Συνεντεύξεις
Δήμητρα Κωτούλα, Λάμια, Πατάκη, Αθήνα 2024, 88 σελ.
Με αφορμή την πρόσφατη βράβευση της Δήμητρας Κωτούλα με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, για την ποιητική της συλλογή Λάμια (εκδ. Πατάκη, 2024), συνομιλούμε και εστιάζουμε στο πώς η ποιήτρια αντιλαμβάνεται την ποιητική της λειτουργία, ενώ παράλληλα θίγονται θέματα που άπτονται υπαρξιακών προβληματισμών και ταυτοτικών χαρακτηριστικών. Η ποιήτρια, με το αναγνωρισμένο έργο στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και με τις καταβολές των σπουδών της στην Ιστορία, αναπτύσσει το συλλογισμό της γύρω από τη δημιουργική διαδικασία, τη χρήση της γλώσσας, την εξισορρόπηση του ιδιωτικού βιώματος και της οικουμενικής εμπειρίας, ενώ σχολιάζει την έμφυλη ταυτότητα της γραφής και την έννοια της νοηματοδότησης της ζωής στο σύγχρονο βιοπολιτικό τοπίο.
Ακολουθεί το κείμενο της συνομιλίας μας:
Η σημαντική σύγχρονη Αμερικανίδα ποιήτρια Τζόρι Γκράχαμ (Jorie Graham) γράφει: «Μια σελίδα φορτωμένη λέξεις είναι μια σελίδα πνιγμένη στα αγριόχορτα» και εσείς εντάσσετε τον στίχο αυτό σε κάποιο ποίημά σας. Τι κάνετε, λοιπόν, με τα «αγριόχορτα» στις σελίδες σας; Τα καταπολεμάτε ή τα ποτίζετε;
Σπουδαία ποιήτρια η Τζόρι Γκράχαμ, κορυφαία, την είχα γνωρίσει στο Λονδίνο όταν έκανα τη διατριβή μου στο Ινστιτούτο Τέχνης Κουρτό. Ναι, ενέταξα τον κορυφαίο αυτό στίχο στο τελευταίο ποίημα της συλλογής μου Η επίμονη αφήγηση (Πατάκη, 2017). Σήμερα, η Γκράχαμ είναι ομότιμη καθηγήτρια ρητορικής και λόγου στο Χάρβαρντ. Εδώ, στη χώρα που γέννησε τη ρητορική, δεν έχουμε ιδρύσει ακόμη, από όσο γνωρίζω, μια τέτοια έδρα... Όμως, για να επιστρέψω στο ερώτημα, ανάλογα! Αν είναι «καλά» ζιζάνια τα κρατώ, αν όχι τα ξεριζώνω. Η σοφία στη δημιουργία, θεωρώ, έγκειται στο να γνωρίζει ο δημιουργός σε κάθε μέσο, μετά από σκληρή δουλειά, ένστικτο και πείρα, ποια ζιζάνια από αυτά που αναπόφευκτα ξεπηδούν στον πυρετό της δημιουργικής διαδικασίας αξίζει να κρατήσει και ποια να πετάξει. Η επιμέλεια του κήπου της ποίησης, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, Μαρία, είναι εξαιρετικά επίπονη και λεπτή διαδικασία – κάτι σαν κέντημα.
Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι επιτρέπετε στους αναγνώστες να εισχωρήσουν στο εργαστήριό σας παρακολουθώντας τη διαδρομή των λέξεων και την αναμέτρηση της δημιουργού μαζί τους. Από πού ξεκινάει ένα ποίημα;
Από το πάθος της ύπαρξης, όπως και κάθε έργο δημιουργίας, να αναστοχαστεί, στις όποιες δημόσιες ή ιδιωτικές, προσωπικές ή ιστορικές συνθήκες, τη θεϊκή –όπως ορίζει κανείς το «θεϊκή»– προέλευσή της μέσα σε περιστάσεις βίου που κατά κανόνα μάς ξεπερνούν. Όντως, για να αναφερθώ στο σχόλιο που συνοδεύει την ερώτηση, οι τοίχοι του ποιητικού μου εργαστηρίου είναι σχεδόν διάφανοι· προσκαλώ, κατά κάποιον τρόπο, τους αναγνώστες μου να κοιτάξουν μέσα. Είναι τιμή για μένα, μαθαίνω πολλά από τη διάδρασή τους μαζί μου, όταν έχω αυτή την τύχη. Άλλωστε κάθε ποίημα, έργο των χεριών του ποιητή στο βαθμό που το χέρι είναι αυτοκρατορικό εργαλείο της ύπαρξής μας, έχει την υλική και την άυλη υπόστασή του και, για μένα προσωπικά, ολοκληρώνεται στον αναγνώστη, με την αναγνωστική πρόσληψή του.
