Σύνδεση συνδρομητών

Ο Μιαούλης στην Ελλάδα της Επανάστασης

Πέμπτη, 26 Μαϊος 2022 23:50
Ο Ανδρέας Μιαούλης, ψευδώνυμο του Ανδρέα Βώκου (1769-1835), σε λιθογραφία του Καρλ Κρατσάιζεν.
Karl Krazeisen / Eθνική Πινακοθήκη
Ο Ανδρέας Μιαούλης, ψευδώνυμο του Ανδρέα Βώκου (1769-1835), σε λιθογραφία του Καρλ Κρατσάιζεν.

Ημερολόγιο της «Ναυαρχίδος Κίμων» του Ανδρέα Μιαούλη. Ημέρες εμφυλίου πολέμου (1824), εισαγωγή-σχόλια: Τερέζα Πεσμαζόγλου, Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2020, 128 σελ.

Ανδρέας Μιαούλης, Αρχειακά Τεκμήρια, έκδοση, σχόλια, εισαγωγή: Τερέζα Πεσμαζόγλου, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2021, 736 σελ.

Δυο ιδιαίτερα βιβλία με τα ντοκουμέντα της δράσης του Ανδρέα Μιαούλη, του υδραίου πλοιάρχου που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, καθώς και στη μετέπειτα πολιτική ζωή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Το ημερολόγιο της ναυαρχίδας του, του «Κίμωνα», στη διάρκεια 22 ημερών, μέχρι το ξέσπασμα του πρώτου εμφυλίου. Και αρχειακά τεκμήρια από όλο το διάστημα της πολυκύμαντης ζωής και της δράσης του. (ΤΒJ - τεύχος 128)

Είναι ιδιαίτερα πλούσια η βιβλιογραφική παραγωγή της διακοσιοστής επετείου από το 1821. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ήδη βρισκόμαστε στο 2022, εξακολουθούμε να προσθέτουμε νέους τίτλους – και είναι βέβαιο ότι σύντομα θα υποδεχθούμε και άλλους. Ίσως η κυριότερη αιτία της καθυστέρησης είναι οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν τα τυπογραφεία και γενικότερα η έρευνα υπό τις συνθήκες της πανδημίας και κυρίως των δύο συναπτών και πολύμηνων εγκλεισμών. Ίσως πάλι υπάρχουν και άλλες εξηγήσεις που σχετίζονται με τα προβαλλόμενα πρόσωπα και συμβάντα στον ευρύτερο διάλογο που μπορεί να αναπτύσσεται με αφορμή εθνικές επετείους. Πάντως, από την εκδοτική «αναγέννηση» των καιρών δεν απουσίασαν ο Ανδρέας Μιαούλης (ο γνωστός ναύαρχος ο οποίος έχει βιογραφηθεί με εξαιρετικό τρόπο)[1] και οι επιτυχίες του αλλά και οι προκλητικές επιλογές του, με τις οποίες είναι γνωστό πως προβλημάτισε τους ερευνητές. Μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί ότι και πάλι «προκάλεσε» με την «εμφάνισή» του: αυτή τη φορά όμως για λόγους επιστημονικής μεθοδολογίας.

Συγκεκριμένα, τον Μάιο του 2020, στην κορύφωση της πρωτόγνωρης εμπειρίας των άδειων δρόμων του εγκλεισμού, δημοσιεύτηκε  από το Μουσείο Μπενάκη το ημερολόγιο πλοίου που ανήκε στον Ανδρέα Μιαούλη και τον πρωτότοκο γιο του, Δημήτριο – Ημερολόγιο της «Ναυαρχίδος Κίμων» του Ανδρέα Μιαούλη, με εισαγωγή και σχόλια Τερέζας Πεσμαζόγλου. Με τις καταγραφές των συμβάντων είκοσι δύο ημερών μέχρι το ξέσπασμα του πρώτου εμφυλίου πολέμου, το ντοκουμέντο αυτό μας αποκαλύπτει άγνωστες πράξεις και κινήσεις των ανδρών της δεύτερης παράλληλης ελληνικής κυβέρνησης (ή Εκτελεστικού Σώματος) που βρισκόταν σε ισχύ υπό τον Υδραίο Γεώργιο Κουντουριώτη και, έχοντας επιβιβαστεί στον «Κίμωνα», κατευθύνονταν στο Ναύπλιο. Σε αυτή λοιπόν την πλωτή «καθέδρα» της διοίκησης εξέταζαν τα ενδεχόμενα συμβιβασμού και προέβαιναν σε σχέδια για τον εξαναγκασμό των αντιπάλων, των ανδρών της παλιάς κυβέρνησης (εκείνης που είχε οριστεί από τη Β´ Εθνοσυνέλευση), σε παράδοση του φρουρίου. Η σύγκρουση, όπως γνωρίζουμε, δεν αποφεύχθηκε.

