Σύνδεση συνδρομητών

Ανασημασιοδοτώντας την εθνική επέτειο

Τρίτη, 20 Απριλίου 2021 23:51
1854, Αθήνα. Δοξολογία στη Μητρόπολη με τον Όθωνα και την Αμαλία, πιθανότατα στην επέτειο της Επανάστασης του 1821, γκραβούρα άγνωστου καλλιτέχνη. Η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική επέτειος επί Όθωνα, με το Βασιλικό Διάταγμα της 15ης Μαρτίου 1838, στο οποίο ο εορτασμός συνδεόταν με τη θρησκευτική γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
The Picture Art Collection
1854, Αθήνα. Δοξολογία στη Μητρόπολη με τον Όθωνα και την Αμαλία, πιθανότατα στην επέτειο της Επανάστασης του 1821, γκραβούρα άγνωστου καλλιτέχνη. Η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική επέτειος επί Όθωνα, με το Βασιλικό Διάταγμα της 15ης Μαρτίου 1838, στο οποίο ο εορτασμός συνδεόταν με τη θρησκευτική γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Η ανακήρυξη της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας την 25η Μαρτίου 1924

Ως κατεξοχήν νεωτερικό φαινόμενο, η Επανάσταση του 1821 αποτελεί σημαντική τομή –εκτός των άλλων– για τη διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης του Ελληνισμού. Οι εορτασμοί για τη διακοσιοστή επέτειο από την έναρξή της δεν συνιστούν απλώς μια αφορμή να επισκεφθούμε εκ νέου την περίοδο εκείνη, αλλά πολύ περισσότερο μας δίνουν το έναυσμα να αναστοχαστούμε, όχι μόνο ως προς τη φύση και τα διακυβεύματά της Επανάστασης, αλλά και για το αποτύπωμά της στη διαχρονία. Το κείμενο που ακολουθεί αφορά τους τρόπους μνημόνευσης της ελληνικής Επανάστασης, εστιάζοντας στην ιστορική συγκυρία του Μεσοπολέμου. Πιο συγκεκριμένα, εξετάζει την επέτειο της 25ης Μαρτίου το 1924, η οποία συνέπεσε με την ανακήρυξη της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.

 

Εθνικές επέτειοι και ιστορική μνήμη

Ως πολιτικές τελετουργίες, οι εθνικές επέτειοι συνδέονται άρρηκτα με τη διαδικασία συγκρότησης των εθνικών κρατών, από τα τέλη του 18ου αιώνα και ύστερα. Απαντώντας στις νέες ανάγκες της πολιτικής των μαζών, διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο για την καλλιέργεια και την εμπέδωση της εθνικής ταυτότητας. Όπως αναλύει στο πρόσφατο βιβλίο της, Φουστανέλες και Χλαμύδες (εκδ. Αλεξάνδρεια), η ιστορικός Χριστίνα Κουλούρη, μέσω της επιτελεστικής τους διάστασης, οι ιστορικές επέτειοι ανακαλούν και προβάλλουν τις παρελθοντικές εμπειρίες στο εκάστοτε παρόν. Αναδεικνύοντας συγκεκριμένα γεγονότα ως θεμελιώδεις αρμούς της «βιογραφίας» ενός έθνους, οι επέτειοι κωδικοποιούν και αναπαράγουν μέσω μιας συμβολικής γλώσσας την ταυτότητά του.

Η θεσμοθέτηση των επετείων αποτελεί ταυτόχρονα μια πολιτική απόφαση προερχόμενη «από τα πάνω». Το κράτος είναι αυτό που ορίζει μια συγκεκριμένη ημέρα ως εθνική αργία, προκειμένου να προσδώσει μαζικό χαρακτήρα στους εορτασμούς, οργανώνει μέχρι και την τελευταία τους λεπτομέρεια τις τελετές και φυσικά χρηματοδοτεί τις όποιες εκδηλώσεις. Είναι λοιπόν προφανές ότι οι εθνικές εορτές δεν στοχεύουν μόνο στην αναπαραγωγή της εθνικής ταυτότητας, αλλά και στη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Καθώς όμως ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι «διαβάζουν» το παρελθόν τους μεταβάλλεται, ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και τους ορίζοντες προσδοκιών του εκάστοτε παρόντος, καθίσταται εξίσου προφανές το γεγονός ότι οι εορτασμοί και το νόημα κάθε επετείου δεν είναι στοιχεία αναλλοίωτα στον χρόνο, αλλά μεταβάλλονται διαρκώς.

 

Η θεσμοθέτηση του εορτασμού της 25ης Μαρτίου

Ως «ληξιαρχική πράξη γέννησης» του νεοελληνικού κράτους αλλά και ως μετωνυμία ολόκληρης της επαναστατικής περιόδου, το 1821 κατέστη πολύ γρήγορα ο βασικότερος τόπος μνήμης του έθνους. Μέχρι και τον Μεσοπόλεμο, η ιστορική συνείδηση του Ελληνισμού δεν συγκροτούνταν, ωστόσο, μόνο μέσω της ανάμνησης του Αγώνα. Επηρεαζόταν επίσης από την «πολιτισμική μνήμη» της Κλασικής Αρχαιότητας και του Βυζαντίου, ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιοριζόταν ταυτόχρονα από τις τραυματικές μνήμες της «πολεμικής δεκαετίας» (1912-1922).

Η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική επέτειος επί Όθωνα, με το Βασιλικό Διάταγμα της 15ης Μαρτίου 1838, στο οποίο ο εορτασμός συνδεόταν με τη θρησκευτική γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου:

Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής.

