Σύνδεση συνδρομητών

Αν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα ήταν μαύροι

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2021 22:49
Ο Τζέιμς Μπόλντουιν φωτογραφημένος από τον Άλαν Γουόρεν.
Allan Warren
Ο Τζέιμς Μπόλντουιν φωτογραφημένος από τον Άλαν Γουόρεν.

James Baldwin, Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Άλκηστις Τριμπέρη, Πόλις, Αθήνα 2020, 272 σελ.

Η δεκαεννιάχρονη Τις είναι ερωτευμένη με τον Φόνι, έναν νεαρό μαύρο γλύπτη, που κατηγορήθηκε για βιασμό και οδηγήθηκε στη φυλακή. Όταν η Τις ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος, η οικογένειά της και ο πατέρας του Φόνι αποφασίζουν να αγωνιστούν για να αποδείξουν την αθωότητά του... Στη γειτονιά τα δυο παιδιά τα φώναζαν Ρωμαίο και Ιουλιέττα και η έκβαση του σαιξπηρικού έργου είχε αντιστοιχίες με την έκβαση της δική τους σχέσης... Ένα μυθιστόρημα του Τζέιμς Μπόλντουιν για τη φυλή, το φύλο, τη σεξουαλικότητα και τη θρησκεία – για μαύρους σε μια κοινωνία βαθύτατων διακρίσεων. [ΤΒJ]

Τόνοι φιλολογικής μελάνης έχουν χυθεί στα τετρακόσια και πλέον χρόνια ζωής του γνωστού ελισαβετιανού δράματος, δεκάδες λογοτεχνικές, θεατρικές, κινηματογραφικές διασκευές βασισμένες στην εκδοχή που μας κληροδότησε ο William Shakespeare για την πιο διάσημη ίσως ιστορία αγάπης όλων των εποχών εμφανίστηκαν στο παγκόσμιο στερέωμα, ζωγράφοι προσπάθησαν να απαθανατίσουν την ηδυπάθεια και την τραγικότητα των δύο εραστών, μουσουργοί φυλάκισαν στα παιχνιδίσματα και τους συνδυασμούς των ήχων το κέρδος και το κόστος του έρωτα, κούκλες, στην εποχή της εκβιομηχάνισης των μύθων και των συναισθημάτων, ενδύθηκαν τα αριστοκρατικά ενδύματα, και σίγουρα ο μικρός αυτός κατάλογος των τρόπων και των μέσων που εξασφαλίζουν την αιωνιότητα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στην ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος δεν σταματά εδώ. Όμως, η δραματική ιστορία του Shakespeare, που έχει γαλουχήσει γενιές και γενιές ανθρώπων, ανήκει στο λογοτεχνικό θησαυροφυλάκιο του δυτικού πολιτισμού. Και αν θέλουμε να είμαστε πιο σαφείς, είναι μια ιστορία εξαρτημένη από πολιτικές, κοινωνικές, ταξικές και φυλετικές παραμέτρους. Μπορεί μόνο ο θάνατος να είναι εκείνος που καταφέρνει να ανακόψει το φλογερό πάθος δύο εραστών το οποίο, δίκην συμπαντικής συνωμοσίας, διεκδικεί την αιωνιότητα των συναισθημάτων και επισφραγίζει τη μονογαμική αφοσίωση, ωστόσο, το εξιδανικευμένο πρίσμα του έρωτα εκφράζεται μέσα από προνομιούχους λευκούς, αριστοκράτες μιας φεουδαρχικής και αυστηρά ιεραρχημένης κοινωνίας. Οι όροι αυτοί εγγυώνται την οικονομική ευημερία των ερωτευμένων και επικεντρώνουν την προσοχή του θεατή ή του αναγνώστη όχι ασφαλώς στα προβλήματα της καθημερινής βιοτής αλλά στον ψυχολογικό και συναισθηματικό αναβρασμό δύο ανθρώπων που αποφασίζουν να αφοσιωθούν ψυχή τε και σώματι ο ένας στον άλλον.

Άραγε μπορούμε να αναρωτηθούμε τι θα συνέβαινε αν όλα τα παραπάνω ανατρέπονταν, και η παραλυτική (κατά τη Σαπφώ) μανία του έρωτα καταλάμβανε ανθρώπους του περιθωρίου; Το ερώτημα αυτό φαίνεται ότι απασχόλησε, μεταξύ πολλών άλλων θεμάτων, τον μυθιστοριογράφο, φιλόσοφο, πολιτικό στοχαστή, ακτιβιστή[1] James Baldwin στο έργο του Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει (που μεταφράστηκε πρόσφατα και στη γλώσσα μας, σε μια εξαιρετικά εύστοχη απόδοση, από την Άλκηστη Τριμπέρη). Εκεί η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος Τις, ανατρέχοντας στο πρώτο (αθώο και παιδικό) ραντεβού με τον μετέπειτα σύντροφό της Φόνι, θα θυμηθεί πως «στο σχολείο και σε όλη τη γειτονιά μάς φώναζαν Ρωμαίο και Ιουλιέτα, όχι βέβαια επειδή είχαν διαβάσει το έργο».[2] Χρόνια μετά, στο μοναδικό ανέμελο ραντεβού του ζευγαριού στο οποίο γίνεται μάρτυρας ο αναγνώστης, η Τις θα επαναλάβει: «στη γειτονιά μάς φώναζαν Ρωμαίο και Ιουλιέτα, ο κόσμος πάντα μας πείραζε. Αλλά όχι έτσι» (σ. 80). Αυτή η φευγαλέα διατυπωμένη φράση μάλλον είναι αρκετά σημαντική, ίσως ακριβώς επειδή αφήνεται ασχολίαστη από την αφηγήτρια και τον συγγραφέα. «Αλλά όχι έτσι». Προϋποτίθεται, λοιπόν, ένας όρος σύγκρισης σε αυτή την κολοβή παρομοίωση, τον οποίο θα πρέπει να αναζητήσουμε στα κοντινά συμφραζόμενα. Δεν βρίσκω κάτι καταλληλότερο, ούτε στο ελληνικό ούτε στο αμερικανικό κείμενο, παρά το πρωταγωνιστικό ζευγάρι του σαιξπηρικού δράματος. Η Τις παρουσιάζεται έτσι πλήρως συνειδητοποιημένη για το γεγονός ότι αυτή και ο Φόνι δεν μπορούν να ενσαρκώσουν το υπέρτατο πάθος των ερωτευμένων προκατόχων τους. Όχι γιατί ο δικός τους έρωτας υστερεί σε κάτι από τον έρωτα εκείνων. Η ριζική διαφορά έγκειται στο εθνοτικό στίγμα του σύγχρονου Ρωμαίου και της Ιουλιέτας του. Δεν χρειάζεται κανείς να εντοπίσει τις αναρίθμητες αναφορές στο θέμα τού να είσαι μαύρος στο σύμπαν του μυθιστορήματος. Η υπογραφή του συγγραφέα αρκεί για την ad hoc παραδοχή πως οι μαύροι βρίσκονται εξορισμένοι από την καθεστηκυία τάξη της κοινωνίας. Όπως έγραφε και ο Harold Bloom, ο Baldwin παραμένει σε όλη την έκταση των συγγραφικών του ασχολιών ένας δοκιμιογράφος ηθικών θεμάτων, εστιάζοντας την πένα του στη μειονότητα των μαύρων.[3] Βέβαια, παρά τις εξωτερικές διαφορές που ορίζουν τις συνθήκες ανάπτυξης του έρωτα της Τις και του Φόνι, υπάρχει μια κοινή γραμμή που τους συνδέει με τους σαιξπηρικούς ήρωες. Αν, σύμφωνα με τον Northrop Fray, ο έρωτας και ο θάνατος έχουν προεξοφληθεί από την πρώτη στιγμή της συνάντησης του Ρωμαίου με την Ιουλιέτα, από την πρώτη κιόλας φευγαλέα ματιά που ανταλλάσσουν,[4] κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην περίπτωση του άλλου ζευγαριού. Φυσικά εδώ δεν υπάρχει ο θάνατος. Η περιγραφή της πρώτης τους γνωριμίας προοικονομεί το βασικό εμπόδιο που τελικά θα επικρέμαται από πάνω τους κινδυνεύοντας να χωρίσει τις μοίρες τους: το ακούσιο και άδικο μπλέξιμο σε υποθέσεις άλλων: «Δεν είχα προσέξει ποτέ πραγματικά τον Φόνι, μέχρι τη μέρα που μπλέξαμε σε καβγά, μετά το σχόλασμα. Αυτός ο καβγάς δεν είχε απολύτως καμία σχέση με τον Φόνι κι εμένα» (σ. 22). Με έναν ανάλογο τρόπο, ο ενήλικας Φόνι θα βρεθεί τη λάθος στιγμή στο λάθος μέρος και θα στοχοποιηθεί για το βιασμό μιας γυναίκας, κάτι που θα του στοιχίσει την ελευθερία και θα τον στείλει στη φυλακή.

Εν ολίγοις, η υπόθεση του βιβλίου αυτού συνοψίζεται στην προσπάθεια των δύο μαύρων νέων να αποδείξουν τον άδικο εγκλεισμό του Φόνι. Σύμμαχοί τους στο δράμα αυτό θα σταθούν οι οικογένειές τους. Η περιώνυμη έχθρα των Καπουλέτων με τους Μοντέκκους δεν αναβιώνει εδώ, χωρίς ωστόσο να λείπουν οι μικρότητες και κυρίως η στενομυαλιά που χαρακτηρίζει τη μητέρα και τις αδερφές του Φόνι, οι οποίες δεν θα χάσουν την ευκαιρία να εκδηλώσουν την απέχθειά τους προς την Τις και την οικογένειά της. Το σκηνικό επίσης είναι (αναγκαστικά) παραλλαγμένο. Οι δρόμοι και τα σπίτια των ευγενών της Αναγέννησης έχουν αντικατασταθεί από το παγκόσμιο κέντρο του βιομηχανοποιημένου αστισμού, τη Νέα Υόρκη. Η δράση του έργου εκτυλίσσεται μεταξύ των συνοικιών του Harlem και του Greenwich Village, όπου μετακομίζουν οι ενήλικοι πλέον πρωταγωνιστές. Και οι δύο περιοχές φέρουν ιδιαίτερες πολιτισμικές σημάνσεις. Από τη μία το Harlem ως ο κατεξοχήν τόπος αστικοποίησης των μαύρων, έπειτα από τη Μεγάλη Μετανάστευση (Great Migration) το πρώτο μισό του 20ού αιώνα και τη μετακίνηση εκατομμυρίων ανθρώπων από το Νότο προς το Βορά,[5] και από την άλλη, ο εμβληματικός χώρος όπου άνθισε τη δεκαετία του 1960 το αντισυμβατικό ρεύμα των Beat και έμελλε να αναδειχθεί στο λίκνο του LGBTQ κινήματος. Και παρ’ όλη την καταλυτικότητά τους στη σκέψη του Baldwin ως ενός μαύρου, γκέι συγγραφέα, κανένας από αυτούς τους τόπους δεν μπορεί να υπερνικήσει τη βαρύτητα της καθολικής, κατά τον ίδιο, γενέτειρας των μαύρων.

Στην έναρξη της μεταφοράς του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη από τον Barry Jenkins το 2018, προβάλλεται η εξής φράση του συγγραφέα: «Κάθε μαύρος που γεννήθηκε στην Αμερική, γεννήθηκε στην Beale Street […]. Η Beale Street είναι η κληρονομιά μας».[6] Ο διάσημος δρόμος που συνδέθηκε άρρηκτα με την ιστορία των blues και φιλοξένησε στα νυχτερινά κέντρα του μουσικά αναστήματα από τον Louis Armstrong μέχρι τον B.B King ανυψώνεται σε γενικό σύμβολο της μαύρης ταυτότητας. Ωστόσο, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια λογοτεχνία της περιπλάνησης. Και αν με τα χρόνια οι δυνάμεις της καπιταλιστικής ευτροφίας ανέδειξαν την περιοχή σε τουριστικό αξιοθέατο (μέχρι και ιστοσελίδα-brandname διατίθεται για να ενημερώνει για τα δεκάδες events που λαμβάνουν χώρα στη διάρκεια του έτους),[7] για τον Baldwin η Beale Street είναι ο χώρος που διασώζει μέσω της μουσικής την ταυτοτική αυταξία των μαύρων. Αλλά στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω στο τέλος.

Προς το παρόν, αξίζει να επισημανθεί πως η δράση παραμένει, στο μεγαλύτερό της βαθμό, απομακρυσμένη από τους εξωτερικούς χώρους του άστεως. Αν ο αναγνώστης δεν οδηγείται τις περισσότερες φορές στα άδυτα της μνήμης των ηρώων, τότε παραμένει θεατής της κίνησής τους στο εσωτερικό διάφορων χώρων: σπίτια, εστιατόρια, clubs, εκκλησία, το ραφτάδικο του πατέρα του Φόνι, το γραφείο του δικηγόρου υπεράσπισης του τελευταίου, τη φυλακή. Η επικέντρωση στις εσωτερικές διεργασίες των ηρώων, κυρίως μέσα στην τοπογραφία του ιδιωτικού βίου, όπου μπορούν να σκέφτονται και να μιλούν ελεύθερα, τονίζει τις άτυπες απαγορεύσεις που θέτει ο δημόσιος χώρος στους μαύρους. Η αποστροφή που γεννά η Νέα Υόρκη στην Τις, παρά το γεγονός ότι έχει μεγαλώσει εκεί, αντανακλά το μίσος της για τη φυλετική ομάδα που κυριαρχεί: τους λευκούς:

«[…] βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι η Νέα Υόρκη πρέπει να είναι η πιο άσχημη, η πιο βρώμικη πόλη του κόσμου. Μάλλον έχει τα πιο απαίσια κτίρια και τους πιο άθλιους ανθρώπους. Σίγουρα έχει τους χειρότερους μπάτσους. Αν υπάρχει ασχημότερο μέρος από αυτό, πρέπει να βρίσκεται τόσο κοντά στην κόλαση, που να μπορείς να μυρίσεις τα κορμιά των ανθρώπων που ψήνονται» (σ. 21).

