Σύνδεση συνδρομητών

Ένας μόνος στο έρημο βουνό

Κυριακή, 27 Απριλίου 2025 10:22
Ο Δημήτρης Καρακίτσος. Bαθύτατος γνώστης της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού λογοτεχνικού κανόνα, αλλά και ένας συγγραφέας που θέλει να πειραματιστεί, που θα αφεθεί στο γκροτέσκο και το παράλογο χωρίς αναστολές, που θα εισάγει υπαινικτικό χιούμορ σε κάθε παράγραφό του.   
Δημήτρης Μπαντέκας
Ο Δημήτρης Καρακίτσος. Bαθύτατος γνώστης της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού λογοτεχνικού κανόνα, αλλά και ένας συγγραφέας που θέλει να πειραματιστεί, που θα αφεθεί στο γκροτέσκο και το παράλογο χωρίς αναστολές, που θα εισάγει υπαινικτικό χιούμορ σε κάθε παράγραφό του.  

Δημήτρης Καρακίτσος, Αυτός ο χειμώνας. Νουβέλα, Αντίποδες, Αθήνα 2024, 175 σελ.

Είναι η φύση ίσως γεμάτη παρεμβάσεις, γεμάτη μονοπάτια και εκτοπισμένα ζώα και ίχνη από οχήματα μεγάλου κυβισμού και απομεινάρια κυνηγών. Είναι ζόρικο πράγμα η φύση, για να μπορείς να τη φέρεις στα μέτρα σου. Ο Στέργιος, που επέλεξε να ζήσει μόνος αυτό το χειμώνα του 1989-90, στο βουνό, φύλακας σε ένα έρημο χωριό, το ξέρει. Και προτιμά να αφεθεί εντός της φύσης – όχι από κοσμοθεωρία (δεν είναι δα ένας Έλληνας Θορώ), αλλά από ένστικτο, από ταπεινότητα. Τι είναι όμως ο Στέργιος. Μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί του; [TBJ]

 

Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι. Ήθελε να μείνει εκεί όλο το βράδυ. Να ξαπλώσει και να πάρει κουβέρτα το τοπίο.

Τη γραφή του Δημήτρη Καρακίτσου τη συνάντησα τυχαία, όταν φίλος αναφέρθηκε στον συγκλονιστικό διαδικτυακό του Δνείπερο, μια ελεγεία των ημερών και του τρόμου και του θανάτου που έσπειρε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Αμέσως μετά αναζήτησα όλα όσα είχε εκδώσει έως τότε και ανακάλυψα έναν βαθύτατο γνώστη της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού λογοτεχνικού κανόνα, αλλά και έναν συγγραφέα που θέλει να πειραματιστεί, που θα αφεθεί στο γκροτέσκο και το παράλογο χωρίς αναστολές, που θα εισάγει υπαινικτικό χιούμορ σε κάθε παράγραφό του.

Το Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους (εκδόσεις Ποταμός), το ωριμότερο έως τώρα έργο του, ήταν ένα μελαγχολικό bildungsroman που αφηνόταν στο παράλογο: μεταξύ άλλων, ένας εκ των ηρώων θα κληθεί να αναμετρηθεί με μια άλλη εκδοχή του εαυτού του, που έχει ταξιδέψει στο χρόνο. Λίγο νωρίτερα σημείωνε πως «είναι αγώνας η λογοτεχνία, μια μάχη όπου στήνεις τον εαυτό σου απέναντι και ξεκινάς με γροθιές να σπάσεις την επιφάνεια του καθρέφτη».

 

Αυτός στη φύση

Ο ήρωας του Αυτός ο χειμώνας, του πρόσφατου αφηγήματός του, έχει όλο το χρόνο και όλον τον περιβάλλοντα χώρο δικό του για να αναμετρηθεί με τον εαυτό του. Αυτός ο χειμώνας είναι ταυτόχρονα μια ακόμη μεταμόρφωση του Καρακίτσου ως συγγραφέα: είναι κι αυτός μόνος του με τις λέξεις, με την αλήθεια τους, με την απόφαση να γράψει μια «στρωτή» ιστορία, ένα «παραδοσιακό» αφήγημα, χωρίς χιούμορ και παράλογο. 