Το τελετουργικό των επίσημων εορτασμών ήταν εμπνευσμένο από τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, προβάλλοντας κατεξοχήν τον μονάρχη ως σύμβολο της ενότητας του έθνους. Ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1870, κεντρικό πυρήνα του εορτασμού αποτελούσε η βασιλική πομπή που περνούσε μέσα από κεντρικούς δρόμους της πόλης των Αθηνών, όπου βρίσκονταν στρατιωτικές δυνάμεις σε παράταξη και πίσω τους το πλήθος των θεατών. Η πομπή ξεκινούσε από τα Ανάκτορα, κατευθυνόταν στη Μητρόπολη, όπου λάμβανε χώρα η δοξολογία εις μνήμην των πεσόντων του Αγώνα, και κατέληγε πίσω στο Παλάτι. Επί βασιλείας Γεωργίου Α΄ παρατηρείται μια σημαντική αλλαγή στην τελετουργία. Ενώ μέχρι τότε ο στρατός παρέμενε παρατεταγμένος κατά μήκος της πομπής, το 1875 παρήλασε, υπό την υπόκρουση της στρατιωτικής μπάντας, μπροστά από τα Ανάκτορα, όπου βρισκόταν η βασιλική οικογένεια, ο πρωθυπουργός και ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο. Το αμέσως επόμενο έτος, στην παρέλαση συμμετείχε και το φοιτητικό σώμα, μέσω της Πανεπιστημιακής Φάλαγγας. Οι εξελίξεις αυτές εγγράφονται στο πλαίσιο της έντασης του μεγαλοϊδεατισμού και του αιτήματος για ισχυροποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ αποτύπωναν επίσης ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες, όπως η ολοένα εντονότερη πολιτικοποίηση της νεολαίας. Στο γύρισμα του αιώνα, οι φοιτητές και ο στρατός μετατρέπονται σταδιακά σε πρωταγωνιστές της εθνικής επετείου.

 

Ο Εθνικός Διχασμός και το πολιτειακό ζήτημα

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η Επανάσταση του 1821 εθεωρείτο εν πολλοίς ανολοκλήρωτη. Η κυρίαρχη ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας έθετε ως επιτακτικό στόχο την ολοκλήρωση του έργου που είχαν ξεκινήσει οι πρωτεργάτες του Αγώνα, την απελευθέρωση δηλαδή των Ελλήνων που παρέμεναν υπόδουλοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πολύ σύντομα όμως, το ξέσπασμα του Εθνικού Διχασμού έφερε στην επιφάνεια τις συγκρουόμενες θεωρήσεις του πολιτικού κόσμου περί της εθνικής ολοκλήρωσης. Πέραν τούτου, διαπερνώντας την ελληνική κοινωνία, η θεμελιώδης αυτή σύγκρουση μετέβαλε ριζικά τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι νοηματοδοτούσαν το παρελθόν.

Μολονότι κατά την πρώτη φάση του Διχασμού (1915-1917) ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν προέβαλλε το αίτημα της έκπτωσης του θρόνου, η δυναμική των γεγονότων ήταν αυτή που έθεσε de facto το πολιτειακό ζήτημα. Ύστερα από την επανάκαμψη των αντιβενιζελικών στην εξουσία και την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου στην Ελλάδα, τον Νοέμβριο του 1920, το αντιβασιλικό ρεύμα διογκωνόταν. Η δυσμενής εξέλιξη της Μικρασιατικής Eκστρατείας ήταν αυτή που επιτάχυνε τις εξελίξεις, οδηγώντας στη διαμόρφωση μιας ισχυρής τάσης υπέρ του αβασίλευτου πολιτεύματος μέσα στο Κόμμα Φιλελευθέρων, που εκφράστηκε με το «Δημοκρατικό Μανιφέστο», υπό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Μετά την Καταστροφή, η εκτέλεση των Έξι και η εκθρόνιση του Κωνσταντίνου από την «επαναστατική» κυβέρνηση Πλαστήρα-Γονατά σήμανε ουσιαστικά την –δικτατορικώ τω τρόπω– επικράτηση του βενιζελισμού έναντι των αντιπάλων του.

Το «αντεπαναστατικό» κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη τον Οκτώβριο του 1923, το οποίο είχε τεθεί εκ των πραγμάτων στην υπηρεσία των αντιβενιζελικών και ιδίως του Ιωάννη Μεταξά, έδωσε τη χαριστική βολή στη βασιλεία. Η άμεση κατάπνιξη του κινήματος ενίσχυσε την αδιάλλακτη πτέρυγα των δημοκρατικών αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και τις θέσεις της Δημοκρατικής Ένωσης, που επεδίωκε την άμεση μεταβολή του πολιτεύματος. Τρεις μόλις ημέρες μετά τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου, από τις οποίες απείχαν οι αντιβενιζελικοί, ο Γεώργιος Β΄ εγκατέλειψε την Ελλάδα, υπό την πίεση του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Μολονότι το Κόμμα Φιλελευθέρων κατείχε την πλειοψηφία των εδρών στο Kοινοβούλιο, ο πρωθυπουργός Βενιζέλος οδηγήθηκε σε παραίτηση κατόπιν της σφοδρής του σύγκρουσης με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Απολαμβάνοντας τη στήριξης της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, ο αρχηγός της Δημοκρατικής Ένωσης ανέλαβε εν τέλει τον σχηματισμό κυβέρνησης στις 12 Μαρτίου 1924. Κατόπιν της πολυδιάσπασης του Κόμματος Φιλελευθέρων ύστερα από την αποχώρηση του Βενιζέλου από την πολιτική σκηνή, η κυβέρνηση Παπαναστασίου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στις 24 Μαρτίου και κατέθεσε σχέδιο ψηφίσματος το οποίο προέβλεπε την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, απόφαση η οποία έμελλε να επικυρωθεί από τον λαό στο δημοψήφισμα που έλαβε χώρα στις 13 Απριλίου. Κατόπιν της υπερψήφισης της κυβέρνησης του, ο Παπαναστασίου δήλωσε ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης:

