλά χρόνια αδιαλλαξία της γειτονικής χώρας). 

5. Τριμερείς στρατιωτικές συμπράξεις. Το πέμπτο στρατηγικό λάθος διαπράττεται τώρα και είναι οι οιονεί στρατιωτικές συμμαχίες τριμερούς μορφής με χώρες όπως Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος. Με τις χώρες αυτές, όπως και με το σύνολο του αραβικού κόσμου και με το Ισραήλ, πρέπει να έχουμε τις καλύτερες δυνατές σχέσεις, αλλά όχι και στρατιωτικές συμμαχίες, μάλιστα με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Στέλνουν εντελώς λανθασμένα μηνύματα (προσπάθεια περικύκλωσης της Τουρκίας), παράγουν αρνητικά για εμάς αποτελέσματα (έκνομο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο οριοθέτησης) και, κυρίως, θα αποδειχθούν αναποτελεσματικές. Χτίζουμε στην άμμο. Στόχος της Ελλάδας για την Ανατολική Μεσόγειο έπρεπε να είναι α)  η επέκταση της πολιτικής και στρατιωτικής παρουσίας της ΕΕ και β) η δημιουργία θεσμικού πλαισίου που θα ενσωμάτωνε  όλες τις χώρες, περιλαμβανομένης και της Τουρκίας. Η τελευταία δεν έπρεπε να αισθάνεται ότι αποκλείεται από τις διαδικασίες της περιοχής.

Οι θέσεις μας  για τα ελληνοτουρκικά

Η μη επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών είχε συνέπεια ότι «τα πράγματα πήγαν από το κακό στο χειρότερο», με κύρια ευθύνη της Τουρκίας. αλλά και με τη μη αξιοποίηση ευκαιριών λύσης από πλευράς της Ελλάδας – λόγω της πολιτικής της αδράνειας, που αναφέραμε. Στο μεταξύ, η Τουρκία άλλαξε αφού πέρασε διάφορες φάσεις, έγινε πιο επιθετική ενώ διεύρυνε την ατζέντα των θεμάτων αντιπαράθεσης φθάνοντας μέχρι τις απαράδεκτες αξιώσεις των «γκρίζων ζωνών» (αμφισβήτηση εδαφικής κυριαρχίας) από τον Ιανουάριο του 1996. Παράλληλα όμως και οι ελληνικές θέσεις, αφού πέρασαν διάφορα στάδια, έχουν προσλάβει σήμερα έναν περισσότερο ανελαστικό και σε ορισμένες περιπτώσεις πιο εξωπραγματικό  χαρακτήρα σε σχέση με αυτές της δεκαετίας του 1970, ειδικότερα σε σχέση  με αυτές που σταθερά προέβαλλε ο Κων. Καραμανλής (ο πρεσβύτερος, ο αποκληθείς και «εθνάρχης»).

Έχει σημασία επομένως να συνοψίσουμε τις θέσεις αυτές. Και μάλιστα όπως έχουν εκφρασθεί απο τον Κων. Καραμανλή  με τον πλέον επίσημο τρόπο στον τούρκο πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετσεβίτ, σε συνάντησή τους στο Μοντραί, τον Μάρτιο του 1978.  Έχει σημασία καθώς η ανελαστικότητα θέσεων εκφράζεται σήμερα κυρίως από το λεγόμενο  «καραμανλικό μπλοκ» του πολιτικού φάσματος, σε έκδηλη απόκλιση από τις θέσεις του «εθνάρχη» (τα σχετικά αποσπάσματα προέρχονται από την επίσημη έκδοση του Αρχείου Κ. Καραμανλή). 

1. Μειονότητα Θράκης: Για τον Κων. Καραμανλή οι μειονοτικοί πολίτες της Θράκης είναι Τούρκοι. «Σήμερα υπάρχουν 10.000 Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη και 120.000 Τούρκοι στην Ελλάδα», αναφέρει στον Ετσεβίτ. Και η μειονότητα είναι τουρκική. «Δεν είχα ποτέ την πρόθεση ως Κυβέρνησις να ενοχλήσω την Τουρκική μειονότητα» προσθέτει  (Αρχείο, τομ. 10ος, σελ. 135). Αυτά ως πολιτική θέση (πέρα από τις οποιεσδήποτε άλλες νομικές πτυχές).