Η επόμενη έκδοση για τον Μιαούλη, επίσης από το Μουσείο Μπενάκη: τον Οκτώβριο του 2021, ένα σύνολο άγνωστων στην πλειονότητά τους εγγράφων και επιστολών του Μιαούλη εμπλούτισε τη σημαντική κατηγορία των δημοσιευμένων πρωτογενών πηγών που προστέθηκαν στις ήδη υπάρχουσες, με αφορμή την επέτειο – ο τίτλος της: Ανδρέας Μιαούλης, Αρχειακά Τεκμήρια, με εισαγωγή και σχόλια Τερέζας Πεσμαζόγλου.[2] Αναμφίβολα, οι δημοσιευμένες πηγές συνιστούν σημαντική κατηγορία νέων εκδόσεων, διότι προσφέρουν πολύτιμο υλικό για τη μελλοντική έρευνα.[3]  Με την εμφάνισή τους όμως ξεκινούν και τα «προβλήματα» του ιστορικού που θα πρέπει να τις παρουσιάσει στο ευρύ κοινό των μη ειδικών ενώπιον των οποίων συνειδητοποιεί την ανάγκη να περιγράψει πρώτα απ’ όλα τον επαγγελματικό εαυτό του και τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγήσει την αξία αλλά και τους τρόπους προσέγγισης των δημοσιευμένων πηγών; Αυτό σημαίνει ότι οφείλει να παρουσιάσει πώς και γιατί ο ίδιος και οι συνάδελφοί του συνομιλούν με το υπό εξέταση παρελθόν στα διάφορα στάδια της έρευνάς τους. Επίσης θα πρέπει να αναλύσει τις κυριότερες «αποκαλύψεις» ιστορικών όπως ο Marc Bloch (στην «κλασική» πια Απολογία που έγραψε λίγο πριν την εκτέλεσή του από τους Γερμανούς), είτε ο Eduard Carr (που απρόσμενα κλόνισε πολλές από τις υποτιθέμενες βεβαιότητες του ψυχροπολεμικού κόσμου πριν από έξι περίπου δεκαετίες), είτε ο Georges Duby (στην ιδιαίτερη αυτοβιογραφία του πριν από τριάντα χρόνια), είτε άλλοι.[4]

Με απλά λόγια, ακόμη κι αν φαίνεται περίεργο, οι ιστορικοί «ταξιδεύουμε» στο χρόνο ακολουθώντας τα ίχνη του: τα κάθε λογής σωζόμενα ίχνη του – π.χ. τα ντοκουμέντα της δράσης του Μιαούλη που έρχονται τώρα στο φως της έρευνας, πολλαπλασιάζοντας τους προβληματισμούς μας για τα όσα γνωρίζαμε ότι συνέβησαν. Δηλαδή μέχρι σήμερα δεν γνωρίζαμε τι συνέβη; Ασφαλώς όχι στην ολότητά του. Γνωρίζαμε μόνον αποσπασματικά όσα έγιναν. Και τώρα λοιπόν γνωρίζουμε; Και πάλι όχι! Και πάλι μόνον σε ορισμένα τμήματα από το πρόσφατο ή μακρινό χθες έχουμε πρόσβαση – σίγουρα σε περισσότερα από όσα είχαμε νωρίτερα.

4/3/1824: Ο «Κίμων» σηκώνει πανιά…

Πρόσθετη παραδοχή: Τα ίχνη, τα ντοκουμέντα και γενικά τα τεκμήρια μάς προσφέρουν συγκεκριμένες θεάσεις δεδομένων ή και επιλεγμένων γεγονότων. Είναι δηλαδή οι «φωνές» των προσώπων που δρουν στην εποχή τους και οι οποίες (όπως είναι φυσικό) καταγράφηκαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους. Ασφαλώς όχι για να ενημερώσουν εμάς, τους μεταγενέστερους, ούτε να αποκαλύψουν τις «αλήθειες» που εμείς θα επιθυμούσαμε να γνωρίζουμε. Αντίθετα, εμείς τους αποκαλούμε μάρτυρες του παρελθόντος και παραγωγούς ιστορικών πηγών και αρχείων. Εκείνοι, όταν, για παράδειγμα, τηρούσαν ξεχωριστά ημερολόγια για κάθε αποστολή των πλοίων τους, έπρατταν αυτό ακριβώς που όφειλαν. Είχαν υιοθετήσει αυτή την ευρωπαϊκή ναυτική πρακτική πολύ πριν την Επανάσταση –δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς– εξαιτίας (τουλάχιστον) της ανάγκης να καταγράφουν τις διαδρομές τους μετά την απομάκρυνσή τους από τη στεριά, ώστε, πέρα από κάθε άλλη χρησιμότητα των ημερολογίων, στις σελίδες τους να συγκεντρώνονται χρήσιμα στοιχεία σχετικά με τους ανέμους, τους τυφώνες, τις καταιγίδες, τις νεφώσεις, τους αστερισμούς, τη διάρκεια των ταξιδιών και οτιδήποτε άλλο ήταν πιθανό, όπως εξηγεί ο Marcus Rediker,[5] να επηρεάζει τη δράση και την τύχη των «εργατών» της θάλασσας – που στην περίπτωση της Επανάστασης ήταν ταυτόχρονα πολεμιστές.