Η σημερινή ψηφοφορία είνε το πρώτον σάλπισμα, το οποίον θα αντηχήση εις τα πέρατα της Ελλάδας. Αύριον θα συνέλθωμεν δι;a να ψηφίσωμεν το ψήφισμα της εκπτώσεως της Δυναστείας και της ανακηρύξεως της Δημοκρατίας. Είνε ευτυχής σύμπτωσις ότι αύριον είνε η επέτειος της εθνικής μας παλιγγενεσίας. Εις το μέλλον θα εορτάση ο λαός δύο εορτάς, την κατάλυσιν του ξένου τυράννου και την κατάλυσιν του απολυταρχισμού, την αποκατάστασιν εις τον τόπον του ιθαγενούς πολιτεύματος της Δημοκρατίας, την εξασφάλισιν της Κυβερνήσεως του λαού από τον λαόν, η οποία είμεθα απολύτως βέβαιοι ότι θα εξασφαλίση την ευημερίαν και την πρόοδον της πατρίδος μας.

 

1924 avasilefti

Εκδοτική Αθηνών

24 Μαρτίου 1924. Λαϊκή συγκέντρωση σε κεντρικό αθηναϊκό δρόμο για την ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας. Φωτογραφία από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΕ, Εκδοτική Αθηνών.

 

 

25 Μαρτίου 1924: Η ανακήρυξη της B΄ Ελληνικής Δημοκρατίας

Την επομένη, ανήμερα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου, το κέντρο της Αθήνας έσφυζε από ζωή και οι γύρω δρόμοι κατακλύζονταν από κόσμο. Ήταν μια επέτειος πολύ διαφορετική από τις άλλες. Αφού παρακολούθησαν την καθιερωμένη δοξολογία στην Μητρόπολη, τα μέλη της κυβέρνησης και οι λοιποί βουλευτές μετέβησαν –συνοδεία του πλήθους– στη Βουλή, όπου επικύρωσαν πανηγυρικά την εγκαθίδρυση της αβασίλευτης Δημοκρατίας. Το σχετικό ψήφισμα, μεταξύ άλλων, ανέφερε:

Η Δ΄ εν Αθήναις των Ελλήνων Συνέλευσις, πιστή εις την εκπλήρωσιν της εντολής της, εκήρυξε σήμερον οριστικώς έκπτωτον την Δυναστείαν, η οποία δεν εσεβάσθη το Έθνος, κατεπάτησε τας πολιτικάς ελευθερίας και ώθησε με τον μικρόν ταπεινόν εγωισμόν της εις την μεγίστην των Ελληνικών συμφορών. [...] Του λοιπού οι πολίται θα κυβερνώνται απολύτως υπ’ αυτών των ιδίων. Η Δημοκρατία θα είνε –πρέπει να είνε– όχι ενός κόμματος, αλλά όλων των Ελλήνων. Αι μεσαιωνικαί αντιλήψεις, αι οποίαι δεν συμβιβάζονται με τον καθαρόν ορίζοντα της Ελλάδος και το αθάνατον Ελληνικόν πνεύμα, πίπτουν. Οι μικροί κομματικοί εγωϊσμοί πρέπει να ενταφιασθούν. Αρκετάς συμφοράς επέσυρεν ο εσωτερικός εμφύλιος διχασμός. Το υπέρτατον συμφέρον της Πατρίδος επιτάσσει, όπως όλοι οι πολίται εντελώς πλέον ελεύθεροι, ίσοι και αδελφωμένοι, εργασθούν διά την στερέωσιν της Δημοκρατίας, διά την ανάπλασιν του Γένους. Είνε ευτυχής σύμπτωσις ότι αι ιστορικαί αύται αποφάσεις λαμβάνονται την Επέτειον της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Εις το μέλλον το Έθνος την ημέραν του Ευαγγελισμού θα εορτάζει διπλήν ανάστασιν.

Λίγο αργότερα, ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, Κωνσταντίνος Ρακτιβάν, ανακοίνωσε στο ενθουσιώδες πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην οδό Σταδίου, την επίσημη ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή, λίγα οικοδομικά τετράγωνα πιο πέρα, οι λαϊκοί πανηγυρισμοί συνδυάστηκαν με μια άλλη συμβολική τελετουργία. Από τον εξώστη των γραφείων του Α΄ Σώματος Στρατού, στην πλατεία Συντάγματος, ο διοικητής του Σώματος, υποστράτηγος Παπαθανασίου ανήγγειλε στο παρατεταγμένο άγημα την κατάλυση της βασιλείας. Όπως διαβάζουμε στα ρεπορτάζ της εποχής, αφού τελείωσε τον λόγο του, ο Παπαθανασίου έβγαλε το πηλίκιό του, έσκισε το μοναρχικό στέμμα και το πέταξε μακριά, καλώντας τους στρατιώτες που τον παρακολουθούσαν να πράξουν το ίδιο. Έπειτα, τα τμήματα του Στρατού παρήλασαν μέσω της οδού Αμαλίας, μπροστά από την πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων, όπου είχαν συγκεντρωθεί, εκτός των άλλων, τα μέλη της κυβέρνησης και λοιποί βουλευτές. Σε συμβολικό επίπεδο, η παρέλαση αυτή επιβεβαίωνε τη νομιμοφροσύνη των Ενόπλων Δυνάμεων απέναντι στο νέο πολίτευμα. Με τον τρόπο αυτό, ο χώρος πέριξ των Ανακτόρων αποβάλλει το μοναρχικό του συμβολικό φορτίο, για να υπηρετήσει πλέον τη Δημοκρατία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο χώρος αυτός αναμορφώθηκε για να φιλοξενήσει το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου, το οποίο εγκαινιάστηκε σε μια άλλη επέτειο, την 25η Μαρτίου 1932, προσδίδοντας στην πλατεία των Ανακτόρων νέες συμβολικές διαστάσεις.

