1.
Κάθε βιβλίο ιστορίας που σέβεται τον εαυτό του ασχολείται με το μέλλον. Έμμεσα ή άμεσα, κρυφά ή φανερά. Το πρόσφατο βιβλίο του Γιάννη Βούλγαρη, Ελλάδα, μια χώρα παραδόξως νεωτερική (Πόλις, Αθήνα 2019), είναι ένα βιβλίο που με τη μεθοδολογία της πολιτικής επιστήμης και της ιστορικής κοινωνιολογίας μελετά άμεσα και φανερά την Ελληνική Ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων, την ιστορία «κράτους και κοινωνίας», με τα μάτια καταφανέστατα στραμμένα στο μέλλον.
Θα ξεκινήσω το σύντομο αυτό σχόλιο με την επισήμανση μιας συγγραφικής πρωτοτυπίας, ευπρόσδεκτης βέβαια για πολλούς λόγους, αλλά και γιατί αποδείχθηκε παραγωγική αφού βοήθησε τον συγγραφέα να ξεδιπλώσει τα επιχειρήματα και τους στοχασμούς του σε ενιαίο λόγο και χωρίς υπονοούμενα ή παραλειπόμενα. Ιδού.
Στο α’ μέρος, ο συγγραφέας συνομιλεί με άλλους μη ιστορικούς συγγραφείς περί την Ελληνική Ιστορία. Αντίθετα, στο δεύτερο μέρος, συνομιλεί με τους Έλληνες πολιτικούς και κοινωνικούς επιστήμονες και τους Έλληνες ιστορικούς, κυρίως με τους θεράποντες της νέας Ιστορίας (τους αναφέρει όλους στη στοχευμένη βιβλιογραφία του), των οποίων τις επιδόσεις υιοθετεί στο σύνολό τους ή εν μέρει, ανάλογα με τη δική του αποτίμηση των πραγμάτων. Με το προχώρημα της ανάγνωσης του βιβλίου, ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι αυτός ο συσσωρευμένος ιστοριογραφικός πλούτος του β’ μέρους είναι η «αποθήκη πολεμοφοδίων» του Βούλγαρη, στη συζήτηση με τους επωνύμους του α’ μέρους.
Αλλά τι συμβαίνει και μία ουσιώδης συζήτηση περί την ελληνική ιστορία, που αναπτύχθηκε σε μια δοσμένη ιστορική περίοδο (δικτατορία συνταγματαρχών, πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης), διεξάγεται μεταξύ μη ιστορικών και στη συνέχεια καταγράφεται και αναθεωρείται από μη (συμβατικό) ιστορικό, τον συγγραφέα του παρόντος Γιάννη Βούλγαρη; Θα προχωρήσω σε μια απάντηση που, παρακαλώ, δεν θέλω να εκληφθεί ούτε ως κριτική των συναδέλφων μου ούτε ως δική μου αυτοκριτική για μια εκ των υστέρων άφεση αμαρτιών. Καταγράφω, απλώς, την κατάσταση των πραγμάτων.
2.
Α’. Οι ειδικευμένοι ή οι ειδικευόμενοι ιστορικοί, γενικώς προοδευτικοί στις ιδέες μας, δεν ήμαστε τότε σε θέση, δεν είχαμε δηλαδή ούτε την πνευματική επάρκεια αλλά ούτε και τη συναισθηματική ικανότητα να λάβουμε μέρος σε μια τέτοια συζήτηση. Η εκπαίδευσή μας ήταν γραμμική και στηριζόταν στη λατρεία των ιστορικών πηγών και των συμβάντων του παρελθόντος. Ένας αφανής «Τιπούκειτος» (τι, πού κείται), λέξεις γνωστές τότε σ’ εμάς από τη συναναστροφή μας με συνομήλικους νομικούς, μας είχε επιβληθεί, αφανώς αλλά κυριαρχικά, και μάλιστα όχι μόνον από τη συντηρητική συνιστώσα της ιστοριογραφίας μας – πανεπιστημιακής και εξωπανεπιστημιακής. Ένας ψίθυρος συνόδευε επιτακτικά τα λίγα σκιρτήματα πρωτότυπης σκέψης που πήγαιναν να ξεπηδήσουν από τα λίγα εξειδικευμένα διαβάσματά μας: οι πηγές, οι πηγές και μόνον οι πηγές. Κυρίως, και αυτό είναι νομίζω το σπουδαιότερο, είχαμε διαπαιδαγωγηθεί να προχωρούμε από το μέρος προς το όλονκαι όχι το αντίθετο. Η κοινωνιολογία, οι πολιτικές επιστήμες, η οικονομία, έστω στην απλούστερη μορφή της, της πολιτικής οικονομίας, και άλλες αναδυόμενες, τότε, κοινωνικές επιστήμες, μας ήταν άγνωστες.
