Σύνδεση συνδρομητών

Τα όρια του βενιζελισμού

Σάββατο, 06 Νοεμβρίου 2021 16:35
1907, Κρήτη, περίπου δυο χρόνια μετά την επανάσταση του Θερίσου, με την οποία οι Κρητικοί εναντιώθηκαν στον ύπατο αρμοστή της Κρήτης, πρίγκιπα Γεώργιο, ζητώντας την ένωση του νησιού με την Ελλάδα και περισσότερες ελευθερίες. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (στη μέση) φωτογραφίζεται μαζί με δυο ακόμα ηγέτες της επανάστασης, τον Κωνσταντίνο Φούμη και τον Κωνσταντίνο Μάνο.
Alfred Van Den Brule / Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη
1907, Κρήτη, περίπου δυο χρόνια μετά την επανάσταση του Θερίσου, με την οποία οι Κρητικοί εναντιώθηκαν στον ύπατο αρμοστή της Κρήτης, πρίγκιπα Γεώργιο, ζητώντας την ένωση του νησιού με την Ελλάδα και περισσότερες ελευθερίες. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (στη μέση) φωτογραφίζεται μαζί με δυο ακόμα ηγέτες της επανάστασης, τον Κωνσταντίνο Φούμη και τον Κωνσταντίνο Μάνο.

Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Μεταξύ Επανάστασης και Μεταρρύθμισης. Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος και βενιζελισμός (1909-1922), Πατάκη, Αθήνα 2020, 358 σελ.

Αμέσως μετά την άνοδό του στην πρωθυπουργία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προχώρησε σε έναν συμβιβασμό με το Παλάτι και διατήρησε τις βάσεις του ισχύοντος πολιτεύματος στη συνταγματική αναθεώρηση του 1911, ερχόμενος σε αντιπαράθεση ακόμα και με τη λαϊκή απαίτηση υπέρ της συντακτικής Βουλής. Ποιες συνέπειες είχε η υποχώρησή του και πόσο πλήγηκε η μεταρρυθμιστική δυναμική της χώρας; Το νέο βιβλίο του Σπυρίδωνα Πλουμίδη φωτίζει μια ταραγμένη περίοδο στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας του νεοελληνικού κράτους. [ΤΒJ] (τεύχος 121)

Η προσωπικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της στη νεότερη ελληνική ιστορία, επηρεάζοντας καθοριστικά την εξέλιξη της χώρας κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Το γεγονός άλλωστε ότι οι πολιτικές ταυτότητες (βενιζελικοί-αντιβενιζελικοί) και οι διαιρέσεις των πολιτικών κομμάτων από το 1910 έως και –τουλάχιστον– το 1936 είχαν κεντρικό σημείο αναφοράς το πρόσωπο του κρητικού πολιτικού αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη για την πραγματική εμβέλειά της ηγετικής του φυσιογνωμίας. Ακόμη, όπως μας δείχνουν σύγχρονες έρευνες[1], η πολιτική κληρονομιά του Βενιζέλου κατέστη σπουδαίο διακύβευμα –όχι μόνο για τους επιγόνους του– στη μεταπολεμική πολιτική σκηνή, κάτι που γίνεται ασφαλώς αντιληπτό από τις επικλήσεις στο πρόσωπο και τις παρακαταθήκες του που αντηχούν ώς τις μέρες μας.

Παρότι ο Βενιζέλος και οι ποικίλες εκφάνσεις του βενιζελισμού και της εποχής του έχουν απασχολήσει εκτενώς την ακαδημαϊκή έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες, η σχετική βιβλιογραφία δεν έχει πάψει να εμπλουτίζεται.[2] Το νέο βιβλίο του αναπληρωτή καθηγητή νεότερης ελληνικής ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπυρίδωνα Πλουμίδη, με τίτλο Μεταξύ Επανάστασης και Μεταρρύθμισης: Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος και βενιζελισμός (1909-1922), που εκδόθηκε στην αξιόλογη σειρά «Διαδρομές Ιστορίας» των εκδόσεων Πατάκη (υπό τη διεύθυνση του Κώστα Κωστή), αποτελεί μια ακόμη σημαντική συμβολή στη μελέτη μιας κρίσιμης περιόδου στην ιστορία της Νεότερης Ελλάδας.