Στην τρίτη σας ποιητική συλλογή υπάρχει η ενότητα με τίτλο «Ποιήματα της λευκής σελίδας», αλλά και σε άλλα σημεία της ποίησής σας βρίσκουμε την επιβλητική παρουσία της «λευκής σελίδας». Τι σημαίνει για εσάς ένας άδειος χώρος;
Άπειρες δυνατότητες, ένα ενεργειακό πεδίο μεγάλης δυναμικής. Όλοι οφείλουμε ν’ αδειάζουμε χώρο μέσα μας, να σκάβουμε μέσα στο θόρυβο της καθημερινής, της βιολογικής –αν μου επιτρέπετε– ύπαρξής μας, για να εγκατασταθούν εκεί, ει δυνατόν σε όλη την έκτασή τους, η γλώσσα, μια μεγάλη ιδέα, ήχοι ή σιωπές, χρώματα, σχήματα, εικόνες, όλα αυτά ή και τίποτα απ’ αυτά, κάτι άλλο ίσως. Από τη λεπτή, επιδέξια διαχείριση αυτού του πεδίου βραδυφλεγούς έντασης, θα έλεγα, πηγάζει ό,τι μας διακρίνει ως ανθρώπους – η προοπτική προς τα πάνω, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει για τον καθένα από εμάς. Θεωρώ ότι η παιδεία συνίσταται ακριβώς σε αυτό: στην εκπαίδευσή μας, από νεαρή ηλικία, στη μορφοποίηση του άδειου χώρου μέσα μας και στην προς τα έξω ακτινοβολία του. Όμως, τί συζητάμε; Με τη φρενίτιδα που σήμερα κινούμαστε, όχι μόνο ως ενήλικες, αλλά από μικρά παιδιά ακόμη, είναι άθλος να μάθουμε να δημιουργούμε άδειους χώρους μέσα μας.
Η έννοια της γλώσσας είναι επίσης κάτι που συναντάμε και στις τέσσερις ποιητικές συλλογές σας. Πώς βλέπετε την πορεία της στις μέρες μας, αλλά και μελλοντικά;
Είμαστε λόγος, γλώσσα. Η ευγλωττία αποτελεί βασικό συστατικό της ύπαρξής μας. Η γλώσσα και το αρνητικό εκτύπωμά της, η σιωπή, μας μορφοποιούν, μας ορίζουν. «Τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου», για να θυμηθούμε τον Βιττγκενστάιν. Η μοίρα της γλώσσας είναι συνυφασμένη με τη μοίρα του ανθρώπου. Άλλωστε, η γλώσσα, και μάλιστα η μητρική μου γλώσσα, η ελληνική, είναι η πρώτη ύλη με την οποία δουλεύω. Είναι προνόμιο και μαζί τεράστια ευθύνη και έργο δύσκολο να «σμιλεύει» κανείς ένα υλικό με τέτοια ιστορία, με τις μελανές και φωτεινές σελίδες της... Δεν φοβάμαι για το μέλλον της, έχει δοκιμαστεί σκληρά, έχει υποστεί ανάλγητη κακοποίηση και έχει αντέξει. Δεν θριαμβολογώ, αλλά, σκεφτείτε, δεν είναι ένα μικρό θαύμα να διατηρεί την πλαστικότητα, τη λεπτότητα και την ακρίβεια της, έστω και σε μεμονωμένες νησίδες, σε μια τέτοια εποχή όπως η σημερινή;
«Χρειάζομαι πίστη», γράφετε σε κάποιο ποίημα σας. Από πού μπορεί να αντλεί πίστη ένας άνθρωπος που γράφει ποίηση σήμερα;
Πολύ ενδιαφέρον ερώτημα! Αφορά τον καθένα μας νομίζω, είτε γράφει ποίηση είτε όχι – ένα ποίημα πάντα θέτει ερωτήματα ευρύτερης δυναμικής, θα λέγαμε. «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις» θα πει ο Αντισθένης. «Πείθω/πείθομαι», από όπου και η λέξη «πίστη», θα πει εμπιστεύομαι. H όποια δημιουργικότητα, η ζωή η ίδια, προϋποθέτει την πίστη, την εμπιστοσύνη δηλαδή στη «θεϊκή» ή όχι ρίζα και καταγωγή μας, στον εαυτό μας, στον Άλλον, στη μυστική (άλλοτε θα ήταν «μυθική») διάσταση του κόσμου. Όλοι τη χρειαζόμαστε για να προχωρήσουμε, πόσο μάλλον ένας δημιουργός που καλείται να τη μεταλαμπαδεύσει κιόλας. Επομένως, πίστη μπορούμε να αντλήσουμε αφήνοντας ανοιχτό το στοίχημα της εμπιστοσύνης μέσα μας με κάθε κόστος, όσο οδυνηρό κι αν ίσως αποδεικνύεται αυτό κάποτε.