Υπάρχει όμως και ένας Β’ λόγος που σχεδόν μας απαγόρευε την ενασχόληση με προβλήματα του τύπου: «ποια είναι και πού πάει η Ελλάδα;». Ήταν η επιλογή μας, ως αριστερών (πολιτικά, εννοείται) ιστορικών, να συμβάλλουμε στην «απο-ιδεολογοποίηση» της Ελληνικής Ιστορίας και στη συγκρότηση μιας, υποτίθεται, ισχυρής επιστημονικής πειθαρχίας, ενός επιστημονικού πνεύματος, που πιστεύαμε ότι αυτό θα αποτελούσε το ουσιαστικό στήριγμα των κοινωνικών αγώνων του μέλλοντος. Μια τέτοια Ιστορία θα αποτελούσε τον εγγυητή των εύστοχων πολιτικών επιλογών των δρώντων υποκειμένων, κομμάτων και ατόμων. Οι πολιτικές δράσεις θα ήταν εύστοχες γιατί θα ήταν επιστημονικά θεμελιωμένες! Αυτή ήταν η δική μας αποστολή. Υπερβατική και άτυπη, αλλά πνευματικά ισχυρά κινητοποιητική, είχε εισχωρήσει βαθιά στην προσωπική και επιστημονική μας ταυτότητα. Αποκορύφωμα της αντίληψης αυτής για τα επιστημονικά μας πράγματα ήταν η ίδρυση, με την ουσιώδη συμβολή του ιστορικού Φίλιππου Ηλιού, του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών της ΕΔΑ και, σ’ ένα θεωρητικότερο επίπεδο, αργότερα, το άρθρο του ιδίου: «Ιδεολογικές χρήσεις της Ιστορίας»,ένα άρθρο που σταδιοδρόμησε θετικά στο χώρο της συντεχνίας των ιστορικών. Εδώ δεν μπορώ να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου τη μεταγενέστερη προσπάθεια της κοινότητας των προοδευτικών ιστορικών, ανάμεσά τους και εγώ τότε, να καταπολεμήσουμε τις ανακρίβειες και τους μύθους της δημόσιας ιστορίας, π.χ. Κρυφό Σχολειό κ.ά., προσπάθεια που στέφθηκε από παταγώδη αποτυχία.
Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην «παραδόξως νεωτερική χώρα» του Γιάννη Βούλγαρη, με κάποιες γενικές σκέψεις, στο πλαίσιο πάντως του προβληματισμού που έχει οριοθετήσει ο ίδιος ο συγγραφέας, προβληματισμό τον οποίον φυσικά δέχομαι εις το ακέραιο. Νομίζω λοιπόν ότι το βιβλίο αυτό εγγράφεται στην παράδοση της κριτικής Αριστεράς, ίσως το τελευταίο της περιόδου και του είδους, και απαντά στο ερώτημα «ποια είναι και πού πάει η Ελλάδα», αυτό το θεμελιώδες ερώτημα στο οποίο, κατά τους δύο αιώνες της ύπαρξης του ελληνικού κράτους, κλήθηκαν να απαντήσουν όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί της χώρας και, κατ’ εξοχήν τα τελευταία εκατό χρόνια, οι πολιτικοί σχηματισμοί της Αριστεράς. Ο καθένας με τον τρόπο του, άλλος με το λόγο και άλλος με την πράξη. Και σε κάποιο βαθμό όλοι, εν μέρει βέβαια, και με λόγο και με πράξη.