2. Αιγαίο και Δικαιώματα Τουρκίας: Έχει η Τουρκία δικαιώματα στο Αιγαίο στην έκταση που τα ορίζει το διεθνές δίκαιο;  Προφανώς έχει. Μόνο που ορισμένοι, στη σημερινή πραγματικότητα, αγανακτούν εάν κάποιος υποστηρίξει αυτό το αυτονόητο. Λέγει ο Καραμανλής ενώπιον του Ετσεβίτ: «Το Αιγαίο δεν είναι Ελληνική λίμνη. [...] Στο Αιγαίο υπάρχουν χωρικά ύδατα και διεθνή ύδατα και εν όψει αυτής της καταστάσεως η Τουρκία έχει ορισμένα δικαιώματα στο Αιγαίο […] η Τουρκία έχει ορισμένα δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου». 

3.  Αιγαίο και «ειδικές συνθήκες»:  Για ορισμένους δεν υπάρχουν καθόλου «ειδικές συνθήκες» στο Αιγαίο που να επιβάλουν κάποιες «ειδικές ρυθμίσεις».  Τονίζει ο Καραμανλής: «Είναι αλήθεια ότι η σύμβασις (εννοεί τη σύμβαση της Γενεύης, 1958) δεν έγινε επί τούτου για το Αιγαίο, όπου υπάρχουν ειδικές συνθήκες. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας αυτήν την κατάσταση και να εφαρμόσουμε τους κανόνες που προβλέπονται στη σύμβαση λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες στο Αιγαίο» (Αρχείο, σελ. 138).

4.  Επέκταση χωρικών υδάτων:  Ορισμένοι επιχειρηματολογούν επιμόνως για την εδώ και τώρα συνολική επέκταση των χωρικών υδάτων στα δώδεκα μίλια στο Αιγαίο, παρά τα προβλήματα που θα δημιουργήσει στη διεθνή ναυτιλία, παρά το casus belli της Τουρκίας, κ.λπ. Η θέση Καραμανλή όπως διατυπώνεται στον Ετσεβίτ: «Η Ελλάς δεν προτίθεται να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα εάν διευθετηθούν όλες οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών μας. [...] Σας διαβεβαίωσα για τις προθέσεις μας σχετικά με τα χωρικά ύδατα. Δεν έχουμε τέτοια πρόθεση...» (Αρχείο, σελ. 140-141).

5.  Προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης:  Το ενδεχόμενο προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την οριοθέτηση προκαλεί επίσης ιερή αγανάκτηση σε ορισμένους. Άλλωστε αυτός ήταν ο κύριος λόγος για την εγκατάλειψη των ρυθμίσεων του «Ελσίνκι» το 2004. Τονίζει ο Καραμανλής: «Εάν εις το τέλος του διαλόγου δεν μπορούμε να επιτύχουμε οποιαδήποτε συμφωνία, τότε θα πρέπει να προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο ή σε διαιτησία» (Αρχείο, σελ. 134).  

6.  Τι συζητάμε με την Τουρκία;  Μόνο οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών ή ευρύτερη ατζέντα; Η απάντηση Καραμανλή: «Είμεθα υπέρ του status quo. Για να πούμε την αλήθεια, για την ελληνική πλευρά δεν υπάρχει πρόβλημα προς συζήτηση. Πάντως η τουρκική πλευρά ήγειρε ορισμένα θέματα και δεχτήκαμε να τα συζητήσουμε. Προτείναμε ακόμη και διαδικασίες και λύσεις [...]. Από τη στιγμή αυτή δημιουργείται ένα πρόβλημα το οποίον δεν μπορείτε να αγνοήσετε. Είστε υποχρεωμένος να το αντιμετωπίσετε» (Αρχείο, σελ. 134, 145). 