Είναι λογική η υπόθεση ότι, μετά το 1821, οι έλληνες καπετάνιοι ήταν περισσότερο προσεκτικοί στη συνεργασία τους με τους γραμματικούς στους οποίους ανέθεταν την τήρηση των ημερολογίων: γιατί τα ημερολόγια μπορεί να ήταν πια τεκμήρια (και) του σεβασμού τους προς την ευρωπαϊκή νομιμότητα. Φυσικά, η ανάγκη να φανεί στους Ευρωπαίους πως υπήρχε πρόθεση τάξης και πειθαρχίας στα επαναστατικά καράβια δεν σημαίνει ότι εξαλείφθηκε μονομιάς το φαινόμενο της πειρατείας ούτε ότι από τη μία μέρα στην άλλη οι έλληνες ναυτικοί άλλαξαν συνήθειες και νοοτροπίες. Μας επιτρέπει όμως να κατανοήσουμε γιατί ήταν απαραίτητο τώρα να καταγράφεται επισήμως μια «ανάκριση» ενός αλλοδαπού καπετάνιου – όπως αυτή που διενεργήθηκε περίπου είκοσι μέρες μετά το τέλος του Ημερολογίου του «Κίμωνα» αλλά σώζεται στις τελευταίες σελίδες του. Ίσως ήταν η έλλειψη χαρτιού που οδήγησε στη χρησιμοποίηση των κενών σελίδων του ημερολογίου. Ίσως πάλι ήταν άλλος ο λόγος. Δεν θα μάθουμε. Κάθε ντοκουμέντο έχει την ιστορία του και είναι ελάχιστα πιθανό να την ανακαλύψουν οι μελετητές του.

Στην προκειμένη περίπτωση, πάντως, ο συλληφθείς καπετάνιος, που εντοπίστηκε να πλέει κοντά στο Ναύπλιο με μεγάλο φορτίο τροφίμων, παρουσιάζεται να δηλώνει πρόθυμα και μάλιστα ενυπόγραφα ότι, στο διάστημα που παραμένει για τις υποθέσεις του στη θαλάσσια περιοχή της επαναστατημένης Ελλάδας, φέρει ο ίδιος την ευθύνη για την τύχη τόσο του φορτίου όσο και του πλοίου του. Επίσης σε αυτό το σπάνιο ντοκουμέντο τονίζονται αφενός η αναγνώριση της ελληνικής διοίκησης από έναν ξένο (τον αυστριακό υπήκοο, καπετάνιο πλοίου), αφετέρου η υποταγή των ελλήνων ναυτικών στο διεθνές δίκαιο του πολέμου. Από την άλλη πλευρά, δεν γνωρίζουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η ανάκριση ούτε τι συνέβη στον Αυστριακό στη συνέχεια. Και δεν θα μάθουμε την εξέλιξη του ταξιδιού του από τη στιγμή που υπέγραψε όσα (προφανώς) του ζήτησαν ο πλοίαρχος του «Κίμωνα» και οι άνδρες του.

Μια δεύτερη σκέψη μάς βοηθά να κατανοήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος γιατί οι άνθρωποι του παρελθόντος δεν λειτουργούσαν συνειδητά ως «μάρτυρες» του παρόντος τους προς άγνωστους παραλήπτες στο μέλλον, για παράδειγμα, όταν συνέτασσαν τις επιστολές τους (αυτές δηλαδή που σώθηκαν και σήμερα βρίσκονται στη διάθεσή μας). Άλλωστε, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, η αλληλογραφία ήταν ο μόνος τρόπος για την επικοινωνία τους. Φυσικά, είναι πολύ πιθανό ότι στις γραπτές αφηγήσεις τους οι άνθρωποι ήταν αρκετά προσεκτικοί –περισσότερο από ό,τι στην προφορικότητά τους. Αλλά όσο λακωνικές ή αυτολογοκριμένες κι αν ήταν οι επιστολές τους, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των μικρών καθημερινών «ιστοριών» τους. Εφόσον σώθηκαν και μας προσφέρονται, αναπόδραστα μας παρακινούν σε φαντασιακές συνομιλίες με τα πρόσωπα που ζωντανεύουν στις γραμμές τους. Με αυτόν τον τρόπο προσέγγισης μαθαίνουμε πράγματι πολύ περισσότερα από όσα περιγράφονται στο χαρτί, άσχετα από το ότι στην ουσία δεν γινόμαστε αποδέκτες νέων απαντήσεων ή πρόσθετων διευκρινίσεων. Η εμβάθυνση της γνώσης μας (και όχι ο εμπλουτισμός της) επιτυγχάνεται πρώτα απ’ όλα μέσω των πρόσθετων ερωτήσεων που εμείς θέτουμε, και οι οποίες μας δίνουν την ευκαιρία να αναπλάθουμε όχι μόνο τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις στις οποίες εμπλέκονταν τα πρόσωπα που μας ενδιαφέρουν αλλά και το ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον που αναπτυσσόταν γύρω τους.

