Δεν είναι τυχαίο που η ταινία Ελένη από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Γκατζογιάννη, ένα έργο που άγγιξε το δράμα του Εμφυλίου μέσα από την αληθινή ιστορία μιας μητέρας η οποία βασανίστηκε από τις δυνάμεις του λεγόμενου Δημοκρατικού Στρατού, δεν μπόρεσε να προβληθεί επίσημα στην Ελλάδα, ούτε στα φεστιβάλ ούτε στην κρατική τηλεόραση. Προβλήθηκε για ελάχιστες ημέρες στους κινηματογράφους, αλλά κατέβηκε σχεδόν αμέσως επειδή διαδήλωναν εναντίον της ταινίας, των κινηματογράφων που την πρόβαλλαν και των θεατών «τα παιδιά της ΚΝΕ». Βλέπετε, δεν χωρούσε στο καλούπι της εγκεκριμένης από την Αριστερά ιστορικής αφήγησης. Η άβολη ιστορική μνήμη λογοκρίνεται όχι γιατί δεν αντέχεται, αλλά γιατί δεν επιτρέπεται.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται στη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Η περίπτωση της ΕΡΤ και της περιβόητης επίθεσης στον Περικλή Κωνσταντινίδη —ο οποίος τόλμησε να αναφερθεί στα αυτονόητα: ότι η Σοβιετική Ένωση συντάχθηκε με τον Χίτλερ για δύο χρόνια πριν εισέλθει στον πόλεμο και ότι υπήρξαν γκουλάγκ παράλληλα με τα στρατόπεδα θανάτου των ναζί— είναι χαρακτηριστική. Αντί να συζητηθούν οι απόψεις, οι διευθυντές της ΕΡΤ έσπευσαν να τον αποδομήσουν δημοσίως. Όχι επειδή είπαν ψέματα, αλλά επειδή τόλμησαν να αγγίξουν την ιερότητα της «μονοθεϊστικής αφήγησης» περί Ιστορίας.
Δεν θα χρειαζόταν, βέβαια, να αναφέρουμε το ρεπορτάζ του σάιτ 902 (ό,τι απέμεινε από τον ιστορικό σταθμό, που το ΚΚΕ τον πούλησε) και τον καθοδηγητικό ρόλο του ΚΚΕ, αν το περιστατικό είχε μείνει εκεί. Όμως η άμεση αναδίπλωση των διευθυντών, η de facto συγγνώμη και η επίπληξη του δημοσιογράφου που «δεν έκοψε» τον προσκεκλημένο δείχνει πόσο χαμηλά βρίσκεται ο πήχης της ανεξαρτησίας και πόσο ψηλά η ευθυγράμμιση με την ιδεολογική επιτήρηση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση της Σοφίας Γιαννακά, αρθρογράφου στο iefimerida, η οποία παραπέμφθηκε στο πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ, όχι για διασπορά ψευδών ειδήσεων ή για αντιδεοντολογική στάση, αλλά επειδή αυτά που έγραφε για την τραγωδία των Τεμπών θεωρήθηκαν «αντίθετα προς την κοινή λογική» – μια «λογική» που φαίνεται να έχει κομματική διεύθυνση και συνδικαλιστική έγκριση. Οι ενώσεις συντακτών υποτίθεται ότι υπερασπίζονται το δικαίωμα στην πολυφωνία. Στην πραγματικότητα, έχουν μετατραπεί σε μηχανισμούς φίμωσης όσων δεν ακολουθούν τη γραμμή.
Η ελευθερία του λόγου στην Ελλάδα δεν λογοκρίνεται με στρατιωτικό νόμο ή με άρθρα περιορισμού. Λογοκρίνεται με τη «γραμμή» που δίνεται από επιτροπές, σωματεία και διευθυντές που ξέρουν πολύ καλά τι θα πει «μην εκτεθεί η εταιρεία», «μην ενοχληθεί το κόμμα», «μην ξεσηκωθούν οι δικοί μας». Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιλέγει τη διοίκηση της ΕΡΤ και εκείνη με τη σειρά της γονατίζει σε μια σελίδα του Ριζοσπάστη, τι συζήτηση μπορούμε να κάνουμε για ανεξαρτησία; Το 6% κυβερνά το 100% των αφηγήσεων.
Δεν χρειάζονται νόμοι φίμωσης. Χρειάζεται μόνο το βλέμμα του επιτηρητή. Η ΕΣΗΕΑ, το πανεπιστημιακό άσυλο που δεν προστατεύει την επιστημονική πολυφωνία αλλά τη μονόπλευρη ριζοσπαστική ηγεμονία, τα σωματεία του πολιτισμού που αποκλείουν όσους «δεν ανήκουν στην κοινότητα», τα δημόσια μέσα που δεν λένε τίποτε αν δεν το εγκρίνει το ρεπορτάζ του κόμματος.
Όχι, δεν φταίει η Αριστερά γενικώς. Φταίει η ένοχη ανοχή του Κέντρου και της Δεξιάς σε αυτή την καθυπόταξη της δημόσιας σφαίρας. Φταίει η ιδεολογική δειλία, ο κατευνασμός, το σύνδρομο τού να μη μας πουν ακροδεξιούς αν μιλήσουμε για τα γκουλάγκ. Κι έτσι, σε έναν δημόσιο διάλογο όπου η λέξη «Νταχάου» επιτρέπεται μόνο αν δεν συνοδεύεται από τη λέξη «Κολιμά», η Δημοκρατία μένει μετέωρη. Γιατί η Δημοκρατία χωρίς αντίλογο, χωρίς ανοιχτή μνήμη και χωρίς το θάρρος να ακούγονται οι δύσκολες αλήθειες δεν είναι Δημοκρατία. Είναι μηχανισμός επικύρωσης.