Στη Λάμια, την ποιητική σας συλλογή που πριν από λίγους μήνες απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, μέσω της σχέσης μάνας-κόρης, καταφέρνετε παραδειγματικά να διαστείλετε το προσωπικό στοιχείο και να μιλήσετε για οικουμενικά ζητήματα, που αφορούν τον κάθε άνθρωπο. Πώς αντιλαμβάνεστε την ισορροπία ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο βίωμα;
Δύσκολο ερώτημα, οι περιοχές αυτές αλληλοεκχωρούνται... Ναι, στη Λάμια προσπάθησα να μιλήσω για μεγάλα ζητήματα – για το θάνατο, την ασθένεια, τον ηρωισμό, τον αποχωρισμό, τον έρωτα, την ενηλικίωση, το ταξίδι και την περιπλάνηση, μέσα από καθημερινά στιγμιότυπα της διάδρασής μου με το παιδί μου. Ομολογουμένως, θεωρώ ότι οι υπαρξιακές συνθήκες στην ιδιωτική μας ζωή μετατίθενται στη δημόσια αρένα, ο τόπος όπου συντελείται το ανθρώπινο δράμα είναι ένας, όπως ένας είναι και ο «χρόνος» της ύπαρξης, ο εδώ, ο ιστορικός, και η μετα-ιστορία της.
Γράφετε: «Η ιστορία / η ενοχλητική αλογόμυγα / επιμένει». Εκτός από τις εκτενείς σπουδές σας στον κλάδο της ιστορίας, πώς αλλιώς σας αφορά η ιστορία;
Κυρίως ως αφήγηση, ως μύθος-παραμύθι, ως εικόνα. Ένα καλειδοσκόπιο εικόνων. Ας μην ξεχνούμε ότι το ἱστορεῖν –λυπάμαι τόσο που έχουμε χάσει το απαρέμφατο στη νέα ελληνική– χρησιμοποιήθηκε υποδηλώνοντας και την καλλιτεχνική πράξη, την εξιστόρηση, όχι μόνο μέσω λέξεων αλλά και μέσω σχήματος ή χρώματος... Προσωπικά, οι ιστορίες που άκουσα από τους παππούδες μου, τους γονείς μου, τον πατέρα μου κυρίως, με σημάδεψαν, γέννησαν έναν καταιγισμό εικόνων μέσα μου που δεν θα μπορούσα παρά να τον έχω εκφράσει. Κατά έναν ορισμένο τρόπο, η ιστορία συνιστά την αυτοσυνειδησία των γεγονότων υπό το πρίσμα της εκάστοτε ερμηνείας, όπως η ποίηση την αυτοσυνειδησία της γλώσσας υπό το πρίσμα του εκάστοτε ποιήματος. Υπό το πρίσμα αυτό, η ευθύνη τόσο του ιστορικού όσο και του ποιητή είναι τεράστια.
Στην ποίησή σας αναδεικνύετε τη γυναικεία φύση χωρίς ακραίες δηλώσεις, αλλά με τρόπο ουσιαστικό και βαθύ. Θα χαρακτηρίζατε τη γραφή σας φεμινιστική;
Το έχουν ήδη κάνει άλλοι για μένα! Ομολογώ ότι είμαι λίγο διστακτική απέναντι στους όποιους «–ισμούς». Εκλαμβάνω ως μια πικρή αιχμαλωσία την περιχαράκωση της γυναίκας ως «γυναίκας», του άντρα ως «άντρα», με όλο το βαρύ και συχνά δύσκολο φορτίο με το οποίο είναι επιβαρυμένοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί. Αντιστοίχως, όμως, θεωρώ εξίσου άτοπο τον άκριτο σφετερισμό μιας όποιας έμφυλης ταυτότητας... Είναι λεπτά ζητήματα αυτά και η εποχή μας τα έχει κακοποιήσει και παραμορφώσει στον μέγιστο βαθμό, δεν στέκεται με σύνεση και σεβασμό απέναντί τους. Όμως, ναι, ίσως λόγω της μητέρας μου, που είναι μια γυναίκα εκπληκτικής δυναμικής, αξιοθαύμαστης ανθεκτικότητας και βαθιού ανθρωπισμού, θεωρώ ότι με τιμά ποικιλοτρόπως το ότι είμαι «γυναίκα» και αυτό το ποικιλοτρόπως προσπάθησα να το φωτίσω στην ποίησή μου, αν και το έχουν κάνει με αξιοθαύμαστο τρόπο συγκλονιστικοί σύγχρονοι δημιουργοί πριν από μένα, όπως η Βιρτζίνια Γουλφ, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, η φιλόσοφος και πολιτική ακτιβίστρια Σιμόν Βέιλ, η Σίλια Πολ στη ζωγραφική, για να μην αναφερθώ σε ελληνικά παραδείγματα γιατί θα αδικούσα τόσους πολλούς...
