Σύνδεση συνδρομητών

Ο Ευρωπαίος

Σάββατο, 09 Μαϊος 2026 09:42
Estate of George Grosz / Princeton VG Bild-Kunst - Bonn 2022
Γκέοργκ Γκρος, Περαστικοί (1926).
Estate of George Grosz / Princeton VG Bild-Kunst - Bonn 2022

Gregor von Rezzori, Μια ερμίνα στο Τσέρνοπολ, μετάφραση από τα γερμανικά: Δέσποινα Κανελλοπούλου, Δώμα, Αθήνα 2025, 508 σελ.

Κριτικά εικαστική γραφή, ένας Γκρος ή Όττο Ντιξ με γραφομηχανή. Ο Γκρέγκορ Φον Ρετσόρι χλευάζει ταυτόχρονα τις μάζες που υφίστανται αλλά και κάθε πολεμοχαρές παχύδερμο ή μανιακό που θα οδηγήσει σε σφαγή την Ευρώπη για το «έθνος» (το κάθε έθνος) σε δύο μάλιστα πολέμους – περιγράφει ταυτόχρονα τη φρίκη και το γελοίο. Οι λέξεις του, γοητευτικές: «εύθρυπτος», «άφυλη», «αχειροποίητη», «μια αγιοσύνη δίχως καλοσύνη», «ολβιότητα», «αγχέμαχη», «η αδυναμία είναι μια αμείλικτη συνθήκη», «ένας θάνατος θεσπέσιος»… Ο λόγος του μας ανήκει, εκφράζει την πολυεπίπεδη βαθύτητα και εμπειρία της δικής μας Ευρώπης, της ποιοτικής Ευρώπης, δυτικής και ανατολικής, βόρειας και νότιας, της διαχρονικής-αιώνιας ιστορικής ταυτότητας και ενότητας.

Η γραφή του Γκρέγκορ Φον Ρετσόρι (1914-1998), αρχετυπικά αυτοβιογραφική, δήθεν μυθιστορηματική μα βαθιά ιστορική, εμπνέει αμέσως τον αναγνώστη και τον ωθεί σε μια συνεχή διανόηση, σε έναν διαρκή προβληματισμό γύρω από την ευρωπαϊκή πολιτισμική παρακαταθήκη και ταυτότητα. Ο ίδιος είναι ένας «εστέτ», ένας αισθητής στη γραμμή του Τόμας Μαν, του Στέφαν Τσβάιχ και του Άρθουρ Σνίτζλερ (γραμμή που κορυφώνεται με τον Προυστ), ο οποίος γράφοντας στα γερμανικά και ασκώντας κριτική κυρίως στα κακώς κείμενα του γερμανικού μικροαστικού εθνοτισμού παράλληλα αναθεματίζει ως διαχρονική μπαναλιτέ κάθε συγγενή εθνοκαθαρτική τάση, κριτική τόσο επίκαιρη σε μας σήμερα στις μέρες της επανεμφάνισης των εθνικισμών. Η χριστιανική ή η ισοδύναμη κομμουνιστική προφητεία, και κάθε είδους αποκαλυπτική προφητεία-απάτη με μεταφυσικό-θρησκευτικό υπόβαθρο, δεν ξεφεύγει φυσικά από τη σατιρική ματιάς του και αποδεικνύει ότι πίσω από τη γερμανική σκευή του συγγραφέα λειτουργεί σε πλήρη ταχύτητα η ιταλική commedia dell’arte, η ειρωνεία της τελευταίας πρότασης, που μόνο στον Καβάφη έχει το δικό μας ανάλογο αστικό προηγούμενο (όλα μαζί, απαράμιλλη φινέτσα και παρακμή, υψηλή τέχνη και ρεαλισμός, παραπέμπουν άμεσα στον κινηματογραφικό Βισκόντι).