Αξιοποιώντας πληθώρα ελληνικών και ξένων πηγών, πρωτογενών αλλά και δευτερογενών, ο συγγραφέας επιδιώκει, όπως άλλωστε προδίδει και ο τίτλος του βιβλίου, να καταδείξει ότι ο πολιτικός βίος του Ελευθερίου Βενιζέλου μπορεί κάλλιστα να ιδωθεί στη μακρά του διάρκεια ως ένα εκκρεμές μεταξύ επαναστατικού ριζοσπαστισμού και συμβιβαστικού ρεαλισμού, στοιχείων κατά βάση αντιφατικών που πολλές φορές, ωστόσο, συνυπήρχαν στην πολιτική πρακτική του αρχηγού των Φιλελευθέρων. Σύμφωνα με όσα επισημαίνει στην εισαγωγή του βιβλίου, η εν λόγω μελέτη «αποσκοπεί να διερευνήσει και να αναδείξει περαιτέρω την πολιτική και γεωπολιτική σκέψη, την ιδεολογία και τις πολιτειακές αντιλήψεις του Ελευθερίου Βενιζέλου, και το περιεχόμενο του βενιζελισμού μέσα στο (νοτιο)ευρωπαϊκό και το βαλκανικό πλαίσιο της εποχής τους». Σκοπός του δεν είναι όμως «να ανασυνθέσει την πολιτική και διπλωματική ιστορία της περιόδου, αλλά να ερευνήσει και να αναδείξει εκείνα τα πολιτικά, διπλωματικά και στρατιωτικά γεγονότα τα οποία φωτίζουν την πολιτική και πολιτειακή σκέψη του Βενιζέλου και των ακολούθων του, όπως επίσης και τον τρόπο σκέψης και τις ιδέες των αντιπάλων του». Η επιλογή αυτή κρίνεται απολύτως απαραίτητη, καθότι δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο βενιζελισμός συνδιαμορφώθηκε, «διαπλάστηκε, εξελίχθηκε και ωρίμασε σε διαλεκτική σχέση με τους αντιπάλους του και προπαντός με τον θεσμό της βασιλείας», γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκε μετά το 1910 ο αντιβενιζελικός πολιτικός κόσμος.

 

Οι απαρχές του Εθνικού Διχασμού

Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μεγάλα κεφάλαια. Στο πρώτο, ο Πλουμίδης ανατέμνει το ελληνικό πολιτικό γίγνεσθαι προ του 1909, σκιαγραφώντας το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ανδρώθηκε πολιτικά ο Βενιζέλος. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η έννοια της ελληνικής «κακοδαιμονίας» είχε τεθεί στο επίκεντρο μιας συνολικής κριτικής ενάντια στο πολιτικό σύστημα μετά την πτώχευση του 1893, την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και την ήττα στον «ατυχή» ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Υπό ένα κλίμα έντονης λαϊκής δυσαρέσκειας, το σύνθημα της «ανόρθωσης» ετίθετο επιτακτικά στον δημόσιο διάλογο. Μετά το κίνημα στο Γουδί, ένα προνουντσιαμέντο που έγινε αντιληπτό ως «Επανάσταση» με τους όρους της εποχής, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εισήλθε δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο ως ο «παράκλητος» του Στρατιωτικού Συνδέσμου, ενσαρκώνοντας το «πνεύμα του 1909». Ακολουθώντας το ριζοσπαστικό ρεύμα του φιλελεύθερου εθνικισμού που έκανε την εμφάνισή του στην Ευρώπη την περίοδο εκείνη, ο Βενιζέλος κατάφερε να μπολιάσει την εγχώρια πολιτική σκηνή με νέες ιδέες. Με την ίδρυση του Κόμματος Φιλελευθέρων, μια νέα γενιά φερέλπιδων πολιτικών κατέστη ο κινητήριος μοχλός της ανορθωτικής προσπάθειας, η οποία εγγραφόταν στο πλαίσιο ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος οικονομικού εκσυγχρονισμού, με κυρίαρχο παράλληλα το πρόταγμα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Βενιζέλο το 1910, η «παλαιοκομματική» αντιπολίτευση υπήρξε «άρνησις» και όχι «θέσις», καθότι δεν αντιπαρέτασσε στον βενιζελισμό κάποιο συγκροτημένο πολιτικό πρόγραμμα αλλά, αντιθέτως, οχυρωνόταν σταδιακά γύρω από τη βασιλοφροσύνη.

Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, ο συγγραφέας αναλύει τις απαρχές του Εθνικού Διχασμού, τις γεωπολιτικές του διαστάσεις, αλλά και τις διπλωματικές του παραμέτρους. Ανάγει τις βαθύτερες αιτίες της διαμάχης του Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο στη σύγκρουση της «μοναρχικής» και της «εθνικής» αρχής, οι οποίες νοηματοδοτούσαν με διαφορετικό τρόπο την έννοια του εθνικού συμφέροντος, αλλά και υπέκρυπταν μια βαθύτερη διαφορά στις αντιλήψεις της κάθε πλευράς ως προς την ενδεδειγμένη πολιτειακή μορφή του Κράτους και την πραγματική πηγή της εξουσίας. Μολονότι λοιπόν ο Εθνικός Διχασμός έδειχνε αρχικά να συνιστά μια διαμάχη περί της ακολουθητέας εξωτερικής πολιτικής, σύντομα άγγιξε τον πυρήνα της λειτουργίας του κράτους, προβάλλοντας ένα θεμελιώδες ερώτημα: Πού εδράζεται η κυριαρχία της πολιτείας, στη λαϊκή κυριαρχία ή την βασιλική εξουσία; Ποιος, εντέλει, είναι ο φορέας και η πηγή της κυριαρχίας, ο λαός ή το Στέμμα; Κατά συνέπεια, η μείζων αυτή διαίρεση αφορούσε ευρύτερα πολιτικά και συνταγματικά ζητήματα, γι’ αυτό πυροδότησε μια οξύτατη πολιτική και πολιτειακή κρίση.

Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου αφορά αυτή ακριβώς την «εσωτερική», όπως την ονομάζει ο συγγραφέας, όψη του Διχασμού. Παρουσιάζεται δηλαδή η αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν σε υποτροπή την «υπουργική κρίση» του 1915, μετατρέποντάς τη σταδιακά σε «συνταγματική». Εκτός από τις πολιτικές λαθροχειρίες και την τυφλή εμμονή του Στέμματος στην πολιτική της ουδετερότητας, σε αυτό συνέβαλε τα μέγιστα, κατά τον Πλουμίδη, ο ριζοσπαστισμός του Βενιζέλου, ο οποίος τον οδήγησε σε πλήρη ρήξη με τα Ανάκτορα στα τέλη του 1915. Διερευνώντας εις βάθος τη ρητορική του Διχασμού, ο συγγραφέας του βιβλίου εντάσσει επίσης τη διαμάχη αυτή στο πλαίσιο της διάστασης δύο διαφορετικών ιδεολογικών τάσεων, του ριζοσπαστισμού και του συντηρητισμού, που συγκρούονταν την ίδια περίοδο στην Ευρώπη. Από τη μία πλευρά, ο βενιζελικός λόγος έθετε στο στόχαστρο τον «βασιλικό απολυταρχισμό», ο οποίος φερόταν ότι νόθευε την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας και παρακώλυε τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, φτάνοντας ακόμη και να απειλεί την ίδια την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Από την άλλη πλευρά, οι αντίπαλοι του Βενιζέλου κατηγορούσαν τον ίδιο ως «ξενόδουλο» και υποταγμένο στις δυνάμεις της Αντάντ, ενώ ταύτιζαν τις πράγματι ιακωβινικές του μεθόδους με την έννοια της «επανάστασης» και της «αναρχίας», που αντιπαρετίθετο στον κόσμο της καθεστηκυΐας τάξης, της ευνομίας και της ενότητας, που πρέσβευε η βασιλική εξουσία.

 

Ο Διχασμός και η εκστρατεία στη Μικρά Ασία

Άκρως διαφωτιστική είναι, ακόμη, η ανάλυση των συνταγματικών πτυχών του Διχασμού, στην οποία προχωρά ο Πλουμίδης. Το γεγονός ότι οι «προνομίες» που διατηρούσε το Στέμμα υπό το Σύνταγμα του 1911 συνυπήρχαν με τις αρχές της δεδηλωμένης και της λαϊκής κυριαρχίας συνέβαλλε, κατά τον συγγραφέα, σε έναν ιδιότυπο «δυαδισμό», στη συνύπαρξη δηλαδή των δημοκρατικών βάσεων του πολιτεύματος με τα «κατάλοιπα του μοναρχισμού». Υπ’ αυτή την έννοια, οι αντιτιθέμενες ερμηνείες του Συντάγματος γίνονται αντιληπτές ως θεμέλιο του Διχασμού και εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους η βενιζελική «επανάσταση» του 1916, θίγοντας κατεστημένες αντιλήψεις για τα συνταγματικά δικαιώματα του Στέμματος, συνάντησε ισχυρή αντίσταση στο εσωτερικό της χώρας.