Κεντρική θέση στα ποιήματά σας κατέχει η υπαρξιακή αγωνία, η φθορά, η θνητότητα, η σχέση με το θεϊκό στοιχείο. Όλα παραπέμπουν στην ύπαρξη νοήματος ή την απουσία αυτού. Από πού μπορεί να αντλήσει νόημα ένας άνθρωπος μέσα στο συγκεκριμένο γεωπολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο;
Ακούγεται πολύ δύσκολο, έτσι δεν είναι; Eίναι ένας συνεχής αγώνας... Η νοηματοδότηση της ζωής είναι ένα ανοιχτό, πολύ προσωπικό στοίχημα. Για μένα, μια και σε μένα απευθύνεται το ερώτημα, συνίσταται στην αναγνώριση και τη διατήρηση της «ένθεης», εντός ή εκτός εισαγωγικών, καταγωγής του ανθρώπινου, στην αλληλοπεριχώρηση, τη συνύπαρξη, το πλησίασμά μας ως ολοκληρωμένων προσώπων. Όχι σε έναν επιφανειακό αλτρουισμό, αλλά στην κατανόηση του άλλου και, κυρίως, στη συγχώρεση ως τη θεμελιώδη απάντηση στη μεγάλη σύγχυση της ζωής.
Σας ευχαριστώ θερμά. Θα θέλατε να κλείσετε τη συνομιλία μας με ένα στίχο σας;
Εγώ σας ευχαριστώ πολύ, Μαρία! Θα κλείσω με έναν στίχο από την πρώτη ποιητική συλλογή μου, Τρεις νότες για μια μουσική, που εκδόθηκε το 2004 και σήμερα είναι εξαντλημένη: Τα κύτταρα του ανθρώπου είναι φτιαγμένα από ευσπλαχνία και από ερήμωση.
Συνέντευξη στον Γιώργο Ζεβελάκη. Πρωτοδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2015 στο τεύχος 59 του Βooks’ Jοurnal
Το καλοκαίρι του 1988, ο συνεργάτης μας Γιώργος Ζεβελάκης κατέγραψε στο μαγνητόφωνό του μια συνέντευξη από τον φίλο του, ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Αφορμή της συνέντευξης εκείνης ήταν οι εκπομπές του Αναγνωστάκη στον (κρατικό) ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου Κρήτης, είκοσι συνολικά, υπό τον γενικό τίτλο «Η χαμηλή φωνή», και η διάδοχος εκπομπή που ετοίμαζε, με τίτλο «Η πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα». Στη συνομιλία αυτή, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Books’ Journal (τχ. 59, Οκτώβριος 2015), ο Μανόλης Αναγνωστάκης με μεγάλη σαφήνεια εκθέτει τη γνώμη του για την πρώτη γενιά της «νεωτερικής ποίησής» μας (όρος τον οποίο είχε καθιερώσει ο κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου και τον οποίο ο ίδιος είχε υιοθετήσει). Παρά την πολυετή φιλία που τους έδενε, ο Ζεβελάκης υιοθετεί την αυστηρή φόρμα της συνομιλίας, απευθυνόμενος στον ποιητή στον πληθυντικό, ο οποίος απαντά με τον ίδιο τρόπο.
Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης, που αναδημοσιεύεται την επέτειο θανάτου του ποιητή – πέθανε στις 23 Ιουνίου 2005) είναι το εξής:
Γιώργος Ζεβελάκης: Από τον ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου (Κρήτης) είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία, και το προνόμιο θα ’λεγα, ν’ ακούσουμε μια σειρά 20 εκπομπών με τον τίτλο «Η χαμηλή φωνή» και να επικοινωνήσουμε με κάποιους ποιητές, που αν και πολλοί από αυτούς είναι ξεχασμένοι σήμερα, ποιητές μιας περασμένης εποχής, η ποιότητα του λυρισμού τους μας συγκινεί ακόμη. Θα ’λεγα ότι η σειρά αυτή υπήρξε αποκαλυπτική, γιατί μας υπενθύμισε τη διαχρονικότητα της ποίησης και την πέρα από σχολές, τεχνοτροπίες και φόρμες βιωσιμότητά της από γενιά σε γενιά. Σήμερα, κύριε Αναγνωστάκη, μας δίνετε πάλι την ευκαιρία να ακούσουμε μια καινούργια σειρά εκπομπών με τον τίτλο «Η πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα». Μπορείτε να μας μιλήσετε για την ταυτότητα αυτών των εκπομπών;
Μανόλης Αναγνωστάκης: Ναι, και θα σταθώ μια στιγμή υποχρεωτικά στον όρο «νεωτερικός». Θα μπορούσα να πω «μοντέρνα σύγχρονη ποίηση». Δανείζομαι τον όρο «νεωτερικός», που μου φαίνεται πιο προσδιοριστικός, και συνάμα πιο ελκυστικός, από τον φίλο κριτικό και ιστορικό της λογοτεχνίας μας κ. Αλέξανδρο Αργυρίου που, αν δεν τον χρησιμοποίησε πρώτος, οπωσδήποτε τον καθιέρωσε και τον νομιμοποίησε.
