Σύνδεση συνδρομητών

Η νεοελληνική ταυτότητα ως αγονία

Σάββατο, 02 Ιανουαρίου 2021 19:06
O Παύλος Νιρβάνας σε σχέδιο του Δημητρίου Κοκότση, 1933.
Δημήτριος Κοκότσης / Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη
O Παύλος Νιρβάνας σε σχέδιο του Δημητρίου Κοκότση, 1933.

Τι ακριβώς είναι ο ελληνικός «γουρουνολαός», κατά τον χαρακτηρισμό του εκδότη τηςΑκροπόλεως, Βλάση Γαβριηλίδη; Και πώς περιέγραφε την ταυτότητα των Ελλήνων ο Παύλος Νιρβάνας, που με δυο χρονογραφήματά του στο Νέον Άστυ, στις 17 Αυγούστου 1909 και στις 15 Σεπτεμβρίου 1909; Γιατί είναι ακριβής η αναφορά του δημοφιλούς χρονογράφου στις ψυχικές λαϊκές αναστολές του Έλληνα ως προς την κατανόηση της συλλογικής κακοδαιμονίας μέσω μιας αέναης μετάθεσης ευθυνών, στη συντηρητική αντι-ενθουσιαστική ειρωνεία του και στην απογοήτευσή του για το ασάλευτο, το ανακυκλούμενο νεοελληνικό παρόν; Εν τέλει, τι είναι η νεοελληνική αγονία;

«Κουνήσου, γουρουνολαέ», κραύγαζε από τις στήλες της Ακροπόλεως ο εκδότης της Βλάσης Γαβριηλίδης, δύο εβδομάδες μετά το προαναγγελθέν και επιτυχημένο κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου της 15ης Αυγούστου του 1909 στο Γουδί. Ενώπιον μιας επιδεικτικής λαϊκής απάθειας αυτές τις πρώτες ημέρες μετά τη δημόσια εμφάνιση του στρατού, ο ιδιόμορφα προοδευτικός παμφλετίστας δημοσιογράφος, ο και «επινοητής» στα καθ’ ημάς του όρου «λαϊκισμός» (τον είχε λανσάρει στις 2 Απριλίου 1888, μέσα από την εφημερίδα του, περιγράφοντας και εγκωμιάζοντας τις φιλολαϊκές, αρρενωπές και μιλιταριστικές αρετές του «δημοκρατικού βασιλιά» της Ιταλίας Ουμβέρτου Α΄), είχε αρχίσει να πανικοβάλλεται στην προοπτική πολιτικής αποτυχίας του κινήματος ελλείψει άμεσης, ορατής και ενεργητικής, λαϊκής του πλαισίωσης.

«Υπάρχει λαός εις την Ελλάδα ή δεν υπάρχει;», αναρωτιόταν ο Γαβριηλίδης, και πρόσθετε: «Και αν υπάρχη, πού είνε τώρα ακριβώς, που η παρουσία του ήτο κάτι περισσότερον από αναγκαία, κάτι περισσότερον από υποχρεωτική. Πού είνε ο λαός, ο οποίος θα ήρπαζε το κίνημα το λαβόν ακράτητον και ασταμάτητον πλέον δρόμον, ν’ αρπάξη λέγομεν ο ίδιος το κίνημα και να το διευθύνη αυτός ο μέγας και κυρίαρχος;» (Ακρόπολις, 31/8/1909).