 

Προβολές και προσλήψεις του 1821 στον Τύπο του 1924

Ο συμβολικός χαρακτήρας της σύμπτωσης της εθνικής εορτής με την εγκαθίδρυση του αβασίλευτου πολιτεύματος αντικατοπτρίζεται σαφέστατα στις σελίδες του Τύπου των ημερών εκείνων. Ως το μοναδικό μέσο μαζικής ενημέρωσης την εποχή του Μεσοπολέμου (τουλάχιστον μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά), οι εφημερίδες δεν αποτελούν απλώς τεκμήρια και πηγές πληροφοριών για τις πολιτικές εξελίξεις της περιόδου. Λειτουργώντας ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, ως διερμηνείς και ταυτόχρονα διαμορφωτές της κοινής γνώμης, μας δίνουν μια πολύτιμη εικόνα για την πολιτική κουλτούρα της εποχής, στο μέτρο που διαδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του νοητικού σύμπαντος των πολιτών. Ερευνώντας τους τρόπους με τους οποίους η πρόσληψη του ιστορικού παρελθόντος –εν προκειμένω της Επανάστασης του 1821– διαμορφώνει τον λόγο των εφημερίδων, διαπιστώνουμε ότι η πολιτική στράτευση του κάθε φύλλου καθόριζε εύλογα όχι μόνο τη στάση της απέναντι στις εξελίξεις, αλλά και την επιλογή συγκεκριμένων πτυχών ή εκδοχών του παρελθόντος που ανασύρονταν για να τεκμηριώσουν τη στάση αυτή.

Χαρακτηριστικά, στο κύριο άρθρο της 25ης Μαρτίου 1924, το δημοσιογραφικό όργανο της Δημοκρατικής Ένωσης, η εφημερίδα Δημοκρατία, υπό τη διεύθυνση του δημοσιογράφου Σπύρου Μελά, ενέτασσε την Επανάσταση του 1821 στην παράδοση των δημοκρατικών αγώνων του ελληνικού λαού:

Η Ελλάς έκαμεν επανάστασιν, η οποία δεν έπρεπε να χαρακτηρισθή από την Ιεράν Συμμαχίαν ως στρεφομένη κατά θρόνων, έπρεπε να χαρακτηρισθή καθαρώς εθνική. Δεν έπρεπε να δείξουν ότι εμπνέονται από τας «αναρχικάς» αρχάς των σανκιλότ ούτε των Καρβονάρων. Δι’ αυτόν ακριβώς τον λόγον ο ίδιος ο λαός, όστις ηλευθερώθη ως συμβιβασμόν προς τους ισχυρούς να κύψη πάλιν τον αυχένα εις άλλην τυραννίαν, την βασιλικήν. Αλλ’ η Εθνική συνείδησις ουδέποτε υπετάγη, ουδέποτε ανέχθη βασιλείς. ο Καποδίστριας έπεσε νεκρός την στιγμήν που τον υπωπτεύθησαν ότι ονειρεύεται τα τσαρικά συστήματα. Ο Όθων δεν επρόλαβε ούτε τα απαραίτητα ασπρόρουχα να πάρη για το ταξίδι του και ο Γεώργιος μετά την συμφοράν του ’97 αντίκρυσε απλούς υπηκόους οι οποίοι έστρεφαν την κάνην του όπλου προς αυτόν. Και μέσα εις επίπονον δρόμον το δημοκρατικόν πνεύμα εξεδηλώθη και πάλιν κατά την επανάστασιν του 1909. Εσάρωσε τους πρίγκηπας και έστειλε τον Κωνσταντίνον εις την εξορίαν διά να έλθουν κατόπιν πολιτικοί παρεξηγούντες τα Δημοκρατικά φρονήματα του λαού να τον επαναφέρουν διά να δημιουργήση όσας συμφοράς εδημιούργησε.

Την ημέρα εκείνη, το δημοκρατικό φως θα διέλυε το «πυκνό σκοτάδι του μοναρχισμού». Ο ελληνικός λαός, συνέχιζε το ίδιο άρθρο,

