Σύνδεση συνδρομητών

Τι να κάνουμε στο Αιγαίο

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2021 22:30
15 Απριλίου 2021, Άγκυρα. Οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας, Νίκος Δένδιας, και Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου, μετά τη συνάντησή τους, που εξετράπη σε διαξιφισμό που έφερε στην επιφάνεια τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Χάρης Ακριβιάδης / Υπουργείο Εξωτερικών / ΑΠΕ-ΜΠΕ
15 Απριλίου 2021, Άγκυρα. Οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας, Νίκος Δένδιας, και Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου, μετά τη συνάντησή τους, που εξετράπη σε διαξιφισμό που έφερε στην επιφάνεια τις ελληνοτουρκικές διαφορές.

Χρήστος Λ. Ροζάκης, Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις και το Δίκαιο της Θάλασσας, Πόλις, Αθήνα 2021, 174 σελ.

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, οι μειλίχιες θέσεις του Ροζάκη, που καταγράφονται στο νέο βιβλίο του, είναι αφεαυτές «αιχμηρές», υπό την έννοια ότι δεν είναι ουδέτερες. Προσφέρουν δε μία, σε μεγάλο βαθμό, ολοκληρωμένη και συνεκτική θέση ως προς το τι δικαιούται η χώρα μας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τι πρέπει να διεκδικήσει και πώς μπορεί να επιδιώξει βέλτιστα να κατοχυρώσει νομικά ό,τι διεκδικήσει. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εις βάθος, χωρίς εντυπωσιασμούς και κορώνες.

Ο επίτιμος καθηγητής Νομικής, πρώην αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τέως υφυπουργός Εξωτερικών, Χρήστος Ροζάκης, δεν χρειάζεται συστάσεις. Ούτε και –νομίζω– πρόθεσή του είναι να μας ξανασυστηθεί μέσα από τις 140 περίπου σελίδες καθαρής ανάλυσης (μη συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων, του πίνακα περιεχομένων κ.λπ.) που μας προσφέρει με το τελευταίο του βιβλίο το οποίο πραγματεύεται τις ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όσες και όσοι παρακολουθούν τον δημόσιο διάλογο πέριξ των ζητημάτων αυτών γνωρίζουν, λίγο-πολύ, τη «γραμμή Ροζάκη». Η γραμμή αυτή παρουσιάζεται με τρόπο εναργή και εύληπτο σε ένα βιβλίο γραμμένο τόσο για το ευρύ κοινό, όσο και για όσες/όσους έχουν εξειδικευμένη γνώση.

Οι ειδήμονες σε ένα αντικείμενο που έχουν επιχειρήσει να αποταθούν σε ευρύτερο κοινό και να «μεταφράσουν» την ακαδημαϊκή έρευνά τους σε προτάσεις δημόσιας πολιτικής γνωρίζουν πόσο δύσκολες είναι οι (γλωσσικές και ορολογικές, μεταξύ άλλων) ισορροπίες που πρέπει να τηρηθούν. Η επιτυχία, όμως, του εν λόγω βιβλίου δεν έγκειται μόνο στην ισορροπία που κρατά μεταξύ εξειδικευμένης γνώσης και εκλαΐκευσής της. Όσες και όσοι έχουν την τύχη να έχουν στο παρελθόν γνωρίσει, συνεργαστεί με ή και συναναστραφεί τον συγγραφέα μπορούν εύκολα να διακρίνουν στην ανάλυσή του στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον καθηγητή Ροζάκη: τον νηφάλιο και δομημένο λόγο του, τη συνέπεια στις θέσεις του, την ικανότητά του να τοποθετεί τη νομική ανάλυση σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, την εξωστρεφή ματιά, ακόμα και αυτή την ανυπόκριτη, σύμφυτη ευγένεια που τον διακρίνει. Η μεγαλύτερη όμως επιτυχία του βιβλίου έγκειται στο γεγονός ότι, χωρίς να πολώνει στο ελάχιστο, χωρίς να περιέχει αιχμές, καταφέρνει να παρουσιάσει ένα πλέγμα επιχειρημάτων που κάθε άλλο παρά στρογγυλό είναι. Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, οι μειλίχιες θέσεις του Ροζάκη είναι αφεαυτές «αιχμηρές», υπό την έννοια ότι δεν είναι ουδέτερες· έχουν σαφές ιδεολογικό πρόσημο και συγκεκριμένο προσανατολισμό (όπως, με ειλικρίνεια, αναγνωρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας στον επίλογό του – σελ. 143). Προσφέρουν δε μία, σε μεγάλο βαθμό, ολοκληρωμένη και συνεκτική θέση ως προς το τι δικαιούται η χώρα μας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τι πρέπει να διεκδικήσει και πώς μπορεί να επιδιώξει βέλτιστα να κατοχυρώσει νομικά ό,τι διεκδικήσει.