Τι ζητάς όταν διαβάζεις ένα «παραδοσιακό» αφήγημα; Να ανιχνεύσεις τον ήρωά του, να συμπλεύσεις με τους μηχανισμούς της ψυχής και του νου του. Να μπεις στο χώρο και στις ώρες της αφήγησης, να περιμένεις την επόμενη μέρα, να έχεις σημειώσει στο μυαλό σου λεπτομέρειες που περιμένεις να αναδυθούν αργότερα ως καθοριστικές. Να σε πάρει από το χέρι το ύφος του, να ανακαλύψεις απρόσμενες απολαύσεις στην γραφή – μια λέξη, μια παρομοίωση, ένα κλείσμο του ματιού στο λόγιο. Αυτός ο χειμώνας είναι ένα μείζον άλμα γραφής, είναι μια μελαγχολική αναμέτρηση με τις νόρμες και με τη φύση.

Ο Στέργιος, ο ήρωάς του, είναι ένας νέος άνθρωπος στην επαρχία, σε ένα ορεινό χωριό των Γρεβενών, στα σύνορα με το νομό Ιωαννίνων – πιο εύκολα πάει ίσως κανείς από το Περιβόλι στη, γιαννιώτικη, Βοβούσα, παρά στα Γρεβενά. Ο Στέργιος αποφασίζει να μείνει μόνος φύλακας του χωριού για το χειμώνα. Τα προηγούμενα χρόνια ήταν κι άλλοι φύλακες, αυτή την φορά θα είναι αυτός και κλειστά σπίτια και χιόνι και φύση και κάποιος σπάνιος περαστικός. Για πολλές εβδομάδες. Είναι ο χειμώνας του 1989-1990. Δεν υπάρχουν κινητά τηλέφωνα. Δεν περιμένεις να πιάνει η τηλεόραση κανάλια, το ραδιόφωνο κάτι περισσότερο από τα κρατικά. Εκεί στο βουνό δεν είναι απαραίτητες οι κεραίες που μεταφέρουν «πολιτισμό». Δεν είναι και των βιβλίων ο Στέργιος, ένα Προσευχητάρι τον απορροφά πού και πού, «του λαού σου την λύπην εις χαράν μετάβαλε». Ο Στέργιος θα πρέπει να περάσει αυτό το διάστημα με τον εαυτό του, με το τοπίο, με τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, με μερεμέτια σε σπίτια συγχωριανών, με μια στοιχειώδη αυτοσυντήρηση. Ένας μακρύς, βασανιστικός χειμώνας.

Είναι κι αλλιώτικη η ζωή στα βουνά. Ώρες ώρες, οι μέρες μοιάζουν με χαλασμένη βρύση. Σταγόνες που δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς.

Και με ερωτήσεις. Στον εαυτό του. Για το ποιος εντέλει είναι, ποιος θα είναι σε λίγα χρόνια. Ποιος μπορεί να είναι. Αν είναι ένας μοναχικός ή αν απλά έχει παραδοθεί στη μοναξιά – «θέλεις να κλείσεις τα μάτια και να εξαφανιστούν τα πάντα, όπως με τόση σοφία κάνει η στρουθοκάμηλος». Αν μπορεί να υπάρξει μαζί με κάποια άλλη – έχει όνομα αυτή η κάποια άλλη, Σοφία. Έμοιαζε να είναι ταιριαστό ζευγάρι, αλλά το ταίριασμα απαιτεί και κοινή προοπτική. Ο Στέργιος δείχνει δέσμιος του χωριού, η Σοφία βλέπει τα αδιέξοδα. Δεν μπορούν να είναι μαζί, παρά την έγνοια και την εγγύτητα που αναδύεται στην όποια επικοινωνία τους. Όταν συνειδητοποιείς τι άνθρωπος είσαι, «οι ψευδαισθήσεις αραιώνουν, διαλύονται σαν το μελάνι στο νερό». Ο μακρύς μοναχικός χειμώνας εξαναγκάζει σε συνειδητοποίηση:

έτσι και λύσεις ένα μηχάνημα, βλέπεις από πόσα εξαρτήματα είναι φτιαγμένο. Έτσι είναι οι άνθρωποι, κι αυτοί φτιαγμένοι από κομμάτια είναι... πράγματα που τους είναι αρεστά κι ευχάριστες αναμνήσεις, τα οικεία τους πρόσωπα, χρόνια που δεν γυρίζουν πίσω, λάθη και παραλείψεις, κουβέντες που δεν ειπώθηκαν ή που δεν θα έπρεπε να ειπωθούν, φιλιά που δεν δόθηκαν και φιλιά που διαιωνίζονται λες και είναι δικός τους όλος ο χρόνος.