όπως το 1821 εδέχθη την βασιλείαν αναγκαστικώς ίνα γίνη αρεστός εις τους ισχυρούς, σήμερον εγκαθιστά την Δημοκρατίαν αυτοβούλως και κυριαρχικώς, διά ν’ αποδείξη ότι δεν υστερεί εις πολιτισμόν και ότι εννοεί να προσαρμοσθή προς τας απαιτήσεις και τας συνθήκας που εδημιούργησε η εποχή μας. Σήμερον έρχεται ο λαός να συμπληρώση ολοκληρωτικώς το έργον των ηρώων του ’21 και να σαρώση και τα τελευταία ίχνη που ενθυμίζουν την τυραννίαν. Όλοι με το μέτωπον υψηλά ας ενθυμηθώμεν το παράδειγμα του Κανάρη και μετά την δοξολογίαν ας μεταβώμεν εις την Συνέλευσιν ίνα με τον αναμμένον δαυλόν ανατινάξωμεν και τα τελευταία ίχνη του μοναρχισμού ίνα χωρήσωμεν εις το μέλλον προς την αναδημιουργίαν και την αναγέννησιν. Ας εγκαθιδρύσωμεν την Δημοκρατίαν της αδελφοσύνης και της ενότητος, η οποία θα πλήξη θανασίμως και με την βαρείαν της σπάθην την ανομίαν και την αυθαιρεσίαν. Την Δημοκρατίαν της ελευθερίας της συνειδήσεως και των ιδεών. Την Δημοκρατίαν της ειρήνης, της τάξεως και της παραγωγικής εργασίας. Την Δημοκρατίαν της πολιτικής και κοινωνικής αναπλάσεως.

Ακόμη, ο θρησκευτικός συμβολισμός της ημέρας δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Όπως αναφέρει ο Ελεύθερος Τύπος της 26ης Μαρτίου, «η κατάνυξις και ευφροσύνη της μεγάλης εθνικής επετείου μας, απετέλεσε διά τον εορτασμόν της (Δημοκρατίας) το αρμονικώτερον πλαίσιον. Σταθμός και αυτή εις την μαρτυρικήν εθνικήν μας εξέλιξιν, αλλ’ υπόσχεσις οριστική πλέον, της αδιαταράκτου εθνικής ευδαιμονίας μας, ήτο φυσικόν να περιληφθή, κατ’ ευτυχή σύμπτωσιν, ήτις προσλαμβάνει την σημασίαν του καλλιτέρου οιωνού, εις τον δίδυμον εορτασμόν μιάς συμβολικής θρησκευτικής επετείου και μιάς συγκινούσης επετείου εθνικής. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και ο εθνικός μας Ευαγγελισμός! Υπόσχεσις της σωτηρίας της ανθρωπότητος ήτις περιλαμβάνει την έννοιαν της ελευθερίας της, πόσον η σημασία σου είνε συναφής προς την υπόσχεσιν της ελευθερίας της ελληνικής γης! Διότι η εθνική μας εορτή δεν είνε ο παιάν αδυσωπήτου επικρατήσεως, δεν είνε ο θρίαμβος αλαζόνος δυνάμεως. Είνε ο νικών Γολγοθάς. Είνε το θριαμβεύον μαρτύριον. [...] Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, μαρτύριον του θείου Τέκνου, σωτηρία της Αναστάσεως. Ως σύμπτωσις παρήγορος και συμβολική το συγκινητικόν τρίπτυχον αντανακλά τας φάσεις της εθνικής μας ζωής».

Παρότι ακόμα και σε βενιζελικά φύλλα, όπως το Έθνος και η Εστία διατυπώνονταν –εύσχημα μεν, σαφώς δε– κάποιες ενστάσεις περί των βεβιασμένων μεθόδων που καθιστούσαν τη νομιμότητα της μεταπολίτευσης αμφισβητήσιμη από τους αντιπάλους της, κοινή σε αμφότερες τις εφημερίδες εμφανιζόταν η αισιοδοξία για το μέλλον και η πίστη στην πρόοδο του Ελληνισμού υπό το νέο πολίτευμα: «Η Δημοκρατία ανεκηρύχθη σήμερον υπό τας βροντάς των πυροβόλων, που εχαιρέτισαν συγχρόνως την επέτειον της θαυμαστοτέρας ιστορικής Επαναστάσεως. Άριστον το σύμβολον της συμπτώσεως. Άριστος ο οιωνός. Αρίστη οφείλει να είνε η εξέλιξις από της σήμερον»[1] [...] «Τα πυροβόλα, αι σάλπιγγες, αι κωδωνοκρουσίαι, αι οποία κάθε 25 Μαρτίου χαιρετούν την μεγάλην Εθνική Επανάστασιν και τους γίγαντας, οι οποίοι έδωσαν την ζωήν των δι’ αυτήν, χαιρετίζουν σήμερον και την ανατέλλουσαν Ελληνικήν Δημοκρατίαν. Εις το Κοινοβούλιον των Ελλήνων, ανεκηρύχθη, πράγματι, σήμερον το νέον πολίτευμα της χώρας, πολίτευμα προοδευτικόν, και ωραίον, πολίτευμα σύμφωνον προς την ιστορίαν της χώρας αυτής και τας παραδόσεις της, το οποίον επεβάλλετο επί πλέον και από τα τελευταία γεγονότα».[2]

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εκτός από την ανάμνηση του ένδοξου παρελθόντος, οι ιστορικές επέτειοι τροφοδοτούν και τον οραματισμό για το μέλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, από τις στήλες του Ελευθέρου Βήματος, ο Κώστας Αθάνατος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του δημοσιογράφου και λογοτέχνη Κώστα Καραμούζη) προέβη σε έναν απολογισμό «εις το καταστάλαγμα ενός αιώνος ελευθέρας ελληνικής ζωής», εκθέτοντας τον –εμπνευσμένο από τον Αγώνα του ’21– ορίζοντα προσδοκιών του ιδίου, αλλά σίγουρα και πολλών άλλων που ενστερνίζονταν τις σκέψεις του για την Ελλάδα πέραν του Διχασμού:

Η Δευτέρα εκατονταετία μάς επιβάλλει νέα καθήκοντα. Μέσα εις τον στενόν ορίζοντα που διαγράψαμεν, θα ζήσωμεν και οι καλοί και οι κακοί, και οι φίλοι και οι εχθροί. Οι αιώνες έχουν καθένας τον χαρακτήρα του. Ήπιαμε το ποτήρι του ενός, διψασμένοι εις το πεδίον της μάχης, έως το τέλος, και εις το κατακάθι ερίψαμεν το δηλητήριον της ιδίας μας χολής. Το άλλο, έχει ξεχειλίση και το υψώνομεν εις μίαν πρόποσιν: ας μην είνε πένθιμη διά το παρελθόν· ας είνε ελπιδοφόρος διά το μέλλον. Η προσοχή μας όλη εις τα ηθικά ερείπια που απέμειναν.  Η προσοχή μας εις το μόλυσμα. Όχι δάκρυα, διότι θα πικράνωμεν το ποτόν. Αλλά ούτε και δηλητήριον νέας χολής. Ύστερα’ από έναν αιώνα, η σκόνη μας, των σημερινών, θα έχη διαλυθή εις τα σύννεφα. Ας μην αφήσωμεν εις τους άλλους πικρόν καταστάλαγμα εις το βάθος του ποτηριού. Αμαρτωλοί οι σύγχρονοι, εκληρονομήσαμεν όμως την αμαρτίαν από τους προγόνους μας: Μαζί με το καρυοφύλλι του καθένας εκρατούσε και το σκήπτρο της διχονοίας έκτοτε. Εις την αρχήν του νέου αιώνος, εμείς, ας το πετάξουμε. Εκείνοι απετίναξαν τον ένα ζυγόν, τον εξωτερικόν. Εμείς απετινάξαμεν τον άλλον, τον εσωτερικόν. Νέοι σημαιοφόροι, όπως εκείνος των παλαιών Πατρών, υψώνουν κατά την σημερινήν ημέραν το λάβαρον της κρατικής ελευθερίας, όπως υψώθη τότε το λάβαρον της φυλετικής. Μεταξύ των δύο ελευθεριών, ας μη μείνη θέσις διά την διχόνοιαν. Με πόσο καημό ετελείωσε τον ύμνον του ο ποιητής: Εάν μισούνται ανάμεσά τους, δεν τους πρέπει ελευθεριά...[3]

Στην αντίπερα όχθη, ο αντιβενιζελικός Τύπος μαινόταν εναντίον της μεταπολίτευσης. Ο διευθυντής της Καθημερινής, Γεώργιος Βλάχος, έγραφε, προ της ανακηρύξεως της Δημοκρατίας: «Λέγουν οι εν τη εξουσία ότι ο Λαός είναι Δημοκρατικός και ότι οι απομείναντες συνταγματικοί είναι ελάχιστοι. Αλλ’ αν ούτως αληθώς έχη το πράγμα, ας γίνη ταχύ και ελεύθερον Δημοψήφισμα και τότε και οι ελάχιστοι αυτοί Βασιλόφρονες θα σιγήσουν. Διότι και αυτοί και ημείς και οι Δημοκρατικοί και όλος ο αληθινός λαός, ο μη υπό συμφερόντων ή προσωπολατρείας κινούμενος, ζητεί τούτο και μόνον: Να ταχθή υπό την ειλικρινήν και άδολον απόφασιν της αγνής πλειοψηφίας. Αντί τούτου όμως ετοιμάζουν εν βία δι’ αύριον οι ισχύοντες εν Καθεστώς ασταθές και ανάπηρον, του οποίου τας πρώτας ημέρας θα υποδεχθή η δυσπιστία, διά ν’ ακολουθήση τας επομένας η εχθρότης, το μίσος και η υποψία και αυτών ακόμη των φίλων του ότι εδημιουργήθη κακώς».[4] Φυσικά, οι προειδοποιήσεις αυτές του Βλάχου, δεν εισακούστηκαν. Κατ’ επέκταση, ο ίδιος δεν έβρισκε κανέναν λόγο για τους πανηγυρισμούς και τους εορταστικούς κανονιοβολισμούς της εθνικής επετείου: «Αλλ’ αν τα πυροβόλα ενθυμούνται την ιεράν εκείνην ημέραν, διατί δεν σιγούν αντικρύζοντα την σημερινήν της επέτειον; Τι φέρει την βροντώδη ζητωκραυγήν εις τα στόματά των και τι βλέπουν από τον Λόφον των Νυμφών τα ελληνικά πυροβόλα διά να ενθουσιάζωνται και να εξυπνούν τας ηχούς; Την Ελλάδα Κράτος της Αδικίας; Την Ελλάδα πεδίον εμφυλίων πολέμων; Την Ελλάδα κόμμα, την Ελλάδα καθεστώς, την Ελλάδα πολίτευμα, αλλ’ όχι Πατρίδα; Ω! Ας σιγήσουν καλλίτερον τα ελληνικά πυροβόλα!».[5]