Εν συνεχεία, στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου μελετάται η αναζωπύρωση του Διχασμού υπό το βάρος της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Κατά την περίοδο 1917-20, απόντος του διλήμματος περί του εξωτερικού προσανατολισμού της Ελλάδας, ο Διχασμός είχε χάσει το πρωταρχικό του νόημα, μετατρεπόμενος πλέον σε μια στείρα διαμάχη για την εξουσία. Το γεγονός ότι η επιστροφή του Βενιζέλου στην εξουσία και η έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου στηρίχθηκε στις «ξένες λόγχες», αλλά πολύ περισσότερο η κατασταλτική πολιτική της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων έναντι των αντιφρονούντων, υπονόμευσε τις όποιες προοπτικές για την εξομάλυνση της πολιτικής ζωής και στοίχισε εντέλει εκλογικά στον Βενιζέλο τον Νοέμβριο του 1920. Αναφορικά με το πολιτειακό ζήτημα, ακόμα και κατά τη διάρκεια του κινήματος της Εθνικής Άμυνας, ο κρητικός ηγέτης δεν είχε τεθεί ανεπιφύλακτα υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, καθότι μια ενδεχόμενη καθεστωτική αλλαγή δεν θα ήταν ούτε ομόθυμα αποδεκτή στο εσωτερικό της χώρας ούτε καν επιθυμητή από τις συμμαχικές δυνάμεις της Αντάντ. Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση άλλαξε άρδην τα αμέσως επόμενα χρόνια. Το ρεύμα υπέρ της αβασίλευτης διογκώθηκε μετά την επιστροφή του Κωνσταντίνου και ήταν τελικά η Μικρασιατική Καταστροφή εκείνη που συμπαρέσυρε τον Θρόνο μαζί με τον αντιβενιζελισμό, ο οποίος χρεώθηκε την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας.

Συνοψίζοντας, ο Πλουμίδης υπογραμμίζει στο έργο του τη ριζοσπαστική παράδοση του βενιζελισμού, που χρονολογείται ήδη από την εποχή της επανάστασης του Θερίσου το 1905, επισημαίνοντας ότι η υπεράσπιση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας έναντι του μοναρχικού «δεσποτισμού», ακόμα και όταν παρέκαμπτε τη νόμιμη ή τη θεσμική οδό, ήταν ένα σταθερό μοτίβο της πολιτικής πρακτικής του Βενιζέλου. Ωστόσο, η «επαναστατικότητα» του τελευταίου είχε τις περισσότερες φορές σαφή όρια, τουλάχιστον κατά την περίοδο 1909-1920. Και αυτό γιατί, την ίδια στιγμή, η συντηρητική παράδοση της βασιλείας ήταν εξίσου ισχυρή στην Ελλάδα. Το Στέμμα αντιπροσώπευε την πολιτική σταθερότητα, την ιεραρχία και την κοινωνική γαλήνη, αξίες που έρχονταν σε αντίθεση με την αβασίλευτη δημοκρατία και την «αχαλίνωτη» λαϊκή κυριαρχία. Παρομοίως, ο θεσμός της βασιλείας προσλαμβανόταν –τουλάχιστον από τους βασιλόφρονες– ως το αντίδοτο στην αναρχία και την επανάσταση, στοιχεία τα οποία ταυτίζονταν κατά τους ίδιους με τον βενιζελισμό. Αντίστοιχους συμβολισμούς μπορεί άλλωστε κανείς να ανιχνεύσει στη φιλομοναρχική επιχειρηματολογία και κατά την παλινόρθωση του 1935.