Δεν θα προχωρήσω στην ουσία των επιχειρημάτων του συγγραφέα, τα οποία πρέπει να ομολογήσω ότι επίσης συμμερίζομαι. Και τα επιχειρήματα και η πραγμάτευση καλύπτουν απολύτως τη θεματολογία που ο ίδιος έχει επιλέξει και συνιστούν το βασικό πλεονέκτημα αυτού του βιβλίου. Θα επιμείνω όμως στο ζήτημα της γενεαλογίας, όχι των ιδεών ακριβώς, αλλά της θεματολογίας ειδικότερα. Πιστεύω πράγματι ότι το βιβλίο αυτό, ανεξαρτήτως του βαθμού της συνειδητότητας ή της στόχευσης του συγγραφέα, εγγράφεται στην ίδια σειρά με το Κοινωνικό μας ζήτημα (1907) του Γ. Σκληρού και ίσως μάλιστα αποτελεί, αν όχι την τελευταία πράξη ενός δράματος, ασφαλώς την πιο πρόσφατη φάση μιας συζήτησης που διεξάγεται δημόσια τα τελευταία εκατόν δώδεκα χρόνια. Από την πρώτη κιόλας δεκαετία του 20ού αιώνα και αμέσως μετά τον Σκληρό, μιας μεγάλης ποικιλίας μαρξιστές διανοούμενοι / πολιτικοί: Κορδάτος, Ζαχαριάδης, Πουλιόπουλος, Σεραφείμ Μάξιμος, Ζεύγος, Βαλέτας, Στρίγκος, Βαίλης Φίλιας κ.ά, είχαν εμπλακεί σε αυτή τη συζήτηση και είχαν απαντήσει (;) με τα βιβλία τους στα αδυσώπητα ερωτήματα: Ποια είναι η Ελλάδα του παρόντος και πώς φθάσαμε ώς εδώ; Ποια θα είναι η Ελλάδα του μέλλοντος;
Τα ερωτήματα αυτά δεν ήταν βέβαια ακαδημαϊκά. Ήταν πολιτικά-επιχειρησιακά, ετίθεντο εν θερμώ και συνυπήρχαν με το όχι και τόσο κρυφό ερώτημα: «ποιος θα είναι ο χαρακτήρας της επερχόμενης επανάστασης στη χώρα μας;» Γιατί υπήρχε δίλημμα: επανάσταση αστικοδημοκρατική, για την ολοκλήρωση του, δήθεν, «προδομένου ’21», ή προλεταριακή που, παρά την καταφανή απουσία πρόσφορων συνθηκών, θα έπαιρνε μέρος στον παγκόσμιο επαναστατικό στροβιλισμό, όσο μπορούσε και με όποιον τρόπο μπορούσε; Υπήρξαν, βέβαια, και άλλες, ενδιάμεσες, μεταβατικές ή «έξυπνες» προτάσεις, παροιμιώδους επίσης ασάφειας, απλοϊκότητας και ανειλικρίνειας, που κατά καιρούς θόλωναν τα νερά προς όλες τις κατευθύνσεις. Όροι και έννοιες όπως: Λαϊκή Δημοκρατία (Λαοκρατία), Σοσιαλισμός (μπολσεβικισμός) με ανθρώπινο πρόσωπο κ.ά. πλούτισαν με άστοχα βέλη τη φαρέτρα της κοινωνικής επανάστασης στην Ελλάδα, αλλά και, ενίοτε, έφεραν τους τεχνουργούς τους σε δύσκολη προσωπική θέση (εννοώ εντός του ιδεολογικού τους χώρου) και πάντως τους περιόρισαν σε αγώνες, κυριολεκτικά άγονους. Αυτός ο ιδανικός «χαρακτήρας της επερχόμενης επανάστασης», μαζί με τη διεθνιστική (διάβαζε: σοβιετική) εξάρτηση, οδήγησε τους Έλληνες κομμουνιστές σε ισχυρές και συχνά σκληρές εσωτερικές αντιπαλότητες και τους αριστερούς διανοούμενους σε χαοτικές αναζητήσεις, που έφεραν στην επιφάνεια απροσδόκητα προϊόντα. Ας θυμηθούμε εκείνη την ανεκδιήγητη μείξη σουρεαλισμού και Ιστορίας (Σκαρίμπας), που έγινε ευμενώς αποδεκτή και από ευρύ φάσμα αριστερών διανοουμένων.