Ευτυχώς, τα γεγονότα των επομένων ημερών σκόρπισαν τους φόβους του, ο λαός που φάνηκε στην αρχή να τρυπώνει «όπως η χελώνα κάτω από το καβούκι της» εμφανίσθηκε, η τεράστια λαϊκή κινητοποίηση της 14ης Σεπτεμβρίου 1909 στο Πεδίον του Άρεως (ανήμερα του «Σταυρού»!), στην οποία συγκεντρώθηκαν, σύμφωνα με διάφορους υπολογισμούς, από εβδομήντα έως εκατό χιλιάδες λαού (ακόμα και ο λογιωτατιστής Γ. Μυστριώτης, ακόμα και ο Ν. Καζάζης, λέγεται ότι είχαν συμμετάσχει στη διαδήλωση! – οι μόνες χτυπητές απουσίες φαίνεται ότι ήταν αυτές των συντεχνιών των γιατρών και των δικηγόρων και, βέβαια, δεν παραβρέθηκε κανένας βουλευτής), εμπέδωσαν το μη ανατρέψιμο του στρατο-λαϊκού πλέον εγχειρήματος, της «ένοπλης φωνής του έθνους», όπως χαρακτήρισε, μια άλλη αθηναϊκή εφημερίδα (Αθήναι, 17/9/1909) το, αντι-ολιγαρχικό και κατά του τότε βουλευτοκρατικού κατεστημένου, «ανορθωτικόν» και εθνικο-αναγεννητικό στρατιωτικό κίνημα του 1909.

Αλλά αυτή η πολλά υποσχόμενη για την προοδευτική και εκσυγχρονιστική πορεία της χώρας εμφάνιση του λαού στο πολιτικό προσκήνιο δεν μπόρεσε να διαγράψει γόνιμες νομίζουμε διερωτήσεις για το «ποιόν», όχι τόσο του στρατιωτικού κινήματος και της λαϊκής κινητοποίησης που το ακολούθησε, όσο του ίδιου του «λαού». Μπορεί να τον αλλάξει αυτόν τον «γουρουνολαό» η κινητοποίηση; Θα μπορέσει να γεννήσει «πολίτες»;

Γνωρίζουμε τις κυρίαρχες, και ενδιαφέρουσες, επιστημονικές ερμηνείες και επανερμηνείες για το «Γουδί». Έχουμε ωστόσο την αίσθηση ότι σχεδόν όλες τους (πράγμα που έκτοτε αφορά και άλλα μείζονα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα) κάπου συναντούν τα όριά τους ως προς τη δυνατότητά τους να κατανοήσουν και να εξηγήσουν τι είναι αυτό που εμμένει, που κάνει ώστε παρά τις μεγάλες πολιτικές αλλαγές (όπως αυτή του 1909 που εγκαινίασε μία ας πούμε φιλελεύθερη τροπή συνώνυμη, σύμφωνα με ορισμένους, της εισόδου της χώρας στην πολιτική νεωτερικότητα), ο «λαϊκός χαρακτήρας», οι συνήθειες, ο «ατομισμός», στο τέλος τέλος η «διάλυση» να νικούν και να τις ακυρώνουν επί της ουσίας. Αν όντως ισχύει αυτή η διαπίστωση, αν δηλαδή δεν (πρέπει να) υπερτιμούμε την «επιτελεστικότητα» των εκ των άνω επιβαλλόμενων υπαρκτών μετασχηματισμών (πολιτικών και οικονομικών) ως προς την αλλαγή των συλλογικών και ατομικών αξιών, πόσο μάλλον των «νοοτροπιών», αξίζει ίσως να ακούσουμε τι μας λέει η προσγειωμένη απαισιοδοξία ενός «αντιμοντέρνου» διανοούμενου της εποχής, ο οποίος, φιλικά διακείμενος της εθνικο-λαϊκής εξέγερσης του 1909, θα υπαινιχθεί και θα επισημάνει, εν θερμώ μάλιστα, κατά τη διάρκεια της εκτύλιξης αυτών των ιστορικών γεγονότων, τη θηριώδη ισχύ των αδιόρατων εκ των κάτω συνεχειών που κατορθώνουν, μεταμφιεζόμενες και έτσι αναπροσαρμοζόμενες, να επιβιώνουν των θεωρούμενων ριζικών, των επαναστατικών τομών.