Και την αφετηριακή θέση του, ο Καραμανλής την συνόψισε ως εξής:

 Προσωπικώς πιστεύω ότι δεν υπάρχει πρόβλημα που να μην έχει τη λύση του. Φτάνει να υπάρχει καλή θέληση και καλή πίστη για την άρση των αιτιών που το εδημιούργησαν. (Αρχείο, σελ. 133)

Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δεκαετίας του 1970, πέρα από τις συγκεκριμένες θέσεις, είναι ότι η Αθήνα είχε σταθερά και την πρωτοβουλία των κινήσεων, άρα και των προτάσεων για την επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Η Αθήνα, π.χ., είχε προτείνει το 1976  στην Τουρκία τη σύναψη (i) Συμφωνίας για τον αμοιβαίο περιορισμό των εξοπλισμών καθώς και (ii) Συμφωνίας μη επιθέσεως. Ακόμη, η Αθήνα  σταθερά προτείνει τη δικαστική οδό (προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο – ΔΔΧ) ως μέσο επίλυσης του ζητήματος της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Προετοίμασε  μάλιστα σχετικό σχέδιο συνυποσχετικού για το οποίο άρχισε διαπραγμάτευση με την τουρκική πλευρά τον Μάιο του 1975 (στην ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη).  Η διαδικασία εκείνη δεν οδήγησε πουθενά λόγω της υπαναχώρησης της Τουρκίας. Αλλά είναι σημαντικό ότι, μόλις δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η Αθήνα επέλεξε να προχωρήσει σε τόσο θαρραλέες προτάσεις. Σήμερα διστάζει.

Παρά ταύτα, ένα παράθυρο ευκαιρίας για εξομάλυνση των σχέσεων Ελλάδας - Τουρκίας άνοιξε τους τελευταίους μήνες, μετά την επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών (Ιανουάριος 2021), τη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν (Ιούνιος 2021) και τις συναντήσεις των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών, Νίκου Δένδια και Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Η Τουρκία προσχώρησε στη διαδικασία αυτή κάτω από την πίεση των εσωτερικών προβλημάτων, οικονομικών και πολιτικών που αντιμετωπίζει, λόγω της αλλαγής στο γεωπολιτικό περιβάλλον μετά την εκλογή του Τζο Μπάιντεν προέδρου στις ΗΠΑ και μετά τις δυσκολίες στην «υπερεπέκταση» (overstretch) που επιχείρησε η Τουρκία, η οποία δεν απέδωσε ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα.

Σύμφωνα με τον S. Cagaptay, ο Ερντογάν είναι ένας «σουλτάνος το φθινόπωρο» (ή στη δύση του) που αντιμετωπίζει τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της Τουρκίας» (A Sultan in Autumn, Erdogan Faces Turkey’s Uncontainable Forces, I.B. Tauris, 2021). Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, ο Ερντογάν αντιπροσώπευε παλαιότερα την «αλλαγή», την «πρόοδο», την «ελπίδα» για την Τουρκία. Τώρα εκπροσωπεί ακριβώς τα αντίθετα, με την οικονομία να είναι η αχίλλειος πτέρνα του:  «ο Ερντογάν ελέγχει, αλλά δεν ηγείται της Τουρκίας πλέον».  Παρά ταύτα, δεν πρέπει να αποκλεισθεί η επιβίωσή του στις εκλογές του 2023. Εάν όμως υποθέσουμε ότι επικρατεί η αντιπολίτευση, τα πράγματα θα είναι καλύτερα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Αβέβαιο.  Όπως αναφέρεται σε μελέτη του Crisis Group (Turkey - Greece: From Maritime Brinkmanship to Dialogue, report no. 263), οι κύριες  αντιπολιτευτικές δυνάμεις είναι ακόμη πιο εθνικιστικά αδιάλλακτες στις θέσεις τους στα ελληνοτουρκικά.