 

Ένας τέλειος παρατηρητής

Το τέχνασμά του είναι το παιδικό βλέμμα, αυτό μόνο μπορεί να αντιμετωπίσει τα πάντα με την καθαρότητά του, το οποίο όμως στην ενηλικίωσή του ταυτίζεται με το επιστημονικό βλέμμα, άρα με τη στοχαστική θέση του διανοουμένου, χωρίς άκαμπτες ηθικολογίες και πληρωμένες στρατεύσεις. Ο εστέτ Ρετσόρι, συλλαμβάνοντας βαθιά την αλλοτρίωση του γερμανισμού (Entfremdung), βρίσκεται σε άμεση σχέση με τη γερμανική παραστατική παράδοση των παλιών ζωγράφων (συνεχείς οι αναφορές στον Αλτντόρφερ, στον Ντύρερ, στον Μπρύγκελ, αλλά και έμμεσα στον Φρήντριχ («σαν τα ανεστραμμένα είδωλα των καθεδρικών ναών όπως καθρεφτίζονται στα πολυτραγουδισμένα τους ποτάμια») και στον Μουνχ («το στόμα με την αιώνια αγέννητη κραυγή») και όταν η γραφή του γίνεται κριτικά εικαστική, τότε ο ίδιος ζωγραφίζει πορτρέτα με το πινέλο μεταμορφωμένος σε Γκέοργκ Γκρος, σε Όττο Ντιξ, χλευάζοντας τον πρώσσο στρατιωτικό με τα μυτερά μουστάκια, το ξυρισμένο κεφάλι «με το πιγούνι χαμένο στο αρχοντικό διπλοσάγονο», την τεράστια μπάκα (μαζί και οι μάζες-στρατιές των ανθρώπων-μυρμηγκιών που θέλοντας και μη θα αφανιστούν) και κάθε πολεμοχαρές παχύδερμο ή μανιακό που θα οδηγήσει σε σφαγή την Ευρώπη για το «έθνος» (το κάθε έθνος) σε δύο μάλιστα πολέμους, η φρίκη και το γελοίο έντεχνα μαζί. Οι λέξεις του, γοητευτικές: «εύθρυπτος», «άφυλη», «αχειροποίητη», «μια αγιοσύνη δίχως καλοσύνη», «ολβιότητα», «αγχέμαχη», «η αδυναμία είναι μια αμείλικτη συνθήκη», «ένας θάνατος θεσπέσιος», κομμάτια μιας πανοπλίας αλληγορικής με ψυχαναλυτικές αναφορές, με κέντρο το Τσέρνοπολ της Ανατολής στα 1920-30 (στην πρόσφατη αρχαιότητα σημείο σύγκρουσης των Τούρκων με τους διάφορους χριστιανούς της αυτοκρατορίας), μια «αποθήκη των απάτριδων», η ίδια η μεικτή Ευρώπη (και όχι η «βαλκανική», όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο), και πρωταγωνιστές διάφορους αλληλεξαρτώμενους και αντιφατικούς εθνικούς χαρακτήρες (αστικούς και ημιάγριους), κυρίως όμως ο «τελευταίος ιππότης», ο γοητευτικός και απόμακρος ουσσάρος Τίλντυ με τη στολή πάνω στο άλογο, ίσως μεταφορικά ο ίδιος ο συγγραφέας (σίγουρα το αγαπημένο του πρότυπο), ο παντρεμένος με την όμορφη αριστοκράτισσα και σαλεμένη ή απλώς υπερευαίσθητη λόγω μορφίνης Στούρτζα (της γνωστής σε μας από τον Καποδίστρια οικογενείας), ο οποίος ακριβώς ως πρόσωπο με παλιά αυτάρκεια, ως τζεντιλουόμο, συγκρούεται με τον περίγυρο, κυρίως με τον ασεβή νεόφυτο ιδεολόγο Ναστάζε, τον «Προφήτη», ένα βαθιά συμπλεγματικό υποκείμενο όπως όλοι οι ιδεολόγοι, που το σιγοντάρει η εξουσία. Μια αλληγορία τού πώς ο ορθός λόγος-στάση μολύνεται από την ιδεολογία και το συμφέρον (με την αγγλίδα γκουβερνάντα των πρώτων χρόνων να συνιστά το διαρκές αντίβαρο, αν και απούσα η ίδια πια όσο η ζωή προχωράει προς την κοινωνικοποίηση και το παράλογο). Ο Τίλντυ θα υποφέρει ακλόνητος, θα εγκλειστεί μέχρι και σε φρενοκομείο, αλλά ακόμα και εκεί συνιστά έναν θετικό πολιτισμικό παράγοντα, αφού είναι αυτός που «απελευθερώνει» έναν αμόρφωτο σλάβο φρενοβλαβή ώστε να απαγγέλλει αναρίθμητα άγνωστα γερμανικά ποιήματα (ασφαλώς με δάνεια από τη ρωμαϊκή παράδοση, τον Γκαίτε, τον Σίλλερ κ.λπ.), εμπλουτίζοντας έτσι τη γερμανική γραμματεία (άλλη μια αλληγορία ενάντια στον εθνικισμό). Ο Τίλντυ, ένα πρότυπο που αποσυντίθεται, εντάσσεται αναγκαστικά στη γραφικότητα των πάντων και χάνει τον ηρωισμό του.