Πρόκειται για τον Παύλο Νιρβάνα, ο οποίος αποτυπώνει ρεαλιστικά (ένιοι προοδευτικοί ίσως θα έλεγαν «κυνικά»), με τη δική του «ουσιακή» προσέγγιση, το γρίφο της νεοελληνικής ταυτότητας, που φαίνεται να καθιστά, σε τελευταία ανάλυση, άγονο κάθε πολιτικο-πολιτισμικό υβριδισμό. Γι’ αυτή τη νεοελληνική αγονία, το διπλό μελαγχολικό χρονογράφημα, ψυχογράφημα καλύτερα, του Παύλου Νιρβάνα στο Νέον Άστυ, τόσο αυτό της 17ης Αυγούστου 1909, όσο και το επόμενο της 15ης Σεπτεμβρίου 1909, αξίζει να προσεχθούν. Να προσεχτεί η υποψιασμένη εμμονή του συγγραφέα στις ψυχικές λαϊκές αναστολές ως προς την κατανόηση της συλλογικής κακοδαιμονίας μέσω μιας αέναης μετάθεσης ευθυνών, μια συντηρητική αντι-ενθουσιαστική ειρωνεία του, η απογοήτευσή του, για το ασάλευτο, το ανακυκλούμενο νεοελληνικό παρόν. Μία τέτοια απογοήτευση μπορεί να την έχουμε ανάγκη, να είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση, για να συνειδητοποιήσουμε το «μυστικό», το «ανεξήγητο», το μαγικό βάρος της νεοελληνικής ταυτότητας, της ικανότητάς της να χωνεύει κάθε ριζοτομική αλλαγή. Μεταξύ πολλών άλλων, και ακόμα πιο συγκεκριμένα: ίσως εδώ, ή και εδώ, και όχι τόσο στην ισχύ και τις ίντριγκες του υποδεικνυόμενου κάθε φορά πλουτοκρατικού και αντιδραστικού «εσωτερικού εχθρού» (και των εξωτερικών του «συνεργών»: ένα εξηγητικό σχήμα που λίγο-πολύ αναγνωρίζεται στα μοντέλα της «εξάρτησης» και της «απο-αποίκησης», που σήμερα επανέρχονται στο χώρο της «αριστερής» ριζοσπαστικής κριτικής), να κρύβεται και ένα άλλο μυστικό. Αυτό της αδυναμίας ενός «προοδευτικού λαϊκισμού», τουλάχιστον στα καθ’ ημάς, να υπηρετήσει την ίδια του την προοδευτική επαγγελία, επειδή δεν μπορεί να αναστοχαστεί τον εαυτό του. Ας επιτραπεί, επομένως, να παρατεθεί το πρώτο από αυτά τα δύο χρονογραφήματα, γραμμένο τη μεθεπομένη της επίσημης εμφάνισης του στρατιωτικού κινήματος, που τιτλοφορείται «Μετά την επανάστασιν».

«Η Επανάστασις είχε τελειώσει προ ολίγου. Οι σιδηρόδρομοι και το τραμ είχαν επαναλάβει την συγκοινωνίαν, οι όμιλοι των περιέργων είχαν διασκορπισθή, αι χειρονομίαι που έπλεκαν αραβουργήματα εις τον αέρα, είχαν σβυσθή, ως να εσιώπησε διά μιάς η ορχήστρα που τας ερρύθμιζε, και όσοι δεν είχαν υπάγει ακόμη εις την αγοράν, έσπευδον να φροντίσουν διά το γεύμα των. ΄Όλα τα πρόσωπα ήσαν τώρα ήσυχα και όλα τα βήματα ράθυμα. Τα ονόματα των νέων υπουργών επέπλεαν τώρα επάνω εις το πλήθος, ως φυσαλίδες ελαίου, το οποίον είχε κατευνάσει μίαν τρικυμίαν. Κανείς πλέον δεν ωμιλούσε διά την πατρίδα, τον στρατόν και τον στόλον. Καθένας εύρισκεν ότι είχε ενασχοληθή αρκετά επί τρεις ολοκλήρους ημέρας και ότι ήτο καιρός να εμπιστευθή την ανιαράν αυτήν φροντίδα εις τους νέους υπουργούς και εις τους πατέρας του έθνους, οι οποίοι θα έλθουν αύριον εις τας Αθήνας, διά να δημιουργήσουν μίαν νέαν Ελλάδα.

-Δεν κατεβαίνομεν εις το Φάληρον;

-Ακούς εκεί! Με την επανάστασιν εκοντέψαμε να ξεχάσωμεν και το λουτρόν μας. Εμπρός! Η πατρίς δεν μας χρειάζεται πλέον.