Στο σημείο αυτό, όμως, μια διευκρίνιση είναι απαραίτητη. Οι παραπάνω κρίσεις δεν θέλουν να υποβαθμίσουν ή να ακυρώσουν την ιστοριογραφική σημασία της αριστερής (ουσιαστικά κομμουνιστικής) πολιτικοποιημένης και παρα-επιστημονικής παραγωγής. Τα σύνορα, άλλωστε, στις κοινωνικές-ανθρωπιστικές επιστήμες είναι ασαφή και ρευστά και είναι δύσκολο, και ενίοτε αδιάφορο, να ξεχωρίσεις την καθαρά ακαδημαϊκή άποψη από την άλλη, την ιδεολογική, τη φορτισμένη με ετερογενή νοήματα. Προϊόντα πολιτικής επιλογής ή όχι, στοχευμένες ή όχι, κάποιες ιδέες τής εν λόγω ιστοριογραφίας εμπλούτισαν ουσιαστικά την ελληνική βιβλιογραφία, η οποία δεν διακρίνεται, και πάντως δεν διακρινόταν, για τον πλούτο των θεωρητικών της επιδόσεων.
3.
Πέρα από το γεγονός ότι η εθνική Ιστορία είναι το πρώτο πολιτιστικό σκαλοπάτι μιας αναδυόμενης κοινωνίας, για την Αριστερά στην Ελλάδα, από τις αρχές του 20ού αιώνα, φαίνεται ότι η Ιστορία γενικώς και η εθνική Ιστορία ειδικότερα έπαιξε και άλλους ρόλους, συμπληρωματικούς. Εννοώ ότι υποκατέστησε την απουσιάζουσα θεωρία (μαρξισμός κ.ά. ελευθεριακά κινήματα της εποχής), απουσία που δεν μπορούσε να αντισταθμιστεί από τις ελάχιστες διαθέσιμες μεταφράσεις από ξένες γλώσσες ή τις σπουδές φιλοσοφίας λίγων φωτισμένων νέων σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Αλλά και το μεταγενέστερο φαινόμενο μιας συστηματικότερης «μετακένωσης», η μετάφραση δηλαδή μεγάλου αριθμού κειμένων από τη διεθνή πνευματική κίνηση, που εμφανίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες και συνεχίζεται ώς σήμερα, δεν στάθηκε ικανό να αποτελέσει ένα σοβαρό υπόβαθρο για την ανάπτυξη μιας θεωρητικής σκέψης που θα απαντούσε με όρους πνευματικής επάρκειας και αυτοπεποίθησης στο επίδικο ερώτημα: ποια είναι η Ελλάδα και ποιο είναι το μέλλον της; Στο πέρασμα του χρόνου μάλιστα, η ποίηση και η μουσική (Ρίτσος, Ελύτης - Θεοδωράκης κ.ά.), που προστέθηκαν στη θριαμβεύουσα αριστερή κουλτούρα, συμπλήρωσαν και ίσως παρέκαμψαν τον ρομαντικής καταγωγής ιστορικισμό της ελληνικής Αριστεράς, ο οποίος ώς τότε συνιστούσε, βασικά, το πολιτιστικό και θεωρητικό υπόβαθρο του πολιτικού της πράττειν. Η θεωρητική πενία επιτάθηκε. Η πανίσχυρη τέχνη εγκλώβισε ακόμη περισσότερο την ελληνική Αριστερά σε συναισθηματικές κατασκευές (δίκαιο-άδικο, εύποροι-άποροι, ευνοημένοι-κατατρεγμένοι, κ.λπ.) ολοκληρώνοντας την αίσθηση και τα συναισθήματα του θύματος που εκ γενετής συνοδεύουν την Αριστερά (πολιτικός εκφραστής των καταπιεσμένων όλης της Γης, κ.λπ.). Η θυματοποίηση αυτή με τη σειρά της μετατράπηκε σε ταυτοτικό χαρακτηριστικό και σε πολυδιάστατο πολιτικό οπλοστάσιο, όπως το είδαμε να γιγαντώνεται στη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης και ιδιαίτερα στη βραχύτερης διάρκειας αριστερή διακυβέρνηση της χώρας (2015-2019).