Αναφερθήκατε στην προηγούμενη σειρά. Ναι, σήμερα θ’ ακούσουμε μια ποίηση διαφορετική. Προς Θεού, δεν αξιολογώ, δεν λέω καλύτερη ή μετριότερη. Λέω διαφορετική. Δεν κρίνω αν ένα ποίημα του Άγρα ή του Καρυωτάκη είναι σε κατώτερο ή ανώτερο επίπεδο από ένα ποίημα του Εμπειρίκου ή του Παπατσώνη φερ’ ειπείν. Αμέσως, όμως, αντιλαμβανόμαστε ότι ο τρόπος της «κατασκευής» τους –και παρακαλώ εδώ να μην παρερμηνευθεί η λέξη– είναι διαφορετικός. Η παλιά ποίηση, η λεγόμενη παραδοσιακή, είναι τονισμένη σε αυτό που λέμε ρυθμική ή μουσική λαλιά. Ακολουθεί ορισμένους κανόνες προσωδίας που, όσο ευρύ και αν είναι το πλαίσιο των δυνατοτήτων χρησιμοποίησής τους, δεν παύει να αποτελεί ένα κλειστό και αυστηρά περιχαρακωμένο σύστημα, από το οποίο ο ποιητής δεν μπορεί ή δεν θέλει, τελικά δεν επιχειρεί να ξεφύγει. Ο νεωτερικός ποιητής, αντίθετα, απαρνείται αυτούς τους κανόνες, τους σπάζει, του φαίνονται σαν ένα βάρος περιττό και δεσμευτικό. Ο ελεύθερος στίχος, βέβαια, από μόνος του, δεν αποτελεί διαπιστευτήριο. Αλλά είναι μια προϋπόθεση απελευθέρωσης. Από κει και πέρα, αρχίζει η κατάργηση των κανόνων της προσωδίας και στήνεται ένας προσωπικός κώδικας που επιβάλλεται ή δεν επιβάλλεται στον αναγνώστη.
Μιλάμε, δηλαδή, για μια διαφοροποίηση της μορφής…
Διαφοροποίηση, ή μάλλον μια άλλη αντίληψη της μορφής, που καταλήγει μοιραία και σε διαφοροποίηση ουσίας. Όταν υπάρχει ο πειρασμός να πούμε περισσότερα πράγματα χωρίς τη δέσμευση ενός προκαθορισμένου συστήματος, μιας δοσμένης δηλαδή μορφής, τίποτα δεν μπορεί να μας συγκρατήσει. Ναι, και σαν μορφή αλλά και σαν ουσία, σαν περιεχόμενο, η νεωτερική ποίηση, με ποικίλους πειραματισμούς και αναζητήσεις –μην ξεχνάμε εδώ την καταλυτική εμπειρία του υπερρεαλισμού– απλώθηκε σε μια τρομακτική γκάμα εκφραστικών δυνατοτήτων. Θέματα «ποιητικά» και θέματα που δεν αρμόζουν στην ποίηση δεν υπάρχουν πια. Καταργήθηκαν οι προλήψεις για τη λεγόμενη ποιητική και αντιποιητική έκφραση. Ακόμη, τα όρια ανάμεσα στον στίχο και στον αυτόχρημα πεζό λόγο τείνουν να εκμηδενιστούν. Ο ποιητής δεν αρκείται πια στο σιωπηρά παραδεδεγμένο λεξικό των «ποιητικών λέξεων», αλλά αντλεί από όλο τον γλωσσικό πλούτο της παράδοσης και της καθημερινής ζωής.
Στους ποιητές που θ’ ακούσουμε θα διακρίνουμε τάσεις συντηρητικές εντός εισαγωγικών, που μόλις δειλά κάνουν βήματα απελευθέρωσης από το κλίμα της παραδοσιακής ποιητικής αντίληψης αλλά σαφώς εντάσσονται στον νεωτερικό χώρο, όπως τον ορίσαμε. Και, από την άλλη μεριά, ακραίες περιπτώσεις που στον καιρό τους θεωρήθηκαν σκέτη πρόκληση, επέσυραν τη χλεύη των κριτικών και του κοινού, θεωρήθηκαν σαν απάτη εις βάρος της ποίησης και, φυσικά, ολότελα έξω από το νόημά της, αλλά που σήμερα έχουν γίνει σχεδόν κλασικοί και έχουν περάσει και στα σχολεία.
Θα θέλαμε να μας πείτε ποιους ποιητές θα παρουσιάσετε σε αυτήν τη σειρά των εκπομπών.
