Σύνδεση συνδρομητών

Για την πρόοδο, τον προοδευτισμό και την Aριστερά

Παρασκευή, 04 Δεκεμβρίου 2020 00:39
O Σαρλώ (Τσάρλι Τσάπλιν) στην ταινία του «Μοντέρνοι καιροί» (1936).
Roy Export S.A.S.
O Σαρλώ (Τσάρλι Τσάπλιν) στην ταινία του «Μοντέρνοι καιροί» (1936).

Η πρόοδος δεν είναι πλέον κάτι το αυτονόητο, η ιδέα της προόδου σκοτείνιασε εξαιτίας της επίκλησής της από ενθουσιώδεις οπαδούς της και γιατί εργαλειοποιήθηκε από δημαγωγούς. Στο εξής, η αναφορά στην πρόοδο περισσότερο διαιρεί παρά ενώνει. Αν η μαγική λέξη «πρόοδος» παραμένει κινητοποιητική, είναι γιατί παραδόξως παράγει σύγκρουση μεταξύ όσων εκθειάζουν και όσων κατηγορούν τον «προοδευτισμό» ως κοσμική θρησκεία.

Στη Γαλλία, αυτές οι διαιρέσεις και αυτές οι αντιπαραθέσεις διαπερνούν τόσο τη Δεξιά όσο και την Αριστερά, περιλαμβανομένων και των άκρων. Αλλά είναι κυρίως μέσα σε ό,τι έχει απομείνει από την κατακερματισμένη Αριστερά, πριν απ’ όλα λόγω της θορυβώδους εισβολής της πολιτικής οικολογίας, που διεξάγεται ένας ανελέητος πόλεμος γύρω από την πρόοδο. Οι θετικές και αρνητικές αξιολογήσεις της προόδου παίζουν αποφασιστικό ρόλο στις ανακατατάξεις και τους επαναπροσδιορισμούς των αριστερών ρευμάτων. Η «πρόοδος» έπαψε να αποτελεί αριστερό ιδεολογικό δείκτη. Έγινε ο ισχυρότερος διαιρέτης της Αριστεράς.

Θα ήμασταν ωστόσο τυφλοί αν μέναμε στη διαπίστωση της στιγμής συμπεραίνοντας αφελώς το τέλος της λατρείας της Προόδου. Οι πολυάριθμες εκλείψεις της Προόδου, αυτό το είδωλο των Μοντέρνων, δεν εμπόδισε την θριαμβική επιστροφή της μέσα σε πάρα πολύ διαφορετικά συμφραζόμενα.

 

Έννοια ρευστή αλλά απαραίτητη

Η πρόοδος είναι έννοια ρευστή αλλά απαραίτητη, όπως τόσες άλλες φιλοσοφικές έννοιες που κατήλθαν στην πολιτική αρένα. Αποτελεί την κομβική ιδέα της αυτο-αναπαράστασης των Μοντέρνων. Στην καθημερινή κοινωνική σκέψη, μια πρόοδος είναι ευκταία καινοτομία, ανανέωση ή αλλαγή που απαντά σε μια προσδοκία ή σε μια επιθυμία. Ας πούμε μια καλυτέρευση που αναγνωρίζεται ως τέτοια. Ένας τέτοιος περιγραφικός ορισμός δεν τίθεται προς συζήτηση. Οι αντιπαραθέσεις αρχίζουν και πολλαπλασιάζονται από τη στιγμή που θέλουμε να διατυπώσουμε έναν ορισμό για την πρόοδο γενικώς.

Ας θυμίσουμε συνοπτικά ότι, για τους πρώτους θεωρητικούς της προόδου στην Εποχή των Φώτων, το ανθρώπινο είδος όδευε αναπόδραστα στο δρόμο της προόδου, δηλαδή προς έναν γενικότερο μετασχηματισμό προς το καλύτερο. Η διαδικασία καλυτέρευσης εκλαμβανόταν ως αναγκαία, γραμμική, αναντίστρεπτη και απεριόριστη. Συνεπώς, τα ανθρώπινα όντα είχαν επιβιβαστεί, θέλοντας και μη, προς την κατεύθυνση της τελειοποίησης σε όλες τις σφαίρες της σκέψης, της δράσης και της δημιουργίας.

Αυτή ήταν η αναγκαστική αντίληψη της προόδου, αυτή η εκμοντερνισμένη μορφή του φαταλισμού, που αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής των φιλοσόφων αλλά και δοκιμάστηκε από ιστορικά γεγονότα – ας θυμίσουμε τις βιομηχανικές σφαγές του 20ού αιώνα που αφύπνισαν πολλούς αποκοιμισμένους προοδευτικούς και ότι η καταστροφή του περιβάλλοντος ανέδειξε την ανάποδη απωθητική όψη της προόδου.