Καθώς οι μαύροι τελούν υπό καθεστώς διωγμού και ανοικείωσης, ο περιβάλλων χώρος δεν μπορεί να κατοχυρώσει την αυτοτέλειά του παρά είναι καταδικασμένος να παραμένει αφηγηματικά κομματιασμένος. Η αναμνηστική μονάχα επιβίωση της Beale Street στον τίτλο, ως του συμβολικού ιδρυτικού τόπου της γενεαλογίας των μαύρων, δίνει ακριβώς έμφαση στις έμψυχες εξακτινώσεις του άστεως, στους μαύρους και τα πολιτισμικά τους αγαθά. Δεν είναι, επομένως, τυχαίο που ακόμη και το αίσθημα της χαράς των μαύρων εξωθείται στη σφαίρα της αορατότητας, μακριά από το δημόσιο ηγεμονικό βλέμμα των λευκών, μέσα στα περιορισμένα όρια της ιδιωτικής κατοικίας των δύο ερωτευμένων: «Γελάμε για πολλούς λόγους. Είμαστε κάπου μαζί, όπου κανείς δεν μπορεί να μας πειράξει, να μας αγγίξει, ενωμένοι» (σ. 140).

Σε έναν κόσμο με αυξημένους τους βαθμούς της αλλοτρίωσης, η Τις, η βασική αφηγήτρια, προσπαθεί να κατανοήσει τους μηχανισμούς της αποξένωσης, όχι μόνο εξαιτίας της φυλετικής της ταυτότητας. Προσπαθεί να αποσείσει το διαφωτιστικό πρόταγμα της δίψας για γνώση, κάτι που χαρακτηρίζει εν γένει τον άνθρωπο της νεωτερικότητας, εμφατικοποιώντας τη σύγχυση του ατόμου μέσα στις μοντέρνες συνθήκες ζωής: «Δεν γνωρίζουμε αρκετά για τους εαυτούς μας. Νομίζω πως είναι προτιμότερο να ξέρεις ότι δεν ξέρεις, έτσι μπορείς να ωριμάσεις με το μυστήριο, ενώ το μυστήριο ωριμάζει μέσα σου. Μα αυτές τις μέρες, φυσικά, οι πάντες ξέρουν τα πάντα, αυτός είναι ο λόγος που τόσο πολλοί άνθρωποι νιώθουν χαμένοι» (σ. 66). Η συσπείρωση γύρω από μια μορφή υπαρξιακής άγνοιας δείχνει, εκ του αντιθέτου, τους κινδύνους που εγκυμονεί η έκρηξη της γνώσης. Το (φουκωικής κοπής) επιβλαβές ταξινομητικό κριτήριο που προκύπτει από την λαχτάρα του ατόμου για απόκτηση ακόμη περισσότερης γνώσης βρίσκει στο μυθιστόρημα αυτό τη δικαίωσή του. Αν σε όλα τα παραπάνω προσθέσουμε και τις θρησκευτικές αναφορές του έργου, -ήδη έγινε αναφορά στην εξομοίωση της Νέας Υόρκης με την κόλαση-, τότε αποκαλύπτονται οι τέσσερις προκλητικοί θεματικοί άξονες του μυθιστορήματος. Φυλή, φύλο, σεξουαλικότητα και θρησκεία είναι, εξάλλου, το τετράπτυχο που συγκροτεί όχι μόνο την αφηγηματική οικονομία του συγκεκριμένου μυθιστορήματος αλλά το στοχαστικό σύμπαν του δημιουργού στην ολότητά του.

 

«Τα βάσανα της ψυχής μου» ή τα βάσανα των μαύρων

Αυτός είναι ο τίτλος του πρώτου, και εκτενέστερου, μέρους του βιβλίου. Όπως θα πει η Τις, «τα βάσανα είναι συνώνυμο της μοναξιάς» (σ. 20). Η φράση αυτή, αποτυπωμένη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, όπου και παρακολουθούμε την Τις να επιδίδεται σε ένα είδος εσωτερικού μονολόγου, δεν αποτελεί ένα προσωπικό παράπονο. Είναι μια κραυγή οδυνηρής απελπισίας μιας νέας γυναίκας που συνειδητοποιεί τι σημαίνει να είσαι μαύρος. Είναι η στιγμή που έχει πάρει το λεωφορείο της επιστροφής έπειτα από μια ακόμη επίσκεψη στη φυλακή. Είναι η στιγμή που μέσω του Φόνι, ο οποίος ρημάζει έγκλειστος χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την επικύρωση του όποιου τετελεσμένου αδικήματος, καθολικεύονται όλοι οι μαύροι ως εξιλαστήρια θύματα ενός διεφθαρμένου δικαστικού συστήματος των λευκών. «[…] κανείς δεν μπορεί να ανέχεται για πάντα όλα αυτά τα σκατά που μας φορτώνουν» (σ. 18), σκέφτεται οργισμένη η Τις εκ μέρους όλων των καταπιεσμένων μαύρων. Είναι η στιγμή που το άδικο ψάχνει απεγνωσμένο τρόπο εκτόνωσης, οδηγώντας στην κατάλυση της αληθοφάνειας. Η ερώτηση «Τι θα λέγατε εσείς;» (σ. 19,) για τον αδικαιολόγητο βασανισμό όλων των Φόνι της Αμερικής, τραβάει την Τις έξω από το μυθοπλαστικό σύμπαν. Η άμεση επικοινωνία με τον αναγνώστη, με την πλαγιογράμματη έμφαση, δεν τον καθιστά απλώς μάρτυρα σε ένα δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά του. Ο μυθιστορηματικός τόπος και χρόνος για λίγο θρυμματίζονται. Η Τις, ή καλύτερα ο ίδιος ο Baldwin μέσω αυτής, χαλαρώνει τις συμβάσεις της μυθοπλασίας, ρωτώντας ευθέως τον αναγνώστη, στο πλαίσιο της δικής του πραγματικότητας, τι κάνει για την απάνθρωπη εκμετάλλευση των μαύρων.

Με ειρωνικό τρόπο η ερώτηση-παγίδα, σαν να απευθύνεται αποκλειστικά στους λευκούς, επανέρχεται μέσα από την παράθεση του στίχου ενός εκκλησιαστικού ύμνου των μαύρων. Εδώ εντοπίζεται μια από τις επανερχόμενες αιτιάσεις που βαρύνουν την εξουσιαστική λευκή κοινωνία: «Ο Κύριός μου δεν έσωσε τον Δανιήλ; Και γιατί όχι κάθε άνθρωπο;» (σ. 141). Οι έμμεσες διαπιστώσεις που συνάγονται από τους επόμενους στίχους του gospel είναι αρκούντως ενδεικτικοί. Αφού ο Θεός έσωσε τον Δανιήλ από τον λάκκο των λεόντων, τον Ιωνά από την κοιλιά του κήτους, τους τρεις παίδες από το καμίνι της φωτιάς, γιατί αδιαφορεί απέναντι στον εξευτελισμό των υπόλοιπων καταπιεσμένων; Το τραγούδι κλείνει με την ανάληψη δράσης εκ μέρους του θύματος, και, αφού πρόκειται για gospel, θα πρέπει να πούμε εκ μέρους του μαύρου θύματος. Αρνούμενο τη σωτήρια επέμβαση του Θεού, διατρανώνει την απόφασή του να πάρει μόνο του το πλοίο του λυτρωμού και να ταξιδέψει χωρίς επιστροφή προς τη Χαναάν, την εβραϊκή Γη της Επαγγελίας. Ωστόσο, η Τις δεν τρέφει αυταπάτες. «Το τραγούδι είναι παλιό, η ερώτηση αναπάντητη», σχολιάζει αμέσως μετά τη φράση του εκκλησιαστικού ύμνου, έχοντας πετύχει τον στόχο της ως προσωπείο του συγγραφέα: να εκθέσει τις αδυναμίες του συστήματος για τη συνεχιζόμενη φυλετική καταστολή. Και αν η διακειμενικότητα, τουλάχιστον εδώ, είναι ένας από τους βασικούς όρους συνοχής του κειμένου, συνδέοντάς το με τον χώρο του πραγματικού, ταυτόχρονα η εξωκειμενική πηγή εισχωρεί ως μεταμφιεσμένο κατηγορητήριο απέναντι σε έναν απαθή Θεό και ένα απαθές ακροατήριο.

Ο Baldwin επωμίστηκε «τα καθήκοντα ενός μάρτυρα» για τα δεινά των μαύρων, κάτι που ορισμένες φορές από τους κριτικούς εξελήφθη ως εμμονικότητα, αφού τον εγκλώβιζε σε μια «ιστορική αιτιοκρατία [που] είναι καταστροφική, επειδή αρνείται την ανθρώπινη ευθύνη, όχι για την ιστορία την ίδια αλλά για το τι εμείς μπορούμε να κάνουμε με την ιστορία».[8] Ο ένθερμος ακτιβισμός του αναπόφευκτα οδήγησε και τον ίδιο σε μια ιδεολογική φθορά, κάνοντάς τον ενίοτε να λησμονεί τον αρχικό του στόχο «να υπερβεί τις στείρες κατηγοριοποιήσεις τού να-είσαι-Νέγρος, είτε αυτές επιβάλλονταν από τον κόσμο των λευκών είτε εγείρονταν αμυντικά από τους Νέγρους».[9] Μπορεί όντως το γενικότερο ανθρωπιστικό του κίνητρο ορισμένες φορές να χάνεται κατά τη διαπραγμάτευση της φυλετικής ταυτότητας, επουδενί όμως κάτι τέτοιο δεν ακυρώνει το βάρος του λόγου και των πράξεών του, ειδικά αν τοποθετήσουμε και τα δύο αυτά στοιχεία μέσα στην εποχή που εμφανίστηκαν, περίοδο γκετοποίησης και καταδίωξης των μαύρων στην Αμερική. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ο θύτης έχει συγκεκριμένο όνομα: είναι ο άσπρος «μπάτσος» και συνακόλουθα ένα ανήθικο δικαστικό σύστημα (βλ. σσ. 126, 168). Ο πρώτος όμως δέχεται μακράν τα περισσότερα αιχμηρά βέλη. Παραθέτω δύο συγκλονιστικά αποσπάσματα. Στο πρώτο παρακολουθούμε την εξιστόρηση της περιπέτειας της σύλληψης του Ντάνιελ, φίλου του Φόνι, ενώ βρίσκεται στην κλούβα μεταγωγής μαζί με έναν άλλο μαύρο νεαρό. Σεξουαλικότητα και βωμολοχία συμπλέκονται στην αφήγηση προκειμένου να γελοιοποιηθεί και να εξευτελιστεί μέσω ενός παραμορφωμένου ομοφυλοφιλικού πρίσματος ο αστυνόμος-δυνάστης. Ουσιαστικά ο έγκλειστος αντιστρέφει στον καταπιεστή του το υβρεολόγιο με το οποίο πολύ συχνά έρχεται αντιμέτωπος από τις δυνάμεις καταστολής:

Λοιπόν, οι μπάτσοι που τον έβαλαν σε αυτό το βαν ξέρουν πως αυτός ο τύπος είναι άρρωστος. Το ξέρω πως το ξέρουν. Δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εδώ μέσα – και είναι απλώς ένα παιδί. Αλλά οι πούστηδες που τον έβαλαν σε αυτό το βαν, φίλε, έχυναν μέσα από τα παντελόνια τους, όταν το έκαναν. Πιστεύω πως δεν υπάρχει ούτε ένας λευκός σε αυτή τη χώρα, μωρό μου, που να μπορεί να καυλώσει, αν δεν ακούσει τους στεναγμούς κάποιου νέγρου. (σ. 144, οι πλαγιογραφήσεις του συγγραφέα)

Στη δεύτερη περίπτωση, η Τις διασταυρώνεται στον δρόμο με τον αστυνόμο που τους έχει βάλει στο μάτι, έπειτα από έναν επίσης άδικο μικροκαυγά όπου είχε μπλέξει το νεαρό ζευγάρι, και έκτοτε πάσχιζε με κάθε τρόπο να συλλάβει τον Φόνι. Στο καχύποπτο εξουσιαστικό βλέμμα του αστυνόμου συνοψίζεται η παραδοσιακή αντίληψη πως κάθε σώμα που ξεφεύγει από την κανονικοποίηση, όπως και αυτό των μαύρων, είναι συνδεδεμένο με την ανηθικότητα. Η Τις μεταλλάσσει την έκφυλη λαγνεία που έχει αποδοθεί στο μαύρο θηλυκό σώμα σε μίσος στα όρια της βίας και της αυτοκαταστροφής, μέσα από έναν υπαινικτικό λόγο για σεξουαλική κακοποίηση του κυρίαρχου αρσενικού:

Ίσως αυτή ήταν η πρώτη φορά που κοιτούσα πραγματικά τα μάτια ενός λευκού. […] Ήταν αποπλάνηση που εμπεριείχε την υπόσχεση του βιασμού. Ήταν βιασμός που υποσχόταν εξευτελισμό και εκδίκηση˙ από όλες τις πλευρές. ήθελα να τον πλησιάσω, να εισχωρήσω μέσα του, να ανοίξω εκείνο το πρόσωπο, να το αλλάξω και να το καταστρέψω, να πέσω μέσα σ’ εκείνο τον βόρβορο μαζί του. Τότε, θα μπορούσαμε να απελευθερωθούμε και οι δύο˙ σχεδόν μπορούσα να ακούσω τη μελωδία. (σ. 224)

Με παρόμοιο τρόπο η ρητορική του φυλετικού μίσους αναποδογυρίζεται και επιστρέφεται στον δημιουργό της μέσα από την αργκό μιας καταπιεσμένης ομάδας. Αν ο «νέγρος» αποτέλεσε τον αδιάψευστο όρο διαχωρισμού των μαύρων από τους κυρίαρχους λευκούς, ο Baldwin βάζει μια μαύρη κατά τον διαπληκτισμό της με μια άλλη μαύρη να εκστομίζει τον χαρακτηρισμό «ασπρουλιάρα, νύφη του Χριστού!» (σ. 101). Το χρώμα ως αποτύπωμα της γλώσσας της εξουσίας μετατρέπεται στο μέσο αντίστασης στις θεωρίες μετατροπής των αλλόφυλων ανθρώπων σε μιάσματα της κοινωνίας. Η ανάδυση της Φυσικής Ανθρωπολογίας από τον 19ο αι. και εξής οδήγησε στη σταδιακή της καθιέρωση ως το επιστημονικό πεδίο λόγου μέσα στο οποίο εργαλειοποιήθηκε ο φυλετισμός, ενώ, επικουρικά, η ιατρική προσέφερε το γνωσιακό της απόθεμα για την ιατρικοποίηση κοινωνικών συμπεριφορών.[10] Οι μαύροι λοιπόν εκτέθηκαν σε με μια διπλά κατασταλτική βιοπολιτική. Ο Baldwin δεν ήταν δυνατόν να αγνοήσει τα στερεοτυπικά αυτά σχήματα. Η αφηγηματική διύλισή τους μέσα από την οπτική της παιδικής ηλικίας της Τις -παραδείγματος χάρη, τα στραβά πόδια και τα μεγάλα οπίσθια που θυμίζουν γορίλλα (σ. 22)- δείχνει πως πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μια αφελής συζήτηση, καθώς η πλάστιγγα των σημασιολογικών δεδομένων του φυλετισμού έχει γείρει πλέον, στο δεύτερο μισό του 20ού αι., προς μια άλλη κατεύθυνση: στα αδιόρατα σημάδια της καταδυνάστευσης, όπως οι προκλήσεις των αστυνομικών, ο εξαναγκασμός στη θυματοποίηση όταν για οποιαδήποτε φασαρία ευθύνεται ο μαύρος (βλ. σσ. 178-182), η καχυποψία που τους αρνείται το δικαίωμα της μίσθωσης ενός σπιτιού (σσ. 133-134) ή ένα εκπαιδευτικό σύστημα που προωθεί την ιδέα της καθυπόταξης μέσα από την εσκεμμένη διάδοση της αμάθειας (σ. 54).

Ωστόσο, μέσα από το χωνευτήρι της σχηματοποίησης και της τυραννίας πετάγονται φλόγες αντίστασης. «[…] τη στιγμή που επιχειρείς να ορθώσεις το ανάστημά σου και να κοιτάξεις τον κόσμο κατάματα σαν να έχεις το δικαίωμα να βρίσκεσαι εδώ, επιτίθεσαι σε όλη τη δομή εξουσίας του δυτικού κόσμου»,[11] σημείωνε το 1963 ο Baldwin στις σελίδες ενός από τα πιο μαχητικά πολιτικά του μανιφέστα, που, αν και έμεινε ανολοκλήρωτο, δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του. Ως προς την πραγμάτευση του θέματος της απενοχοποίησης του φυλετικού στίγματος, που είναι και το ουσιαστικό επίκεντρο αυτού του μυθιστορήματος, η φωνή της Τις λειτουργεί παραδειγματικά: «Λοιπόν, είμαι κατάμαυρη και τα μαλλιά μου είναι απλά μαλλιά και δεν υπάρχει τίποτα το εντυπωσιακό πάνω μου» (σ. 33). Χωρίς αφηγηματικές εξάρσεις, συναισθηματικά κόλπα ή ιδεολογικές μεθοδεύσεις, καθαρά και ξάστερα διακηρύσσεται η αυτεπίγνωση της πρωταγωνίστριας για τα χαρακτηριστικά του σώματός της. Αντίθετα, ο ρητορικός οίστρος θα επιστρατευθεί για την περίπτωση του Φόνι, διότι αυτός επιφορτίζεται με τη θραύση των παγιωμένων εξουσιαστικών στεγανών:

[…] είχε βρει τον πυρήνα του, τον δικό του πυρήνα, μέσα του: και αυτό φαινόταν. Δεν ήταν ο αράπης κανενός. Και αυτό είναι έγκλημα σε αυτή τη γαμημένη, ελεύθερη χώρα. Έχεις το καθήκον να είσαι ο αράπης κάποιου. Αν δεν είσαι ο αράπης κανενός, είσαι κακός αράπης: και σε αυτό κατέληξαν οι μπάτσοι, όταν ο Φόνι μετακόμισε στο κέντρο. (σ. 57, η πλαγιογράφηση του συγγραφέα)

Η κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας του Φόνι, η ανυπακοή του στη θεσμική αντίληψη περί της δουλείας του μαύρου, η αυτοδιάθεση του σώματος και του μυαλού του εγείρουν εκνευρισμό και καχυποψία στο εξουσιαστικό βλέμμα, υπογράφοντας έτσι την καταδίκη του. Αξίζει να σημειωθεί πως αυτή η υπέρβαση των συμβάσεων όπως εκφράζεται εδώ λεξιλογικά δικαιώνει τον τίτλο Δεν είμαι ο νέγρος σου που τελικά δόθηκε στο μισοτελειωμένο χειρόγραφο (για το οποίο έγινε ήδη λόγος λίγο παραπάνω) από τον Raoul Peck. Εξάλλου, ασχέτως αν ο Baldwin δεν έδωσε ο ίδιος τον τίτλο αυτού του βιβλίου, η ομοδιακειμενικότητα είναι μια κατάσταση που χαρακτηρίζει το συγγραφικό του έργο σε όλο του το εύρος, δημιουργώντας ένα κλειστό κύκλωμα επικοινωνίας μεταξύ των κειμένων του.

 

«Το σώμα ενός εραστή […] είναι το μεταβαλλόμενο περίβλημα που περιέχει το σοβαρότερο μυστήριο που κρύβει η ζωή κάποιου»

Η σκέψη αυτή ανήκει στην Τις, όταν μετά από την πρώτη ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή της με τον Φόνι, «περήφανη» που «το σπέρμα του και το αίμα» (σ. 111) της κυλά πάνω στα σώματά τους, έχει πλέον εισχωρήσει και η ίδια στο μυστήριο του έρωτα, στη συναισθηματική και σωματική του διάσταση. Η διαπραγμάτευση του σώματος είναι ο συγκολλητικός αρμός που όχι μόνο δένει τα αφηγηματικά υλικά κάθε μυθιστορήματος του Baldwin αλλά προσδίδει συνεκτικότητα σε όλο του το έργο. Οι ψυχολογικές και λιβιδινικές ορμές αρδεύουν τη σκέψη ενός στοχαστή που δεν μπορεί να διαχειριστεί το συναισθηματικό διακύβευμα της αγάπης ξέχωρα από τη σωματικότητα μέσα στην οποία ενοικεί, και η οποία δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το χρώμα της φυλής που την ορίζει. «Πάνω στα σκούρα κορμιά μας, το θέαμα έμοιαζε με αλλόκοτο χρίσμα» αναλογίζεται η Τις, αποκαλύπτοντας πως για τον συγγραφέα ο καμβάς του έρωτα χρωματίζεται από το τρίπτυχο σώμα – συναίσθημα - ιερότητα. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο EL Kornegay, σε μια εμβληματική για το συγγραφικό έργο του Baldwin μελέτη, για τον τελευταίο «το σώμα είναι το ίδιο ένας τόπος του ιερού», κάτι που ξεπερνά τον ριζωμένο συμβολισμό της εκκλησιαστικής Θείας Κοινωνίας (πρβλ. το Σώμα και το Αίμα του Χριστού), αφού κατά την ερωτική ένωση το «υπάρχω επειδή υπάρχεις εσύ αιχμαλωτίζεται στο βλέμμα, τη μυρωδιά, την αίσθηση, τον ιδρώτα και τη θερμότητα όσων ο Θεός έχει δημιουργήσει και παρουσιάζονται μπροστά στα μάτια μας».[12] Από την εκτενή περιγραφή της πρώτης ερωτικής συνεύρεσης των πρωταγωνιστών, παραθέτω μόνο ένα κομβικό απόσπασμα:

Και πλέον ήμουν ανοιχτή και παραδομένη και τον αισθανόμουν παντού. Μια μελωδία άρχισε να με πλημμυρίζει και το σώμα του έγινε ιερό – ο πισινός, καθώς αναριγούσε, σηκωνόταν κι έπεφτε και οι μηροί του ανάμεσα στους μηρούς μου και το βάρος του στήθους του ανάμεσα στο δικό μου κι εκείνη η ακαμψία του που σκλήραινε και θέριευε και παλλόταν και με μετέφερε σε άλλον τόπο (σ. 108, οι πλαγιογραφήσεις δικές μου).

Με τον ίδιο τρόπο η Τις επιμένει να περιγράφει όλα τα χαρακτηριστικά του γυμνού σώματος που αντικρίζει, αγγίζει, γεύεται, αισθάνεται, όχι φυσικά για να διεγείρει το σεξουαλικό ένστικτο του αναγνώστη αλλά γιατί αυτή η εξαγιασμένη κοινωνία των σωμάτων, η «ιεροτελεστία μιας φυλής» (σ. 111), καθώς η ίδια λέει, αποδεσμεύει τα μαύρα σώματα από τις λογοθετικές πρακτικές μιας κοινωνίας που επιχειρεί βιαίως να τα καθυποτάξει. Η υλική κοινοτοπία της σεξουαλικής πράξης, ίδιον τόσο των λευκών όσο και των μαύρων, αποτελεί το υψηλότερο σημείο συμπύκνωσης των δυνάμεων του εκδημοκρατισμού του έρωτα, αποδεικνύοντας πως οι λεκτικές οριοθετήσεις και οι συμπλεγματικές μεθοδεύσεις των ρατσιστικών κοινωνιών αδυνατούν να τον τιθασεύσουν, τουλάχιστον στην εκδοχή του Baldwin, δηλαδή στην οικουμενική του διάσταση. Ταυτόχρονα, το ρομαντικό πρίσμα της μονογαμικής αφοσίωσης που προκρίνεται πρέπει να τοποθετηθεί στα γενικότερα συμφραζόμενα των δεκαετιών του 1960 και 1970, όταν πολλαπλές ζυμώσεις θα οδηγήσουν στην έκρηξη πολιτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών αιτημάτων απελευθέρωσης από τις πολυεπίπεδες συμβάσεις της μαζικής καπιταλιστικής κουλτούρας (Γαλλικός Μάης, hippies, η λογοτεχνία των Beat, αντιαποικιακή κριτική, και πολλά άλλα κινήματα σχετιζόμενα με τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα). Απέναντι σε αυτόν τον αναδυόμενο επιθετικό λόγο που πολώνει τις δυτικές κοινωνίες ενώ το αόρατο, καταπιεσμένο υποκείμενο επιζητά την αποδέσμευσή του από απαράβατες κατηγοριοποιήσεις, το παράδειγμα του Baldwin προκαλεί ενδιαφέρον. Γιατί, παρά τη δυναμικότητα που τον στρέφει στη μαχητική υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μαύρων, ο ίδιος δεν καταλήγει σε μια άτακτη αποσυμπίεση της ροής της επιθυμίας, κάτι που ενδεχομένως να τον οδηγούσε στις παρυφές της υποκουλτούρας (gay ή straight δεν έχει καμία σημασία). Ο Baldwin παρέμεινε πάντοτε πιστός στο να πασχίζει να υπερβεί τις συμβάσεις. Και αν η εξιδανίκευση της μονογαμίας, του απόλυτου δοσίματος της Τις στον Φόνι και του Φόνι στην Τις φαντάζει από μελοδραματική έως παγίδευση σε πατριαρχικά δίχτυα, είναι χρήσιμο να αναλογιστούμε την αδυναμία του ατόμου να κατακτήσει την αυτογνωσία του αν δεν εισχωρήσει ουσιαστικά, πνευματικά και σωματικά στον άλλον. Η πυκνή φράση «Θα ζήσεις μέσα του [στο κορμί του ξένου] για πάντα και αυτό θα αφηγηθεί με κάθε λεπτομέρεια όλη σου τη ζωή» (σ. 75) συνιστά μια υποθετική, περιεκτική απάντηση του συγγραφέα στο ζήτημα αυτό. Την ολοκληρωμένη του άποψη τη δίνει σε επόμενο μυθιστόρημά του, στο Just Above my Head (1979), από το οποίο αξίζει να παρατεθεί το συγκλονιστικό απόσπασμα όπου ένας από τους πρωταγωνιστές, αναλογιζόμενος την ασύδοτη σεξουαλική ζωή του, σπάει το κέλυφος του εγωπαθούς ηδονισμού:

Τότε, για πρώτη φορά, διερωτήθηκα τι είναι η αγάπη και αν θα έβρισκα ποτέ τη δύναμη μέσα μου να δώσω αγάπη και να πάρω πίσω: να αποδεχθώ τη γυμνότητά μου ως ιερή, και να κρατήσω ιερή τη γυμνότητα του άλλου. Γιατί, χωρίς αγάπη, η ηδονή μαραίνεται γρήγορα, αφήνει μια απαίσια επίγευση στον ουρανίσκο, και η επινοητικότητα της απόλαυσης σύντομα εξαντλείται. Πρέπει να υπάρχει μια ψυχή μέσα στο σώμα που κρατάς, μια ψυχή που παλεύεις να γνωρίσεις, μια ψυχή που παλεύει να γνωρίσει τη δική σου.[13]

Ένα άλλο θέμα που μονοπωλεί τα κείμενα του Baldwin είναι τα θεσπισμένα όρια της σεξουαλικότητας: πού αρχίζει η αρρενωπότητα και πού τελειώνει, πώς απειλείται από την εκθήλυνση; Προφανώς η διαπραγμάτευση των συμβάσεων αυτών εμπίπτει στην προσωπική εμπειρία του ως γκέι υποκειμένου μέσα σε μια κοινωνία που δεν ανέχεται τη διασάλευση των στεγανών του φύλου. Και παρά το γεγονός ότι το Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει δεν περιλαμβάνει ομοφυλόφιλους χαρακτήρες, όπως το Giovannis Room (1956) και το Just Above my Head, ή αμφιφυλόφιλους, όπως το Another Country (1962) και το Tell Me How Long the Train’s Been Gone (1968), νύξεις βρίσκουν τον δρόμο για να εκφραστούν και να προβληματίσουν. Σύμφωνα με έναν άλλον ριζοσπάστη φιλόσοφο της ίδιας περιόδου (δεκαετία 1970), τον Guy Hocquenghem, «η αστική τάξη εφηύρε την έννοια της ομοφυλοφιλίας και την έκανε γκέτο»,[14] μέσα από τη φετιχοποίηση του φαλλού ο οποίος εγκαθιδρύει τα όρια της ετεροκανονικότητας. Γυναίκες και ομοφυλόφιλοι είναι καταδικασμένοι να ετεροπροσδιορίζονται από τις (ομοφοβικές) φαλλικές συμβάσεις της πατριαρχίας. Η παρέκκλιση των γκέι από το αναμενόμενο πλαίσιο της επιθυμίας συνήθως (και αυτομάτως τις περισσότερες φορές) τους εκδιώκει στον χώρο της εκθήλυνσης. Η ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας έδινε χώρο στο ανδροκεντρικό συλλογικό φαντασιακό να ανασάνει από την απειλή μιας άλλης μορφής “γυναίκας”, όπως με πλήθος ετυμολογικά και σημασιολογικά συγγενών λέξεων αποκαλούνται οι ομοφυλόφιλοι. Ακόμη και έπειτα από τη μακρά πορεία απο-ποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας στον 20ό αι, άτομα με θηλυπρεπή συμπεριφορά θεωρούνταν πως αναβιώνουν τον ίδιο κίνδυνο, προκαλώντας ρωγμές στο σώμα της αρρενωπότητας. Είναι χαρακτηριστικά τα πορίσματα της Δήμητρας Τζανάκη για τον ελληνικό Μεσοπόλεμο, πως η θηλυπρεπής ομοφυλοφιλία διαπομπεύτηκε και υποβλήθηκε στους κατασταλτικούς μηχανισμούς της κοινωνίας (μέσω της ιατρικοποίησης), γιατί επέφερε διαβρωτικά πλήγματα στα θεμέλια της κυρίαρχης ηθικής.[15]

Αυτό το πανοπτικόν της ανδροκρατούμενης εξουσίας προσπαθεί να αμφισβητήσει ο Baldwin. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά την προαναφερθείσα εστίασή του στη σωματικότητα του έρωτα, και παρά το γεγονός ότι η γενικότερη “αθυροστομία” του (αν την εκλάβουμε ως τέτοια μέσα από μικροαστικές αντιλήψεις) ευνοούσε για το αντίθετο, αποφεύγει να ονοματίσει τα γενετήσια όργανα, επιστρατεύοντας είτε κόσμια, είτε ιδιολεκτικά, είτε αργκό γλωσσικά σημεία. Η μόνη λέξη που μονίμως επανέρχεται στις επίμαχες περιγραφές ανδρών και γυναικών είναι το «φύλο» (μια φορά θα παραβιαστεί η συνθήκη αυτή, όπως θα δούμε παρακάτω), και μάλιστα στη συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν τον άνδρα, σαν να υπάρχει μια δυσθυμία ονοματισμού του φαλλού, σαν να πρόκειται για έναν έμμεσο εξορκισμό ενός κακού δαίμονα (βλ. ενδεικτικά: «δεν έχω καμία μνήμη του φύλου του», σ. 73˙ ένιωσα το φύλο του να πάλλεται πάνω του», σ. 74˙ «μπορούσα να νιώσω το φύλο του που σκλήραινε», σ. 106). Μέσα από αυτή τη γλωσσική στρατηγική αποκαλύπτεται η γενικότερη τάση του συγγραφέα προς τη ρευστότητα των έμφυλων κατηγοριών και την πρόκριση ενός ανδρόγυνου προτύπου. Όπως χαρακτηριστικά θα γράψει σε σχετικό του δοκίμιο: «η αγάπη μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας, ή η αγάπη μεταξύ οποιωνδήποτε δύο ανθρώπων, δεν θα ήταν δυνατή αν δεν είχαμε στη διάθεσή μας τις πνευματικές πηγές και των δύο φύλων. Το να είσαι ανδρόγυνος δεν υπονοεί τον ανδρικό και γυναικείο γενετήσιο εξοπλισμό, που είναι η ασυνήθιστη κατάσταση του ερμαφρόδιτου».[16]

Όλη η θεώρηση αυτής της ρευστότητας βρίσκει την καλύτερη εφαρμογή της στο ζήτημα της ομοκοινωνικότητας. Ο νεολογισμός αυτός στην ιστορία των κοινωνικών επιστημών προσδιορίζει τους δεσμούς που ενώνουν τους άνδρες στο πλαίσιο μιας φιλίας ή μιας ομάδας. Και παρά το γεγονός ότι ετυμολογικά έλκει την καταγωγή του από την ομοφυλοφιλία, ουσιαστικά αποτελεί το αντίβαρό της αφού σπάζει το συνεχές που τη συνδέει μαζί της. Η ομοκοινωνικότητα είναι ένας ακόμη μηχανισμός επιβεβαίωσης της αρρενωπότητας.[17] Οι συναισθηματικές εξαρτήσεις μεταξύ των ανδρών μπορούν να επιτραπούν μέχρι το σημείο μιας υποβόσκουσας ερωτικής επιθυμίας. Τη στιγμή που η αμφιβολία γίνεται βεβαιότητα και ο ερωτισμός τείνει να αποκτήσεις τις υλικές του προδιαγραφές, εκτρεπόμενος προς το σεξ, αυτόματα πρέπει να εξοβελιστεί. Ισχύει ό,τι παρατηρήθηκε παραπάνω. Η εκθήλυνση απειλεί να καταστρέψει την αρρενωπότητα. Η εμβόλιμη και κάπως μακροσκελής πραγμάτευση από την Τις της ιδιαίτερης σχέσης που δημιουργείται μεταξύ των ανδρών μοιάζει περισσότερο με φιλοσοφική κατάθεση του ίδιου του συγγραφέα παρά με οργανικό κομμάτι της αφήγησης, καθώς προσπαθεί να απεγκλωβίσει τη φαντασία από τον χώρο του θηλυκού:

Δεν τον είχα δει ποτέ με άλλους άντρες. Δεν είχα δει ποτέ την αγάπη και τον σεβασμό που οι άντρες μπορούν να τρέφουν ο ένας για τον άλλον.

[…] Η αλήθεια είναι ότι νιώθουν [οι γυναίκες] πως γίνονται μάρτυρες μιας διαλέκτου που, ας πούμε, δεν μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν και επομένως αδυνατούν να χειραγωγήσουν και όσο μεγάλο θέμα κι να το κάνουν, με τη λανθασμένη ιδέα πως είναι κλειδωμένες απέξω, συγκλονίζονται όταν συνειδητοποιούν ότι, στην ουσία, είναι για πάντα κλειδωμένες μέσα. […] Όμως ένας άντρας υπάρχει μέσα στη δική του φαντασία και δεν μπορεί να βρεθεί ποτέ στο έλεος της φαντασίας μιας γυναίκας. Τέλος πάντων, σε αυτή τη γαμημένη εποχή και σε αυτό το γαμημένο μέρος, το όλο ζήτημα καταντάει γελοίο όταν συνειδητοποιείς ότι οι γυναίκες υποτίθεται πως πρέπει να έχουν περισσότερη φαντασία από τους άντρες. Αυτή είναι μια ιδέα που επινόησαν οι άντρες και αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. […] Και μπορεί να σαλτάρεις, εδώ, αν πάρεις στα σοβαρά την υποψία ότι ένας άντρας που δεν φοβάται να εμπιστευτεί τη φαντασία του (που είναι το μοναδικό πράγμα που εμπιστεύτηκαν ποτέ οι άντρες) είναι θηλυπρεπής. (σσ. 82-84)

Επί της ουσίας, όμως, όλα τα παραπάνω προετοιμάζουν τον αναγνώστη για την παρακολούθηση εκ μέρους και της ίδιας της Τις ενός στιγμιότυπου ομοκοινωνικών δεσμών. Αν η φαντασιακή επιβολή της αρρενωπότητας σε ένα τέτοιο πλαίσιο πηγάζει από την ανταγωνιστική επιθυμία των ανδρών για το γυναικείο σώμα, η σκηνοθετική οπτική του Baldwin μας το επιβεβαιώνει. Ο Φόνι και ο φίλος του Ντάνιελ από τον εν μέρει ανδροκρατούμενο χώρο του μπαρ μεταφέρονται στο σπίτι του πρώτου με την Τις να ακολουθεί το πρωτόκολλο της οικοδέσποινας. Οι κοινές συζητήσεις, το ποτό, το τσιγαριλίκι είναι οι συνήθειες που θεσμοθετούν το πλαίσιο μιας άτυπης αδελφοποιΐας. Ο Φόνι προκειμένου να επικυρώσει τον ανδρισμό του και να ορίσει το μοναδικό στον χώρο γυναικείο σώμα ως κτήμα του «έρχεται για μια στιγμή και τρίβεται πάνω μου [στην Τις] από πίσω και με αγκαλιάζει και φιλάει τον σβέρκο μου. Μετά γυρίζει στον Ντάνιελ» (σ. 137). Μπροστά στα μάτια του φίλου του, λοιπόν, οι γεμάτες ηδυπάθεια και σεξουαλικά υπονοούμενα χειρονομίες του ορίζουν την Τις ως το αδιαμφισβήτητο έπαθλό του. Στη συνέχεια, «ο Φόνι βάζει το χέρι του στον σβέρκο του Ντάνιελ», ως ένδειξη συμπαράστασης για τα δεινά που βίωσε στη φυλακή και τα οποία μόλις έχει ξεκινήσει να εξομολογείται στο ερωτευμένο ζευγάρι. Το ομοκοινωνικό πλέγμα έχει πλέον ολοκληρωθεί μέσα από το συναισθηματικό δέσιμο των δύο φίλων που πλέον αποκτά και τις υλικές του απολαβές. Οιονεί θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός τριγώνου,[18] συστατικού στοιχείου μιας ανδρικής ομοκοινωνικής συνδιαλλαγής, δεδομένων και των πειραγμάτων του Ντάνιελ προς την Τις. Δύο πράγματα, ωστόσο, καταλύουν κάθε τέτοια αναμονή. Αφενός, ο χαρακτήρας της ίδιας της Τις που δεν αφήνεται από τον συγγραφέα να μεταμορφωθεί σε παθητικό όργανο ενός ανδρικού παιχνιδιού. Με αφελή αλλά ειλικρινή εγωπάθεια η ίδια θα πει, υπερασπιζόμενη τα πνευματικά της προσόντα σε μια κοινωνία που θέλει τις γυναίκες χαζές: «στροφάρω επίσης, χάρη στην εκ φύσεως εξυπνάδα μου […]. Είμαι τόσο απίθανη, που μερικές φορές πρέπει να τσιμπιέμαι για να καταλάβω ότι υπάρχω στ’ αλήθεια» (σ. 138). Αφετέρου, το δράμα του Ντάνιελ στη φυλακή με την εκμυστήρευση της κακοποίησης που υπέστη, αφήνοντας και μια υποψία πως έγινε θύμα βιασμού, έρχεται να κατακυρώσει τη συσπείρωση των τριών προσώπων απέναντι σε έναν κοινό εχθρό: τον λευκό δυνάστη. Η ανάμνηση των ημερών που ο Ντάνιελ επισκεπτόταν τακτικά τους φίλους του κλείνει με το μοίρασμα εναγκαλισμών μεταξύ των τριών ως ένδειξη συμπαράστασης του ενός προς τον άλλον μέσα σε έναν κόσμο που τους καταδιώκει (σ. 145). Η υπόνοια, δε, του βιασμού από τους λευκούς αστυνόμους έρχεται σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη υπόνοια περί ερωτικού τριγώνου. Το θεσμικό ανδροκρατούμενο ηγεμονικό πλαίσιο των δυνάμεων καταστολής μέσα από το αρνητικό του πρόσημο εξουδετερώνει κάθε ιδέα ομοκοινωνικότητας.[19] Στο υφέρπον σχήμα ενός πατριαρχικού πλέγματος προτάσσεται η αλληλεγγύη των βασανισμένων ανθρώπων.