Εκατεβήκαμεν εις το Φάληρον. Ο συνοδός μου εκαμάρωνε τον Αγγλικόν στόλο, παρηκολούθει τας ατμακάτους που επηγαινοέρχοντο, έχασκεν εμπρός εις τας αλλεπαλλήλους επάρσεις και υποστολάς των πολυχρώμων σημάτων, και εις το τέλος έμεινεν ως υπνωτισμένος, από την προσήλωσίν του προς την λάμψιν των πυροβόλων, εις τα οποία ο βασιλεύων ήλιος έδινεν ένα ηρωϊκόν φίλημα. Όταν αντήχησαν αι σάλπιγγες, εις τον χαιρετισμόν της υποστελλομένης σημαίας, ο συνοδός μου εξύπνησεν.

-Τι θα πη δύναμις! μου είπεν. Όλα εδώ επάνω εις αυτήν την θάλασσαν ψάλλουν τον ύμνον της δυνάμεως. Έμψυχα και άψυχα, πυροβόλα και άνθρωποι, ομοιάζουν με σύμβολα. Ο τελευταίος ναύτης και το τελευταίον κουπί νομίζεις ότι κυβερνούν την θάλασσαν, ως να είνε αυτή η Βρεττανία. Και η σημαία των! Τι σου λέγει η σημαία των; Νομίζεις ότι το άψυχον αυτό κομμάτι του υφάσματος έχει την συναίσθησιν της δυνάμεώς του, και την υπερηφάνειαν της υπεροχής του. Κύτταξέ την σε παρακαλώ πώς κυματίζει εις τον αέρα και πώς μεγαλύνει εις την φαντασίαν και πώς σκεπάζει την θάλασσαν, έως τα πέρατα του ορίζοντος! Και συνεπέρανε με το μελαγχολικόν συμπέρασμα όλων των Ελλήνων.

-Δεν μας τα χαρίζουν εμάς;

-Δυστυχισμένε άνθρωπε, του είπα, νομίζεις ότι είνε αυτά που μας λείπουν; Όχι. Δεν είνε αυτά. Βλέπεις αυτόν τον Άγγλον ναύτην που περνά εμπρός μας, καμαρωτός και υπερήφανος; Εάν ειμπορείς να τον πλησιάσης και αν ειμπορείς, με μάγια και εξορκισμούς, να του πάρης την ψυχήν του και να του δώσης ως αντάλλαγμα την ιδικήν σου, ύστερα από δέκα χρόνια ο Ελληνικός στόλος θα ομοιάζη με τον Αγγλικόν και ο Αγγλικός με τον Ελληνικόν. Και όχι μόνον ο στόλος, αλλά και η Δικαιοσύνη και η Διοίκησις και η Παιδεία και η Φιλολογία ακόμη. Ειμπορείς να το κάμης; Ειμπορούμεν να το κάμωμεν όλοι; Εδώ σε θέλω.

Ο συνοδός μου μ’ εκύτταξε με ανοικτόν στόμα.

-Υποτιμάς λοιπόν τόσον πολύ την Ελληνικήν ψυχήν;

-Δεν ειξεύρω αν την υποτιμώ ή την υπερτιμώ. Ειξεύρω μόνον ότι είνε το ακαταλληλότερον είδος ψυχής διά την δημιουργίαν ενός κράτους. Ειμπορεί να είνε καλή δι’ όλα τα μεγαλουργήματα του κόσμου, αλλά δεν είνε από την ζύμην που δημιουργεί τα κράτη. Εάν είχε κατορθώσει, όπως σε προέτρεψα, νανταλλάξης την ψυχήν σου με την ψυχήν του Άγγλου ναύτου που επέρασε, θα έβλεπες την διαφοράν. Πρώτον δεν θα εφρόντιζες να εύρης ένα παράρτημα διά να μάθης τα ονόματα των νέων υπουργών, δεύτερον δεν θα έδινες μία πένναν Αγγλικήν δι’ όλας τας μεταβολάς του προσωπικού, τρίτον δεν θα εφρόντιζες να διορισθής, όπως φροντίζεις, εις το Τμήμα της Διανομής των Εθνικών Γαιών, τέταρτον θα επλήρωνες τους φόρους σου, χωρίς να προσπαθής να κρύψης το εισόδημά σου, πέμπτον δεν θα με παρακαλούσες να ομιλήσω εις τον φίλον μου τον ελεγκτήν να σου βγάλη ατελώνιστα τα πράγματά σου, έκτον δεν θα είχες αποκτήσει ένα σπίτι εκατό χιλιάδων δραχμών με μισθόν δραχ. 120,40, έβδομον δεν θα εκάπνιζες αυτό το αφορολόγητον πούρον, το οποίο άναψες προ ολίγου με σπίρτα αφορολόγητα.