Στις πολεμικές [ιδεολογικές] αντιπαραθέσεις, το ερώτημα τι είναι «πραγματικά» η πρόοδος είναι κεντρικό. Έναντι εκείνων οι οποίοι σκέφτονται με κλασικό τρόπο ότι η πρόοδος είναι η ατέρμονη ανάπτυξη, ας πούμε στους «προοδευτικούς», με την ισχυρή έννοια του όρου (και οι οποίοι είναι όλοι τους παραγωγιστές), βρίσκονται αυτοί που θεωρούν ότι η «πραγματική» πρόοδος είναι στην αποανάπτυξη, στην αποδοχή μιας ορισμένης λιτότητας, θυσιών και στερήσεων για «να σωθεί ο πλανήτης».

Ενάντια στους οπαδούς του τεχνικού οπτιμισμού που θεωρούν ότι όλα τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα μπορούν να επιλυθούν μέσα από την επιστήμη και την τεχνική, εξεγείρονται εκείνοι οι οποίοι υπογραμμίζουν όχι μόνον ότι η εξουσία της τεχνο-επιστήμης έχει όρια, αλλά και ότι προκαλεί διαστροφικά αποτελέσματα, που μπορούν να είναι καταστροφές. Χωρίς να μιλούμε για εκείνους οι οποίοι σκέφτονται, ορθώς, ότι τα ανθρώπινα όντα θέτουν συχνά προβλήματα που δεν μπορούν να επιλυθούν από την επιστήμη, ούτε από την τεχνική.

Μπορούμε να ορίσουμε συνοπτικά και ταυτοχρόνως τη νεωτερικότητα ως την εποχή των τεχνικών και επιστημονικών προόδων, που είναι μετρήσιμες, και ως την εποχή των ονείρων καλυτέρευσης της ανθρώπινης συνθήκης, οι πολιτικές μεταφράσεις των οποίων είναι πολλαπλές. Όλες προϋποθέτουν τη λατρεία της αλλαγής ως καθεαυτής κίνησης καλής, εκθειαζόμενης ως υπόσχεση ευτυχίας ή δικαιοσύνης, ελευθερίας ή αλληλεγγύης, αδελφικής αγάπης ή οικουμενικής ειρήνης.

Αυτή την αλλαγή, παραγωγό καινοτομιών υποτιθέμενων οικουμενικά επιθυμητών και επιφορτισμένη να πραγματοποιήσει τους τελικούς στόχους, συναντάμε στους κλασικούς θεωρητικούς της προόδου, στον Κοντορσέ ή στον Σαιν Σιμόν. Αυτοί οι έσχατοι στόχοι, η εκπλήρωση των οποίων υπετίθετο ότι ήταν αναγκαία, σχεδίαζαν τα περιγράμματα του τόσο επιθυμητού ασύλληπτου «καλύτερου κόσμου», και μάλιστα, ακόμα πιο έξαλλα, μιας «καλύτερης ανθρωπότητας».

 

Ένας νέος πεσιμισμός

Όταν αναλύουμε τις σημερινές συγκρούσεις που αντιπαραθέτουν τους αυτο-ανακηρυγμένους «προοδευτικούς» με τους αντιπάλους τους, τους οποίους αποκαλούν «συντηρητικούς» ή «αντιδραστικούς», πρέπει να έχουμε κατά νου τη συγκαιρινή μεταμόρφωση της γραμμικής και αναγκαστικής, και μάλιστα φαταλιστικής, αντίληψης της προόδου ως αναπόφευκτης εξέλιξης ή μετασχηματισμού, που ήταν επαρκής για να εκπληρώνει τον ορίζοντα προσδοκιών των Δυτικών. Λόγω της αυξανόμενης διάδοσης των οικολογικών πίστεων, αυτή η για μεγάλο διάστημα κυρίαρχη αντίληψη βρίσκεται σε διαδικασία αλλαγής κατεύθυνσης και αξίας: η μοιραία πορεία προς το καλύτερο αντιστρέφεται σε μοιραία και τελική πορεία προς το χειρότερο και η μαγευτική προσμονή γίνεται αγχώδης προσμονή. Υπάρχει εδώ μια μεγάλη αντιστροφή νοήματος και αξίας, η οποία ανατρέπει το πεδίο των μοντέρνων πολιτικών πίστεων.  

Ο κλονισμός της πίστης στην πρόοδο αναγγέλλει το τέλος της θριαμβικής νεωτερικότητας. Το κριτικό πνεύμα, κληρονόμος του Aufklärung και της μάχης κατά του μύθου και του φόβου, κατέληξε να στραφεί κατά της πίστης στην πρόοδο, αντιμετωπίζοντάς την ως πίστη προερχόμενη η ίδια από τον μύθο, αναγόμενη σε απατηλή αφήγηση. Αλλά, επιπλέον, ο μοντέρνος μύθος της αναγκαίας προόδου, σύνολο ψευδαισθήσεων και ανυπόφορων υποσχέσεων, καταγγέλλεται και ως θεμελιωδώς τοξικός.