Ο μικροαστικός κίνδυνος ή αλλιώς το γραφικό-γκροτέσκο βρίσκεται παντού: Ο γείτονας, γερμανός καθηγητής-αντισημίτης Feuer με τη στρατιά του από ξανθά παράγωγα, την «πυρρόξανθη αγέλη», ένα «ολόκληρο τάγμα» το οποίο θα διευρύνετο «αν η κυρία Feuer δεν είχε πεθάνει λίγα χρόνια πριν (κατά την εκπλήρωση του μητρικού της καθήκοντος)», κατοικούν σε ένα γλυκερό σπιτάκι. «διασταύρωση καλύβας στον Μέλανα Δρυμό και ύστερου μεσαιωνικού κάστρου en miniature», ένα παιχνιδόσπιτο που κρύβει καλά στη μαγική αυλή του ένα σύστημα όπλων για να πυροβολούνται οι ενοχλητικοί εβραίοι πλανόδιοι πωλητές. Οι απειλές μαζεύονται τριγύρω, το ίδιο και τα ευτράπελα. Ψήγματα του εθνοτισμού και του αντισημιτισμού αναγνωρίζονται πια και εντός της μετριοπαθούς οικογένειας και της εστίας (δείγμα πως το υποκείμενο δεν ξεφεύγει της εποχής του): ο τζογαδόρος ρώσος θείος Σεργκέι, φτωχός εμιγκρές της επανάστασης αλλά υπηρετήσας τον τσάρο στην Garde a cheval, άδικα κατατάσσεται στους επιρρεπείς στον ποδόγυρο, η αγγλίδα γκουβερνάντα επίσης άδικα μεταλλάσσεται σε εβραία αφού γράφει το «ροζάριο» αναλόγως, ενώ αυτό εξηγείται φιλολογικά αφού γνωρίζει την ανάλογη γραφή στον Άμλετ. Είναι όμως εντός του προστατευμένου αστικού-οικιακού salon που, με μπρίο και εξυπνάδα, με τις ιταλικές άριες να ανεμίζουν και με τα χειροφιλήματα να διαδέχονται το ένα το άλλο, σαν μια μορφή τέχνης μαθαίνονται τα νέα της πόλης, σιγοπίνοντας τα κιρς και καπνίζοντας τα πούρα, ιδίως με τις επισκέψεις του φανταχτερού επάρχου Ταρανγκολιάν, και αρχίζει να αναπτύσσεται μπροστά στα μάτια των βουβών παιδιών και του ίδιου του συγγραφέα ο κομψός κόσμος, ο κοσμοπολιτισμός και η κριτική διάθεση (πάντα με ένα επίμετρο στα γαλλικά). Ο Rezzori θα γίνει έτσι ένας τέλειος παρατηρητής, και τι παρατηρητής μάλιστα, αφού καταφέρνει να επιβιώσει του δευτέρου πολέμου, ως δήθεν Ρουμάνος, στο Βερολίνο χωρίς καν να καταταγεί! 

