Σύνδεση συνδρομητών

Ντιμπέιτ στην Αμερική

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2024 10:08
Ο Τζο Μπάιντεν και ο Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζουν καλά αν βρεθούν εκ νέου αντιμέτωποι για την προεδρία των ΗΠΑ ότι οι εκλογές δεν θα κριθούν στα ντιμπέιτ ανάμεσά τους.
Σύνθεση αρχείου
Ο Τζο Μπάιντεν και ο Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζουν καλά αν βρεθούν εκ νέου αντιμέτωποι για την προεδρία των ΗΠΑ ότι οι εκλογές δεν θα κριθούν στα ντιμπέιτ ανάμεσά τους.

Τι ρόλο παίζουν τα ντιμπέιτ στις προεκλογικές περιόδους, σε μια εποχή εκδημοκρατισμού της πληροφορίας, αλλά και μιας διαδικασίας που, στην Αμερική, κρίνεται σε μερικές πολιτείες και από πολύ ειδικά ακροατήρια. Ένας άνθρωπος της τηλεόρασης το είχε εξηγήσει στον Μπερνάρ-Ανρί Λεβί με σαφήνεια: Προκειμένου να ευχαριστήσεις τους διανοούμενους στις ακτές (οι οποίοι ψηφίζουν Δημοκρατικούς) ή τους αγρότες του Ουισκόνσιν (που ό,τι και να γίνει είναι Ρεπουμπλικανοί), διακινδυνεύεις να πεις κάτι για το οποίο θα κατηγορηθείς όταν παλεύεις για χίλιες ψήφους σε Βιρτζίνια ή Λουιζιάνα που θα κρίνουν το τελικό αποτέλεσμα

2004

Στο American Vertigo (υπότιτλος: Traveling America in the Footsteps of Tocqueville) ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί περιγράφει ένα ταξίδι στις ΗΠΑ το 2004. Ήταν χρονιά προεδρικών εκλογών και σε κάποιο σημείο μάς μεταφέρει στο τελευταίο ντιμπέιτ Μπους-Κέρι στην Αριζόνα. Εντυπωσιασμένος από την οργάνωση και τον επαγγελματισμό της παράστασης, ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί ψάχνει για ατέλειες και διαφυγές στον σκηνοθετημένο περφεξιονισμό ενώ σημειώνει φαινομενικά δευτερεύουσες λεπτομέρειες – interns τρέχουν πέρα-δώθε με αθλητικά παπούτσια και μπλουτζίν. Στο τέλος οι σύζυγοι ανεβαίνουν στη σκηνή για χειραψίες και φιλοφρονήσεις.

Παρότι ο Κέρι ήταν πολύ καλός και οι ειδήμονες τον ανακήρυξαν «νικητή», ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί είναι αμήχανος. Διαισθάνεται ότι παρά την άνεση που έδειχνε, ο Κέρι ήταν «αινιγματικά απογοητευτικός». Το γιατί του το εξηγεί ένας ανώνυμος νεαρός από το επιτελείο του Μπους:

Τα ντιμπέιτ δεν έχουν καμία σημασία. Τα προσέχουν στην Ευρώπη και συμφέρουν το CNN που βγάζει λεφτά. Όμως η πραγματική μάχη δεν είναι εδώ. Είμαστε υποχρεωμένοι να τα κάνουμε αλλά δεν χρειάζεται να είμαστε καλοί στα ντιμπέιτ. Αν είσαι καλός στη συζήτηση θα παρασυρθείς από την ευφράδειά σου και θα πεις πράγματα που θα γυρίσουν εναντίον σου. Προκειμένου να ευχαριστήσεις τους διανοούμενους στις ακτές (οι οποίοι ψηφίζουν Δημοκρατικούς) ή τους αγρότες του Ουισκόνσιν (που ό,τι και να γίνει είναι Ρεπουμπλικανοί), διακινδυνεύεις να πεις κάτι για το οποίο θα κατηγορηθείς όταν παλεύεις για χίλιες ψήφους σε Βιρτζίνια ή Λουιζιάνα που θα κρίνουν το τελικό αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί σχολιάζει:  

Αυτή είναι η  ιδιομορφία του αμερικανικού εκλεκτορικού σώματος. Οι εκλογές δεν κρίνονται από την πλειοψηφία στη χώρα αλλά από 5-6 πολιτείες που αποφασίζουν με δικά τους κριτήρια τα οποία συχνά είναι αντιφατικά.