Ο  Ανδρέας Μιαούλης δεν ήταν μόνον ο ναυτικός, ο καραβοκύρης, ο ναύαρχος. Όπως κάθε άνθρωπος, συνδύαζε πολλαπλούς ρόλους. Στις «εμφανίσεις» του στα Αρχειακά Τεκμήρια, μας αποκαλύπτει ο ίδιος ορισμένους από αυτούς. Ακόμη περισσότερους μας προσφέρει με τις απουσίες του από το Ημερολόγιο του «Κίμωνα». Και είναι σκόπιμο να αποκωδικοποιήσουμε τις απουσίες του πριν εξετάσουμε τις «εμφανίσεις» του. Αρκεί ένα παράδειγμα για να μας φανερώσει τους λόγους: αυτό της πρώτης μέρας του ταξιδιού. Την 4η Μαρτίου 1824, ο «Κίμων» σηκώνει πανιά. Παρέμεινε όμως δέκα ώρες στα ανοιχτά, περιμένοντας τον Ανδρέα Μιαούλη που είχε μείνει στην Ύδρα και διαπραγματευόταν – με ποιους; μάλλον με τους πολιτικούς. Στις επιστολές όπου εμφανίζονται οι όροι τους οποίους έθεσε ο ναύαρχος στους συνομιλητές του, συναντούμε έναν 55χρονο νησιώτη, μερικούς μήνες μεγαλύτερο από τον Γέρο του Μοριά (που του στέρησε τον τίτλο ή ίσως τον απάλλαξε από την ανάγκη επίδειξης της σοφίας και ωριμότητας του «γέροντα»), άριστο γνώστη των κανόνων της ευρωπαϊκής νομιμότητας και, επίσης, έμπειρο άνδρα ως προς τα πολιτικά. Σίγουρα γνώριζε πολύ καλά τις αντιπαραθέσεις και τον διχασμό των επαναστατών μετά τη Β´ Εθνοσυνέλευση.  Ήδη αναφέρθηκε ότι η υπό σύσταση Ελλάδα βρισκόταν πια με δύο κυβερνήσεις και, όταν ο Μιαούλης έλαβε από τον (δεύτερο) πρωθυπουργό, τον οποίο και υποστήριζε (δηλαδή τον συντοπίτη του, Γεώργιο Κουντουριώτη), την εντολή να μετατρέψει τον «Κίμωνα» σε πλωτή έδρα της κυβέρνησής του, είναι βέβαιο ότι κατανοούσε τον κίνδυνο της σύγκρουσης που ελλόχευε.

Γι’ αυτό το λόγο ο Μιαούλης αφιέρωσε το διάστημα της ολιγόωρης απουσίας του από τον «Κίμωνα» σε διαπραγματεύσεις: και γιατί, άλλωστε, να επιθυμεί ευθύνες για εμφύλιες συγκρούσεις; Φυσικά θα ήταν «εμφύλιες», αφού το έθνος είχε ήδη διακηρύξει την ανεξαρτησία του και αναζητούσε προστάτες και αρωγούς στην Ευρώπη, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συμπαράστασή τους σε δεύτερο χρόνο, μετά, με το τέλος των εχθροπραξιών, με στόχο την επίσημη αναγνώριση της κρατικής υπόστασης της νέας Ελλάδας – υπό την προϋπόθεση ότι στο μεταξύ δεν θα είχε επέλθει η ήττα. Επίσης, παρατηρούμε ότι ο Μιαούλης σε αυτές τις συνομιλίες του χρησιμοποιούσε με άνεση πολιτικές ιδέες και αξίες που απεδείκνυαν είτε πόσο καλά γνώριζε ο ίδιος την ευρωπαϊκή πραγματικότητα της εποχής του είτε ότι είχε επιλέξει δίπλα του τους κατάλληλους συμβούλους. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, η συμπεριφορά του φανερώνει πολιτική ετοιμότητα και παράλληλα πολιτικές στοχεύσεις.