Ακόμη, τα ακραιφνή αντιβενιζελικά φύλλα έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στον συμβολικό χαρακτήρα της επετείου, προβάλλοντας τη δική τους ιστορική ερμηνεία. Για τους συντάκτες της Βραδυνής, η εθνική εορτή δεν ταυτιζόταν με την έννοια της (αβασίλευτης) δημοκρατίας, αλλά με την έννοια της ελευθερίας: «Η πλειοψηφία του ελληνικού Λαού, αποστρέφουσα το πρόσωπον εκ των σήμερον εν Αθήναις, παρά την θέλησιν αυτής, συμβαινόντων αναπολεί μετ’ ευγνωμοσύνης και θαυμασμού τους ήρωας του Εικοσιένα, οίτινες επότισαν διά του αίματός των τα ιερά ταύτα εδάφη διά να αναβλαστήση εξ αυτών και πάλιν το επί τέσσαρας αιώνας μαραθέν δένδρον της Ελευθερίας. [...] Μία τοιαύτη ημέρα Ελευθερίας θ’ ανατείλη και πάλιν διά την Ελλάδα. Διότι εις τα στήθη του Λαού δεν χωρεί οιοσδήποτε περιορισμός της Ελευθερίας. Πατριωτισμός και Ελευθερία είνε συμφυή εις την συνείδησιν του Έλληνος. [...] Και διά τούτο βλέπομεν τον Λαόν επιφυλακτικόν και περίσκεπτον διά τα σήμερον παρά την ελευθέραν του θέλησιν συμβαίνοντα. Και διά τούτο σιωπηλώς αγανακτεί σήμερον διά το κήρυγμα της Δημοκρατίας. Και διά τούτο αναπολεί μετά θαυμασμού και ευγνωμοσύνης τους άνδρας του Εικοσιένα. Και διά τούτο θα επιδιώξη νομιμοφρόνως μίαν άλλην εθνικήν εορτήν ατομικής Ελευθερίας, την οποίαν ηγγυάτο δι’ αυτόν μέχρι τούδε το Σύνταγμα, το σήμερον καταλυόμενον υπό του Κράτους της Βίας πολίτευμά του. Ας μη λησμονούν δε οι προκρούσται των ελευθεριών του τους στίχους του ποιητού λέγοντος ότι τα άνθη της Ελευθερίας είνε θεϊκά δώρα που αυξάνουν φυτρωμένα εις τα σπλάχνα του Λαού. Από τα στήθη αυτά του Λαού εξέρχεται σήμερον ως διαμαρτυρία μία υπόκωφος αλλά βαρυσήμαντος κραγυή: Ζήτω η εθνική εορτή, ζήτω η πραγματική Ελευθερία, την οποίαν προσκαίρως δεσμεύουν οι κατ’ ευφημισμόν Δημοκράται!».[6]

Αντιστοίχως, η 25η Μαρτίου 1924 αποτελούσε για το Σκριπ ημέρα πένθους: «Εξελέγη η ημέρα της Ελευθερίας διά την επιβολήν ενός πολιτεύματος ξένου προς την θέλησιν του Λαού. Εξελέγη η μέρα της Ελευθερίας διά να επιβληθή εις τον Λαόν το πολίτευμα των ολίγων. Αντί εορτασμού της ελευθερίας, το πένθος της υποδουλώσεως στους ολίγους. Αντί της πανηγύρεως της εθνικής αναγεννήσεως, η οδύνη διά την συντριβήν του δικαίου ενός ολοκλήρου Λαού. Την επέτειον της διεκδικήσεως και της ανακτήσεως των Δικαιωμάτων, η ολιγαρχία εξέλεξε διά να υποτάξη τα Δικαιώματα αυτά εις την θέλησίν της, διά να συντρίψη αυτά υπό το πέλμα της. Ημέρα πένθους η ωραία ημέρα του εθνικού εγωϊσμού. Δεν θα εορτάσωμεν του αγώνος τον θρίαμβον, αφού οι σημερινοί δυνάσται, τύραννοι σκληροί, εκλέγουν του εορτασμού την ημέραν διά να επιβάλουν της θελήσεώς των το Πολίτευμα. Θα πενθήσωμεν μόνον. Και διά την ύβριν προς την εθνικήν εορτήν και διά των ελευθεριών μας, των δικαιωμάτων μας την καταρράκωσιν. Βαρύ το πένθος, η οδύνη βαθεία. Αλλ’ απομένει η ελπίς εις την ψυχήν μας και της θελήσεώς μας η δύναμις δεν συντρίβεται ούτε παραλύει υπό τα πλήγματα της Βίας». [7]

Εν συνεχεία, ο συντάκτης του ίδιου άρθρου ορκιζόταν εν ονόματι των πεσόντων ηρώων του Αγώνα: «Μάρτυρες του αγώνος υπέρ της Ελευθερίας, ήρωες της εθνικής αναστάσεως, ημίθεοι τροπαίων ηρωϊσμού, ορκιζόμεθα ότι δεν θα καταισχύνωμεν τα δώρα τα οποία Σεις διά των αγώνων και των θυσιών Σας εδώσατε εις ημάς. Εδωρήσατε εις ημάς την Ελευθερίαν και τα Δικαιώματα. Αν σήμερον, Έλληνες κακοί συντρίβουν όσα Σεις ανατρέψαντες τον τύραννον απεδώσατε εις την Ελλάδα, συγχωρήσατε τους εγκληματούντας. Αύριον, μίαν εγγύς αύριον, ορκιζόμεθα εις την ιεράν μνήμην Σας, ότι θ’ ανακτήσωμεν τας ελευθερίας. Είνε πικρόν ότι εις τυράννους, Έλληνες ολίγοι μετεβλήθησαν. Αλλ’ οι τύραννοι, οιοιδήποτε, πρέπει να πίπτουν. Και την ημέραν αυτήν της λατρείας Σας, ήρωες εθνομάρτυρες, δίδομεν τον νέον όρκον. Θ’ αγωνισθώμεν υπέρ της Ελευθερίας. Ιερός ο αγών. Δίδομεν τον όρκον αυτόν και είναι ο καλλίτερος φόρος ευγνωμοσύνης προς την μνήμην Σας. Δύνανται τώρα οι ολίγοι να επιβάλλουν την θέλησίν των. Ο όρκος εδόθη. Αυτοί εορτάζουν την μνήμην των ελευθερωτών του Γένους και ημείς ορκιζόμεθα εις αυτούς διά μίαν νέαν εθνικήν ανάστασιν».