Πώς θα μιλήσεις σε πιστούς χριστιανούς στη Βόρεια Καρολίνα χωρίς να απομακρύνεις άθεους στη Μινεσότα; Πώς θα προτείνεις πολιτικές που ευνοούν μειονότητες στο Άρκανσο χωρίς να θυμώσουν ασιατικής καταγωγής ψηφοφόροι στην πολιτεία της Ουάσιγκτον που είναι εναντίον του affirmative action; Πώς θα σιγουρέψεις τους Κουβανούς στο Μαϊάμι που τους χρειάζεσαι στη Φλόριντα, χωρίς να σε κατηγορήσουν στην Αϊόβα ότι νταντεύεις τους Λατίνους; Πώς θα μιλήσεις για ανεργία στο Οχάιο και για ευμάρεια στο Νιού Χαμσάιρ; Πώς θα κερδίσεις εβραίους του Κλίβελαντ χωρίς να εξοργιστούν οι Άραβες στο Ντιτρόιτ; Πώς θα υποσχεθείς στην Οκλαχόμα συνταγματική απαγόρευση να παντρεύονται γκέι χωρίς να χάσεις ρεπουμπλικανούς γκέι στην Πενσιλβάνια; Πώς θα μιλήσεις κατά του πολέμου στη Φιλαδέλφεια χωρίς να θυμώσουν όσοι ήταν υπέρ της εισβολής στο Ιράκ στη δυτική Πενσιλβάνια; Παρά την διεθνή σημασία τους, οι αμερικανικές εκλογές καθορίζονται από τοπικά θέματα.

Ο νεαρός intern ήξερε τι έλεγε. Ο Κέρι θριάμβευσε στις τηλεμαχίες αλλά ηττήθηκε παταγωδώς στις κάλπες.

 

2024

Η υποβάθμιση των ντιμπέιτ και στα δύο κόμματα είναι αξιοπρόσεκτη εξέλιξη της τωρινής προεκλογικής περιόδου. Παρά τη διάχυτη δυσαρέσκεια με τον Μπάιντεν, οι Δημοκρατικοί τα έχουν εξαφανίσει. Στην άλλη όχθη, ο Τραμπ τα σνομπάρει και τα έχει μετατρέψει σε non-events. Στο τεύχος του BooksJournal που κυκλοφορεί σχολιάζω podcast για το αν ο Τραμπ αποτελεί πολιτική πρωτοπορία. Τώρα είναι σειρά μου να αναρωτηθώ εάν ο Τραμπ πρωτοπορεί όταν σνομπάρει τα ντιμπέιτ.

Η υπόθεση εργασίας εδώ είναι ότι οι τηλεοπτικές αναμετρήσεις που ξεκίνησαν με Νίξον-Κένεντι το 1960 απηχούσαν τη χρυσή εποχή παραδοσιακών μίντια όταν η παραγωγή, διακίνηση και κατανάλωση περιεχομένου βρισκόταν υπό ολιγοπωλιακό έλεγχο. Τρεις εφημερίδες (New York Times, Washington Post, Wall Street Journal) και τρία τηλεοπτικά δίκτυα (NBC, CBS, ABC) με προνομιακό αγωγό το AP, τάιζαν 10.000 τοπικές εφημερίδες.[1]

Το συγκεντρωτικό μιντιακό οικοσύστημα δεν ήταν απόρροια οργουελιανού Big Brother αλλά τεχνολογίας και υποδομών που απαιτούσαν επενδύσεις μεγάλης κλίμακας και μακρόχρονου ορίζοντα. Τις δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η ενημέρωση θύμιζε παραδοσιακά εργοστάσια με αλυσίδες παραγωγής και ιμάντες μεταβίβασης. Ο όρος φορντισμός σαν περιγραφή της μεταπολεμικής εποχής μέχρι περίπου τα μέσα των 1980s μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τα μεγάλα δίκτυα της προ-ιντερνετικής εποχής.