-Φθάνει, φθάνει. Αυτά είναι κοινοτοπίαι! εξεφώνησεν ο συνοδός μου, μ’ ένα ύφος που μου ενθύμισε τον κ. Ξινόπουλον, κάμνοντα την κριτικήν του.

-Ειξεύρεις, του είπα, ότι ειμπορώ να φθάσω έως τα εκατόν.

-Είνε περιττόν να φθάσης! Αι ψυχαί βλέπεις δεν ανταλλάσσονται και οι Άγγλοι θα μείνουν Άγγλοι και οι Έλληνες Έλληνες. Δεν περιμένεις τουλάχιστον κάποιους καρπούς από την επανάστασιν αυτήν; Δεν βλέπεις εις αυτήν μίαν αφύπνισιν της εθνικής συνειδήσεως;

-Την βλέπω, του είπα, αλλά φοβούμαι μίαν άλλην επανάστασιν, η οποία θα εξουδετερώση αυτήν που έγινε χθες.

-Ποίαν επανάστασιν;

-Θα σου ειπώ αμέσως. Οι καρποί της επαναστάσεως αυτής, διά τους οποίους μου ωμίλησες προ ολίγου, δεν θα ομοιάζουν υποθέτω ούτε με σταφύλια ούτε με ροδάκινα. Εξηγούμαι. Όταν καρποφορήση το δένδρον της Αυγουστιανής επαναστάσεως, εσύ, αγαπητέ μου, θα παυθής αμέσως από το Τμήμα της Διανομής των Εθνικών Γαιών, θα υποχρεωθής να πληρώνης τους φόρους που καθυστερείς, θα κάμης ένα περίπατο εις τα Παραπήγματα μαζή με τους άλλους απαλλαγέντες, θα καπνίζης πούρα φορολογημένα, και είνε πολύ πιθανόν ότι θα λάβης και ολίγας φορολογικάς ενοχλήσεις ακόμη. Και τότε θα επαναστατήσης εσύ μαζή με όλους τους παυσανίας, τους ασυδότους και τους απαλλαγέντας. Θα ρίψετε πάλιν το Υπουργείον, θαγοράσωμεν όλοι τα νέα παραρτήματα και θα ξαναγυρίσωμεν πάλιν εκεί που είμεθα πρωτύτερα.

Ο συνοδός μου κατελήφθη αίφνης από κεραυνοβόλον οκνηρίαν σκέψεως και δεν ωμίλησε πλέον.»

Κόπωση της σκέψης και συνθηκολόγηση, επάνοδος στον κονφορμισμό. Ματαίωση του ανθρώπου ως δυνατότητας (και «δύναμης») και υποταγή στον μηδενισμό. Μηδενιστική κουλτούρα;