Ακούστε. Ο παλαιότερος ποιητής και ο πρώτος που θ’ ανοίξει τη σειρά είναι ο Τάκης Παπατσώνης. Τυπικά δεν ανήκει στη γενιά που σήκωσε το βάρος της ανανέωσης του ποιητικού μας λόγου. Ούτε καν χρονολογικά. Αλλά ο Παπατσώνης δεν είναι μόνο ο πρώτος που σπάζει τη δεσποτεία του ομοιοκατάληκτου, του προσωδιακού στίχου, όπως τον ορίσαμε πρωτύτερα, αλλά και ο πρώτος που, από το 1920 ακόμη, γράφει συνειδητά και αποκλειστικά σε ελεύθερο στίχο. Είναι ποιητής που, θα λέγαμε, δεν τον πολυσήκωσε η εποχή του, συγχωρήστε μου την έκφραση, και γιατί ήταν έξω από το κλίμα της, αλλά και γιατί η θρησκευτική του θεματολογία με πολλά σύμβολα, ιδίως από το καθολικό τυπικό, δυσκολεύει την οικείωση με τον αναγνώστη. Αφιερώνουμε τρεις εκπομπές στον Σεφέρη και από δύο στον Ρίτσο, στον Ελύτη και στον Εγγονόπουλο. Θ’ ακουστούν ποιήματα του Αναστάσιου Δρίβα, του Γιώργου Σαραντάρη, του Ζήση Οικονόμου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικήτα Ράντου, του Θεόδωρου Ντόρρου, του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Αλέξανδρου Μπάρα, του Γιώργου Θέμελη, του Νίκου Γκάτσου, του Δημήτρη Αντωνίου, του Αλέξανδρου Μάτσα, του Τάκη Βαρβιτσιώτη, του Γιώργου Βαφόπουλου, της Ζωής Καρέλλη και των δύο Ηρακλειωτών ποιητών Μηνά Δημάκη και Άρη Δικταίου, που είναι και οι νεότεροι – αλλά και τόσο πρόωρα χαμένοι– της σειράς αυτής, ποιητές ενός μεταίχμιου θα λέγαμε, με το ένα πόδι στη γενιά του ’30, που αποτελεί τον κύριο κορμό, και το άλλο στην αμέσως νεότερη, τη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά.
Μήπως, κύριε Αναγνωστάκη, θα μπορούσαμε να σταθούμε σε ορισμένες προσωπικές σας προτιμήσεις;
Δεν επιδιώκω σε αυτή τη σειρά να προβάλλω προσωπικές μου προτιμήσεις. Θέλω να είμαι όσο γίνεται αντικειμενικός, πάντα βέβαια μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρών κριτηρίων. Στην προηγούμενη σειρά –αναφέρομαι στη «Χαμηλή Φωνή»– υπήρξα όντως, και σας το ομολόγησα, άκρως υποκειμενικός. Διάλεξα τα ποιήματα και τους ποιητές που με συγκίνησαν και με συγκινούν. Είχαμε μιλήσει για μια προσωπική ανθολογία. Εδώ ακολουθώ, λίγο ώς πολύ, μια «πεπατημένη», δεν ξέρω αν είναι η σωστή λέξη, εν πάση περιπτώσει, δεν θέλησα ν’ αφήσω έξω κανέναν ποιητή που έχει πια καταξιωθεί στη συνείδηση της κριτικής, αλλά που εμένα δεν με συγκινεί ιδιαιτέρως. Θέλησα να δώσω ένα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης της πρώτης γενιάς. Ίσως άλλος δεν θα αφιέρωνε δύο εκπομπές στον Εγγονόπουλο. Εγώ δεν μπορώ να περιοριστώ σε μία. Βλέπετε, πάντα κάποιο στοιχείο υποκειμενικό δεν μπορεί να αποφευχθεί.
Να ελπίζουμε, λοιπόν, ότι θα έχουμε και μια άλλη σειρά με ποιητές της δεύτερης νεωτερικής γενιάς, της μεταπολεμικής, στην οποία και εσείς ανήκετε;
Να το ελπίσουμε, αν και εδώ οι δυσκολίες, όπως καταλαβαίνετε, είναι πολλαπλάσιες. Αλλά φυσικά δεν εξαρτάται μόνον από μένα η πραγματοποίηση αυτών των εκπομπών.