 

Μύθοι και πραγματικότητες

Πριν, όμως, επεκταθεί το ανά χείρας στη συζήτηση της θέσης που υποστηρίζεται στο βιβλίο του Ροζάκη, λίγα λόγια είναι αναγκαία για τη δομή και τα περιεχόμενά του. Ο πρόλογος καθιστά σαφές ότι ικανό μέρος του βιβλίου στηρίζεται σε προηγούμενες δημόσιες παρεμβάσεις (αρθρογραφία) του συγγραφέα, τις οποίες επεξεργάστηκε και επικαιροποίησε για «ν’ αντέξουν στο χρόνο» (σελ. 9). Η εκτενής εισαγωγή έχει γραφτεί με σκοπό να «πλαισιώσει» την ανάλυση που ακολουθεί και να προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό την ελάχιστη εξειδικευμένη γνώση που απαιτείται προκειμένου να κατανοήσει την ανάλυση και την επιχειρηματολογία που έπονται. Ο σκοπός που εξυπηρετεί ο πρόλογος δικαιολογεί το κάπως πιο «ακαδημαϊκό» (αλλά πάντα εύκολα κατανοητό) περιεχόμενό του που, μεταξύ άλλων, εξηγεί και ορίζει βασικούς όρους του διεθνούς δικαίου, όπως η κυριαρχία (σε αντιδιαστολή με τα κυριαρχικά δικαιώματα), ορισμένα μέσα ειρηνικής επίλυσης διαφορών, όπως η διαπραγμάτευση, και συγκεκριμένες προϋποθέσεις προκειμένου να ασκήσει τη δικαιοδοσία του το Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και βασικές έννοιες του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, όπως οι θαλάσσιες ζώνες (π.χ. αιγιαλίτιδα, αποκλειστική οικονομική ζώνη), η ελευθερία των θαλασσών, η αβλαβής διέλευση κ.λπ.

Ανάμεσα στον πρόλογο και στον επίλογο μεσολαβούν 18, κατά το μάλλον ή ήττον ευσύνοπτα, κεφάλαια που καλύπτουν εύρος θεμάτων, τα οποία εκτείνονται από την εξωτερική πολιτική των Καραμανλή (του πρεσβύτερου) και Σημίτη, μέχρι τη σχετική πολιτική ξένων ηγετών (π.χ. των Τραμπ και Ερντογάν) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)· από την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μέχρι την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών· και από τα Διαπόντια Νησιά του Ιονίου μέχρι το Καστελόριζο στην Ανατολική Μεσόγειο. Εκ πρώτης όψεως, η διαίρεση της ανάλυσης σε σχετικά μεγάλο αριθμό κεφαλαίων, φαινομενικά χαλαρά συνδεδεμένων μεταξύ τους, που συζητούν πλήθος (υπο)ζητημάτων –άμεσα ή και έμμεσα– σχετικών με τα ελληνοτουρκικά στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί μια σχετική ανησυχία για τον κίνδυνο κατακερματισμού και απουσίας συνοχής. Το βιβλίο όμως του Ροζάκη εκπλήσσει ευχάριστα και ως προς αυτό το σημείο. Αν και περιέχει ορισμένες αναπόφευκτες επαναλήψεις σε τμήματα που το βιβλίο στηρίζεται σε παλαιότερη αρθρογραφία του συγγραφέα, τα κεφάλαια «δένουν» αρμονικά μεταξύ τους και λειτουργούν ως ένα συνεπές και συνεχές σύνολο που επικοινωνεί καθαρά τις βασικές θέσεις του, τα κύρια διακυβεύματα που η ανάλυσή του αναδεικνύει, αλλά και την ιστορική διαδρομή του δικαίου της θάλασσας, των ελληνοτουρκικών ζητημάτων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και της σχετικής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Κάθε κεφάλαιο χρησιμεύει στο να εξειδικεύσει την κύρια θέση του καθηγητή Ροζάκη, και όλα μαζί τα κεφάλαια συνθέτουν με ευκρίνεια την πλήρη εικόνα της κύριας θέσης.