Από την άλλη, το κυριότερο ήταν πως η πολιτική του στάση εναρμονιζόταν με το ευρύτερο κλίμα της εποχής. Οι εμφύλιοι πόλεμοι θεωρούνταν καταδικαστέοι από τους Έλληνες και κυρίως από τους Ευρωπαίους, που παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τις εξελίξεις του ελληνικού Αγώνα. Ως αποτέλεσμα, από την πλευρά του Γ. Κουντουριώτη, δίπλα στον οποίο βρισκόταν και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, τονίζονταν με μεγάλη προσοχή οι παρανομίες ή και οι καταχρήσεις της προηγούμενης κυβέρνησης, της «παλιάς», ώστε η συγκρότηση της νέας κυβέρνησης να νομιμοποιείται στο όνομα της προστασίας του πολιτεύματος. Η πολιτική επιστήμη, σωστότερα πολιτική οικονομία με βάση τα δεδομένα του 19ου αιώνα, δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί ως αυτόνομος κλάδος. Παρά το γεγονός αυτό, αναπτυσσόταν γοργά στους ευρωπαϊκούς διανοητικούς κύκλους. Στην επαναστατημένη Ελλάδα άνθησε στις στήλες του Φίλου του Νόμου, της εφημερίδας της Ύδρας και της κυβέρνησης Κουντουριώτη, η οποία εξέδωσε το πρώτο της φύλλο μέρες του Μαρτίου 1824, όταν ο «Κίμων» ταξίδευε με προορισμό το Ναύπλιο, φιλοξενώντας μάλιστα, πέρα από την κυβέρνηση, και έναν δημοσιογράφο της, τον οποίο είχε εξουσιοδοτήσει ως ανταποκριτή του ο εκδότης της, ο Ιωσήφ Κιάππε (ο ιταλός φιλέλληνας που, λίγο αργότερα, πολιτογραφήθηκε τιμητικά Υδραίος).

Όντως, διάφορα φύλλα του Φίλου του Νόμου παρουσιάζουν σκηνές που έλαβαν χώρα στον «Κίμωνα». Τώρα που διαβάζουμε το ημερολόγιό του μπορούμε να κατανοήσουμε την προέλευσή τους. Αλλά γιατί από τα όσα έλαβαν χώρα στον «Κίμωνα» μόνο λίγα αναδείχθηκαν σε «είδηση» της εποχής; Τα όσα συνέβησαν εκείνες τις κρίσιμες μέρες που μας παρουσιάζει ο «Κίμων» είναι λογικό ότι δεν προκαλούσαν ενδιαφέρον, αφού ο εμφύλιος δεν αποσοβήθηκε, παρά τις προσπάθειες που έγιναν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού: μυστικές συνομιλίες, ανταλλαγή επιστολών με το Ναύπλιο, και μάλιστα με τον Πάνο Κολοκοτρώνη, οι συναντήσεις και όλα όσα μας φανερώνει με τον τρόπο του το ημερολόγιο αυτής της αποστολής του πλοίου. Μερικές φορές μάλιστα, ο γραφέας του εμποτίζει και τις λέξεις τις οποίες χρησιμοποιεί με την αγωνία που και ο ίδιος αισθάνεται σχετικά με το τι επρόκειτο να συμβεί –όπως και οι περισσότεροι επιβάτες του πλοίου. Από τη στιγμή, δηλαδή, που ξεκίνησαν εμφύλιες συγκρούσεις, τι νόημα θα είχε να δημοσιευτούν στο Φίλο του Νόμου τα γεγονότα των ημερών του «Κίμωνα»;

Ειδικά τη δεδομένη εποχή, η είδηση –και μάλιστα της εφημερίδας που υπηρετούσε τα συμφέροντα του ενός «στρατοπέδου»– είχε συγκεκριμένο στόχο: να τονίσει την αποκατάσταση της νομιμότητας για να λησμονηθεί η ρήξη και το συμβάν να ενσωματωθεί στη νέα πραγματικότητα. Άλλωστε, ούτε οι πρωταγωνιστές των γεγονότων γνώριζαν τη δεδομένη στιγμή που θα οδηγούσε η πολιτική αστάθεια, ούτε μπορούσαν να προβλέψουν τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Έτσι εξηγείται γιατί οι μέρες που καλύπτει το ημερολόγιο του Κίμωνα παρέμειναν γενικά «άγνωστες»: και στα πρακτικά των συζητήσεων του Βουλευτικού, στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, οι μέρες που διαρκεί το ταξίδι απουσιάζουν, αφού το Βουλευτικό έπλεε δίπλα στο Εκτελεστικό σε σπετσιώτικο καράβι.