 

«Ο δικός σου Θεός σταύρωσε τον δικό Του γιο και πιθανότατα χάρηκε που τον ξεφορτώθηκε»

Τα ζητήματα του έρωτα, του φύλου, της σεξουαλικότητας, προφανώς επικαθορισμένα από το πρίσμα μιας εξωτερικά επιβεβλημένης ηθικής, λαμβάνουν τις διαστάσεις μιας πολύ ιδιότυπης θεολογίας στον στοχασμό του Baldwin. Σε ένα από τα αυτοβιογραφικά του δοκίμια, ο ίδιος εξομολογείται πως στα δεκατέσσερά του χρόνια ξεκινά μια «παρατεταμένη θρησκευτική κρίση».[20] Ως θετός γιος ενός Βαπτιστή κήρυκα εισάγεται από πολύ νωρίς στον κόσμο του χριστιανισμού, με την επίμονη προτροπή του πατριού του να γίνει κληρικός. Τα πράγματα, βέβαια, για τον ίδιο, δεν είναι τόσο εύκολα. Σύντομα ο Baldwin θα αντιληφθεί πως το φυλετικό μίσος κρύβεται ακόμη και μέσα στη θρησκεία. Είναι συγκλονιστική η περιγραφή αυτής της εμπειρίας όταν έπειτα από το τέλος ενός από τα κηρύγματα που εκφωνούνται στις εκκλησίες των Βαπτιστών, πέφτει για κάποιο ανεξήγητο λόγο ανάσκελα στο πάτωμα:

Το μόνο που θυμάμαι είναι ο πόνος, ο ανείπωτος πόνος˙ ήταν σαν να φωνάζω προς τον Ουρανό και να μην με ακούει. Και αν ο Ουρανός δεν με άκουγε, αν η αγάπη δεν μπορούσε να κατέβει από τον Ουρανό -να με λούσει, να με εξαγνίσει- τότε η απόλυτη καταστροφή είναι ό,τι μου αναλογούσε. Ναι, σημαίνει όντως κάτι -κάτι απερίγραπτο- να γεννιέσαι μαύρος σε μια χώρα λευκών, σε μια Αγγλο-τευτονική χώρα, σε μια χώρα που αντιτίθεται στη σεξουαλικότητα [antisexual].[21] […] Το σύμπαν, που δεν είναι απλώς τα αστέρια και το φεγγάρι και οι πλανήτες, τα λουλούδια, το γρασίδι και τα δέντρα, αλλά οι άλλοι άνθρωποι, δεν έχει αναπτύξει όρους για την ύπαρξή σου, δεν έχει δημιουργήσει καθόλου χώρο για σένα, και αν η αγάπη δεν ανοίξει τις πύλες, τότε καμία άλλη δύναμη δεν θα το κάνει ή μπορεί να το κάνει. Και αν κανείς απελπιστεί -και ποιος δεν έχει;- από την ανθρώπινη αγάπη, τότε απομένει μόνο η αγάπη του Θεού. Αλλά ο Θεός -και αυτό το ένιωσα ακόμη και τότε, τόσο καιρό πριν, σ’ εκείνο το τρομερό πάτωμα, ακούσια- είναι λευκός.[22]

Η φράση που τέθηκε ως μεσότιτλος λίγο παραπάνω ανήκει στον Φρανκ, τον πατέρα του Φόνι, ενώ μιλά με τη γυναίκα του, την κυρία Χαντ (βλ. σ. 91). Η υβριστική συνέχεια του αποσπάσματος είναι αρκούντως αποκαλυπτική όχι μονάχα της απόγνωσης ενός ανθρώπου του οποίου το παιδί βασανίζεται άδικα αλλά και της απόλυτης άρνησής του να στραφεί στον Θεό για παρηγοριά: «“Κι αν μου ξαναπείς κουβέντα για εκείνο τον Χριστό που γαμιέσαι όλα αυτά τα χρόνια, τα δικά σου [μυαλά] θα είναι τα πρώτα που θα τινάξω. Μαλακιζόσουνα μ’ εκείνο τον εβραίο μπάσταρδο όταν έπρεπε να είσαι με τον γιο σου”» (σ. 92). Δεν πρόκειται για ένα απλό παιχνίδι λεκτικής προκλητικότητας. Η επανειλημμένη μορφή βίας που μετέρχεται ο Φρανκ -μόλις τρεις σελίδες σκηνικής δράσης παρακάτω θα χαστουκίσει τη γυναίκα του (βλ. σ. 95)- συνοψίζει τις σύνθετες διεργασίες που κατευθύνουν τη φυλετική χειραγώγηση. Ο λευκός Θεός για τον Baldwin είναι ένα ακόμη σύμβολο μέσα από το οποίο φιλτράρονται τα μαύρα υποκείμενα, οδηγώντας τα σε αυτο-υπονομευτικές φυλετικές ιεραρχήσεις. Η οργή που αισθάνονται για την υφιστάμενη καταπίεση εκτονώνεται μέσα από τον φαύλο κύκλο μιας διαιωνιζόμενης βίας «κατά των λευκών, των μαύρων γυναικών, του ενός προς τον άλλον και κατά άλλων μαύρων αρσενικών σαν ένα μέσο αποζημίωσης για τη διακινδυνευμένη αρρενωπότητα και την έλλειψη πρόσβασης στη δύναμη των μαύρων».[23]

Την εμπλοκή της βίας με ζητήματα θρησκευτικότητας πλαισιώνει αριστοτεχνικά η περιγραφή της ερωτικής πράξης μεταξύ των γονιών του Φόνι, αποδεικνύοντας πως για τον συγγραφέα  θρησκεία, σεξουαλικότητα και φυλετικός αυτοπροσδιορισμός είναι ένα τρίπολο αλληλοεπικαλυπτόμενο. Η μητέρα του Φόνι, η κυρία Χαντ, είναι μια γυναίκα αφοσιωμένη στην Εκκλησία, στα όρια της θρησκοληψίας. Η υπέρβαση του εμποδίου της φυλάκισης του Φόνι εξομοιώνεται στα μάτια της με ένα στάδιο εξιλέωσης του ίδιου του γιου της για την απομάκρυνσή του από τον Θεό και για την a priori, βάσει του χριστιανικού συντηρητισμού της, αμαρτωλότητά του ως απόγονου των έκπτωτων Πρωτόπλαστων: «Απλώς προσεύχομαι, και προσεύχομαι ασταμάτητα, ο Κύριος να οδηγήσει το αγοράκι μου στη φώτιση […] να αναλογιστεί τις αμαρτίες του και να προσφέρει την ψυχή του στον Ιησού» (σσ. 89-90). Ως γυναίκα, και μάλιστα μαύρη γυναίκα, είναι διπλά καταπιεσμένη λόγω φύλου και λόγω φυλής, αποδεχόμενη πλήρως την ταπείνωσή της τόσο με το να υπομένει τη βία του άντρα της όσο και με το να ικετεύει πρώην αφεντικά της να ασκήσουν τη θεσμικής τους δύναμη για την απελευθέρωση του Φόνι (βλ. σ. 89). Ωστόσο, μέσα στα όρια του δικού της μικρόκοσμου, της κοινωνίας των μαύρων, η κυρία Χαντ ενσαρκώνει το ιδεώδες της μικροαστής κυριούλας, απόλυτα αφοσιωμένης στην πουριτανική ηθική, θρησκευτική και κοινωνική. Για όλους παραμένει πάντα η κυρία Χαντ. Μονάχα ο Φρανκ, ο καταπιεστής της, για μία μόνο φορά, θα αναφερθεί στο μικρό της όνομα, Άλις, αποκαλύπτοντάς το και στον αναγνώστη (βλ. σ. 37).

Η σχέση μεταξύ των γονιών του Φρανκ συμπυκνώνει τη στερεότυπη εικόνα του άνδρα που υποτάσσει διά της βίας τη γυναίκα του τόσο στις δημόσιες συναναστροφές τους με συγγενείς όσο και στις ιδιωτικές τους περιπτύξεις. Στην ερώτηση της Τις για το αν ο Φρανκ και η κυρία Χαντ έκαναν έρωτα, ο Φόνι θα μας παραδώσει μια εκτενή αφήγηση με το χυδαίο ερωτικό λεξιλόγιο να απο-ιεροποιεί τα θρησκευτικά σύμβολα σε σημείο εξευτελισμού. Σαν ένα παιχνίδι ρόλων, ο Φρανκ υποδύεται τον Χριστό και διά της βίας -λεκτικής και σωματικής- της επιβάλλεται ερωτικώς. Η σεξουαλική διείσδυση παρομοιάζεται με τη χριστιανική κάθαρση, την εισχώρηση του Αγίου Πνεύματος (βλ. σσ. 29-31). Οι παρατηρήσεις του Kornegay, μέσω της Delores Williams (θεολόγου του γυναικισμού), αποτρέπουν την εξαγωγή γρήγορων συμπερασμάτων περί ηθικής αποκαθήλωσης της χριστιανικής σημειολογίας. Ο Φρανκ, λοιπόν, παγιδευμένος και ο ίδιος ως μαύρος μέσα σε μια ανίσχυρη ανδρική ταυτότητα, προχωρά σε ένα τρικ «ψυχολογικής υποκατάστασης» του Θεού με τον εαυτό του. Για τις μαύρες γυναίκες, η θρησκεία είναι ένας τρόπος επιβίωσης σε έναν κόσμο στον οποίο τελούν υπό καθεστώς εξορισμού. Ο Φρανκ, παρά την αποστροφή του για τη θρησκεία, αναγκάζεται να την οικειοποιηθεί. Η ταύτισή του με τον Θεό είναι μια δίοδος παροδικής απελευθέρωσης, αφού μέσω αυτού εγκολπώνεται την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας του. Εξού και η μοναδική, στο εύρος του μυθιστορήματος, ρητή αναφορά στο ανδρικό γεννητικό όργανο (βλ. σ. 29), ώστε ο φαλλός να διεκδικηθεί ως σύμβολο υπεροχής. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι καθόλου τυχαίο που η παραμορφωμένη αυτή σκηνή προκαλεί στην Τις και στον Φόνι γέλιο, παρωδώντας σπασμωδικά αυτό το διαστρεβλωμένο πρότυπο (βλ. σ. 31). Το νεαρό ζευγάρι είναι η φωνή του ίδιου του Baldwin, ο οποίος διακρίνει στον χριστιανισμό την πρόκριση «πατριαρχικών, ηγεμονικών, μισογυνικών, σεξιστικών, ομοφοβικών και βίαιων» αντιλήψεων.[24] Μπορεί αυτή η υποκατάσταση να λειτουργεί κάπως για τους καταπιεσμένους μαύρους, επουδενί, όμως, δεν θα πρέπει να υψωθεί σε υγιές πρότυπο. Η συνειδητοποίηση πως «η Βίβλος έχει γραφτεί από λευκούς ανθρώπους»[25] πέφτει βαριά σαν πέλεκυς στο ζήτημα της ολοκληρωτικής αποκανονιστικοποίησης του μαύρου που επαγγέλλεται ο Baldwin, κατάσταση που ενσαρκώνει το ζευγάρι των νεαρών πρωταγωνιστών του.

Η βαθιά ριζωμένη πίστη του πως «μια λυτρωτική ενέργεια “θαμμένη από την ανάδυση των χριστιανικών εθνών” ξεπροβάλλει. Η ενέργεια αυτή είναι το κίνημα των καταπιεσμένων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο που απαιτούν δικαιοσύνη και δίκαιη αντιμετώπιση από όσους τους έχουν υποτάξει για αιώνες»,[26] όπως εύστοχα τη σκιαγραφεί ο Josiah Ulysses Young III, μας δίνει τη δυνατότητα κατανόησης της αυστηρής του κριτικής απέναντι στη θρησκεία. Το αγκάθι για τον Baldwin δεν είναι ο χριστιανισμός καθαυτός αλλά η θεσμική του συγκρότηση.[27] Ταυτόχρονα, του φαίνεται γεμάτη αστοχίες η επονομαζόμενη Θεολογία της Απελευθέρωσης των Μαύρων (Black Liberation Theology) η οποία εγκαινιάζει την παρουσία της στην ιστορία των Αφρο-αμερικανών το 1966, με τη σύσταση της Ειδικής Εθνικής Επιτροπής των Μαύρων Κληρικών (National Committee of Negro Churchmen), η οποία επέκτεινε τις θεσμικές της δράσεις και σε άλλες εκφάνσεις του δημόσιου βίου (σχολικά προγράμματα, ακτιβιστικές οργανώσεις κ.λπ.), διατηρώντας παράλληλα στενούς δεσμούς με τον κόσμο της Νοτίου Αφρικής.[28] Για τον Baldwin, η Θεολογία της φυλής του διανύει εποχή αυτο-διακύβευσης για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί οικειοποιείται τον άκρατο ηθικισμό του χριστιανισμού. Εκεί στηρίζεται το δριμύ κατηγορώ του Baldwin ενάντια στις «απαγορεύσεις, τα εγκλήματα και την υποκρισία της χριστιανικής Εκκλησίας».[29] Δεύτερον, για τον ίδιο, οι μαύροι δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν ότι έχουν αφομοιώσει άκριτα το ρατσισμό των βιβλικών πηγών. Μπορεί οι Αφρικανοί να αποτυπώνονται στις σελίδες της Αγίας Γραφής ως απόγονοι του Χαμ, του υιού τον οποίο καταράστηκε ο ίδιος ο πατέρας του, ο Νώε, να είναι δούλος των άλλων αδελφών του, αλλά θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν πως οι λευκοί είναι απόγονοι του Κάιν, του αδελφοκτόνου.[30] Στο μυαλό του συγγραφέα, η χριστιανική γραμματεία διασώζει σχιζοφρενικές αλληγορίες, όπως η προηγούμενη, και για τον λόγο αυτό ο ίδιος δεν συνηγορεί στην επανανακάλυψη του παρελθόντος. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την ανατρεπτική αυτή θέση, θα πρέπει να στραφούμε στον James Cone, έναν θεολόγο που επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Baldwin.[31] Οι μεταρρυθμιστικές αντιλήψεις τού Jürgen Moltmann και του Ernst Bloch για συθέμελη αναδιάρθρωση «της πολιτικής, της ηθικής, της θρησκείας» προς «την κατεύθυνση του καλού», οδηγεί τον Cone στην επείγουσα συνειδητοποίηση της ανάγκης για απάρνηση της θρησκευτικής ιστορίας των λευκών ώστε η αντίθεση μεταξύ «πραγματικού» και «πιθανού» να φτάσει στα έσχατα όριά της, διανοίγοντας έτσι νέες δυνατότητες για την καταπιεσμένη κοινωνία των μαύρων,[32] κάτι που απηχεί εξίσου την επαναστατικότητα του ίδιου του Baldwin.