 

Η «γραμμή Ροζάκη»

Ποια είναι όμως η κύρια θέση που αναδύεται μέσα από τις γραμμές του βιβλίου; Αν και ελλοχεύει ο κίνδυνος να μη φωτιστούν επαρκώς όλες οι πτυχές της στο παρόν σύντομο κείμενο, μία απόπειρα σύνοψης θα πρέπει να εστιάσει στα εξής ιδίως σημεία. Πρώτον, πρόκριμα, τρόπον τινά, για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της υπερκείμενης αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ο προσδιορισμός του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης των ελληνικών ακτών. Η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ (καθώς και τα αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα που οι ζώνες αυτές παρέχουν) εκκινούν από το εξωτερικό όριο, το σημείο δηλαδή στο οποίο λήγει η αιγιαλίτιδα ζώνη, και εκτείνονται μέχρι και 200 ναυτικά μίλια από τα εσωτερικά ύδατα και τις σχετικές γραμμές βάσης, έχοντας κοινό σημείο εκκίνησης με την αιγιαλίτιδα ζώνη. Δεύτερον, αν και στη βάση των ισχυόντων συμβατικών και εθιμικών (δηλαδή άγραφων, νομικά δεσμευτικών) κανόνων του διεθνούς δικαίου της θάλασσας η χώρα μας δικαιούται να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι 12 ναυτικά μίλια, η προοπτική αυτή αντενδείκνυται να πραγματοποιηθεί στο σύνολο των ελληνικών ακτών καθώς έτσι θα έμενε ο θαλάσσιος χώρος στο Αιγαίο χωρίς μια λωρίδα ανοιχτής θάλασσας (στην οποία επιτρέπεται ελεύθερη η ναυσιπλοΐα) που να προσφέρει ανεμπόδιστη διέξοδο στη Μεσόγειο στις χώρες της Μαύρης Θάλασσας, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας. Προκειμένου η χώρα μας να μην παραμείνει καθηλωμένη στα 6 ναυτικά μίλια και να θεραπεύσει την «ατασθαλία» της αναντιστοιχίας μεταξύ αιγιαλίτιδας και ελληνικού εναέριου χώρου (ο οποίος εκτείνεται στα 10 μίλια), θα μπορούσε να επιδιώξει ετερομερή, ανομοιόμορφο δηλαδή προσδιορισμό της αιγιαλίτιδάς της ζώνης αναλόγως των γεωγραφικών συνθηκών, κατά τρόπο που σε ορισμένες περιπτώσεις θα καταλαμβάνει το μέγιστο επιτρεπόμενο των 12 μιλίων και σε άλλες λιγότερα των επιτρεπομένων μιλίων, προκρίνοντας καταρχήν τα 10 ναυτικά μίλια που εξασφαλίζουν την εναρμόνιση με τον εναέριο χώρο. Τρίτον, σε ό,τι αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, ιδίως λόγω της γεωγραφικής, θαλάσσιας στενότητας η οποία δεν επιτρέπει να πληρωθούν οι θαλάσσιες ζώνες αυτές στο ακέραιο για κάθε εμπλεκόμενο κράτος (ήτοι 200 ναυτικά μίλια από τα εσωτερικά ύδατα και τις σχετικές γραμμές βάσης), σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η οριοθέτηση απαγορεύεται να γίνεται μονομερώς. Απαιτείται συμφωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών. Τέταρτον, δεδομένης της αδυναμίας εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης οριοθέτησης της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, δέον να παραπεμφθεί η διαφορά στο εδρεύον στη Χάγη Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο προκρίνεται από τον καθηγητή Ροζάκη λόγω της πολυετούς πρακτικής και εμπειρίας του εν λόγω Δικαστηρίου, της παγιωμένης σχετικής νομολογίας του και της –σε κάποιον βαθμό– ασφάλειας δικαίου που αυτή προσφέρει ως φόρουμ επίλυσης της συγκεκριμένης διαφοράς έναντι της διεθνούς διαιτησίας ή του εδρεύοντος στο Αμβούργο Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας. Πέμπτον, ο δρόμος προς το συνυποσχετικό για την παραπομπή της οριοθέτησης στη Χάγη περνά από συστηματικές, ειλικρινείς και, ιδανικά, όχι περιορισμένες στην υφαλοκρηπίδα και στην ΑΟΖ διερευνητικές επαφές με τη γείτονα, οι οποίες καλό θα ήταν να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα που είχαν επιτύχει στο παρελθόν ξαναπιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησαν το 2016, οπότε και διακόπηκαν με υπαιτιότητα της γείτονος. Έκτον, αν και είναι πολύ πιθανόν η επήρεια που το προαναφερθέν Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών θα αναγνωρίσει στα ελληνικά νησιά ως προς την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα τους να υπολείπεται (σημαντικά, έως και να είναι –κατ’ εξαίρεση– μηδενική, θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος) των 200 μιλίων, αναλόγως και των ιδιαίτερων γεωγραφικών συνθηκών, του συσχετισμού του μήκους των ακτών των ελληνικών νησιών με τις ηπειρωτικές ακτές της Τουρκίας και του τι θα κριθεί ότι ικανοποιεί το σχετικό νομικό κριτήριο της ευθυδικίας, του κατά το δυνατόν δίκαιου, δηλαδή, αποτελέσματος της οριοθέτησης, η χώρα μας θα βγει συνολικά πολλαπλώς κερδισμένη – ιδίως σε σύγκριση με το status quo.   