Είναι αυτονόητο το ότι δεν θα προχωρήσω σε μία αναδρομή στο περιεχόμενο του βιβλίου. Το σημείωμα αυτό δεν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν σκοπεύει στην υποβοήθηση του αναγνώστη για την καλύτερη κατανόηση του έργου. Απλά θέλει να δείξει ότι ο συγγραφέας, μέσα από την υψηλού βαθμού διείσδυσή του στην ιστορική ύλη δύο αιώνων (19ος και 20ός) και τη στοχαστική αναψηλάφησή της, φτάνει σε μερικές αποτιμήσεις που αποτελούν νέες επεξεργασίες, δεσμευτικές, που νομίζω ότι θα αποδειχθούν και καρποφόρες για τους επόμενους μελετητές, ιστορικούς, πολιτικούς επιστήμονες, κοινωνιολόγους κ.ά. Δεν μπορώ όμως να μην αναφέρω έστω και ένα δείγμα του τρόπου με τον οποίο εγώ διαβάζω το συγκεκριμένο βιβλίο, ας είναι και ένα μόνο συγκεκριμένο σημείο του. Θα περιοριστώ δηλαδή δειγματοληπτικά, αλλά όχι τυχαία, στην έννοια που νομίζω ότι έπαιξε οδηγητικό ρόλο στη σκέψη του συγγραφέα: τη γεωπολιτική. Πρώτη άλλωστε και στη σειρά της αφήγησης του «δικού» του β’ μέρους.
Γεωπολιτική. Ούτε η λέξη, ούτε η έννοια είναι άγνωστες στην ιστοριογραφία μας. «Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα έβριθε πάντα από αναλύσεις και αναφορές στη γεωπολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, των Βαλκανίων, της Ανατολικής Μεσογείου, της Ευρώπης και του κόσμου», γράφει ο Βούλ-γαρης (σελ. 141). Ο τρόπος όμως που ο ίδιος εντάσσει τη γεωπολιτική στο σκεπτικό του είναι ανατρεπτικός και ριζικά ανανεωτικός. Θα έλεγα και ιδιαι-τέρως τολμηρός. Φθάνει σε διατυπώσεις όπως: «Η Ελλάς είναι έθνος γεωπολιτικόν» (σελ. 141) ή «Ο συντακτικός ρόλος της Γεωπολιτικής στην Ελλάδα» (σελ. 149), που καταφανώς θέλουν να πουν κάτι περισσότερο από ό,τι λένε οι ίδιες οι λέξεις. Στηριζόμενος ο συγγραφέας στο έργο πλειάδας ιστορικών, κοινωνιολόγων και ιστορικών κοινωνιολόγων των δύο προηγούμενων γενεών, και της δικής του γενεάς ασφαλώς, ξεκινά από την παραδοχή ότι «πρώτον, η διαδικασία οικοδόμησης του σύγχρονου κράτους (statebuilding) υπήρξε αυτόνομος παράγοντας διαμόρφωσης των σύγχρονων κοινωνιών, και δεύτερον, ότι τα σύγχρονα κράτη οικοδομήθηκαν ήδη από τη γέννησή τους, ως μέρη ενός “συστήματος κρατών”. Με την έννοια ότι η αλληλεπίδρασή τους, οι ανταγωνισμοί και οι συνεργασίες, η διπλωματία και οι πόλεμοι ή η προετοιμασία για πόλεμο αποτέλεσαν εγγενές στοιχείο και προωθητική δύναμη της συγκρότησής τους» (σελ. 145). Και παρακάτω, συνεχίζει: «Ο παράγοντας “διακρατικό σύστημα” και η εξέλιξή του θεωρείται συν-διαμορφωτής