Ο καθηγητής Ιστορίας Eugene Rogan για τον Αραβικό Κόσμο. Συνέντευξη στον Βαγγέλη Κούμπουλη
Να το πούμε απλά: ο αμερικανός ιστορικός Γιουτζίν Ρόγκαν (Eugene Rogan) δεν μοιάζει καθόλου στη στερεότυπη εικόνα που θα μπορούσε να έχει ο καθένας για τους καθηγητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Εκτός δηλαδή από ένας επιστήμονας με στιβαρή γνώση του αντικειμένου του, αποτέλεσμα και της σχεδόν τριακονταετούς ενεργού παρουσίας του στο Πανεπιστήμιο και ως δάσκαλος και ως συγγραφέας, ταυτόχρονα είναι κι ένας αληθινά “jolly good fellow”. Από τις πιο διασκεδαστικές στιγμές της συναναστροφής που είχαμε μαζί του ήταν όταν έγινε αναφορά στην παλαιά κωμική σειρά του BBC, Yes Minister / Yes, Prime Minister, που, όπως αποδείχτηκε, υπήρξε αδυναμία και των δυο μας: η σάτιρα της πολιτικής εξουσίας και της δημόσιας διοίκησης διασκεδάζει και τους σπουδαίους καθηγητές, το ακαδημαϊκό έργο των οποίων είναι βαθύ και δεν αφήνει περιθώρια για πλάκα.
Ο David Ricks είναι ένα από τα θρυλικά πρόσωπα των ελληνικών σπουδών στην Αγγλία. Ομότιμος πλέον καθηγητής της Νεοελληνικής και Συγκριτικής Φιλολογίας, δίδαξε στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου από το 1989 ώς το 2020. Επιδραστικός καθηγητής, έχει αφήσει θαυμάσιες εντυπώσεις στους φοιτητές του, οι περισσότεροι καθηγητές Νεοελληνικής Φιλολογίας σε διάφορα πανεπιστήμια. Επιπλέον της εργώδους προσφοράς του στο Τμήμα του Πανεπιστημίου όπου εργάστηκε, σημαντικές θεωρούνται οι ποιητικές καταθέσεις του και το μεταφραστικό έργο του.
Η Kateřina Králová για τους Εβραίους στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο
Συνέντευξη στον Γιάννη Ευαγγέλου
Katerina Králová, Homecoming. Holocaust Survivors and Greece, 1941–1946, Brandeis University Press, 2025, 373 σελ.
Τι σημαίνει, άραγε, «γυρνάω σπίτι», όταν το σπίτι μου είναι ρημαγμένο και άδειο; Πώς ένιωσαν οι Έλληνες Εβραίοι που επέζησαν –από τα στρατόπεδα, τις εγχώριες κρυψώνες ή το βουνό– όταν αντίκρισαν την έκταση της καταστροφής στην κοινότητά τους; Πώς τους υποδέχθηκαν οι –ομόθρησκοι και μη– συμπατριώτες τους και πόσο καθόρισε τη νέα τους ζωή ο τρόπος με τον οποίο είχαν καταφέρει να γλιτώσουν;
Συνέντευξη στον Ηλία Κανέλλη και στον Βίκτωρα Ναχμία
Την ιδέα να συνομιλήσουμε με τον Νίκο Πλατή την είχε ο Βίκτωρ Ναχμίας, ένα μεσημέρι που συζητούσαμε στα Starbucks της Κοραή. Πολύ σωστά. Είναι μια δαιμόνια μορφή των εκδόσεων και ο τελευταίος μεγάλος τυπογράφος, εκδότης και συγγραφέας που εκκινεί από το ελληνικό underground και, υπό μία έννοια, το διαιωνίζει στην ψηφιακή εποχή. Έμαθε την τυπογραφία πλάι στον πατέρα του, χειραφετήθηκε για να είναι ανεξάρτητος, άνοιξε τα μάτια του στο Παρίσι τα τελευταία χρόνια της χούντας, συνεργάστηκε με μια σχέση μαθητείας με τον Λεωνίδα Χρηστάκη, εκδότη των εναλλακτικών περιοδικών «αντιπληροφόρησης» Panderma και Ιδεοδρόμιο, ανακατεύτηκε με τα κόμικς δουλεύοντας στην Κολούμπρα και στο Παραπέντε και, ενδιαμέσως, επιχειρώντας να κάνει ο ίδιος επιτυχία εκδίδοντας την Πράσινη Γάτα, συνεργάστηκε με πολλούς εκδότες του εγχώριου mainstream και, γενικώς, βρίσκεται κάτω απ’ όποια πέτρα κι αν σηκώσεις.