Κοντολογίς, αν θέλαμε να παρουσιάσουμε τα κυριότερα ορόσημα της βενιζελικής διελκυνστίνδας ανάμεσα στην επανάσταση και τη μεταρρύθμιση, όπως τουλάχιστον παρουσιάζονται στο εν λόγω βιβλίο, θα μπορούσαμε να ανακεφαλαιώσουμε το ερμηνευτικό σχήμα του συγγραφέα ως ακολούθως: Μολονότι ο Βενιζέλος ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως επαναστάτης στο Θέρισο και στη συνέχεια έδρεψε τους καρπούς μιας άλλης «Επανάστασης», αυτής του 1909 που τον έφερε στην εξουσία, αμέσως μετά την άνοδό του στην πρωθυπουργία, ο ίδιος προχώρησε σε έναν συμβιβασμό με το Παλάτι και διατήρησε τις βάσεις του ισχύοντος πολιτεύματος στη συνταγματική αναθεώρηση του 1911, ερχόμενος σε αντιπαράθεση ακόμα και με τη λαϊκή απαίτηση υπέρ της συντακτικής Βουλής. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού, ο ριζοσπαστισμός του Βενιζέλου διαίρεσε μεν τη χώρα στα δύο το 1916, από τη στιγμή όμως που η πολιτική του επικράτησε έναντι του Κωνσταντίνου δεν έφτασε να αμφισβητήσει το θεσμό της βασιλείας. Ο αρχηγός των Φιλελευθέρων ήταν επίσης επιφυλακτικός, αν όχι εχθρικός, απέναντι στο ενδεχόμενο υλοποίησης της πολιτειακής μεταβολής χωρίς κανένα νομιμοποιητικό εχέγγυο, ακόμα και όταν ο αντιβενιζελισμός είχε εξαρθρωθεί πλήρως μετά την εκτέλεση των Έξι. Κατά συνέπεια, η εγκαθίδρυση της αβασίλευτης δημοκρατίας τον Μάρτιο του 1924 έλαβε χώρα ερήμην του Βενιζέλου, ως επιστέγασμα της επικράτησης των αντιμοναρχικών αξιωματικών, τους οποίους ο ίδιος αδυνατούσε πλέον να ελέγξει.

Μια από τις σημαντικότερες αρετές του εν λόγω βιβλίου είναι ότι ο συγγραφέας δεν αναζητά να δικαιώσει τις επιλογές του Βενιζέλου ή των αντιπάλων του, αλλά επιδιώκει πρωτίστως να ερμηνεύσει τα κίνητρα και να τοποθετήσει τις ενέργειές τους στο κατάλληλο πλαίσιο. Προσεγγίζει την εξέλιξη της πολιτικής σκέψης και πρακτικής του Βενιζέλου αποφεύγοντας τα μανιχαϊστικά σχήματα και επιχειρεί να αποδώσει με νηφαλιότητα τις πολύπλοκες διαστάσεις του βενιζελικού φαινομένου, φωτίζοντας έτσι μια καθοριστική περίοδο στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας του νεοελληνικού κράτους. Θα ήταν ευχής έργον η μελέτη αυτή να αποτελέσει τον οδοδείκτη για μια άλλη εργασία που θα αφορά την εξίσου πολυκύμαντη εξέλιξη του βενιζελισμού κατά τα μεσοπολεμικά χρόνια, από το 1922 έως και το 1936, και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά.

 

[1] Βλ. τα πρακτικά του επιστημονικού συνεδρίου που είχε διεξαχθεί το 2016 στην Αθήνα με τίτλο: Η πολιτική κληρονομιά του Ελευθερίου Βενιζέλου: συνέχειες και ασυνέχειες (εκδ. Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος» - Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία - Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2021).

[2] Ανάμεσα στην πλέον πρόσφατη βιβλιογραφική παραγωγή για τον Βενιζέλο ξεχωρίζει η δίτομη βιογραφία που συνέγραψε ο Νικόλαος Παπαδάκης (Ελευθέριος Βενιζέλος: Ο άνθρωπος, ο ηγέτης - Βιογραφία, εκδ. Εθνικό Ίδρυμα «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» – Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2017), αλλά και το έργο του Θάνου Βερέμη (Ελευθέριος Βενιζέλος: ο οραματιστής του εφικτού, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2017). Επιπλέον, μια εμπεριστατωμένη εικόνα για το πολιτικό ρεύμα του βενιζελισμού, ιδίως κατά την μακροσκελή περίοδο του Εθνικού Διχασμού, παρέχουν οι μελέτες του Γιώργου Μαυρογορδάτου (1915: Ο Εθνικός Διχασμός και Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού, εκδ. Πατάκη 2015 και 2017 αντίστοιχα) και του Σωτήρη Ριζά (Βενιζελισμός και αντιβενιζελισμός: Στις απαρχές του Εθνικού Διχασμού 1915-1922, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2019).

 

 

Σημείωση: στη χάρτινη έκδοση, το παρόν κείμενο αποδόθηκε, από λάθος, σε άλλον συγγραφέα. Ζητούμε κι από δω συγνώμη από τον Δημήτρη Ντούρο.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.