Στο σημείο αυτό, με αρκετή ασφάλεια πλέον φαίνεται ότι η Τις είναι το προσωπείο του Baldwin. Η εισαγωγική επίσκεψή της στη φυλακή παρομοιάζεται με την έρημο Σαχάρα. Μέσα από τη δραματική αυτή εξομοίωση, η μαύρη Τις εικονοποιεί τη μοίρα όλης της φυλής της, καταδικασμένης σε μια εξορία. Όπως ο εκλεκτός, αλλά καταπιεσμένος, λαός του Γιαχβέ, έτσι και οι «φτωχοί πάντα διασχίζουν τη Σαχάρα» (σ. 17), προοικονομώντας ότι υπάρχει και μια γη της Επαγγελίας. Η επόμενη παρομοίωση, της εκκλησίας με φυλακή αυτή τη φορά, κάνει ορατή την απέχθεια της Τις (και του συγγραφέα) για το θεσμικό πρόσωπο του χριστιανισμού. Το πρώτο ραντεβού της, όταν ήταν ανήλικη ακόμη, με τον Φόνι λαμβάνει χώρα σε μια κυριακάτικη Λειτουργία, έπειτα από την απαίτηση της κυρίας Χαντ. Η εμπειρία για την Τις αποκαλύπτει την επιτηδευμένη ηθική μεταμφίεση των μαύρων σε αυτές τις συνάξεις: «Όμως ο κόσμος δεν ένιωθε συχνά ευτυχισμένος στην εκκλησία μας: ήμασταν πιο ευυπόληπτοι, πιο πολιτισμένοι απ’ ό,τι καθαγιασμένοι» (σ. 38). Οι εκστασιαστικές χειρονομίες και οι δοξολογίες που τελούνται σε αυτόν τον χώρο του ιερού, ακυρώνονται ειρωνικά μέσα από τη συνειδητοποίηση των δύο ερωτευμένων νέων πως «Όποιος μας αγαπούσε δεν ήταν εδώ» (σ. 42). Αυτό ήταν αρκετό για να κρατήσει και τους δύο μακριά πλέον από την εκκλησία. Όλη αυτή η ανάμνηση θα οδηγήσει την Τις στην ταύτιση του χώρου αυτού με φυλακή. Μοναξιά (έρημος) και στέρηση (φυλακή) συγκροτούν έναν επώδυνο βιωματικό άξονα. Ωστόσο, οι δύο προαναφερθείσες παρομοιώσεις δείχνουν πως στο μυθιστόρημα εντίθεται (εν υπνώσει, αφού ακόμα δεν ολοκληρώνεται) ένα σημειολογικό τρίγωνο: φυλακή – έρημος – απελευθέρωση, ή, με περισσότερο χριστιανικούς όρους διατυπωμένο, βάσανα – περιπλάνηση – λύτρωση. Επί της ουσίας, και παρά την ενεργοποίηση της παρομοίωσης με το μόριο σαν, η αφήγηση τροφοδοτείται από την αλληγορία. Το προβάδισμα που δίνει στις σημασιολογικές διευρύνσεις της γλώσσας η τελευταία, αφενός δείχνει τον πολύπλοκο τρόπο της στρατηγικής της συγκρότησης, αφετέρου δίνει έμφαση στην ευελιξία των σημαινόντων να διαβαστούν ως σχήματα «εν εξελίξει». Μέσα από αυτή τη θεώρηση, το τρίγωνο που περιέγραψα παραπάνω προδίδει τις επιδιώξεις του Baldwin αναφορικά με το μυθιστόρημα αυτό: να ανατρέψει τις παραδοσιακές ερμηνείες των λέξεων και των μύθων ώστε να τους προσδώσει ένα άλλο περιεχόμενο. Στην αλληγορία εδράζεται και ο μηχανισμός της ανοικείωσης, καταστατικός για την επίτευξη της λογοτεχνικότητας,[33] κάτι που το έργο χρειάζεται κάτω από το βάρος των πολλαπλών ιδεολογιών που κουβαλά και που, σε αντίθετη περίπτωση, θα κινδύνευαν να το μετατρέψουν σε ένα κείμενο ιδεών που απλώς μοιάζει με μυθιστόρημα. Στον μαγικό κόσμο της αλληγορίας, εξάλλου, στηρίζεται και ο παραλληλισμός της Τις και του Φόνι με τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα.

Υπάρχει, όμως, και ένα άλλο παράλληλο ζεύγος που το ανταγωνίζονται με πολύ πιο καταλυτικό τρόπο οι πρωταγωνιστές του Baldwin. Το μυθιστόρημα έχει ως μότο ένα αφρο-αμερικανικό ύμνο (spiritual), που, όπως μας ενημερώνει και η μεταφράστρια, τραγουδιέται την περίοδο των Χριστουγέννων: «Μαρία, Μαρία / Πώς θα ονομάσεις / Αυτό το όμορφο, γλυκό, μωρό» (βλ. σσ. 9, 255). Το γεγονός ότι από τις πρώτες σελίδες ο αναγνώστης μαθαίνει για την εγκυμοσύνη της Τις δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τον μη συσχετισμό της με την Παρθένο Μαρία. Επιπρόσθετα, πέρα από τη συνάφεια με τον περιπλανώμενο λαό του Ισραήλ που ενεργοποιεί η αλληγορική σύνδεση της πορείας της Τις μέσα στη φυλακή-έρημο, ο αναγνώστης έχει υπόψη του και την περιπλάνηση της Παναγίας με τον Ιωσήφ προκειμένου να σώσουν το κυοφορούμενο μωρό από το ανελέητο κυνήγι του Ηρώδη. Στην πορεία δε, του μυθιστορήματος, ο Φόνι θα αναδειχθεί, πάλι μέσω της αλληγορίας, στο κατεξοχήν σύστοιχο του Ιωσήφ. Η εικόνα της λατρείας του για το ξύλο είναι δραστική («“Εδώ βρίσκεται η ζωή μου”, είπε, “η πραγματική μου ζωή”», σ. 104). Η κορύφωση του αφηγηματικού δράματος επιτυγχάνεται με τον Φόνι, ως άλλο Ιωσήφ, να σκαλίζει το ξύλο και το νεογέννητο μωρό να κλαίει ακατάπαυστα δίπλα του «σαν να σκοπεύει να ξυπνήσει τους νεκρούς» (σ. 254).

Ωστόσο, οι τελευταίες λέξεις του μυθιστορήματος ανήκουν ρητά στον ίδιο τον συγγραφέα, όχι σε κάποιον από τους ήρωες: «[Ημέρα του Κολόμβου] 12 Οκτωβρίου 1973 Σαιν Πωλ ντε Βανς». Πρόκειται για ένα κάλεσμα σε μια περιδίνηση αλληλοδιαπλεκόμενων αλληγοριών. Αν κανείς διαβάσει τη συνέχεια των στίχων του εισαγωγικού spiritual σε μία από τις πολλές εκδοχές του, θα διαπιστώσει πως ο ύμνος θεματοποιεί το ζήτημα της σκλαβιάς («Slaves are we and looking for a master»), κάτι που επαναληπτικά υπονοείται στο εύρος της μυθιστορηματικής γραφής (βλ. ενδεικτικά: «Κοίταξα γύρω μου στο βαγόνι. Έμοιαζε κάπως με τα σκίτσα που είχα δει από πλοία μεταφοράς σκλάβων», σ. 151). Το happy end, αν όντως πρόκειται περί αυτού και όχι για κάποιο όνειρο, όπως μας βάζει να αναρωτηθούμε ο Josiah Ulysses,[34] εκτεινόμενο μέσα σε μόλις πέντε αράδες, δίνει στον αναγνώστη την προσδοκώμενη λύτρωση. Η σύγχρονη Μαρία και ο Ιωσήφ έπειτα από την εξορία και την περιπλάνησή τους καταφέρνουν να διασώσουν το μωρό-λυτρωτή.

Μία τέτοια θεώρηση θα έφερνε τον Baldwin πολύ κοντά στον χριστιανικό μύθο. Ωστόσο, όπως είδαμε παραπάνω, εν μέρει τον αντιμάχεται. Η τελική ημερομηνία μάλλον στερεί από τον χριστιανικό λόγο το δικαίωμα να καρπωθεί την ιδέα της απελευθέρωσης. Η 12η Οκτωβρίου του 1492 ήταν η ημέρα ανακάλυψης της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο, όταν φτάνει με το πλοίο του στις σημερινές Μπαχάμες. Η αναδρομή στον “γενάρχη” του έθνους, ωστόσο, δεν φαίνεται να είναι χαρμόσυνο γεγονός για τον Baldwin. Η σταδιακή δημιουργία του αμερικανικού έθνους στηρίχθηκε πάνω στο αίμα των ιθαγενών και στην εξαγωγή των μαύρων από την Αφρική για να αποικήσουν ως δούλοι τη χώρα των λευκών. Πόση πλήρωση μπορεί να γεννά η ανάμνηση μιας μέρας που σηματοδοτεί το μαρτύριο μιας ολόκληρης φυλής (και όχι μόνο αυτής); Πόση αγαλλίαση μπορεί να προκαλεί η μνεία ενός τέτοιου γεγονότος σε ένα βιβλίο που ο συγγραφέας μάς μαρτυρά ότι γράφει αυτο-εξόριστος στη Γαλλία; Η ιστορία της Τις και του Φόνι, όπως δηλώθηκε εξ αρχής, δεν είναι μια ιστορία αγάπης à la manière της δυτικής λογοτεχνίας. Είναι ένα κήρυγμα, μια μαρτυρία του ίδιου του Baldwin ότι η λύτρωση για τους μαύρους δεν έχει έρθει ακόμα, αλλά διεκδικείται αδιάκοπα, με πόνο και στεναγμό καθημερινά. Το τέλος του μαρτυρίου για τον Ιωσήφ και την Παναγία και ο ερχομός του Σωτήρα είναι το happy end ενός κόσμου που αναζητά τη σωτηρία και ως αντάλλαγμα στο δώρο του Θεού συνεχίζει να ρισκάρει το βαθύτερο μήνυμα του χριστιανισμού, την αγάπη. Η 12η Οκτωβρίου 1973, επίσης, ημέρα της απόφασης του Προέδρου Richard Nixon να δώσει όπλα στο Ισραήλ, επισφραγίζει την πορεία της πετρελαϊκής κρίσης που έχει ξεκινήσει τη χρονιά αυτή. Τα παιχνίδια πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας που παίζονται μεταξύ των παγκόσμιων δυνάμεων γύρω από τον μαύρο χρυσό καταδεικνύουν εμμέσως πως ο χριστιανικός μύθος έχει καταρρεύσει μαζί με την πνευματική του κληρονομιά. Αν κάτι θέλει να κρατήσει ο συγγραφέας με το βιβλίο αυτό από τη χριστιανική γραμματεία είναι μονάχα η αγάπη. Αυτό το συνεχές μέσα-έξω της αφήγησης από τον κειμενικό στον εξωκειμενικό χώρο θεσπίζει τα όρια των επάλληλων αλληγοριών που αντιμάχονται το αλάθητο των θρησκευτικών πηγών και αποτελούν πρό(σ)κληση για επαναδιαπραγμάτευση της κυρίαρχης ηθικής του κόσμου.