Ο Στέργιος δεν θέλει να αναμετρηθεί με ανθρώπους, προτιμά το χιόνι, το δάσος, τα άγρια ζώα. Θέλει να αγναντεύει ανοιχτούς χώρους. Είναι ευπρόσδεκτες οι παροδικές, σπάνιες συναντήσεις του με ανθρώπους, αλλά είναι περισσότερο θελκτικές οι περιπλανήσεις, οι αλλαγές του τοπίου, οι υποσχέσεις του δάσους, εκεί όπου «δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια – όπου σταματάει ο δρόμος αρχίζει ένας άλλος. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη ζωή». Ο Στέργιος γνωρίζει, είναι διατεθειμένος, για τα ανταλλάγματα:

Κι όμως είναι τόσο όμορφα. Δες, για παράδειγμα, πώς μυρίζει το δάσος την άνοιξη. Έρχεται το χωριό και σε στολίζει με γιρλάντες από αρχέγονο αέρα. Σε βαφτίζει στα νερά της Φαντίνας. Στα πηχτά του ηλιοβασιλέματα, την ώρα που σηκώνεται το αγιάζι. Τι και αν σου ζητά για αντάλλαγμα την ελευθερία σου; Όλοι αυτό σου ζητούν, στο κάτω κάτω. Γι’ αυτό και κανείς δεν είναι αληθινά ελεύθερος.  

Πόσο εύκολο είναι να ταυτιστείς με έναν τέτοιον ήρωα; Για τον άνθρωπο της πόλης μπορεί να μοιάζει γραφικός, ημιάγριος, ή και ύποπτα παράξενος ένας τέτοιος τύπος – το νιώθει κι ο Στέργιος στο βλέμμα δυο νεαρών ορειβατών, ορεινών περαστικών περιπατητών της πόλης. Για τον άνθρωπο της πόλης δεν υπάρχει χρόνος να σταθεί, να ακούσει τον άνεμο, να θυμηθεί τη λέξη «θρόισμα», να περιμένει το χιόνι, να ψάξει για πατημασιές ζώων, να δει πώς κυλάνε τα νερά του ποταμιού, να δει τι φυτρώνει στις όχθες του. Για τον Στέργιο, πάλι,

υπήρχαν τα δέντρα και ο ίσκιος των δέντρων. Τα χρώματα του σούρουπου. Οι στρόβιλοι του Αράου Άλμπου και τα νερά. Τα μενεξεδένια άνθη της Κενταύρειας, το παγωμένο χιόνι. Η μυρωδιά της όχθης και οι καταιγίδες. Η απόχρωση της φτέρης, τα βράχια, οι οξιές και τα ρόμπολα, που γέρνουν στο έδαφος μόλις γεράσουν. Υπήρχαν στάνες, τα κατσίκια και τα πρόβατα, τα ξύλινα κουτάλια. Τα υφαντά. Οι βίδρες, οι νανοχέντρες και οι χελώνες. Οι γουστέρες. Οι αγριόγατες. Το νερό της Φαντίνας. Το πάτωμα του ναού του Αγίου Γεωργίου και οι φθαρμένοι άγιοι στους τοίχους του. Η τριχιά της καμπάνας του Αγίου Νικολάου. Το μεσοχώρι, το καφενείο, οι παρέες. Η λύπη όταν πρέπει να φύγεις από το χωριό και η χαρά όταν γυρίζεις.

Δεν είναι δειλός ο Στέργιος στην προοπτική του πολιτισμένου κόσμου, είναι που περιορίζεται ο ορίζοντάς του. Και δεν μπορεί να το αναιρέσει αυτό ούτε η υπόσχεση της Σοφίας, της αγάπης και της εγγύτητας, αν είναι να τη ζήσεις στα Γρεβενά. Δεν μπορεί να το αναιρέσει ούτε η υπόσχεση του ξάδερφού του του Λευτέρη να τον ακολουθήσει στα Γιάννενα, στη ζωή, στις κοπέλες – σαν τα δώρα που έταζε ο πέρσης βασιλιάς στον Άγιο Ιάκωβο τον Πέρση του μοιάζουν αυτά του Στέργιου, μα δεν είναι ικανά να τον κάνουν να αλλαξοπιστήσει.