της νεωτερικότητας, στην Ελλάδα όμως συνέβη κάτι περισσότερο. Υποστηρίζω ότι εδώ η Γεωπολιτική και οι Πόλεμοι είχαν καθοριστικό, θα λέγαμε συντακτικό, ρόλο στη διαμόρφωση της νεωτερικής Ελλάδας κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα» (σελ. 149). Στη φράση μάλιστα που ακολουθεί συμπυκνώνεται, κατά τη δική μου αποτίμηση τουλάχιστον, το κρίσιμο σημείο της «θέσης» Βούλγαρη: «Στο επόμενο κεφάλαιο», γράφει, «θα δούμε πώς επέδρασαν [η γεωπολιτική και οι πόλεμοι] στη μορφολογία του ελληνικού καπιταλισμού» (σελ. 149). Με άλλα λόγια: η ένταξη στο διακρατικό παιχνίδι προηγείται, η οικονομία έπεται. Βρισκόμαστε δηλαδή σε μια ξεκάθαρη ανατροπή του σχήματος της «εν τέλει» προτεραιότητας (primauté: τα πρωτεία) του οικονομικού. Και για να μην υπάρξουν παρανοήσεις, στη συνέχεια ο Βούλγαρης μιλάει ολοκάθαρα και χωρίς διαμεσολαβητικές γέφυρες: «Η ίδια η γένεση του ελληνικού Κράτους, που προήλθε από τον συνδυασμό της εσωτερικής Επανάστασης 1821-1828 και της επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων για λόγους δικού τους ανταγωνισμού, θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβολική συμπύκνωση αυτής της μακροϊστορικής συνθήκης. Καθοριστικός και συντακτικός ρόλος σημαίνει εν προκειμένω κάτι συγκεκριμένο. Ότι η Γεωπολιτική και οι Πόλεμοι είχαν μεγαλύτερη ίσως διαμορφωτική επίδραση από όσο ο άλλος μεγάλος κινητήρας της νεωτερικότητας, ο Καπιταλισμός ή η “οικονομία της αγοράς”, όπως το μαρξιστικό και το φιλελεύθερο σχήμα υποστηρίζουν» (σελ. 149-150).
4.
Ποια είναι, λοιπόν, η Ελλάδα σήμερα και ποιο είναι το μέλλον της; Το ερώτημα επανατίθεται εξ αντικειμένου και στις μέρες μας και σε αυτό απαντά ο Βούλγαρης, σε συνθήκες απείρως ευμενέστερες βέβαια από εκείνες του 20ού αιώνα, για άλλη μια φορά όμως σε συνθήκες κρίσης, και αυτό δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε. Η χώρα μας, μέσα από την ιστορικά προσδιορισμένη ένταξή της στο φιλελεύθερο κοινωνικό, πολιτιστικό και πολιτικό πρότυπο και τη συνακόλουθη συμμετοχή της στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας, παρά την τρέχουσα βαθύτατη κρίση και τις επώδυνες ταλαντώσεις στην ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων, βρίσκεται σε μια αξιοπρεπή θέση στη χορεία των ανεπτυγμένων κρατών του Δυτικού Κόσμου. Νομίμως λοιπόν, και παρά τη μικρή επιφύλαξη που προκαλεί η χρήση του επιρρήματος «παραδόξως», η χώρα μπορεί να χαρακτηρίζεται ως: νεωτερική. Ο Βούλγαρης εσκόπευσε επιτυχώς.