Οι μεταδομιστικές θεωρίες του Paul de Man και του Fredric Jameson για την αλληγορία, ρίχνουν περισσότερο φως στην υπόθεση. Παρά τις επιμέρους ελλείψεις και αντιφάσεις τους, όπως έχει δείξει ο Tobin Siebers, στο στοχασμό των δύο κορυφαίων θεωρητικών, η αλληγορία αντικατοπτρίζει την απογύμνωση της αισθητικής από το φορτίο απολυταρχικών ιδεολογιών. Ειδικά για τον δεύτερο, η αλληγορία γίνεται το μέσο «πολιτικοποίησης της αισθητικής ευχαρίστησης» στο δρόμο διακήρυξης μιας συλλογικότερης ουτοπίας που επιθυμεί την αναμόρφωση όλης της κοινωνίας. Άραγε όσα εκτέθηκαν εδώ δεν δείχνουν την προσπάθεια του Baldwin να απεκδύσει τον χριστιανικό μύθο από τις αισθητικές και ιδεολογικές χρήσεις του παρελθόντος, αντιπροτείνοντας ένα άλλο είδος λόγου με πολιτικές προεκτάσεις; Η ιστορία της Τις και του Φόνι αμφισβητεί -όπως και η ζωή και η δράση του συγγραφέα- την ουσιοκρατική και φυσικοποιημένη σχέση της γλώσσας με τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό η «σημασία δεν έχει φυσική καταγωγή» και το «σημείο αποκόβεται από τη λειτουργία της σημασιολογίας, ξεγυμνώνοντας έτσι τη γλώσσα από τις ιδεολογικές και πιθανώς προσβλητικές της σημασίες», όπως πίστευε ο de Man.[35]

Την αντίθεση μεταξύ μιας άλλης πραγματικότητας με τον κόσμο των παραδεδομένων αξιών του χριστιανισμού μπορούμε να την εντοπίσουμε και στο επίπεδο της διακειμενικότητας. Το δεύτερο, σύντομο, μέρος του μυθιστορήματος επιγράφεται ως «Σιών». Όπως μας ενημερώνει η Τριμπέρη με τις σημειώσεις της, η αναφορά εδώ στην Ιερουσαλήμ και, συνεκδοχικώ τω τρόπω, στην ιδέα της ελευθερίας του σκλαβωμένου Ισραήλ στηρίζεται στον ρασταφαριανισμό, ένα θρησκευτικό κίνημα που συγκερνά ιουδαϊκές, προτεσταντικές, μυστικιστικές και αφροκεντρικές παραδόσεις, καταλήγοντας στον παραλληλισμό της Αφρικής για τους μαύρους με μια άλλη Σιών (βλ. σσ. 258-259). Δεν είμαι σίγουρος, βέβαια, κατά πόσο πρέπει να εμπλέξουμε στο σχολιασμό μας τον ρασταφαριανισμό. Όπως και να ’χει, η Σιών ως ο συμβολικός τόπος επανένωσης του εβραϊκού λαού με τον καταγωγικό του χώρο αρκεί για την αλληγορική σύνδεση με την επακόλουθη ιδέα της βασιλείας του Θεού. Σε ένα παράλογο με αρκετή δόση μεταφυσικής στιγμιότυπο, ο συγγραφέας βάζει το αγέννητο μωρό της Τις να απευθύνει μια ερώτηση: «Δεν υπάρχει δίκαιος άνθρωπος, ούτε ένας;» (σ. 250, η πλαγιογράφηση του συγγραφέα). Τα λόγια προέρχονται από την Επιστολή Παύλου προς Ρωμαίους, 3: 10. Πρόκειται για την εκτενέστερη επιστολή του Απόστολου των Εθνών, η οποία θίγει κομβικά ζητήματα θεολογικής και εκκλησιαστικής οργάνωσης, και για τον λόγο αυτό έχει δεχτεί ισχυρή κριτική στο πλαίσιο των βιβλικών σπουδών.[36] Το επίμαχο εδώ απόσπασμα θέτει την παραδοχή της εξ ορισμού αμαρτωλότητας όλων των ανθρώπων μέσα και έξω από τον χριστιανισμό. Η ειρωνεία παράγεται από την παραλλαγή του επιτονισμού. Η κυριολεκτική θέση του Παύλου αμφισβητείται διπλά, μέσα από την ερώτηση στη θέση της κατάφασης, αλλά και μέσα από μια ερώτηση που απευθύνει ένα μωρό που αλληγορικά έχει συνδέσει τη μοίρα του με εκείνη του Χριστού ως Λυτρωτή. Εδώ πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά την αποστροφή που γεννά στον Baldwin ο λόγος του Απόστολου Παύλου, καθώς επιμένει στην παγανιστική διάκριση πνεύματος και σάρκας. Αυτός ο «ανηλεώς φανατισμένος και αυτάρεσκος»[37] άνθρωπος, ο οποίος κατέστη ο αρχιτέκτονας της χριστιανικής Εκκλησίας, οδήγησε με τα κείμενά του (έστω και ακούσια μέσα από τις ερμηνείες των μεταγενέστερων σχολιαστών του, και αυτό είναι κάτι που το αναγνωρίζει ο Baldwin) στην «ταπείνωση της σάρκας», καθώς εντέλει, «η αυτοδιάθεση του σώματος στην ερωτική πράξη θεωρείται έγκλημα κατά του Αγίου Πνεύματος».[38] Κατά βάση, όμως, για τον ίδιο, αυτή η ποινικοποίηση της σάρκας έγινε η αιχμή του δόρατος για την εδραίωση του ρατσισμού, αφού το μαύρο σώμα εξοβελίστηκε στον χώρο της ανηθικότητας ενώ το λευκό ενδύθηκε το αστραφτερό φόρεμα του πνεύματος.[39] Γίνεται κατανοητό πως ο (λογικά) άφατος λόγος του αγέννητου βρέφους κλονίζει συθέμελα τον κόσμο των σημαινομένων του χριστιανισμού με τα ίδια του τα υλικά: την επιστράτευση της μεταφυσικής.

Πού τελικά καταφεύγουν οι πρωταγωνιστές των μυθιστορημάτων του Baldwin, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας, για να βρουν μια σανίδα σωτηρίας σε έναν κόσμο που τους αντιστρατεύεται; Μα φυσικά στην ίδια τους την παράδοση, τη μουσική παράδοση. Τα gospel τραγούδια, τα blues, η soul μουσική αποτελούν το πολιτισμικό χωνευτήρι μέσα από το οποίο οι επιπτώσεις του άδικου, της καταπίεσης, της περιθωριοποίησης μπορεί να μην αμβλύνονται, αλλά τουλάχιστον η μαύρη κοινότητα βρίσκει έναν τρόπο να συσπειρωθεί και να διατρανώσει το κοινωνικό της κατηγορητήριο. Όλες οι νότες και οι στίχοι της μουσικής των μαύρων από τη μία σφυροκοπούν το μαρτύριο της δουλείας και από την άλλη ευφραίνουν τις βασανισμένες ψυχές. Η ενσωμάτωση στίχων, δημιουργών, τραγουδιστών της μουσικής αυτής είναι μια πάγια τακτική του Baldwin, η οποία έχει ελκύσει τους μελετητές του. Αποφεύγω να υπεισέλθω στην τεράστια αυτή βιβλιογραφία. Θα περιοριστώ σε λίγες παρατηρήσεις. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας έχει αναφέρει σε βιβλιοκρισία του, τα blues αναπτύσσουν μια «νέα διάλεκτο μέσα σε ένα υπερβολικά εχθρικό τόπο».[40] Πρόκειται δηλαδή για μια γλώσσα του γκέτο η οποία αντιπαρατίθεται στις ηγεμονικές λογοθετικές πρακτικές των λευκών, του βιβλικού λόγου συμπεριλαμβανομένου, δεδομένης της βαθιάς θρησκευτικότητας που χαρακτηρίζει πολλά από τα τραγούδια αυτά. Ένα από τα αρκετά παραδείγματα στο Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει είναι η στιγμή της φιλικής σύναξης μεταξύ Τις, Φόνι και Ντάνιελ. Με φόντο την ιστορία φυλάκισης του τελευταίου, ο Φόνι θα βάλει στο πικ-απ τον δίσκο του Marvin Gaye Whats going on (βλ. σ. 140). Πρόκειται για έναν θρυλικό δίσκο στην ιστορία της soul. Στο αποκορύφωμα των αντι-κομφορμιστικών κινημάτων της δεκαετίας του 1960 και του αδιέξοδου πολέμου στο Βιετνάμ, που έχει ξεσηκώσει πλέον θύελλα αντιδράσεων στις αρχές του 1970, ο Gaye συνθέτει ένα δίσκο με ξεκάθαρη κοινωνική στόχευση, όχι μόνο για τους μαύρους, αλλά για όλο τον κόσμο, μέσα από τραγούδια όλων των μουσικών παραδόσεων των μαύρων. Χαρούμενοι, μελαγχολικοί, τζαζ, αισθησιακοί τόνοι συνοδεύουν την πολυθεματικότητα του δίσκου για δικαιοσύνη, αντίσταση στον φόβο, χριστιανική λύτρωση κ.ά.[41] Η πολιτική ρητορική του δίσκου χωνεύεται μέσα από την αφήγηση του Baldwin. Μαζί με όλη την υπόλοιπη μουσική των μαύρων συγκροτεί τους σημειολογικούς οδοδείκτες για την ανεύρεση της σωτηρίας. Καθώς επίσης τα blues, πέρα από την εμπορική τους πτυχή, ή μέχρι να φτάσουν να καταγραφούν για εμπορική χρήση σε δίσκους, στηρίζονται στον αυτοσχεδιασμό και δεν έχουν προκαθορισμένη μορφή, αποτελούν ουσιαστικά ένα γλωσσικό οπλοστάσιο που μπορεί να ελίσσεται αποφεύγοντας την καταπίεση, την άτυπη λογοκρισία του κυρίαρχου λευκού, ή γενικότερα προκαθορισμένες ιδεολογικές μορφές.[42] Το άκουσμα του δίσκου αυτού θα επιτρέψει στη συντροφιά αυτών των καταπιεσμένων μαύρων να βιώσουν μια παροδική γαλήνια νύχτα με την αισιόδοξη σκέψη πως «τα υπέροχα πράγματα είναι εφικτά» (σ. 140).

«Η δύναμη του Baldwin ως συγγραφέα έγκειται στην ικανότητά του να υφαίνει το βαθιά αυτοβιογραφικό με το πολιτικό και το κοινωνικό»,[43] έγραφε ο ακαδημαϊκός Julius Lester. Αυτός είναι και ο λόγος που τα κείμενά του υποσκάπτουν τα όρια των ειδολογικών κατηγοριών. Τα μυθιστορήματά του παίρνουν τον χαρακτήρα φιλοσοφικών πραγματειών ενώ τα δοκίμιά του διατηρούν το χάρισμα της μυθοπλαστικής αφήγησης. Το κοινό νήμα που τα συνδέει όλα μεταξύ τους είναι το κήρυγμα. Τι άλλο είναι το κήρυγμα -στη ρητορική του οποίου ανδρώθηκε ο Baldwin από μικρός-, παρά η στεντόρεια διατυμπάνιση της αλήθειας του Ευαγγελίου, μιας αλήθειας που είναι «τραχιά και φοβερή»[44] όπως τη θέλει ο Stanley Hauerwas. Απαιτεί, λοιπόν, εκ μέρους του ομιλητή, την επιδέξια χρήση της γλώσσας -όχι μέσα από τον στρεβλωτικό δρόμο της δικανικής ρητορικής-, αλλά και δύναμη ψυχής. Ο κήρυκας πρέπει να υποτάξει τον λόγο του στην αλήθεια. Ο Baldwin τόλμησε να παραδοθεί ολοκληρωτικά στην αλήθεια της αγάπης και του καλειδοσκόπιου μέσα από το οποίο αυτή σκορπίζεται σε ένα ευρύ φάσμα ταυτοτήτων (φυλετικής, σεξουαλικής, θρησκευτικής, κοινωνικής, πολιτικής). Συμφωνώ πως, για τον ίδιο, «ο Θεός δεν είναι αγάπη, αλλά η αγάπη είναι Θεός».[45] Αν ένας τρόπος υπάρχει για να πιστέψει ο άνθρωπος στο όραμα του χριστιανισμού, αυτός είναι, κατά τον Baldwin, η θεοποίηση της αγάπης. Όπως θα πει με γενναιόδωρη απλότητα η μητέρα της Τις, Σάρον, στην κόρη της, σε μια στιγμή απελπισίας: «Μονάχα να θυμάσαι ότι η αγάπη σε οδήγησε ώς εδώ. Αν εμπιστεύτηκες την αγάπη σε όλη αυτή την πορεία, μην πανικοβάλλεσαι τώρα» (σ. 149). Αυτός είναι ο πυρήνας της σωτηριολογίας του Αμερικανού συγγραφέα, τον οποίο με πάθος υπερασπίστηκε με την αιχμηρή του πένα. Αν έχετε πίστη όσο ένας κόκκος σιναπιού, είπε ο Χριστός, τότε μπορείτε να μετακινήσετε ακόμη και βουνά (βλ. Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 17: 20). Αναμφίβολα, οι γραπτές μαρτυρίες του Baldwin αποδεικνύουν πως η πίστη του στη δύναμη της αγάπης μπορεί  να δημιουργήσει τον κόσμο από την αρχή. Έναν κόσμο όπου το σώμα και το πνεύμα του δικού του Ρωμαίου και της δικής του Ιουλιέτας θα δημιουργούν ρωγμές στη μισαλλοδοξία μέχρι να καταρρεύσει το φράγμα της.

 

[1] Ειδικά για αυτή την πτυχή του χρήσιμο είναι το άρθρο του Charles Reese, «James Baldwin. Artist as Activist and the Baldwin/Kennedy Secret Summit of 1963», στον συλλογικό τόμο A. Scott Henderson – P. L. Thomas (eds.), James Baldwin. Challenging Authors, Sense Publishers, Rotterdam-Boston-Taipei, 2014, σσ. 121-136, το οποίο παρουσιάζει τη μυστική συνάντηση στις 24 Μαΐου 1963 του Baldwin μαζί με μια πλειάδα προσωπικοτήτων της εποχής (από την πολιτική μέχρι την τέχνη) με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα Robert Kennedy για το θέμα των διακρίσεων, χάρη στην οποία ο αδερφός του, John Kennedy, ένα μήνα μετά θα προέβαινε στην πιο κομβική δήλωση που έκανε ποτέ Πρόεδρος των ΗΠΑ για τα πολιτικά δικαιώματα.

