Στήλες
Όπως είδαμε, οι βιολογικές θεωρίες της εξέλιξης διατυπώθηκαν και διατυπώνονται ως θεωρίες της εξέλιξης των βιολογικών ειδών και όχι των μεμονωμένων οργανισμών. Είναι κοινός τόπος στις επιστήμες της ζωής αλλά και στην καθημερινή αντίληψή της, ότι η εξέλιξη ενός μεμονωμένου πολυκύτταρου οργανισμού –είτε ζώου είτε φυτού– εκτυλίσσεται ανάμεσα στο χρονικό σημείο της εμφάνισής του στον κόσμο και το χρονικό σημείο του θανάτου του, και διατρέχει τα στάδια της ωρίμανσης, της ωριμότητας και αναπαραγωγής και της φθίσης. Η εξέλιξη ενός μεμονωμένου οργανισμού είναι «κυκλική» –αρχίζει με την ανυπαρξία και τελειώνει με αυτήν– και συντηρητική, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν αλλάζει η φύση του – αντίθετα, η εξελικτική του πορεία από την γέννηση ώς το θάνατο είναι μέρος της φύσης του. Αυτό που με την πάροδο του χρόνου αλλάζει γραμμικά και –όπως μας δείχνουν τα παλαιοντολογικά ευρήματα– με τρόπο μη αναστρέψιμο, είναι οι τύποι των φύσεων των μεμονωμένων οργανισμών. Οι οργανισμοί που υλοποιούν έναν τέτοιο τύπο ή σχέδιο αποτελούν τα μέλη ενός βιολογικού είδους. Ένα νέο είδος εμφανίζεται με την εμφάνιση οργανισμών που υλοποιούν έναν νέο τύπο και εξαφανίζεται όταν εξαφανιστεί και ο τελευταίος οργανισμός που τον υλοποιεί.
Tα πρώτα χρόνια της ζωής της, η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Kρήτης στο Pέθυμνο είχε πολύτιμο συνεργάτη στο μάθημα της Προϊστορικής Aρχαιολογίας έναν διακεκριμένο αρχαιολόγο και σεμνό άνθρωπο, τον Nικόλαο Πλάτωνα – τον οποίο το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορά του τον Mάιο του 1986.[2]
Στις εκδόσεις Παπαζήση με πήγε για δουλειά ο Αντώνης Καρκαγιάννης την άνοιξη του 1974, ακόμα ήταν χούντα. Ένα πρωί πήγαμε στη Φειδίου 16, στο παλιό μαγαζί των εκδόσεων. Πήγαμε πεζή. Από τη Μητρόπολη στην οδό Φειδίου. Εκεί συναντηθήκαμε με την Μπέλα Παπαζήση, γιατί ο Βίκτωρας, ο οποίος είχε αποφυλακιστεί με ανήκεστο βλάβη, έλειπε. Της είχε μιλήσει ο Αντώνης από τηλεφώνου και τα είχε κανονίσει. Κι έτσι από την επόμενη μέρα, στις εφτάμιση, έπιασα δουλειά εκεί. Η κυρία Μπέλα, μαζί με τον Δήμο Μαυρομάτη, ήταν οι ψυχές του εκδοτικού οίκου όσον καιρό ο Βίκτωρας βρισκόταν κρατούμενος στο ΕΑΤ/ΕΣΑ ή, αργότερα, στη φυλακή.
Το 2022 συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από τον θάνατο του Νικολάου Πλάτωνος (1909 - 1992). Θεώρησα σκόπιμο με την ευκαιρία αυτή, τιμώντας τη μνήμη του, να αναδημοσιεύσω μια παραλλαγή της ομιλίας μου στο φιλολογικό μνημόσυνο που οργάνωσε παλαιότερα ο Δήμος Ηρακλείου, στην οποία αναφέρθηκα σε μια λιγότερο γνωστή πτυχή της προσφοράς του, αυτή του κλασικού αρχαιολόγου και επιγραφολόγου. Τεύχος 135
Η Άννα Λόντου ήταν μια καρδιά, μέχρι το τέλος. Μια καρδιά που σου την έδινε στο χέρι. Που ήθελε να μοιραστεί μαζί σου τα πάντα. Που σε έβαζε κάτω και σου έλεγε απίστευτες ιστορίες, με πλήρη διαύγεια στα ενενήντα της. Για τον Σεφέρη, για τη Μάρω, για τον πόλεμο, για όσα πέρασε. Που διασκέδαζε με τις αντιδράσεις σου σε αυτά που άκουγες. Που σε πήγαινε με πονηριά μεγάλη στο υπνοδωμάτιό της, έκλεινε την πόρτα και σου έδειχνε μια φωτογραφία που είχε κολλήσει πίσω απ' αυτή και δεν φαινόταν. Τη φωτογραφία του Τσε!... «Ήταν ωραίο παιδί», σου έλεγε. Ίσως να της θύμιζε τα νιάτα της.