Ο ρόλος των γυναικών στον κόσμο του συγγραφέα είναι πρωταρχικός, θετικός και αρνητικός. Ένα (ακόμη) πρόσωπο που θα λατρέψει ο Ρετσόρι είναι η μαντάμ Αριτόνοβιτς, η ρωσίδα δασκάλα και διευθύντρια του ιδιωτικού σχολείου που θα φοιτήσει (μετά την αποτυχία του κυρίου Αλεξιάνου, του εθνικού Ρουμάνου και πειθήνιου ακολούθου του Ναστάζε). Πρόσωπο του τόσο καλαίσθητου και ευρωπαϊκού ρωσικού 19ου αιώνα, η κυρία αυτή από την Αγία Πετρούπολη προτιμάει να εντάσσει μεν τα παιδιά στις καλότροπες συνήθειες, όπως το μπαλέτο του Τσαϊκόφσκι, παράλληλα όμως χορηγεί σε αυτά εντέχνως εκείνες τις απαραίτητες δόσεις ρεαλισμού ώστε να συνειδητοποιούν ήδη τον επερχόμενο πόνο και τις απογοητεύσεις της ενήλικης ζωής, την ανθρώπινη βλακεία, την καταπίεση της δημιουργικότητας, την παλιά και νέα γραφειοκρατία («δεν πρέπει να προστατεύουμε τα παιδιά από κανένα πικρό ποτήρι»). Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε υπάρχουν και οι κακοί δάσκαλοι. Συμμαθητές γερμανάκια και εβραιόπουλα δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν, μιλάνε γαλλικά και ανταλλάσσουν αγαπημένα λογοτεχνικά κείμενα από τον Ντίκενς και τον Γκαίτε ώς τον Κίπλινγκ και τον Ντισραέλι (με τους ισπανικούς διωγμούς και τα ρωσικά πογκρόμ να γίνονται κτήμα κοινού μαθήματος θρησκευτικής ιστορίας). Το δε εβραϊκό στοιχείο είναι οργανικό της όλης μεικτής κοινωνίας και ταυτοτικό, και όχι η εκτρωματική αντίδραση στο χιτλερικό έκτρωμα. Η αίσθηση της αποξένωσης (Entfremdung) εμφιλοχωρεί όμως ασυναίσθητα και ανάμεσα στα παιδιά, ως ένα είδος ανεξήγητης ενοχής, μια ετερότητα που τα ίδια βιώνουν απροσδιόριστα και βασανιστικά αφού συγκρούεται με την ανοιχτότητα της παιδικότητας.

Όλοι, αστοί και χωρικοί, Γερμανοί, Αυστριακοί, Ρουμάνοι, Πολωνοί, Ρώσοι, Έλληνες και Εβραίοι, σέβονται πάνω απ’ όλα, λόγω φόβου, τη μορφή του γερο-Πασκάνο, ενός αναλφάβητου ορεσίβιου που πλούτισε υπέρμετρα με κάθε λογής λοβιτούρες. Μια αρχετυπική νόρμα εξουσίας βασισμένη στην οικονομική και φυσική δύναμη αλλά και στη φήμη που πολλαπλασιάζεται από την αφελή κοινότητα, νόρμα η οποία καταλύει κάθε έννοια αξιοκρατίας. Είναι το αντίπαλο δέος της αισθητικής, αυτός που διατείνεται ότι κατέχει αμύθητο χρυσό, διαμάντια, μέχρι και έναν πίνακα του Τιτσιάνο, ο οποίος βέβαια αποδεικνύεται στο τέλος πλαστός. Μαζί με τα «βρωμόνερα» του Τσέρνοπολ, τις κακόφημες συνοικίες με τις πουτάνες, την άξεστη προφορά και ένδυση των λαϊκών, την ελευθέρια συμπεριφορά των συζύγων με τους μέθυσους άντρες, ο γερο-Πασκάνο και το ακόρεστο «εγώ» του συνιστά την απαραίτητη αρνητική πλευρά του βιολογικού όλου, την αποσύνθεση ενάντια στη σύνθεση, την αναγκαία υπενθύμιση του πόσο όμορφο είναι το καλό και πόσο καλό το όμορφο.