 

Μικροϊστορίες και άνθρωποι 

Ήδη περιέγραψα έναν ακόμη λόγο που δείχνει με ποιους τρόπους τα σωζόμενα ντοκουμέντα ζωντανεύουν πολύ περισσότερες σκηνές του παρελθόντος από αυτές που αφηγούνται: με απλά λόγια, γιατί, καθώς εμβαθύνουμε στις γραμμές τους, μπορούμε να παρατηρούμε πίσω από τις λέξεις και τις φράσεις τμήματα του πραγματικού τοπίου και χώρου, του υλικού πολιτισμού, της καθημερινότητας, της προσωπικής ζωής ή και των προβλημάτων των ανθρώπων που συναντούμε στο ταξίδι μας προς την άγνωστη χώρα του παρελθόντος. Ας προσθέσω εδώ έναν τρίτο λόγο: διότι με αυτή την ανάγνωσή μας υποψιαζόμαστε και τα αισθήματα, τους φόβους, τις επιθυμίες, τις αδυναμίες ή και τις αντιπαλότητες των πρωταγωνιστών.

Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι οι μέρες του «Κίμωνα» ήταν σχεδόν καθοριστικές για την αίσια έκβαση της Επανάστασης. Παρά τις εμφύλιες διενέξεις, αναμενόταν η εκταμίευση της πρώτης δόσης του πρώτου βρετανικού δανείου, η συνομολόγηση του οποίου μόλις είχε επιτευχθεί με πρωτεργάτη τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, χάρη και στις ενέργειες των απεσταλμένων του στο Λονδίνο (του Υδραίου Ιωάννη Ορλάνδου και του Ανδρέα Λουριώτη, τους οποίους συνόδευσε ο Αναστάσιος Πολυζωίδης). Η χρηματοδότηση ήταν καίριας σημασίας για την κάλυψη των στρατιωτικών και των άλλων αναγκών της διοίκησης αλλά, πολύ περισσότερο, για την παγίωση ενός νέου συσχετισμού εσωτερικών δυνάμεων. Στο μεταξύ, είχαν χορηγηθεί προσωρινά δάνεια από τον Λόρδο Βύρωνα, με υποθήκη τις αλυκές του Μεσολογγίου και του Μποχωρίου. Έχει πράγματι μεγάλο ενδιαφέρον η σχετική επιστολή του Μαυροκορδάτου που δημοσιεύεται στα Αρχειακά Τεκμήρια του Μιαούλη.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως έχει μια άλλη επιστολή του Μαυροκορδάτου, η οποία, με αποδέκτη τον Eduard Blaquiere, αποκάλυπτε την έντονη απογοήτευση του συντάκτη της για τις επιθέσεις που είχαν εξαπολύσει εναντίον του διάφοροι Έλληνες, με την κατηγορία ότι ο δανεισμός ήταν αποκλειστικά δικό του έργο και ότι σήμαινε τη δεύτερη υποδούλωση της Ελλάδας.  Εν ολίγοις, τον κατηγορούσαν ότι είχε «πουλήσει» την Ελλάδα στους Βρετανούς. Κι όμως, η Ελλάδα δεν είχε ακόμη εξασφαλίσει τη διεθνή αναγνώρισή της και, συνεπώς, τη θέση της στον πολιτικό χάρτη της εποχής. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ακόμη και η οικονομική εξάρτηση θα ήταν προτιμότερη από την κατάπνιξη της Επανάστασης – εξέλιξη που τη δεδομένη στιγμή ήταν εξίσου πιθανή.

Το βέβαιο μάλιστα είναι ότι ο δανεισμός μπορεί να ερμηνευτεί ως ουσιαστικό βήμα για τη διεθνοποίηση του Αγώνα, όπως ακριβώς και ο σχεδιασμός δημιουργίας ενός ελληνικού θρόνου ή και οι αναζητήσεις ευρωπαίου μονάρχη – που επιχειρήθηκαν και πάλι πριν από την αναγνώριση ακόμη του κράτους. Οι Βρετανοί, πάντως, μετά τη δανειοδότηση, είχαν αναλάβει ενεργό ρόλο στην ελληνική υπόθεση, προκαλώντας την αντιζηλία της Ρωσίας και την αμηχανία της Γαλλίας, καθώς το Κομιτάτο του Λονδίνου διεκδικούσε δυναμικό ρόλο στο φιλελληνικό κίνημα της εποχής.  Η ελληνική υπόθεση είχε καταστεί υπόθεση ευρωπαϊκή.