Αυτή είναι, στους βασικούς της άξονες, η «γραμμή Ροζάκη». Αν και εκφεύγει του σκοπού του παρόντος η σε βάθος νομική ή πολιτική αξιολόγηση του πλέγματος των θέσεων που συνθέτουν τη γραμμή αυτή, δεν θα ήταν παρακινδυνευμένες ορισμένες οφθαλμοφανείς διαπιστώσεις. Η θέση του Ροζάκη είναι προσανατολισμένη στη διεθνή νομιμότητα, στη συναίνεση και στην ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μέσω νομικών εργαλείων. Επίσης, οι προτάσεις του αποφεύγουν τον μαξιμαλισμό –ο οποίος, αν αναλογιστεί κανείς το υπάρχον καθεστώς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο μέχρι σήμερα, εκ του αποτελέσματος κρινόμενος, δεν έχει αποδώσει καρπούς ή επιτρέψει στην Ελλάδα να ασκήσει/απολαύσει τα δικαιώματά της βάσει των σχετικών διεθνών κανόνων. Οι θέσεις του Ροζάκη υπολογίζουν ρεαλιστικά τα ευρύτερα δεδομένα (π.χ. συμφέροντα και συνεπακόλουθη στάση της Ρωσίας) και προτείνουν έναν «οδικό χάρτη» προς επίτευξη των στόχων που θέτουν.