Το δεύτερο χρονογράφημα, δημοσιευμένο την επομένη της μεγαλειώδους λαϊκής κινητοποίησης της 14ης Σεπτεμβρίου 1909 («Μετά το συλλαλητήριον», Νέον Άστυ, 15/9), ψυχογραφεί διαγενεακά τη νεοελληνική συνθήκη, ιστορίζοντας έτσι τον πεσιμισμό του συγγραφέα. Ο ψυχικός συγκλονισμός, η ελπίδα από την πάνδημη δημοκρατική συγκέντρωση, μέσω και της «ενοχικής» παραβολής του «ασώτου», που απεικονίζονται στα λόγια του γέροντα, μπορεί να είναι ένα «ωραίο όνειρο», δηλαδή μία λαμπερή ψευδαίσθηση; Μία ανέφικτη αναγέννηση, μία αέναη επιστροφή στο ίδιο, που ως τέτοια αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε «αναβάπτιση»; Και πάλι ο λόγος στον απογοητευμένο (να πούμε τον απελπισμένο;), σε κάθε περίπτωση τον χωρίς ψευδαισθήσεις «μοντέρνο» μας, τον Παύλο Νιρβάνα, για τον οποίον η επίκληση στη «μετάνοια» και τον «εξαγνισμό» μπορεί να λειτουργεί και εργαλειακά, να γίνεται στην αφήγησή του όχημα αναζήτησης μιας ιστορικής ατομικότητας από την πλευρά των «κυριαρχούμενων», του «λαού». Ακόμα και αν το σχήμα μοιάζει να είναι (και εδώ) νιτσεϊκό, τι πειράζει αν φωτίζει χαρούμενα το πρόβλημα;

«Ο γηραιός άνθρωπος, ο παλαιός των ημερών, ο οποίος παρηκολούθησε με κόπον το συλλαλητήριον και είχεν υγρά τα μάτια, όταν διελύθη το πλήθος, εγύρισε και μου είπε:

-Ένας άνθρωπος, παιδί μου, που ύστερα από μίαν κολασμένην ζωήν, μετανοεί διά τ’ αμαρτήματά του και ζητεί με συντριβήν την σωτηρίαν του, είνε από τα ωραιότερα και συγκινητικώτερα θεάματα, τα οποία ειμπορεί να ιδή κανείς. Ένας λαός ακόμη περισσότερον. Δι’ αυτό το σημερινόν θέαμα μ’ εσυγκίνησε, όσον ειμπορεί να συγκινηθή ένας άνθρωπος εις την ηλικίαν μου. Αι χιλιάδες αυταί των ανθρώπων, που εμαζεύθηκαν εις μίαν στιγμήν επί το αυτό, ως να τους είχε καλέσει το κτύπημα μιας μυστικής καμπάνας, δεν ηξεύρω κ’ εγώ πώς μου έκαμαν την εντύπωσιν του ασώτου υιού, επιστρέφοντος εις την πατρικήν στέγην, ύστερα από μίαν άσχημην και αμαρτωλήν περιπλάνησιν.

Αδιάφορον αν οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν το ύφος της συντριβής και της μετανοίας, που ήρμοζεν εις την περίστασιν. Αδιάφορον αν δεν είχαν σκυμμένα τα κεφάλια και τα βλέμματα καρφωμένα εις την γην. Αδιάφορον αν εφώναζαν ως θριαμβευταί, ενώ έπρεπε να σιωπούν ως ένοχοι. Κατά βάθος τα πλήθη αυτά είχαν συναίσθησιν της ενοχής των, και αν εζητούσαν φανταστικούς ενόχους εις το κενόν, εννοούσαν πολύ καλά ότι ο ένοχος που εζητούσαν ήταν ο ίδιος ο εαυτός των. Και αν εγύρευαν την σωτηρίαν των από μίαν δύναμιν εξωτερικήν, εκαταλάμβαναν ότι η δύναμις αυτή κρύβεται μέσα των, με την διαφοράν ότι κρύβεται πολύ βαθειά και είνε πολύ βαθειά αποκοιμισμένη. Τα πλήθη αυτά, που διέσχισαν τας Αθήνας, φερόμενα από μίαν σφοδράν πνοήν αγνού και υγιεινού αέρος, μου έκαμαν την εντύπωσιν ανθρώπων, οι οποίοι εβάδιζαν προς έναν φανταστικόν Καιάδα, διά να κρημνίσουν εκεί μέσα, ό,τι έφεραν επάνω τους σαπρόν, αρρωστημένον και γηραλέον.

Πιθανόν τα πράγματα να μην είνε όπως τα είδαν τα θαμπωμένα μάτια. Πιθανόν από την πραγματικότητα η γεροντική μου ψυχή να έπλασε μίαν φαντασμαγορίαν. Πιθανόν το συλλαλητήριον αυτό να μην είνε ακόμη εκείνο, που ωνειρεύθη να ιδή η κουρασμένη μου ψυχή, πριν αφήση τον κόσμον, πριν αφήση την Ελλάδα. Αδιάφορον. Εάν δεν είνε σήμερον θα είνε αύριον και εγώ θέλω να φαντασθώ ότι είνε σήμερον.