Τι απομένει όμως στο καταγωγικό ερώτημα, όπως το εντοπίσαμε παραπάνω, περί του ποια είναι η Ελλάδα σήμεραμετά την απάντηση του Βούλγαρη ότι η Ελλάδα είναι, και ήταν, εκ της ιδρύσεώς της, μια χώρα νεωτερική; Πέρα από τη σαφέστατη διατύπωση του τίτλου του βιβλίου που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το περιεχόμενό του, η ίδια η πραγμάτευση ολοκληρώνει την κεντρική ιδέα του εγχειρήματος. Η στοχαστική διατύπωση επιχειρημάτων με την προσφιλή στο συγγραφέα τεχνική της διπολικής προσέγγισης: ιστοριογραφική κριτική-Ιστορία, εγγράφεται σε μια έντιμη και καταφανώς επιτυχή προσπάθεια τεκμηρίωσης και συγγραφικής αρτιότητας του έργου. Η κομψότητα της γραφής και η εμφανής φροντίδα του συγγραφέα για ουσιαστική επικοινωνία με τον αναγνώστη είναι μία ακόμη συμβολή του Βούλγαρη στον εκσυγχρονισμό της ιστοριογραφίας μας. Ας θυμηθούμε έναν κοινό τόπο: η διατύπωση ολοκληρώνει τη γνώση αφού γνωρίζουμε, μόνον, τα πράγματα που έχουν όνομα. Στο βιβλίο του Βούλγαρη τα πράγματα αποκτούν όνομα. Άλλωστε, εδώ συναντιέται το κρίσιμο σημείο του παρόντος σχολιασμού με το βαθύτερο νόημα του βιβλίου του Γιάννη Βούλγαρη. Υπεύθυνη άποψη, υπεύθυνη γραφή.
Βιαστικά κάπως και με τον δικό μου τρόπο, συνοψίζω, πιστεύοντας ότι δεν προδίδω τη σκέψη του συγγραφέα: Η Ελλάδα είναι μια χώρα ασφαλώς αρχαία αλλά και ταυτόχρονα νεότευκτη, ισότιμη και ισοδύναμη με τις λοιπές ομοειδείς της χώρες του ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου. Δηλαδή μια χώρα νεωτερική. Η χώρα δεν έχει κανένα κρυφό ελάττωμα και δεν έχει ανάγκη από καμιάς μορφής ειδική θεραπεία. Κανένα καθεστώς ιδιαιτερότητας, κανένα καθεστώς εξαίρεσης δεν έχει νόημα να αποδοθεί στην Ελλάδα, πέρα από κάποια διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά που εμφανίζονται σε κάθε χώρα ξεχωριστά, προϊόντα των ιδιαίτερων συνθηκών διαμόρφωσης της σύγχρονης εθνο-πολιτιστικής της οντότητας. Εντός αυτού του σκεπτικού, στερείται επίσης νοήματος κάθε ριζοσπαστική ή επαναστατική ρήξη και αντίστοιχη αλλαγή του καθεστώτος. Εννοείται, του αστικού καθεστώτος. Ενός καθεστώτος διεθνώς αναγνωρίσιμου που, στη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων ζωής του ελληνικού λαού και του κράτους, δοκιμάστηκε θετικά, άντεξε σε ανείπωτες παλινδρομήσεις και δυσκολίες, τραγωδίες σωστότερα, και τελικά εξασφάλισε ένα ζηλευτό επίπεδο οικονομικής και πολιτιστικής ζωής στα μέλη του. Το αστικό καθεστώς στην Ελλάδα και το εξ αυτού καταγόμενο κράτος δεν προσφέρονται προς κατεδάφιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στα μάτια των ενήμερων πολιτών δεν είναι ορατές οι κακοτεχνίες της κατασκευής και τα κραυγαλέα ελαττώματα της λειτουργίας του. Ο Βούλγαρης δεν είναι ούτε αναίσθητος ούτε απληροφόρητος για το σήμερα, όπως αποδείχθηκε ότι δεν είναι απληροφόρητος και για το χθες.