 

Άγρια ζώα

Είναι αλλιώς, ίσως, το χωριό, σήμερα. Είχε και το χειμώνα του 1989-1990 ξενοδοχείο το Περιβόλι, αλλά κλειστό. Τώρα τα Περιβόλια της χώρας είναι γεμάτα ξενώνες με επιχορήγηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεμάτα τουρίστες που θέλουν μια αυθεντική, σύντομη, δόση βουκολικής γραφικότητας – δεν είμαστε μακριά από τις εποχές που θα έχουμε προσφορές για τριήμερα εμπειριών σε στάνες. Είναι κι άλλα Περιβόλια βέβαια που έχουν μαραθεί, ούτε στις κηδείες των τελευταίων κατοίκων δεν προφταίνουν να πάνε οι απόγονοί τους, ζορισμένοι στους ρυθμούς της πόλης – το πολύ πολύ σε κάποιο αυγουστιάτικο πανηγύρι, σαν σε σχολικό reunion. Είναι κι η φύση ίσως γεμάτη παρεμβάσεις, γεμάτη μονοπάτια και εκτοπισμένα ζώα και ίχνη από οχήματα μεγάλου κυβισμού και απομεινάρια κυνηγών. Είναι ζόρικο πράγμα η φύση, για να μπορείς να τη φέρεις στα μέτρα σου. Ο Στέργιος το ξέρει, προτιμά να αφεθεί εντός της – όχι από κοσμοθεωρία (δεν είναι δα ένας Έλληνας Θορώ), από ένστικτο, από ταπεινότητα.

Πού να είναι ο Στέργιος σήμερα; Ίσως να έχει ανοίξει μια ταβέρνα εκεί στην πλατεία, μπορεί και να βρήκε κάποια συγκαταβατική σύντροφο να του υπενθυμίζει τα καθημερινά, τις εισφορές, την εφορία, την ανάγκη να ελαττώσει τα κεράσματα του τσίπουρου σε φίλους και γνωστούς, την ανάγκη να βάλει στο μενού και κανένα κλαμπ σάντουιτς για να μιλήσει καλύτερα στα παιδιά των επισκεπτών της πόλης. Ίσως πάλι να έχει πεθάνει από καιρό, μπορεί μετά από μια γερή πνευμονία σε κάποιον από τους πιεστικούς χειμώνες που ακολούθησαν Αυτόν τον χειμώνα. Ίσως και να έχουν χαθεί τα ίχνη του, μετά από μια χιονισμένη μέρα που (είπε στον ξάδερφό του τον Λευτέρη στο τηλέφωνο πριν) θα επιχειρούσε να περπατήσει κατά μήκος της όχθης του ποταμιού, όσο δύσβατο κι αν ήταν, μέχρι το γεφύρι. Ίσως να ζει στην πόλη, με κάποια που μοιάζει με τη Σοφία.

Θέλεις να μάθεις πού είναι σήμερα ο Στέργιος. Οι 175 σελίδες του Καρακίτσου τον κάνουν οικείο, νιώθεις τα ερωτήματα προς τον εαυτό του, νιώθεις την αγαλλίασή του στο απείραχτο, θεόρατο τοπίο που τον περικυκλώνει, φοβάσαι πως είναι παραίτηση όλο αυτό ή πως είναι ένας ιδιόμορφος παγανισμός, όπου η ψυχή, οι μύθοι του τόπου, τα χνάρια στο χιόνι, όλα συγκλίνουν σε ένα άγριο ζώο του δάσους. Κι ο Στέργιος άγριο ζώο είναι. Κι ο αναγνώστης. Δεν είναι εξημέρωση όμως η λογοτεχνία, η ανάγνωση λόγιων αφηγημάτων. Είναι συνειδητοποίηση, τροχιοδείκτης για τον οποίο οφείλουμε να είμαστε υπόχρεοι.

Γιώργος Παππάς

Παθολόγος που ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα. Αγαπά να μελετά την επιδημιολογία των λοιμώξεων και την ετοιμότητα απέναντι σε πανδημίες, και έχει ένα σχετικό ερευνητικό έργο γι’ αυτά. Κυκλοφορεί το βιβλίο του, Οι επόμενες δύο εβδομάδες θα είναι κρίσιμες (2022).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.