Επομένως, αυτή τη στιγμή το παράθυρο  εξομάλυνσης που άνοιξε πρέπει να αξιοποιηθεί όσο είναι δυνατόν. Ωστόσο, η στρατηγική που ακολουθεί η Αθήνα  έχει εντελώς περιορισμένους στόχους: τη λεγόμενη αποκλιμάκωση και την όσο το δυνατόν ομαλή διαχείριση των σχέσεων.  Δεν στοχεύει δηλαδή στην επίλυση των προβλημάτων αλλά στη διαχείρισή τους. Αυτό ίσως να είναι αναπόφευκτο σε κάποιο βαθμό, προκειμένου να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη και να δοκιμαστεί ο Ερντογάν. Μέχρι όμως να δοκιμαστεί, μπορεί η όλη εξίσωση να έχει αλλάξει ριζικά (άλλωστε, το Κυπριακό είναι διαρκώς παρόν). Γι’ αυτό, μάλλον σύντομα, πρέπει να περάσουμε από τη «διαχείριση» στην «επίλυση». Πολύ περισσότερο τώρα, που τα γεωπολιτικά δεδομένα αλλάζουν  μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν και την ανάληψη της εξουσίας ξανά από τους Ταλιμπάν, αλλά και μετά τη νέα συμφωνία ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου και  Αυστραλίας (AUKUS) για την αντιμετώπιση της Κίνας και ενώ η Τουρκία επιχειρεί να βελτιώσει  τις σχέσεις της με χώρες με τις οποίες ήλθε σε ρήξη στο παρελθόν, όπως η Αίγυπτος, το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), η Σαουδική Αραβία. Όλες αυτές οι εξελίξεις συμβάλλουν στην ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας. Επομένως είναι σκόπιμο να λύσουμε τα προβλήματα στο σύντομο χρονικό διάστημα. Η πολύ σημαντική Συμφωνία Στατηγικής Εταιρικής Σχέσης με τη Γαλλία, με τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής που περιέχει, δεν πρέπει να οδηγεί σε ένα είδος εφησυχασμού.

Από μια άποψη, και τηρουμένων των αναλογιών, η σχέση Ελλάδας - Τουρκίας  θα μπορούσε στη θεματολογία της να συγκριθεί με τη σχέση ΕΕ - Κίνας (ή ακόμη, ΗΠΑ - Κίνας).  Στην περίπτωση της Κίνας, η ΕΕ προσδιορίζει τη σχέση της ως «εταιρική» (partnership) για ορισμένα θέματα, «ανταγωνιστική» (competitive) για κάποια και «αντιπαλότητας» (rival) για ορισμένα άλλα. Χωρίζει δηλαδή την ατζέντα  θεμάτων σε τρία καλάθια για το χειρισμό τους.  Την ίδια «τριπολική προσέγγιση» ακολουθεί και για τη Ρωσία: απώθηση (push back), περιορισμός (constrain), σύμπραξη (engagement).  Ο διαχωρισμός αυτός θέλει να τονίσει ότι μπορεί να είμαστε αντίπαλοι ή ανταγωνιστές σε ορισμένα θέματα, με δυσκολία ή και αδυναμία να συνεννοηθούμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει ή ότι δεν μπορούμε να συνεργαζόμαστε σε κάποια άλλα προκειμένου να φτάσουμε σε λύσεις. Μπορούμε.

Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και ανεξάρτητα από την επίσημη mantra για μια μόνο διαφορά (οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ), τα θέματα στην ατζέντα  μπορούν επίσης κάπως σχηματικά να ενταχθούν σε τρία καλάθια: πρώτον, στα θέματα κοινού ενδιαφέροντος για τα οποία και παρά τα άλλα προβλήματα μπορούμε να συνεργασθούμε ως εταίροι (partners), όπως  η θετική ελληνοτουρκική ατζέντα με τα 25 σχέδια χαμηλής πολιτικής  (τουρισμός, μεταφορές, περιβάλλον, πανδημία κ.λπ.). Στο δεύτερο καλάθι τοποθετούνται τα θέματα για τα οποία υπάρχουν διαφορετικές, «ανταγωνιστικές» απόψεις, για τα οποία πάντως μπορούμε να συζητήσουμε, να διαπραγματευθούμε και ενδεχομένως να προσφύγουμε στη διεθνή δικαιοσύνη (ΔΔΧ) για τη λύση τους – τα θέματα οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών, το εύρος του εναέριου χώρου, το FIR και ορισμένα άλλα. Τέλος, υπάρχει ένα τρίτο καλάθι θεμάτων για τα οποία είμαστε ευθέως «αντίπαλοι», καθώς τίθενται μονομερώς ως αξιώσεις από πλευράς Τουρκίας και, αμέσως ή εμμέσως, αμφισβητούν την ελληνική εδαφική κυριαρχία. Πρόκειται για τις «γκρίζες ζώνες».

Στις σχέσεις ΕΕ - Κίνας και ΗΠΑ - Κίνας ή ΗΠΑ - Ρωσίας, η εκτίμηση είναι ότι η συνεργασία πάνω στα δύο πρώτα καλάθια θα διευκολύνει την υπέρβαση των θεμάτων αντιπαλότητας του τρίτου καλαθιού. Δεν είναι βέβαιο εάν κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί στις σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας.  Αλλά άλλος δρόμος έξω από την αναζήτηση λύσεων  πάνω στα δύο πρώτα καλάθια θεμάτων τουλάχιστον  δεν υπάρχει.