 

Αντί επιλόγου

Κάθε μικρό βιβλίο των σωζόμενων αρχειακών συλλογών, όπως, για παράδειγμα, το χειρόγραφο ημερολόγιο του «Κίμωνα», και κάθε σύνολο εγγράφων και επιστολών, όπως αυτό από το οποίο προέρχονται τώρα τα Τεκμήρια του Μιαούλη, είναι πιθανό να ζωντανεύουν αλληλένδετες εικόνες, μεμονωμένες στιγμές αλλά και ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονταν σε δεδομένο μικρόκοσμο του παρελθόντος. Το περίεργο όμως είναι ότι όποια ή όποιος ανοίξει το βιβλίο του ημερολογίου είτε το σύνολο των εγγράφων του ναυάρχου δεν θα δει αυτές τις εικόνες, παρά μόνον εάν τις αναζητήσει μόνη της/μόνος του μέσα στις λέξεις και τις έννοιες που, όντας οργανικά κύτταρα του παρόντος τους, τους προσφέρουν απλόχερα φιλοξενία. Για τον εντοπισμό και την αποκωδικοποίησή τους ασφαλώς είναι θεμιτό η ίδια/ο ίδιος να ακολουθήσει τις οδηγίες του Reinhart Kosseleck, αφού η φιλοσοφία και η θεωρία συνοδεύουν και νοηματοδοτούν τους γενικούς κανόνες της ιστορικής μεθοδολογίας, προετοιμάζοντας και το έδαφος, ώστε όποια/όποιος αποτολμήσει να ασχοληθεί με την ιστορική έρευνα να μη λησμονεί το σπουδαιότερο: ότι η αναζήτησή της/του δεν ολοκληρώνεται και δεν περιορίζεται στην επαφή με το ντοκουμέντο. Αντιθέτως, εκεί ξεκινά.

Σκοπίμως στις παραπάνω φράσεις μου προσπάθησα να εισάγω με έμφαση στην παράθεση αυτών των σκέψεων το θηλυκό γένος. Ακόμη κι αν είναι φανερό πως παραπέμπω στη σημερινή ερευνήτρια/αναγνώστρια, ο κόσμος του παρελθόντος που μας απασχολεί εδώ, φυσικά δεν απαρτιζόταν αποκλειστικά από άνδρες. Ούτε ήταν ασήμαντη η παρουσία των γυναικών! Και δεν αναφέρομαι στις λίγες γνωστές ως σπουδαίες γυναίκες του Αγώνα –την Μπουμπουλίνα, τη Μαντώ Μαυρογένους ή τη Δόμνα Βισβίζη– αλλά στη γυναίκα σύζυγο, κόρη και αδελφή, την πρωταγωνίστρια της ελληνικής οικογένειας, που αποτελεί αναπόδραστα σημαντική συνιστώσα της οικονομικοπολιτικής ισχύος και των εκάστοτε συσχετισμών δυνάμεων που καθορίζουν τον εντυπωσιακό ανθρωποχάρτη του Ημερολογίου, τον οποίο φυσικά συμπληρώνουν και επεκτείνουν τα Αρχειακά Τεκμήρια. Για παράδειγμα: μόνο μέσω του γάμου του γιου του, Δημητρίου, ο Ανδρέας Μιαούλης επέκτεινε τα συγγενικά δίκτυα του στους Μπουντούρη, με νύφη τη Μαρούσα του Σταμάτη Μπουντούρη, αποκτώντας σε δεύτερο επίπεδο εξ αγχιστείας συγγένεια με τον Εμμανουήλ Τομπάζη, τον Αναστάσιο Τσαμαδό, τον Αναγνώστη Γιουρδή, αλλά και τον ίδιο τον Γεώργιο Κουντουριώτη – και οι αποφάσεις της κόρης του τελευταίου, της Αννέζως, δίνουν την εντύπωση πως είναι πιθανό να μετασχηματίζονται σε κεντρικές συντεταγμένες πολιτικών σχεδίων.

Είναι υποδειγματική η τεκμηρίωση του ημερολογίου και των εγγράφων και επίσης είναι απολύτως κατατοπιστικά τα σχόλια της Τερέζας Πεσμαζόγλου, τόσο σε ό,τι αφορά τη χρονολόγησή τους όσο και στις αναφορές στα πρόσωπα και στα γεγονότα που παρουσιάζονται. Από την άποψη αυτή, ο τρόπος της δημοσίευσης αυτών των αρχειακών πηγών προσφέρει σε ερευνητές και αναγνώστες όχι μόνον ένα (προκλητικά) άγνωστο υλικό αλλά και ένα σημαντικό πρώτο στάδιο της επεξεργασίας που απαιτείται για την κατανόηση και την αξιοποίησή του.   