Δεν μπορώ να είμαι περισσότερο αναλυτικός ούτε και περισσότερο σαφής. Κάτι τέτοιο θα ξεπέρναγε τον ενδεικτικό χαρακτήρα αυτού του σημειώματος. Θυμίζω μόνον ότι, εδώ και δεκαετίες, στις ελληνικές κοινωνικές επιστήμες περιφέρεται, καλοπροαίρετα νομίζω, μια λέξη, ένας όρος, που παρά κάποια ερμηνευτική αποδυνάμωση λόγω της ευρύτατης χρήσης του, είναι ακόμη ανθεκτικός: παθογένεια, παθογένειες (της ελληνικής κοινωνίας, βέβαια). Η διάγνωση δεν είναι άστοχη, τα γιατρικά ωστόσο που έχουν προταθεί δεν φαίνεται να συγκεντρώνουν την ομοφωνία των θεραπόντων. Εδώ, και για τις ανάγκες της παρούσας προσέγγισης, μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος αν το βιβλίο του Βούλγαρη ανήκει στην παραπάνω κατηγορία των διαπιστωτικών της κοινωνικής ελληνικής παθογένειας, και αν ναι, ποια είναι η «θεραπευτι-κή» του πρόταση. Η απάντησή μου είναι αρνητική. Το έργο αυτό δεν έρχεται να επισημάνει τις κοινωνικές παθογένειες ούτε βέβαια και να τις αποσιωπή-σει. Για τον Βούλγαρη, όπως και για κάθε ορθολογικό στοχαστή των ελληνικών πραγμάτων, τα τραύματα και τα ελαττώματα του κοινωνικού σώματος είναι συστατικά της ίδιας της ύπαρξής του και ιδιαίτερα του τρόπου, δηλαδή των ιστορικών συνθηκών, μέσα στις οποίες αναδύθηκε και διαμορφώθηκε. Από αυτήν την άποψη, ούτε λόγος για «γιατρικά» και «θεραπείες».
Ωστόσο, ο Βούλγαρης δεν είναι ένας παραιτημένος ή ένας απόμακρος δημόσιος στοχαστής. Αν τον διαβάζω σωστά, μέσα από τις γραμμές του βιβλίου του, αισθάνομαι να μας υποβάλλει, χαμηλοφώνως μεν αλλά με τη χαρακτηριστική επιμονή του, τη δική του πρόταση: μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις. Μια λέξη φθαρμένη ασφαλώς και περιφρονημένη, ιδιαιτέρως από τους «κινηματικούς ριζοσπάστες» (όψιμη εκδοχή της ανανεωτικής κομμουνιστικής Αριστεράς) και γενικότερα από τους κάθε λογής λαϊκισμούς, λέξη όμως ανυποχώρητα ελπιδοφόρα.
Θα κλείσω το σημείωμα αυτό με μια «εξωκειμενική» παρατήρηση. Νομίζω δηλαδή ότι οι εκδηλώσεις αποδοχής ή οι σιωπές γύρω από αυτό το βιβλίο έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Οι δεύτερες έχουν σχέση με τις δυσκολίες διείσδυσης των ορθολογικών ιδεών στο κοινωνικό μας σώμα και δεν μας ξαφνιάζουν, οι πρώτες όμως συνιστούν μια άυλη πολιτικο-κοινωνική γεωγραφία όχι και τόσο αδιάφορη για τη μελλοντική αναδιάταξη των πολιτικών πραγμάτων της χώρας, που δεν πρέπει να μας διαφύγει. Βέβαια, τα δρομολόγια των ιδεών ήταν και πάντοτε θα είναι δαιδαλώδη και απρόβλεπτα, ενώ η απροσδιοριστία των συμπτώσεων υπονομεύει την όποια πρόβλεψη για τη δυναμική τους. Αυτή η πολιτική γεωγραφία αποδεσμεύτη-κε, πάντως, αυθορμήτως και οικειοθελώς, κάτι σαν ένα διάχυτο ρεύμα ιδεών που περίμενε κάποιον ή κάποιους να το εκφράσουν. Είναι κι αυτό μια επιπλέον προσφορά του βιβλίου του Βούλγαρη.