[2] James Baldwin, Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει, μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη, Πόλις, 2020, σ. 32. Εφεξής οι παραπομπές θα αφορούν την έκδοση αυτή και θα γίνονται παρένθετες στο κυρίως κείμενο.

[3] Harold Bloom, «Introduction», στον συλλογικό τόμο Harold Bloom (ed.), James Baldwin, Bloom’s Literary Criticism, 2007 (updated edition), σ. 1.

[4] Northrop Fray, «Romeo mad Juliet», στον συλλογικό τόμο, Harold Bloom (ed.), Romeo and Juliet. Bloom’s Shakespeare Through the Ages, Bloom’s Literary Criticism, 2008, σσ. 248-249.

[5] Για μια αναπαράσταση της ιστορικής αυτής περιόδου μέσα από τη φωνή των ίδιων των ντοκουμέντων, βλ. το τρίτο μέρος «From plantation to ghetto: The Great Migration, Harlem Renaissance, and World War, 1915-1954» του έργου των Manning Marable – Leith Mullings (eds.), Let Nobody Turn Us Around. An African American Anthology, Rowman & Littlefield Publishers Inc., Lanham-Boulder-New York-Oxford, 22009.

[6] Όπως παρατίθεται από την Darleen Ortega, «If Beale Street Could Talk. Love survives hardships in top film from 2018», The Portland Observer, 02.06.2019, http://portlandobserver.com/news/2019/feb/06/if-beale-street-could-talk/, τελευταία ανάκτηση 13.11.2020.

[7] Βλ. http://www.bealestreet.com/, τελευταία ανάκτηση 13.11.2020.

[8] Julius Lester, «Some Tickets Are Better: The Mixed Achievement of James Baldwin», στον συλλογικό τόμο James Baldwin, ό.π., σσ. 137-138.

[9] Irving Howe, «A Protest of His Own», στον συλλογικό τόμο James Baldwin, ό.π., σ. 129.

[10] Για μια αναλυτική γνωριμία με τις θεωρίες αυτές και την εισαγωγή τους στα ελληνικά δεδομένα, βλ. τον συλλογικό τόμο Φυλετικές Θεωρίες στην Ελλάδα. Προσλήψεις και χρήσεις στις επιστήμες, την πολιτική, τη λογοτεχνία και την ιστορία της τέχνης κατά τον 19ο και τον 20ό αι., επιμ. Έφη Αβδελά-Δημήτρης Αρβανιτάκης-Ελίζα Άννα Δελβερούδη-Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος-Σωκράτης Πετμεζάς, Τάσος Σακελλαρόπουλος, ΠΕΚ & Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης, Ηράκλειο 2017.

[11] James Baldwin, Δεν είμαι ο νέγρος σου. Μια ταινία του Raoul Peck, επιμ. Raoul Peck, μτφρ. Ισμήνη Θεοδωροπούλου, Πόλις, 2019, σ. 49. Το βιβλίο αποτέλεσε το σενάριο του ομώνυμου ντοκιμαντέρ.

[12] EL Kornegay, Jr., A Queering of Black Theology. James Baldwin’s Blues Project and Gospel Prose, Palgrave Macmillan, 2013, σσ. 111-112 (η πλαγιογράφηση του συγγραφέα).

[13] James Baldwin, Just Above My Head, Dell Publishing, New York, 1978, σ. 318.

[14] Πρόκειται για απόσπασμα από το έργο του με τίτλο Οι αλλοπαρμένοι κώλοι (1973) όπως παρατίθεται στην εργασία του Χαράλαμπου Οταμπάση, «Η επαναδιαπραγμάτευση της ομοκανονικότητας και της ερωτικής επιθυμίας μέσα από το έργο του Guy Hocquenghem Οι αλλοπαρμένοι κώλοι», Yusra, τχ. 7, Φθινόπωρο 2020, σ. 81, στην οποία και παραπέμπω για αναλυτικές λεπτομέρειες.

[15] Δήμητρα Τζανάκη, Ιστορία της [μη] κανονικότητας. Η σφίγγα πρέπει ν’ αυτοκτονήσει. Ο Οιδίποδας επικρατεί, Ασίνη, Αθήνα 2016, σσ. 82-95, 233-235.

[16] James Baldwin, «Freaks and the American Ideal of Manhood», Playboy, January 1985, στου ίδιου, Collected Essays, The Library of America, 1998, σ. 814. Πρβλ. Josiah Ulysses Young III, James Baldwin’s Understanding of God. Overwhelming Desire and Joy, Palgrave Macmillan, 2014, σ. 19.

[17] Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. την εισαγωγή του καταστατικού για το θέμα αυτό έργου της Eve Kosovsky Sedgwick, Between Men. English Literature and Male Homosocial Desire, Columbia University Press, New York, 1985, σσ. 1-5.

[18] Σημαντικές ως προς το θέμα αυτό, αν και με έναν αντίστροφο για τον δικό μου προβληματισμό και συμπεράσματα τρόπο, στάθηκαν οι παρατηρήσεις του Δημήτρη Παπανικολάου, «Αφεντικό, άνθρωπο δεν αγάπησα σαν εσένα”: Ο Αλέξης Ζορμπάς και η ποιητική της ομοκοινωνικότητας», στον συλλογικό τόμο Ο Καζαντζάκης στον 21ο αιώνα. Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «Νίκος Καζαντζάκης 2007: Πενήντα χρόνια μετά” (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ηράκλειο & Ρέθυμνο, 18-21 Μαΐου 2007), επιμ. Σ.Ν. Φιλιππίδης, ΠΕΚ & Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης,  Ηράκλειο 2010, σσ. 435-475. Πρβλ. Sedgwick, Between Men, ό.π., σσ. 21-27.

[19] Θα πρέπει να τονιστεί πως πιο πρόσφατα οι Nils Hammarén and Thomas Johansson έχουν εισηγηθεί τη διάκριση της ομοκοινωνικότητας σε «κάθετη» και «οριζόντια». Η πρώτη επιβεβαιώνει ό,τι έχει ήδη λεχθεί στο πλαίσιο της ηγεμονικής αρρενωπότητας. Η δεύτερη κατηγορία επαναπροσδιορίζει τις προϋποθέσεις των μη σεξουαλικών, αλλά συναισθηματικών δεσμών μεταξύ αντρών, αναδιαμορφώνοντας ταυτόχρονα και τις πατριαρχικές έμφυλες κατηγοριοποιήσεις. Οι ανδρικές φιλίες απενοχοποιούνται από οποιαδήποτε υποψία σεξουαλικότητας, εισάγοντας έναν μεταδομιστικό τρόπο θεώρησης του φύλου, «Homosociality: In Between Power and Intimacy», Sage, vol. 4, issue 1, January-March 2014, σσ. 1-11, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://journals.sagepub.com/doi/full/10.1177/2158244013518057, τελευταία ανάκτηση 19.11.2020.

[20] James Baldwin, The Fire Next Time, Dial Press, 1963, τώρα στον τόμο Collected Essays, ό.π., σ. 296.

[21] Δυστυχώς δεν υπάρχει ελληνικός όρος για την απόδοση του νεολογισμού αυτού. Στο λεξικό Merriam-Webster επεξηγείται ως «ό,τι εκφράζει αντίθεση ή αποδοκιμασία για το σεξ ή τη σεξουαλικότητα», https://www.merriam-webster.com/dictionary/ANTISEXUALITY, τελευταία ανάκτηση 24.11.2020. Η ερμηνεία αυτή ταιριάζει στα συμφραζόμενα του αποσπάσματος του Baldwin που μεταφράζω εδώ. Από εκεί και πέρα, ας ληφθεί υπόψη πως ο όρος περιλαμβάνει συμπεριφορές και κινήματα που ηθελημένα αντιστέκονται στην πρακτική του σεξ.

[22] Ό.π., σ. 304 (η πλαγιογράφηση του συγγραφέα).

[23] Kornegay, A Queering of Black Theology…, ό.π., σ. 91.

[24] Για τους όρους και τις πληροφορίες που δανείζομαι, βλ. Kornegay, A Queering of Black Theology…, ό.π., σσ. 69-71.

[25] Baldwin, The Fire Next Time, ό.π., σ. 307.

[26] Josiah Ulysses Young III, James Baldwin’s Understanding of God. Overwhelming Desire and Joy, Palgrave Macmillan, 2014, σ. 114.

[27] «Δεν ξέρω αν οι λευκοί χριστιανοί μισούν ή όχι τους νέγρους, αλλά ξέρω ότι έχουμε μια χριστιανική Εκκλησία που είναι λευκή και μια χριστιανική Εκκλησία που είναι μαύρη. Ξέρω ότι, όπως το έθεσε κάποτε ο Μάλκολμ Χ, η ώρα που ο διαχωρισμός χτυπάει κόκκινο στη ζωή των Αμερικανών είναι τα μεσημέρια της Κυριακής. Αυτό μου λέει πολλά για ένα χριστιανικό έθνος. Σημαίνει ότι δεν μπορώ να εμπιστευτώ την πλειονότητα των λευκών χριστιανών, και σίγουρα δεν μπορώ να εμπιστευτώ τη χριστιανική Εκκλησία», Baldwin, Δεν είμαι ο νέγρος σου, ό.π., σσ. 86-87.

[28] Βλ. σχετικώς Dwight N. Hopkins, Heart and Head. Black Theology – Past, Present, and Future, Palgrave Macmillan, 2002, σσ. 30-32.

[29] Baldwin, The Fire next Time, ό.π., σ. 314.

[30] Baldwin, The Fire next Time, ό.π., σ. 310.

[31] Για την αλληλεπίδραση αυτή, βλ. Kornegay, A Queering of Black Theology…, ό.π., σσ. 92-96.

[32] Βλ. James H. Cone, Risks of Faith. The Emergence of a Black Theology of Liberation, 1968-1998, Beacon Press, Boston, 1999, σ. 28. Όσον αφορά τα έργα του θεολόγου και του φιλόσοφου αντίστοιχα πρόκειται για τα (σε αγγλική μετάφραση) Jürgen Moltmann, Religion, Revolution and the Future και Ernst Bloch, The City of God.

[33] Για τον τρόπο πραγμάτευσης της αλληγορίας που ασπάζομαι εδώ, βλ. Lynette Hunter, «Allegory happens: allegory and the arts post-1960», στον συλλογικό τόμο Rita Copeland – Peter. T. Struck (eds.), The Cambridge Companion to Allegory, Cambridge University Press, 2010, σσ. 266-267.

[34] Josiah Ulysses Young III, James Baldwin’s Understanding of God…, ό.π., σ. 161.

[35] Για τους όρους και τις θέσεις των δύο θεωρητικών που κωδικοποιημένα παραθέτω εδώ, βλ. Tobin Siebers, «Allegory and the Aesthetic Ideology» στον συλλογικό τόμο Jon Whitman (ed.), Interpretation & Allegory. Antiquity to the Modern Period, Brill Academic Publishers, Boston – Leiden, 2003, σσ. 478-485.

[36] Βλ. ενδεικτικά, όσον αφορά το θέμα της ομοφυλοφιλίας και της θέσης της γυναίκας, την εισήγηση του Πέτρου Βασιλειάδη, «Η προς Ρωμαίους στη νεότερη βιβλική επιστήμη. Ενδεικτικά παραδείγματα», Θεολογικά Δρώμενα, http://theologikadromena.theo.auth.gr/?p=19429, τελευταία ανάκτηση 21.11.2020.

[37] Baldwin, The Fire Next Time, ό.π., σ. 312.

[38] James Baldwin, The Devil Finds Work, στον τόμο Collected Essays, ό.π., σ. 509 (πρβλ. και στον ίδιο τόμο το δοκίμιο «White Racism or World Community», σ. 754)

[39] Βλ. Josiah Ulysses Young III, James Baldwin’s Understanding of God…, ό.π., σ. 14.

[40] James Baldwin, «“This Nettle, Danger…”», Show, February 1964, στον τόμο Collected Essays, ό.π., σ. 690.

[41] Βλ. πρόχειρα, Armond White, «Marvin Gaye’s What’s Going On Is a Political Decoy», National Review, 30.09.2020, https://www.nationalreview.com/2020/09/marvin-gaye-whats-going-on-political-decoy/, τελευταία ανάκτηση 22.11.2020.

[42] Βλ. John M. Reilly, «Sonny’s Blues: James Baldwin’s Image of Black Community», στον συλλογικό τόμο James Baldwin, ό.π., σ. 154. Πρβλ. Kornegay A Queering of Black Theology…, ό.π., σσ. 45-47.

[43] Lester, «Some Tickets Are Better: The Mixed Achievement of James Baldwin», ό.π., σ. 134.

[44] Stanley Hauerwas, Η πολιτική του Ευαγγελίου, μτφρ.-επίμ. π. Ευάγγελος Γκανάς, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2017, σ. 41.

[45] Josiah Ulysses Young III, James Baldwin’s Understanding of God…, ό.π., σ. 101.

 

 

 

Σημείωση της σύνταξης: το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο τεύχος 117 του Books' Journal αλλά από παραδρομή παραλείφθηκαν οι σημειώσεις. Αναδημοσιεύεται εδώ αποκατεστημένο, πλήρες.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.