Ψηφίδες λοιπόν από την άγνωστη χώρα του παρελθόντος έχουν προστεθεί στη γνώση μας και δεν τις χαρακτηρίζω «καλές» ή «κακές», «πολύτιμες» ή μη – διότι τα ντοκουμέντα και οι πηγές είναι κομμάτια της πραγματικότητάς τους και περιμένουν από μας την προσέγγιση και την αξιολόγησή τους. Μάλιστα, αν εξετάσουμε την αποσπασματικότητα του υλικού των Τεκμηρίων, έχουμε ήδη οδηγήσει σε δεύτερο επίπεδο την εμβάθυνση της εξοικείωσής μας με πολλά σκοτεινά σημεία του παρελθόντος, αλλά και με την άγνοιά μας. Και αν εμβαθύνουμε στο Ημερολόγιο κατανοούμε τελικά ότι μερικά γραπτά κείμενα του μακρινού παρελθόντος που με την πρώτη ματιά φαίνονται ελλιπή ή ασήμαντα, έχουν τη δύναμη να διανοίγουν παράθυρα  προβληματισμού, πολλαπλασιάζοντας τις σκέψεις μας για αυτά που συνέβησαν.  

 

[1] Αρκεί να σημειωθεί εδώ η ενδιαφέρουσα και εμπεριστατωμένη μονογραφία των Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου-Παύλου και Αννίτας Πρασσά, Ανδρέας Μιαούλης 1869-1835: από την υπόδουλη ως την ελεύθερη Ελλάδα, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2003.

[2] Οι δύο εκδόσεις παρουσιάστηκαν διά ζώσης, σύμφωνα με τους κανόνες και τα πρωτόκολλα της covid-19 εποχής, στο Μουσείο Μπενάκη, την Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021. Η συμμετοχή μου στην εκδήλωση αυτή αποτελεί πρόσθετο κίνητρο για τη συγγραφή του ανά χείρας κειμένου.

[3] Σε αυτή την κατηγορία ξεχωρίζουν οι μεταφράσεις οθωμανικών εγγράφων που όντως καλύπτουν σημαντικό κενό της γνώσης μας για την Ελληνική Επανάσταση. Βλ. το δίτομο ελεύθερης πρόσβασης έργο που χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, H. Şükrü Ilicak (επιμ.), “Those Infidel Greeks”. The Greek War of Independence through Ottoman Archival Documents, Leiden: Brill, 2021 [ελεύθερα διαθέσιμο στο https://brill.com/view/title/60933]. Βλ. επίσης του ίδιου σε συνεργασία με τον Ηλία Κολοβό και τον Μοχαμάντ Σχαριάτ-Παναχί, Η οργή του σουλτάνου. Αυτόγραφα διατάγματα του Μαχμούτ Β´ το 1821, Αθήνα: εκδόσεις ΕΑΠ, 2021. Παράλληλα βλ. τον δεύτερο τόμο της σειράς “Ιστορική Βιβλιοθήκη 1821”, Σοφία Λαΐου και Μαρίνος Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά, Αθήνα: Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 2019. Πέρα από άλλα δημοσιευμένα αρχεία που κυκλοφόρησαν με αφορμή την επέτειο, αξίζει να σημειωθούν εδώ και οι πολλές μεταφράσεις ξενόγλωσσων κειμένων Ευρωπαίων που συμμετείχαν στην Επανάσταση (βλ. π.χ. τη “Φιλελληνική σειρά” της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας).

[4] Αναφέρομαι στο κύκνειο άσμα του Marc Bloch, Απολογία για την ιστορία. Το επάγγελμα του ιστορικού (μτφρ. Κώστας Γαγανάκης, Εναλλακτικές Eκδόσεις, 1994), στις διάσημες διαλέξεις στο Κέιμπριτζ του Edward H. Carr που μεταδόθηκαν από το BBC και χωρίς χρονοτριβή εκδόθηκαν σε βιβλίο με τίτλο Τι είναι ιστορία; Σκέψεις για τη θεωρία της ιστορίας και το ρόλο του ιστορικού (μτφρ. Αντρέας Παππάς, εκδ. Γνώση, 1999) και, τέλος, στην αυτοβιογραφία που εξέδωσε το 1991 στη γαλλική γλώσσα ο Georges Duby, Η ιστορία συνεχίζεται (μτφρ. Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, εκδ. Ολκός, 2000).

[5] Για την εργασία και τη ζωή του ναυτικού βλ. την ενδιαφέρουσα μελέτη του Marcus Rediker, Ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Ναυτικοί, πειρατές και ο κόσμος της θάλασσας, 1700-1750, μτφρ. Κώστας Αντύπας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2016. 

Ελπίδα  Βόγλη

Αναπληρώτρια καθηγήτρια νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Βιβλία της: Έργα και Ημέραι ελληνικών οικογενειών, 1750-1940 (2005), «Έλληνες το γένος». Η ταυτότητα και η ιθαγένεια στο εθνικό κράτος των Ελλήνων, 1821-1844 (2007), «Γνήσιον Μεταξά». Η ανάπτυξη μιας οικογενειακής επιχείρησης (2010).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.