Και το πιο αστείο — ή πιο τραγικό: όλα αυτά συμβαίνουν ενώ το ΚΚΕ συγκεντρώνει γύρω στο 6%. Που όμως φτάνει για να αποφασίζει τι μπορεί να λέγεται στις σχολές, στα δελτία ειδήσεων, στις παραστάσεις, στα φεστιβάλ, στα σωματεία. Το μικρό κόμμα που κατάφερε να γίνει μεγάλο κριτήριο σιωπής.
Eίναι δεκάδες οι περιπτώσεις αποκλεισμών, παραπομπών, επιτιμήσεων — πάντα στο όνομα μιας «ηθικής» που προσδιορίζεται μόνο από όσους κρατούν τα κλειδιά του ιδεολογικού ελέγχου. Έτσι αποκλείονται δημοσιογράφοι, παραπέμπονται κείμενα, «διορθώνονται» ραδιοφωνικές εκπομπές και επιβάλλεται η γελοία ισορροπία να μη θίγεται η αριστερή ευαισθησία, ακόμα κι όταν η πραγματικότητα βγάζει γλώσσα.
Όμως η πιο πρόσφατη σκηνή αυτού του θεάτρου υποκρισίας παίχτηκε κάτω από την Ακρόπολη. Στο Ηρώδειο. Εκεί όπου ο Ιππόλυτος του Ευριπίδη έγινε, με την υπερηφάνεια του θιάσου, η σκηνή για την ύψωση της παλαιστινιακής σημαίας. Το αρχαίο δράμα για το άλογο πάθος και τη θεϊκή εκδίκηση μετατράπηκε, έτσι, αυθαίρετα, σε διακήρυξη πολιτική χωρίς πολιτική: σε προπαγανδιστικό σήμα. Λες και ο Ευριπίδης, ο πιο ανθρώπινος των τραγικών, ο πατέρας των γυναικείων φωνών, θα συνυπέγραφε σήμερα μια κίνηση συμπαράστασης σε ένα θεοκρατικό καθεστώς που λιθοβολεί γυναίκες, κρεμάει ομοφυλόφιλους και εκπαιδεύει μάρτυρες αυτοκτονίας.
Η Παλαιστίνη δεν είναι τα θύματα· είναι και οι δυνάστες της. Όποιος σηκώνει σημαίες πρέπει να ξέρει και ποιους καλύπτουν αυτές. Και κυρίως τι αποκρύπτουν: το Ιράν του θεσμοθετημένου πνιγμού, η Χαμάς της ρητής εξολόθρευσης των άλλων, η πολιτική του μίσους που βαφτίζεται ανθρωπισμός επειδή κρατά καλά το βλέμμα στην κάμερα.
Αυτή είναι η τραγωδία των Ελλήνων σήμερα. Όχι ότι δεν γνωρίζουν — αλλά ότι κάνουν πως δεν ξέρουν. Όχι ότι δεν υπάρχει πολυφωνία — αλλά ότι έχουν πειστεί πως η πολυφωνία είναι επικίνδυνη αν ξεφύγει από τα όρια του αποδεκτού από την Αριστερά. Ότι υπάρχει μόνο μία Αριστερά· κι ό,τι δεν της μοιάζει είναι ακροδεξιό, φιλοφασιστικό, αντικοινωνικό ή, απλώς, απερίσκεπτο.
Κι έτσι, χάνεται η εμπιστοσύνη στην κρίση. Καταργείται η δυσανεξία στη χυδαιότητα. Κι αν ένας άνθρωπος πει κάτι δύσκολο, δυσάρεστο, άβολο, αλλά αληθινό — δεν αντικρούεται, δεν συζητείται, δεν αντέχεται. Διαγράφεται. Και ταυτόχρονα προβάλλεται το ακριβώς αντίθετο — χωρίς ντροπή, χωρίς σκέψη, χωρίς να ρωτηθεί κανείς τι είναι εκείνο που πραγματικά επικυρώνεται με τις σημαίες, τις εκπομπές, τις παραστάσεις και τις σιωπές.
Η υπέρβαση αυτής της κατάστασης δεν είναι πολιτική επιλογή. Είναι αισθητική επιταγή. Είναι ζήτημα στοιχειώδους αξιοπρέπειας. Δεν μπορείς να είσαι υπέρ του πολιτισμού όταν υπερασπίζεσαι τον λιθοβολισμό. Δεν μπορείς να λες ότι αγαπάς την Ιστορία όταν γράφεις μόνο τη μισή. Δεν γίνεται να διεκδικείς Δημοκρατία και να αποκλείεις από το μικρόφωνο κάθε φωνή που δεν συμμορφώνεται.
Ή θα ζήσουμε με τη συνείδηση πως ο δημόσιος λόγος είναι για όλους — ή θα μείνουμε να παίζουμε την τραγωδία μας σε σκηνές που έχουν ήδη αποφασίσει το φινάλε. Χωρίς θεατές. Χωρίς ελευθερία. Και, κυρίως, χωρίς την παραμικρή κάθαρση.
εξαιρετικό αρθρο!
27 Ιουν 2025, 10:06