Το τέλος της δύσκολης στρατιωτικής μου θητείας σημαδεύτηκε από την αυτοκτονία του Θεόφιλου Φραγκόπουλου. Υπήρξε επιμελητής της Γεωργικής Χημείας στη Γεωπονική και είχα συνδεθεί στενά μαζί του τα τελευταία χρόνια των σπουδών μου. Η είδηση είχε φτάσει ξερή και αδυσώπητη στη Βέροια όπου υπηρετούσα: Μετά από μια πολύωρη αιφνίδια ανάκριση στη Γενική Ασφάλεια γύρισε στο εργαστήριο, πήρε υδροκυάνιο και σωριάστηκε στο γραφείο του. Όταν απολύθηκα έψαξα κι έμαθα λεπτομέρειες, βρήκα και το στερνό του σημείωμα στη δικογραφία.
Όλα αυτά τα μνημονεύω σαν μια μικρή εισαγωγή στο διήγημα του Ρόδη Ρούφου «Ο υποψήφιος», που γράφτηκε λίγους μήνες μετά το τραγικό συμβάν της 28ης Μαρτίου 1969. Σ’ αυτό το διήγημα, που δημοσιεύτηκε στα Δεκαοκτώ Κείμενα (Ιούλιος 1970), γίνεται αναφορά «στην αυτοκτονία ενός καθηγητή της Φυτοπαθολογίας, πέρσυ…». Κρυφοί παίκτες, όπως παρουσιάζονται τα χαρακτηριστικά τους στο man to man του πεζογραφήματος, μπορεί να είναι ο ανακριτής Κ. Καραπαναγιώτης και ο υφηγητής Θεόφιλος Κ. Φραγκόπουλος.
Η ρεαλιστική απεικόνιση της ανάκρισης είναι πιθανόν να έχει στηριχθεί σε πληροφορίες από πρώτο χέρι. Συγγραφέας και υφηγητής γνωρίζονταν από παλιά, είχαν μικρή διαφορά ηλικίας και έμεναν στην ίδια γειτονιά, Πλουτάρχου 4 ο ένας και Καρνεάδου 19 ο άλλος. Ενδεχομένως τον Ρόδη Ρούφο να ενημέρωσε ο φίλος του ποιητής Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος, εξάδελφος του γεωπόνου και συγγραφέας ενός α λα Μπόρχες πορτρέτου: «Θεόφιλος Κ. Φραγκόπουλoς» (1973).
Στην πορεία της ανάκρισης, η μάταιη ελπίδα ότι η ουδέτερη στάση θα αρκούσε, διαψεύστηκε. Νομιμοφροσύνη σήμαινε όχι μόνο υποστήριξη αλλά ανοιχτή επιδοκιμασία και ενεργό συμμετοχή. Ο «υποψήφιος» δεν ήταν διατεθειμένος μέχρι και «να πουλήσει την ίδια την ψυχή του», να δεχθεί αυτή την ολοκληρωτική ταπείνωση. Απόλυτος όπως ήταν σε όλα, θεώρησε πως δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Η συνέχεια και το τέλος του διηγήματος μοιάζει να βρίσκεται στις πρώτες φράσεις του χειρογράφου που άφησε στο γραφείο του, στο εργαστήριο της Γεωργικής Χημείας, ο Θεόφιλος Κ. Φραγκόπουλος:
Καλύτερα να πεθαίνεις όρθιος
Παρά να ζης γονατιστός…
Στο ποδόσφαιρο τo απλό είναι και δύσκολο
Γιάννης Διακογιάννης
Αν κάτι ξεχώριζε τους (έντυπους) Νew Υork Τimes, για τους φανατικούς αναγνώστες τους, ήταν η σελίδα με τις «Νεκρολογίες» (Οbituaries), που συμπλήρωναν ουσιαστικά, αλλά και πεισιθάνατα, All the news that fit to print. Όμως, και ο ευρωπαϊκός Τύπος –η Monde, o Figaro ή η Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ)– κατέχει την τέχνη του «μεταθανάτιου εγκώμιου», που έρχεται από τους ρωμαϊκούς χρόνους ώς τις μέρες μας και αποτίει τον ύστατο φόρο τιμής στην εκλιπούσα προσωπικότητα. Είναι άχαρη αυτή η «δουλειά» και δύσκολη: «εκθειάζει» κανείς εκ των υστέρων, ανέκκλητα, τις αρετές ενός προσώπου στο πλαίσιο μιας μάλλον μακάβριας, επαγγελματικής συνήθως, υποχρέωσης, ενίοτε στα όρια της εξιδανίκευσης. H FAZ, όμως, έχει και μια άλλη «φόρμουλα»: συνηθίζει τα εγκώμιά της ανά δεκαετία στα εκάστοτε γενέθλια του τιμώμενου προσώπου.
Συγγραφείς και καλλιτέχνες, όπως είναι γνωστό, αντλούν συχνά ιδέες και εικόνες από βιβλία που διάβασαν, τις οποίες και αξιοποιούν στα έργα τους. Κάποτε μπορούν να γίνουν υποθέσεις για συγκεκριμένες «μεταποιήσεις», κάποτε αυτό δηλώνεται ευθέως. Θα καταπιαστώ με δύο δημιουργούς που στο ξεκίνημά τους έχουν ενσωματώσει, πιθανόν ή κατά δήλωσή τους, υλικά αναγνωστικής εμπειρίας.