 

Η ευρωπαϊκή βαθύτητα

Σήμερα, όταν η απειλητική φαιδρότητα και ο απόλυτος κρετινισμός ενός (μεταϊμπεριαλιστή) προέδρου Τραμπ, συνδυαζόμενα με τον βίαιο κυνισμό ενός (μετασοβιετικού) προέδρου Πούτιν (και των ακολούθων τους), τοποθετούν την όποια δική μας ποιοτική Ευρώπη, δυτική και ανατολική, βόρεια και νότια, σε στενωπό, καλό είναι να συνειδητοποιούμε την πολυεπίπεδη δική μας βαθύτητα και εμπειρία, τη δική μας διαχρονική-αιώνια ιστορική ταυτότητα και ενότητα, και κείμενα όπως το εν λόγω του Ρετσόρι αφυπνίζουν προς αυτή την κατεύθυνση. Πολύ περισσότερο όταν πίσω από τα σχηματικά αυτά πρόσωπα κρύβονται διαδικασίες «ζωτικού χώρου», εθνικισμού-ρατσισμού, αποπροσωποποίησης, λαϊκισμού-φασισμού και τεχνολογίζουσας αποχαύνωσης, όταν το μόνο αντίδοτο είναι ο βαρύς (και γενετήσια) ευρωπαϊκός μας πολιτισμός, έστω αυτός ο κοινός καταστροφικός, ο ενοχικός χωρίς γερμανικές αποζημιώσεις αλλά με πλείστα γερμανικά αγαθά, ο σήμερα προβληματικός του ολόδικού μας μορφωτικά ανάπηρου κράτους-κοινωνίας, ο ιστορικά πληγωμένος και φιλελεύθερα αντιφατικός, που πολλάκις εκφράζει «τον πόθο για το ακριβώς αντίθετο της ομορφιάς», που παρουσιάζει και ο Ρετσόρι. Ο συγγραφέας αποδεικνύει πως ο καλός αισθητής είναι και ένας καλός διανοούμενος, ένας καλός εμπειρικός φιλόσοφος:

Γιατί ποτέ άλλοτε δεν βιώνουμε τον κόσμο τόσο απόλυτα όσο όταν είμαστε ήσυχα μόνοι με τον εαυτό μας – μια κατάσταση που προσεγγίζει εκείνη της ανυπαρξίας και αποτελεί, υπό μία έννοια, μακρινό απόηχο της εποχής που δεν υπήρχαμε ακόμα, πριν γεννηθούμε, ή πρόγευση της εποχής που δεν θα υπάρχουμε πια, του θανάτου.

Παρά την κατάθλιψη και την ισοπέδωση στην αφήγηση που φέρνει ακριβώς η συνειδητοποίηση του θανάτου, ο Ρετσόρι θα τολμήσει στο τέλος τον από μηχανής θεό, την ανάταση, τον έρωτα, στο πρόσωπο της νεαρής τροτέζας Μιτιτίκας Πιοβάρτσιουκ (αυτής που φορά στο γιακά της ένα ξεθωριασμένο ρετάλι από γούνα ερμίνας) για να δικαιώσει, έστω και στιγμιαία, τον ξεπεσμένο αριστοκράτη ήρωά του, τον Τίλντυ, τον εαυτό του: «η αντίσταση στην απόγνωση που είναι σύμφυτη με την ύπαρξή μας». Εδώ, με τη συμμετοχή του λατινιστή και αλκοολικού καθηγητή Λιουμπανάρωφ, ο συγγραφέας, σαν άλλος Γιουβενάλης, σαν άλλος Πέρσιος Φλάκκος, θα κτυπήσει στη ρίζα του ιδεώδους ελληνορωμαϊκού κλασικού (βασικού υπαίτιου του γερμανισμού), όταν αυτό υπονομεύεται από τους ίδιους τους πόρνους αυτοκράτορες και τις αυγούστες πόρνες. Η σάτιρα (και η τέχνη) ουσιαστικά υπονομεύει την περηφάνια και διδάσκει στον άνθρωπο τα μετρημένα του όρια.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: https://booksjournal.gr/kritikes/logotexnia/5958-otan-mia-aftokratoria-peftei

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.