 

Επίλογος

Η περίπτωση που αναλύσαμε στο άρθρο αυτό αποτελεί ένα εύγλωττο παράδειγμα της πολυπλοκότητας των ερμηνειών περί των εθνικών επετείων, καθώς και της συγκρουσιακής διάστασης της συλλογικής μνήμης. Κατά την εγκαθίδρυσή της, οι πατέρες της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας αναζήτησαν ως θεμέλιο λίθο της ένα συμβολικό δεσμό με το ένδοξο εθνικό παρελθόν, τον οποίο βρήκαν –υποβοηθούμενοι από τη χρονική συγκυρία– στην 25η Μαρτίου, ταυτίζοντας έτσι το νέο καθεστώς με ένα παλιγγενετικό και απελευθερωτικό όραμα. Καθώς όμως η επιβολή του νέου πολιτεύματος δεν επετεύχθη συναινετικά, η 25η Μαρτίου 1924 έγινε αντιληπτή περισσότερο ως μια αντιμοναρχική, παρά ως μια πανεθνική εορτή. Ακόμη, πρέπει καταληκτικά να σημειωθεί ότι η ασθενής νομιμοποίηση του αβασίλευτου καθεστώτος και το γεγονός ότι ουσιαστικά αποτέλεσε προϊόν της στρατιωτικής επικράτησης μιας μερίδας, έστω, των βενιζελικών έναντι των βασιλοφρόνων, οδήγησε, υπό διαφορετικές βέβαια συνθήκες, στην αμφισβήτησή του, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης των αρχών της δεκαετίας του 1930. Έπειτα, η ταύτισή του πολιτεύματος με τον βενιζελισμό, οδήγησε, κατόπιν των δύο αποτυχημένων κινημάτων του 1933 και του 1935, στην πλήρη απονομιμοποίησή του και στην παλινόρθωση του Γεωργίου Β΄, η οποία μάλιστα επετεύχθη μέσω μιας εντυπωσιακά αντίστοιχης αλληλουχίας γεγονότων με αυτά των ετών 1923-1924.

Τέλος, όπως φανερώνει η μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας, η δεσπόζουσα θέση του 1821 ως τόπου μνήμης στο μεσοπολεμικό συλλογικό φαντασιακό, αναδείχθηκε κατά κόρον μέσω των λαμπρών εορτασμών της Εκατονταετηρίδας της Επανάστασης, οι οποίοι διεξήχθησαν με ιδιαίτερη επιτυχία το 1930 (και όχι το 1921, λόγω της εκκρεμούσης Μικρασιατικής εκστρατείας). Σε αυτή τη συγκυρία, οι εορτασμοί δεν είχαν τον χαρακτήρα μνημόνευσης του καθ’ αυτού γεγονότος της επανάστασης, αλλά ήταν ένα είδος απολογισμού ολόκληρης της πολυσχιδούς πορείας της εθνικής ολοκλήρωσης της σύγχρονης Ελλάδας, που συμπυκνωνόταν στην έννοια της «Παλιγγενεσίας». Όπως και σήμερα, αυτή η διαδικασία παρέμενε ανοιχτή σε ποικίλες –ακόμη και αντιτιθέμενες– νοηματοδοτήσεις και ερμηνείες, με την προσδοκία ενός ευνοϊκότερου μέλλοντος.

 

 Ενδεικτική βιβλιογραφία

Ελένη Κούκη, «Ο ήρωας, το πλήθος και η εξουσία. Το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη της Αθήνας», στο Έφη Αβδελά, Ραϋμόνδος Αλβανός, Δημήτρης Κουσουρής και Μενέλαος Χαραλαμπίδης (επιμ.), Η Ελλάδα στο Μεσοπόλεμο: μετασχηματισμοί και διακυβεύματα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2017.

Χριστίνα Κουλούρη, Φουστανέλες και χλαμύδες: Ιστορική μνήμη και Εθνική ταυτότητα (1821-1930), εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2020.

Χριστίνα Κουλούρη, «Γιορτάζοντας το Έθνος: Εθνικές επέτειοι στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα», στο: Δέσποινα Ι. Παπαδημητρίου – Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης (επιμ.), Αθέατες όψεις της Ιστορίας. Κείμενα αφιερωμένα στον Γιάνη Γιανουλόπουλο, εκδ. Ασίνη, Αθήνα  2012.

Γιώργος Μαυρογορδάτος, Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2017.

Παύλος Πετρίδης (επιμ.), Στη συγκυρία της αβασίλευτης: Από την επάνοδο του Κωνσταντίνου στην έκπτωση των Γκλύξμπουργκ (1920-1924), εκδ. Τυπωθήτω - Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 1999.

Χρήστος Τριανταφύλλου, «Βενιζελισμός και εθνικό παρελθόν: Το έργο της Κεντρικής Επιτροπής Εκατονταετηρίδος (1928-1933)», Μνήμων 34 (2015).

 

1924 3 24

Συλλογή Π. Πουλίδη / Αρχείο ΕΡΤ

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και άλλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1924.

 

 

[1] Έθνος, 25/3/1924.

[2] Εστία, 25/3/1924.

[3] Ελεύθερον Βήμα, 25/3/1924.

[4] Καθημερινή, 24/3/1924.

[5] Καθημερινή, 25/3/1924.

[6] Βραδυνή, 25/3/1924.

[7] Σκριπ, 24/3/1924.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.