Η απουσία μαξιμαλισμού, συνδυασμένη με ρεαλισμό, καλή «ανάγνωση» του διεθνούς περιβάλλοντος και της συγκυρίας, αλλά και η γνώση του σχετικού νομικού πλαισίου επιτρέπουν στον συγγραφέα να ασκήσει δριμεία και εμπεριστατωμένη κριτική στην πρακτική της γείτονος Τουρκίας – ιδίως στην πιο πρόσφατη πρακτική του καθεστώτος Ερντογάν στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία φαίνεται να γεννά έντονη δυσφορία και ανησυχία στον Ροζάκη. Του επιτρέπουν, επίσης, να θέσει άκαμπτες και ανυποχώρητες κόκκινες γραμμές για την ελληνική εξωτερική πολιτική και να προτείνει νόμιμα μέσα αντίδρασης στην τουρκική παρανομία.

Παράλληλα, όμως, η ανάλυση του καθηγητή Ροζάκη προ(σ)καλεί το αναγνωστικό κοινό ν’ αναθεωρήσει ορισμένες θέσεις που, ενδεχομένως μηχανικά σε κάποιο βαθμό, αναπαράγονται εδώ και δεκαετίες. Για παράδειγμα, λειτουργώντας παιδευτικά, το βιβλίο δίνει πλούσια τροφή για σκέψη και το έναυσμα για την αποδόμηση του «απολιθώματος» περί μίας και μοναδικής διαφοράς που η χώρα μας αναγνωρίζει (σελ. 75, 83, 97, 112, 148, 150). Το γεγονός ότι ένα κράτος δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη ορισμένων διαφορών δεν σημαίνει ότι αυτές δεν υφίστανται (νομικά και πραγματικά). Σημαίνει αποκλειστικά ότι το κράτος που δεν αναγνωρίζει τις διαφορές αυτές δεν είναι διατεθειμένο να τις θέσει στο τραπέζι από κοινού με το μέρος το οποίο τις εγείρει. Ανεξαρτήτως της αναγνώρισής της, η διαφορά υφίσταται και παράγει τα αποτελέσματά της στις σχέσεις των κρατών. Με πιο τεχνικούς όρους, η (μη) αναγνώριση μίας διαφοράς δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις στο διεθνές δίκαιο (π.χ. αναγνώριση δικαιοδοσίας δικαστηρίου, αναγνώριση κράτους κ.λπ.). Στην περίπτωση των διεθνών διαφορών η αναγνώριση απλά στερείται νομικού περιεχομένου. Επιστρέφοντας όμως στο βιβλίο του Ροζάκη, αυτό λειτουργεί εξίσου παιδευτικά όταν παραθέτει τα κριτήρια στη βάση των οποίων το Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών θα οριοθετήσει τις θαλάσσιες ζώνες των νησιών και επισημαίνει ότι το σχετικό δικαστικό τεστ στη βάση των εν λόγω κριτηρίων δεν εγγυάται πλήρη επήρεια στα ελληνικά νησιά (σελ. 27-28, 30-33, 74, 95, 109-110, 117, 121-122). Ένα τρίτο παράδειγμα ανάλυσης με παιδευτική αξία αφορά τη «μη δεσμευτική μέθοδο διαλόγου» (σελ. 97) μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, τις περίφημες δηλαδή διερευνητικές επαφές (σελ. 48-49, 97-102, 112, 149), οι οποίες, ως όρος, δεν είναι παρά ένας ευφημισμός, ένα δηλαδή πολιτικά πιο «εύπεπτο» όνομα αντί του όρου «διαπραγμάτευση εφ’ όλης της ύλης […] εξαιρουμένων, κυρίως, των θεμάτων εδαφικής κυριαρχίας» (σελ. 83).