Ο Βίκτωρ Ναχμίας έκανε μαζί του προκαταρκτικές συζητήσεις και, ένα μεσημέρι, συναντηθήκαμε σε ένα καφενείο, πλάι στο γήπεδο Καραϊσκάκη, που νομίζαμε ότι θα είχε ησυχία, για την τελική αναμέτρηση. Η συζήτηση με τον Νίκο Πλατή εξελίχθηκε σε αναδρομή στην τυπογραφία της μεταπολίτευσης – και σε κάποια από τα πρόσωπα της ελευθεριακής κουλτούρας. Τη μεταφέραμε στο χαρτί με την ελπίδα ότι δεν θα χαθεί η αμεσότητα και ότι θα είναι χρήσιμη η ανάκληση πληροφοριών από μια γοητευτική αλλά απολύτως περασμένη εποχή. Με μεγάλη χαρά, επειδή επιζούμε εκείνης της εποχής, χωρίς ελπίζω να θεωρούμαστε απολιθώματα των οπωσδήποτε πιο απαιτητικών σύγχρονων καιρών. Η.Κ.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, που άρχισε μετά τη σφαγή αμάχων Ισραηλινών από τρομοκράτες της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου 2023, δεν είναι μια σύγκρουση του Ισραήλ με Άραβες. Είναι ιερός πόλεμος, ένας προνεωτερικός πόλεμος και στόχος του είναι η καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Γι’ αυτό το Ισραήλ δεν έχει άλλη επιλογή από την κλιμάκωση – όχι μόνο κατά της Χαμάς, αλλά και κατά της Χεζμπολά και του Ιράν, του κράτους που χρηματοδοτεί πληρεξούσιους τρομοκράτες στην περιοχή. Το οξύμωρο είναι ότι οι διανοούμενοι και πολλοί ριζοσπάστες φοιτητές στα δυτικά πανεπιστήμια στηρίζουν βαθιά αντιδραστικά, ακροδεξιά κινήματα. Όσο για τα Ηνωμένα Έθνη, έχουν αποτύχει να συμβάλουν στην ειρήνευση στην περιοχή – και είναι εύλογο να μην τα λαμβάνει υπόψη το Ισραήλ. Μια αποκλειστική συνέντευξη του καθηγητή Jeffrey C. Herf στον Γιώργο Ναθαναήλ φωτίζει όλες τις όψεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Αναδημοσιεύεται στη δεύτερη επέτειο από το πογκρόμ της τρομοκρατικής Χαμάς κατά αμάχων στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Συνέντευξη στον Γιώργο Ναθαναήλ
Οι συζητήσεις για το φύλο δεν έληξαν με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ και την (προσωρινή;) ήττα του κινήματος Woke στην Αμερική. Οι εντάσεις είναι έντονες ενώ, στα Πανεπιστήμια και στα περιβάλλοντα όπου ο δικαιωματισμός τροφοδοτεί την Αριστερά, πολλές και πολλοί προετοιμάζονται για τη ρεβάνς.
Το καλοκαίρι του 1988, ο συνεργάτης μας Γιώργος Ζεβελάκης κατέγραψε στο μαγνητόφωνό του μια συνέντευξη από τον φίλο του, ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Αφορμή της συνέντευξης εκείνης ήταν οι εκπομπές του Αναγνωστάκη στον (κρατικό) ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου Κρήτης, είκοσι συνολικά, υπό τον γενικό τίτλο «Η χαμηλή φωνή», και η διάδοχος εκπομπή που ετοίμαζε, με τίτλο «Η πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα». Στη συνομιλία αυτή, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Books’ Journal, τχ. 59, Οκτώβριος 2015, ο Μανόλης Αναγνωστάκης με μεγάλη σαφήνεια εκθέτει τη γνώμη του για την πρώτη γενιά της «νεωτερικής ποίησής» μας (όρος τον οποίο είχε καθιερώσει ο κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου και τον οποίο ο ίδιος είχε υιοθετήσει – δες σχετικά στη συνέντευξη αλλά και στο κείμενο αναμνήσεων –και αποτίμησης– του Γιώργου Ζεβελάκη που τη συνοδεύει).
Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Ηροδότου και τον Αριστείδη Χατζή
Η προσωπική ιστορία της καθηγήτριας Όλγας Κατσιαρδή-Hering, μιας χαλκέντερης ερευνήτριας της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, είναι η συναρπαστική διαδρομή της μέσα από τη γνώση. Πρωτίστως, αφού αυτό είναι το επιστημονικό αντικείμενό της στο οποίο αφιέρωσε τη ζωή της, τη γνώση των διαδρομών που διαμόρφωσαν ό,τι σήμερα αποκαλούμε Νέο Ελληνισμό, που δεν τον ταυτίζει με τον ελλαδικό ελληνισμό αλλά τον θεωρεί ευρύτερα. Γι’ αυτό άλλωστε ένας από τους τρόπους κατανόησης του αντικειμένου της είναι η συστηματική κατόπτευση των τόπων στην Ευρώπη όπου διαμορφώθηκε ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, όπου εκδόθηκαν πολλά βιβλία στα ελληνικά κι όπου υπήρξαν πανεπιστήμια στα οποία κατά βάση φοιτούσαν Έλληνες με υποτροφίες εμπόρων της διασποράς (Πάδοβα, Βερόνα, Φλωρεντία, Μιλάνο, Γοττίγγη, Λειψία, Βερολίνο, Ιένα, Οξφόρδη, Μονπελλιέ, Παρίσι κ.ά.).