Πέντε δομικά ελλείμματα

Ανεξάρτητα από τις θέσεις, υπάρχουν ορισμένα ελλείμματα δομικού χαρακτήρα στην εξωτερική πολιτική που πρέπει να καλυφθούν. Είναι σημαντικό, π.χ., ότι με αρκετή καθυστέρηση η Ελλάδα φαίνεται ότι  θα αποκτήσει επιτέλους Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (η οποία θα εκπονηθεί με ευθύνη του πλέον ενδεδειγμένου ειδικού, του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας, καθηγητή Θάνου Ντόκου).  Θα ακολουθήσει έτσι  το παράδειγμα άλλων ανεπτυγμένων χωρών, μεγάλων ή μικρών,  και κυρίως αυτό της ΕΕ. Η τελευταία εκπόνησε τη σχετική της στρατηγική το 2016 (A Global Strategy for the European Union’s Foreign and Security Policy). Παράλληλα, η ΕΕ επεξεργάζεται την περίοδο αυτή τη «Στρατηγική Πυξίδα» (Strategic Compass) για την καλύτερη προετοιμασία της στην αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων και απειλών και για τη δημιουργία κοινής στρατηγικής κουλτούρας. Προφανώς, τα κείμενα αυτά θα ληφθούν υπόψη για την Ελληνική Στρατηγική η οποία πρέπει να αποτελέσει τον μελλοντικό οδηγό για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Θα καλυφθεί έτσι ένα βασικό δομικό «έλλειμμα».  Ωστόσο, χρειάζεται να εξετασθούν πέντε τουλάχιστον άλλες, ευρύτερες πτυχές, και ελλείμματα, για ακόμα αποτελεσματικότερη εξωτερική πολιτική, πτυχές που έχουν σχέση και με τη διάδραση εξωτερικής πολιτικής και κοινωνίας.

Α. Διαμόρφωση πολιτικής. Αφορά τον δομικό  τρόπο διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής. Πριν από περίπου είκοσι χρόνια (1999), έγραψα ένα δοκίμιο στην αγγλική έκδοση ενός βιβλίου με τίτλο “The Model of Foreign Policy-Making in Greece: Personalities versus Institutions” («Το Πρότυπο Διαμόρφωσης Εξωτερικής Πολιτικής στην Ελλάδα: Προσωπικότητες έναντι Θεσμών», βλ. βιβλιογραφία). Εκεί επισήμαινα την κυριαρχία των προσωπικοτήτων (των εκάστοτε υπουργών Εξωτερικών, και άλλων εμπλεκομένων) στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, και τον σχετικά  υποβαθμισμένο ρόλο των θεσμών και των απρόσωπων διαδικασιών  (συλλογικών οργάνων, της διπλωματικής υπηρεσίας, κ.λπ.).  Αλλά όσο ικανοί κι αν είναι οι υπουργοί Εξωτερικών (που κατά κανόνα είναι), χρειάζεται η θεσμική μνήμη και ο θεσμικός ρόλος. Από τότε και έως σήμερα αρκετά έχουν αλλάξει πρός το καλύτερο. Αλλά ένα ερώτημα παραμένει: εάν και κατά πόσο ακολουθείται η δομημένη διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικής με όλα τα σχετικά στάδια (προετοιμασία, υιοθέτηση, εφαρμογή, παρακολούθηση), με όλες τις σχετικές επιστημονικές προϋποθέσεις και τα κριτήρια.