 

Διερευνητικές επαφές

Αξίζει όμως να εστιάσει για λίγο το ανά χείρας σημείωμα στις διερευνητικές επαφές, τόσο διότι το βιβλίο του Ροζάκη προσφέρει ανεκτίμητης αξίας πληροφορίες, φωτίζοντας πτυχές τους και την εξέλιξή τους μέσα στο χρόνο, αλλά και διότι αποτελούν σημαντικό «εργαλείο», μάλιστα κομβικής σημασίας στάδιο στον «οδικό χάρτη» του Ροζάκη προς τη Χάγη. Ξεκινώντας από τις πτυχές που φωτίζει το βιβλίο, ως ιδιαίτερης βαρύτητας αξιολογούνται δύο σημεία. Πρώτον, η πρόοδος που προκύπτει ότι είχε συντελεστεί στο παρελθόν μέσω των διερευνητικών, ιδίως σε ό,τι αφορά την αιγιαλίτιδα ζώνη. Δεύτερον, η ασυνέχεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, λόγω της αλλαγής κυβερνήσεων, τόσο γενικότερα, όσο και ειδικότερα σε ό,τι αφορά το εύρος και το αντικείμενο των διερευνητικών επαφών. Αναφορικά με τη δεύτερη προαναφερθείσα διάστασή τους, δηλαδή τον σημαίνοντα ρόλο που τους αναγνωρίζει ο καθηγητής Ροζάκης, ο ρόλος αυτός δεν περιορίζεται στο δρόμο που «στρώνουν» οι διερευνητικές επαφές προς τη Χάγη· οι διερευνητικές ελληνοτουρκικές επαφές προσφέρουν επίσης έναν πολύτιμο δίαυλο επικοινωνίας που δύναται ν’ αποκλιμακώνει εντάσεις. Οι δυνατότητες που προσφέρουν οι διερευνητικές επαφές αλλά και το «κεκτημένο» τους, οι πολλά υποσχόμενοι καρποί δηλαδή που είχαν αποδώσει σε καιρούς λιγότερο χαλεπούς στις σχέσεις Ελλάδος-Τουρκίας, είναι πιθανότατα και οι λόγοι που εξηγούν γιατί ο Ροζάκης φαίνεται να τις «πονά». Το βιβλίο διαπνέεται από την ευγενή φιλοδοξία του συγγραφέα του να καταστήσει σαφή την αξία των διερευνητικών επαφών, ώστε να τους δοθεί μία δεύτερη «ζωή», με απώτερο σκοπό τη Χάγη – κατά τρόπο, όμως, που ιδανικά θα έχει απαλλάξει τη δικαστική επίλυση των όποιων διαφορών από «βαρίδια» (π.χ. αποστρατιωτικοποίηση) ή από «προκρίματα», όπως το εύρος της αιγιαλίτιδας.       