Ναι, παιδί μου, αυτό έπρεπε να είνε το συλλαλητήριον. Είμεθα μία γενεά αμαρτωλή, τέκνο γενεών αμαρτωλών. Και είμεθα όλοι ένοχοι και κανείς δεν είνε ολιγώτερον από τον άλλον. Οι πατέρες μας, που κοιμώνται κάτω από το χώμα, μας εκληροδότησαν τας αμαρτίας των κ’ εμείς ετοιμάζομεν τας ιδικάς μας, διά να τας αφήσωμεν κληρονομίαν εις τα τέκνα μας. Η στιγμή της ειλικρινείας όμως έφθασε, διότι αλλοίμονον αν δεν έχει φθάσει μαζή με την στιγμήν της καταστροφής. Εάν ζητούμεν ακόμη και την ώραν αυτήν ενόχους, έξω από τον εαυτόν μας, δεν θα τους εύρωμεν ποτέ, όπως δεν τους ευρήκαμεν έως τώρα. Εάν ζητούμεν ακόμη σωτήρας έξω από τον εαυτόν μας, δεν θα τους συναντήσωμεν ποτέ, όπως δεν τους συναντήσαμεν έως την ώραν αυτήν. Και θα επιστρέψωμεν άπρακτοι εις τα σπίτια μας, όπως επιστρέψαμε τόσες φορές.

Αλλά όχι. Την φοράν αυτήν νομίζω ότι τα πράγμα είνε διαφορετικά. Βλέπεις όλους αυτούς τους ανθρώπους, που επιστρέφουν από το συλλαλητήριον; Νομίζω ότι καθένας απ’ αυτούς ευρήκε τον ένοχον και τον κρατεί στέρεα εις τα χέρια του. Νομίζω ότι καθένας απ’ αυτούς ευρήκε τον σωτήρα και τον στεφανώνει μυστικά με κλάδους βαΐων. Νομίζω ότι καθένας ευρήκε τον εαυτόν του.

Ναι, παιδί μου. Άφησέ με να πιστεύω ότι τα γεροντικά μου μάτια δεν με απατούν. Άφησέ με να επαναλάβω μ’ ελαφράν ψυχήν τα λόγια του γέροντος Συμεών, πριν σας αποχαιρετήσω διά πάντα. Ο ήλιος που βασιλεύει αυτήν την στιγμήν όταν ξαναφανή πάλιν εις τον ωραίον αυτόν ουρανόν, ας εύρη μίαν Ελλάδα καθαρωτέραν και αγνοτέραν. Η σωτηρία των λαών δεν γίνεται μεταξύ μιας δύσεως και μιας ανατολής, το γνωρίζω καλά. Ο αγνισμός των όμως γίνεται εις ολίγας στιγμάς συντριβής και μετανοίας. Και ο αγνισμός των λαών είνε η αυγή του μεγαλείου των…

Ο γηραλέος, ο παλαιός των ημερών εσκούπισε δύο δάκρυα εις τους μεγάλους, γαλανούς του οφθαλμούς και δεν ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ως να ονειρεύεται. Και το πρόσωπόν του ήτο φωτεινόν, ως να κατέλαμπε το λευκόν φως ενός ωραίου ονείρου.»                 

Ανδρέας Πανταζόπουλος

Αναπληρωτής καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στις κυριότερες δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται οι μονογραφίες Για το λαό και το έθνος. Η στιγμή Ανδρέα Παπανδρέου 1965-1989 (2001), Η δημοκρατία της συγκίνησης. Ίμια-Οτσαλάν, αντιεκσυγχρονιστικές και εκσυγχρονιστικές τάσεις στο πολιτικό σύστημα (2002), Με τους πολίτες κατά του λαού. Το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής (2006), Λαϊκισμός και εκσυγχρονισμός, 1965-2004 (2011), Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013 (2013).


Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.