Β. Εμπιστοσύνη. Το περίφημο «δίλημμα των φυλακισμένων» διδάσκει ότι επιτυγχάνονται άριστα (optimum) καλύτερα αποτελέσματα πολιτικής εάν μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών υπάρχει εμπιστοσύνη (trust), και συναφώς επικοινωνία, ανταλλαγή πληροφοριών κ.λπ.  Το ερώτημα είναι εάν θέλουμε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα και για, π.χ., τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, πόσο φροντίζουμε για την εκπλήρωση των προϋποθέσεων αυτών και ιδιαίτερα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης; Η πρόσφατη «ελληνοτουρκική θετική  ατζέντα»  είναι ένα καλό βήμα (και) προς την κατεύθυνση αυτή. Αλλά  ο λόγος που εκπέμπεται από σημαντική μερίδα του επικοινωνιακού σύστηματος όχι μόνο δεν συμβάλλει αναλογικά  στη δημιουργία και στην εμπέδωση εμπιστοσύνης, αλλά μάλλον το αντίθετο επιτυγχάνει: την κλονίζει. Αυτό είναι ένα βασικό έλλειμμα για την Ελλάδα, κάτι που επισήμανε πρόσφατα σε συνέντευξή του και ο Φράνσις Φουκουγιάμα (Τα Νέα, 10/7/2021).

Γ. Αποστολή. H Μαριάνα Ματσουκάτο, στο νέο βιβλίο της Mission Economy (Allen Lane,  2021), τονίζει τη σημασία για το κράτος να έχει όχι απλώς κάποιο στόχο πολιτικής αλλά να αναδεικνύει το στόχο αυτό σε «αποστολή» (mission) για να πετύχει. Ερώτημα: ενώ έχουμε ως έσχατη επιδίωξη τη δημιουργία καθεστώτος  ομαλών, συνεργατικών σχέσεων που θα προστατεύουν την κυριαρχία μας,  έχουμε έναν ξεκάθαρο ενδιάμεσο  στόχο - αποστολή για την Τουρκία; Μήπως οι προσεγγίσεις μας είναι κάπως  αντιφατικές; Ενώ θέλουμε την ενσωμάτωση της Τουρκίας σε ευρωπαϊκές  δομές, ταυτόχρονα επιδιώκουμε και «το κλείδωμά» της στις περιφερειακές συμπράξεις και τις σχετικές διαδικασίες στη βάση του διεθνούς δικαίου ή και τον αποκλεισμό της;

Δ. Συναίνεση. Η βασική συναίνεση γύρω από τα θέματα εξωτερικής πολιτικής είναι απολύτως επιθυμητή κατάσταση (πολύ περισσότερο, η εθνική ενότητα, που πρέπει να είναι αρραγής στην υπεράσπιση της εθνικής  κυριαρχίας). Αλλά όχι τυφλή συναίνεση σε έναν παρονομαστή  που ουσιαστικά ακυρώνει τη δημοκρατική αντιπαράθεση επιχειρημάτων πάνω στις κεντρικές επιλογές και τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής. Αυτή τη στιγμή, εν πολλοίς, στις πολιτικές δυνάμεις κυριαρχεί αυτό το πρότυπο συναίνεσης. Διαφωνούν σε επιμέρους χειρισμούς, αλλά ώς εκεί. Δεν προσφέρουν εναλλακτικές προτάσεις και ιδέες.  Έτσι, το λεγόμενο Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής τελειώνει πάντα «σε κλίμα συναίνεσης». Αλλά το Συμβούλιο έγινε για ουσιαστικό διάλογο, για αντιπαράθεση επιχειρημάτων και για κατάθεση προτάσεων, όχι για να καταγράφει συναινέσεις, γνήσιες ή πλαστές. Αυτό το φαινόμενο της συναίνεσης δεν παρουσιάζεται σε καμιά απολύτως δημοκρατική χώρα. Ο Τζο Μπάιντεν έχει φτάσει στο σημείο να πει ότι «προωθεί μια ταξική πολιτική για τη μεσαία τάξη» (ομιλία του στο State Department, 4/2/2021). Κανένας δεν θα ήθελε μια τέτοια πολιτική σε μια χώρα στην οποία διακυβεύονται ύψιστα αγαθά. Ένας υψηλός  βαθμός συναίνεσης είναι αναγκαίος, όχι όμως να μην μπορείς να εκφράσεις διαφορετική ή εναλλακτική άποψη με στόχο τη μεγιστοποίηση του εθνικού συμφέροντος.