Είναι βατός ο οδικός χάρτης που προτείνει ο Ροζάκης; Μπορεί να επιτύχει τους στόχους που εξυπηρετεί; Σίγουρα, η δυναμική της πολιτικής «καρότου και μαστιγίου» του Ελσίνκι –το οποίο εκμεταλλεύτηκε την τότε προσδοκία της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ ως «μοχλό» επίλυσης του Κυπριακού, ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ ανεξαρτήτως επίλυσης του προβλήματός της και «κοινοτικοποίησης των ελληνοτουρκικών» (όπως, χαρακτηριστικά, γράφει ο Ροζάκης – σελ. 47), με κορωνίδα την από κοινού προσφυγή Ελλάδας και Τουρκίας στη Χάγη- είναι πλήρως απισχνασμένη. Ο Ροζάκης περιγράφει επίσης στο βιβλίο του με σαφήνεια τη μεταστροφή Ερντογάν. Όντως, τα δεδομένα αυτά φαλκιδεύουν την προοπτική επίτευξης συνυποσχετικού για δικαστική επίλυση των διαφορών και ναρκοθετούν τη λειτουργία των όψιμων (και πιθανώς προσχηματικών από πλευράς Τουρκίας) διερευνητικών επαφών.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάλυση του Χρήστου Ροζάκη προτείνει ορισμένες εναλλακτικές δυνατότητες, όπως η από κοινού προσφυγή με τη Λιβύη στη Χάγη προκειμένου να διαπιστωθεί η παρανομία του Μνημονίου οριοθέτησης μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης (σελ. 112-114, 119-123). Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για μία πρωτότυπη, άκρως ενδιαφέρουσα, σε κάποιο βαθμό νομικά και πολιτικά πρώιμη πρόταση η οποία αξίζει περαιτέρω έρευνας από την ελληνική διεθνολογική κοινότητα ως προς τις λεπτομέρειές της – π.χ. το παραδεκτό της (admissibility) από τη διεθνή δικαιοσύνη (π.χ. Monetary Gold principle). Η ευρωπαϊκή πίεση προς την Τουρκία είναι μία άλλη μέθοδος την οποία φωτίζει η ανάλυση του Ροζάκη. Σίγουρα, οι προτάσεις αυτές δεν σκοπεύουν να προσφέρουν μια ολοκληρωμένη στρατηγική, όπως ήταν αυτή του Ελσίνκι. Όλο, όμως, το βιβλίο δείχνει, με συνέπεια, προς μία σαφή κατεύθυνση: τη μέσω διερευνητικών επαφών προετοιμασία του εδάφους για δικαστική επίλυση στη βάση των σχετικών κανόνων και της νομολογίας του διεθνούς δικαίου. Στη διαδρομή αυτή, πάμπολλα νομικά ζητήματα και ερωτήματα θα εγερθούν και οι ειδικοί μας του διεθνούς δικαίου θα κληθούν να βασιστούν στην επιχειρηματολογία του Ροζάκη, αλλά και να την εμπλουτίσουν.

Ολοκληρώνοντας το κείμενο αυτό, πρέπει να αναγνωριστεί στον καθηγητή Ροζάκη και ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμά του που απορρέει (διά της απουσίας του) από το βιβλίο του. Αναφέρομαι στην παντελή απουσία οίησης και αυτοπροβολής, η οποία όμως, όσο κι αν αποτελεί αρετή, στη συγκεκριμένη περίπτωση αποστερεί από το αναγνωστικό κοινό από δύο σημαντικά στοιχεία. Πρώτον, η μη μυημένη αναγνώστρια ή ο μη μυημένος αναγνώστης ίσως να μην αντιληφθούν ότι όταν ομιλεί ο Χρήστος Ροζάκης για τη λειτουργία της διεθνούς δικαιοσύνης ομιλεί ένας εκ των πραγματικά ελαχίστων Ελλήνων που τη γνωρίζει βιωματικά και σε βάθος, όχι μόνο ως έγκριτος ερευνητής και πανεπιστημιακός δάσκαλος, αλλά και ως διεθνής δικαστής κύρους με μακρά ευδόκιμη θητεία στο ανώτατο επίπεδο. Δεύτερον, το αναγνωστικό κοινό παραμένει στο σκοτάδι ως προς την ενδεχόμενη προσφορά του καθηγητή και πολιτικού Χρήστου Ροζάκη στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και των ελληνοτουρκικών σχέσεων μέχρι σήμερα. Η άγνοια αυτή ας δικαιολογήσει τον περιορισμό της ευχαριστηρίου καταληκτικής φράσης του παρόντος στα του βιβλίου και μόνον του Ροζάκη – και όχι στα όσα ενδεχομένως έχει προσφέρει υπό άλλες ιδιότητές του. Οφείλουμε χάριτες, λοιπόν, στον καθηγητή Ροζάκη για το πρόσφατο βιβλίο του, το οποίο, άνευ παραμικρής αμφιβολίας, διαφωνεί ή συμφωνεί κανείς με τις θέσεις του, θα γονιμοποιήσει τον δημόσιο διάλογο και τη σχετική ακαδημαϊκή έρευνα.

Βασίλης Π. Τζεβελέκος

Αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ, μέλος του Ελληνικού Φόρουμ Δημόσιας Πολιτικής.                                                                                                                                               

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.