Ακολούθησε μια περίοδος αδράνειας στην οποία ντιμπέιτ γίνονταν αυτοματικά σαν αυτονόητα συστατικά εκλογών παρότι ήδη από τα 1990s η βιβλιογραφία τεκμηρίωνε ότι δεν είχαν το αντίκτυπο που εθεωρείτο ότι είχαν. Η έρευνα δείχνει επίσης ότι το καταναλωτικό κοινό δεν τα προσλαμβάνει με τους ίδιους τρόπους με αυτούς που τα παράγουν (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, σχολιαστές). Απλοί ψηφοφόροι και επενδυτές μπορεί να κοιτάζουν το ίδιο ντιμπέιτ αλλά βλέπουν διαφορετικά πράγματα.

Η συσχέτιση των ντιμπέιτ με ολιγοπωλιακά μίντια υποδηλώνει τον τεχνολογικό χαρακτήρα του πολιτικού προϊόντος ο οποίος ήλθε στην επιφάνεια με το διαδίκτυο.

Η μελέτη των επιπτώσεων της διαδικτυοποίησης, το τέλος από-τα-πάνω (top down) ενημέρωσης και μονόδρομων ενιαίων εκπροσωπήσεων βρίσκονται στην αιχμή προβληματισμών και ερευνών για το πολιτικό φαινόμενο. Πολλοί εστιάζουν στο ποιοι χάνουν και ποιοι κερδίζουν από τον πρωτόγνωρο εκδημοκρατισμό γνώμης και ειδήσεων. Άλλοι διαρρηγνύουν ιμάτια για λαϊκισμό, αρνητικό κλίμα, πόλωση, παραπληροφόρηση και παρανοϊκές συνωμοσιολογίες.

Όμως η αποσύνθεση του Ancien Régime προσφέρει ευκαιρίες. Πρώην στεγανά και ανυπέρβλητα εμπόδια σε διακίνηση πληροφορίας, ορατότητα και αναγνωρισιμότητα είναι διάτρητα. Οριακές viral στιγμές γίνονται σημείο τήξης του πολιτικού χρόνου. Νέες μορφές αυθεντίας και πολύχρωμων επιρροών αναδύονται από τα κάτω. Μαζί με ξεπερασμένα μιντιακά και κομματικά ολιγοπώλια, το κατακερματισμένο τώρα ξεφουσκώνει και τα ντιμπέιτ. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον εάν τα ντιμπέιτ επηρεάζουν ψηφοφόρους (κάτι για το οποίο δεν υπήρξαν ποτέ πειστικά δεδομένα) αλλά στο ότι δεν τα παρακολουθεί κανείς.

Το 2004 ήταν οι τελευταίες προδιαδικτυακές εκλογές στις ΗΠΑ. Η προεκλογική εκστρατεία του Ομπάμα το 2008 ήταν η πρώτη διαδικτυακή καμπάνια ενώ η θητεία του Τραμπ ήταν η πρώτη τουιτερική προεδρία.

Είναι ενδιαφέρον ότι παρά το αθεράπευτο πάθος του να μιλάει μπροστά σε κάμερες, ο Τραμπ δεν πάει στις τηλεμαχίες. Η απουσία τον εδραιώνει σαν αντίπαλο δέος μέσα και έξω από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Και τορπιλίζοντας τα ντιμπέιτ τα βυθίζει σε περαιτέρω ασημαντότητα. Όμως μαζί με τον προφανή τακτικισμό, το σνομπάρισμα φέρνει στην επιφάνεια το ερώτημα: γιατί γίνονται ακόμα ντιμπέιτ;

 

[1] Kevin D. Williamson. Election 2024: You asked for it, America. WSJ, 15 Δεκεμβρίου 2023.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.