Ε. Αισθητική. Η κάθε πολιτική πρέπει να υπηρετείται και από μια νέα αισθητική στη γλώσσα της, στην προβολή της, στην αφήγησή της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατανοώντας τη σημασία της αισθητικής, εγκαινίασε πρόσφατα το νέο λεγόμενο Bauhaus.  Ποια είναι η αισθητική των ελληνοτουρκικών, ποια η γλώσσα τους; Πόσο συνειδητοποιούμε ότι «με τη δύναμη μιας λέξης ξαναρχίζω τη ζωή μου»;

«Οι πανδημίες λειτουργούν από ιστορική άποψη ως η μεγάλη πύλη (portal) που οδηγεί από έναν παλιό κόσμο σ’ έναν καινούργιο και καλύτερο», έγραψε η  γνωστή συγγραφέας Αρουντάτι Ρόι σ’ ένα έξοχο άρθρο της στους Financial Times (3/4/2020). Καλό είναι αυτό να ισχύσει και για την εξωτερική πολιτική.

Επίλογος

Εν κατακλείδι, η  συνολικά  πετυχημένη μεταπολιτευτική εξωτερική πολιτική έχει ωστόσο  τώρα να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις και απειλές, ενώ παραμένει η κύρια προτεραιότητα (Ελληνοτουρκικά).  Η Ελλάδα, πάντως, έχει και σημαντικές νέες ευκαιρίες και δυνατότητες ως χώρα μέλος στον εσωτερικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, χρειάζεται να αποβάλει τα φοβικά σύνδρομα και να προχωρήσει με ρεαλισμό στην επίλυση των προβλημάτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, είτε με διαπραγμάτευση είτε με προσφυγή στη Διεθνή Δικαιοσύνη (στο Διεθνές Δικαστήριο Χάγης, κ.λπ.) με οδηγούς το διεθνές δίκαιο και τη κοινή λογική .

 

Βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο

Αριστείδης Αγαθοκλής, Το ταξίδι ενός Έλληνα διπλωμάτη, Παπαζήση, 2020

Γιάννης Βαληνάκης, Η Ελλάς των τεσσάρων θαλασσών, Το σχέδιο «Ελλάς επί τέσσερα», Ι. Σιδέρης, 2020

Ευάγγελος Βενιζέλος, Οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και ελληνοτουρκικές σχέσεις, Παπαδόπουλος, 2021

Soner Cagaptay, A Sultan in Autumn, Erdogan Faces Turkey’s Uncontainable Forces, I.B. Tauris, 2021

Αλέξης Ηρακλείδης, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος. 50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων, Θεμέλιο, 2020

Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, Κωνσταντίνος Καραμανλής, 50 χρόνια πολιτικής ιστορίας, Αρχείο, γεγονότα και κείμενα, Εκδοτική Αθηνών, 1996

P.C. Ioakimidis, “The Model of Foreign Policy-Making in Greece: Personalities versus Institutions”, στο St. Stavridis – Th. Couloumbis – Th. Veremis – N. Waiters (επιμ.), Foreign Policies in the EU’s Mediterranean and Applicant Countries in the 1990’s, Macmillan, 1999

Π.Κ. Ιωακειμίδης, Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης, Θεμέλιο, 2020

Π.Κ. Ιωακειμίδης, Ευρώπη, Ελλάδα, Τουρκία. Τραύματα, αντιφάσεις, εντάσεις, Παπαζήση, 2020

Mariana Mazzucato, Mission Economy: A moonshot guide to changing capitalism, Allan Lane, 2021

Χρήστος Ροζάκης, Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, Παπαζήση, 2013

Χρήστος Ροζάκης, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Δίκαιο της Θάλασσας, Πόλις, 2021

Κώστας Σημίτης, Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004, Πόλις, 2005.

Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Πατάκη, 2018

Άγγελος Συρίγος - Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Η Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό, Πατάκη, 2018

Παναγιώτης Τσάκωνας (επιμ.), Η στρατηγική του Ελσίνκι, 20+1 χρόνια μετά, Ι. Σιδέρης, 2021

 

              

Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης

Π.Κ. Ιωακειμίδης. Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπήρξε ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Διακυβερνητική Διάσκεψη για τη σύνταξη της Συνθήκης της Νίκαιας και αναπληρωματικό μέλος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης (Convention) για την επεξεργασία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Πιο πρόσφατα βιβλία του: Ευρωπαϊκό σύνταγμα και ευρωπαϊκή ενοποίηση (2005), Θα επιβιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση; (2007), Η θέση της Ελλάδας στο διεθνές, ευρωπαϊκό και περιφερειακό σύστημα (2007), Η  Συνθήκη της Λισσαβώνας (2010).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.