Ο ενάρετος αντι-προοδευτισμός, φερόμενος από το οικολογικό κήρυγμα, έγινε βουλγκάτα, η οποία καθιστά αποδεκτές πρωτόγνωρες καταστροφικές προοπτικές, που μεταφράζονται είτε μέσα από νέες προφητείες για το τέλος του κόσμου, εκφερόμενες από τους κολαψολόγους, είτε από εξάρσεις επαναστατικού ουτοπισμού που καλούν σε καταστροφή της εμπορευματικής κοινωνίας, ακόμα και ολόκληρης της Δύσης, που υποτίθεται ότι είναι ουσιακά ένοχη, κατηγορούμενη ότι είναι η πηγή όλων των δεινών του ανθρώπινου είδους.

Ο παλαιός ιστορικός και ανθρωπολογικός πεσιμισμός παραχώρησε τη θέση του σε έναν κοσμολογικό πεσιμισμό, ενώ ο γνωστικός αντικαπιταλισμός επανορίσθηκε ως φρενήρης αντιδυτικισμός ή ριζοσπαστική εσπεροφοβία, εμπεριέχοντας το μίσος του εαυτού των Δυτικών ζαλισμένων από το αίσθημα ενοχής τους.

Έχουμε ικανούς λόγους να θεωρούμε ότι οι οικολόγοι, παρασυρμένοι από τις πρόσφατες εκλογικές τους επιτυχίες και μεθυσμένοι από τα προτάγματά τους για μία ολική ρήξη με την παραγωγικιστική κοινωνικο-πολιτική τάξη, κατακτούν στο εξής το δυναμικό κέντρο του στρατοπέδου της αντι-προόδου. Αλλά το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό. Όλα εξαρτώνται από το τι εννοούμε λέγοντας «πρόοδος», εύπλαστη λέξη με την οποία είναι εύκολο να παίξουμε, χρησιμοποιώντας την είτε ως απωθητική φιγούρα (στους αντιμοντέρνους και τους ριζοσπάστες οικολόγους) είτε ως σημείο στράτευσης (στους οπαδούς του ιστορικού οπτιμισμού, οι οποίοι δεν μπαίνουν πλέον στον κόπο να την ορίσουν).

Όπως η πλειονότητα των πολιτικών ηγετών, οι οποίοι σκέφτονται το μέλλον υπό το φως της προόδου, ο πρόεδρος Μακρόν προσπαθεί να μονοπωλήσει τις πίστεις και τα «προοδευτικά» πάθη, ρίχνοντας στην κόλαση της αντιδραστικής ή συντηρητικής σκέψης τις θέσεις των πολιτικών του αντιπάλων, ακόμα και όταν αυτοί οι τελευταίοι διακηρύσσουν ότι ανήκουν στο στρατόπεδο της προόδου. Βυθιζόμαστε τότε σε έναν ωκεανό διαλόγου κωφών και κακόπιστων επιχειρημάτων, όπου ο καθένας προσάπτει στον άλλον ότι δεν είναι πραγματικά ή επαρκώς «προοδευτικός».

Όπως κι αν έχει, οι «προοδευτικές» επιθέσεις που στοχεύουν τους εικαζόμενους αντιπάλους στην πρόοδο προϋποθέτουν ότι η ιδέα ενός «στρατοπέδου της προόδου» είναι ικανή να συνενώνει την πλειοψηφία των γάλλων πολιτών. Στο εξής όμως, το άστρο της Προόδου είναι μακριά απ’ το να παίζει για όλους τους πολίτες το ρόλο του υπέρτατου οδηγητή για τη σκέψη και τη δράση. Ο προοδευτικός ενθουσιασμός είναι σε πτώση, φαίνεται μάλιστα να είναι και σε αποδρομή σε ορισμένα τμήματα του πληθυσμού.

Τούτου λεχθέντος, η θετική αναφορά στην πρόοδο δεν ανάγεται στον πρόεδρο Μακρόν σε μια ρητορική στρατηγική, συνιστά θεμέλιο της φιλοσοφικο-πολιτικής του σκέψης. Το θεμέλιο όμως αυτό αποδεικνύεται εύθραυστο, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί. Γι’ αυτό, το μεγάλο χρέος εκείνων οι οποίοι δεν θέλουν να τελειώνουν με την κληρονομιά των Φώτων πρέπει να είναι να αναστοχαστούν την ιδέα της προόδου πέραν του προοδευτισμού, αυτή την παραφυάδα της παραγωγικιστικής λατρείας και της θετικιστικής θρησκείας, η οποία ακλόνητα υποστηρίζει την ύπαρξη μιας οικουμενικής και αναγκαίας πορείας προς το καλύτερο.

Αυτή η αναγκαστική αντίληψη της προόδου λησμονεί το τυχαίο, την ενδεχομενικότητα και το απρόβλεπτο, αρνείται επίσης το ρόλο της ανθρώπινης θέλησης. Σήμερα, είναι ισχυρά κλονισμένη. Γι’ αυτό φαίνεται μάταιο να την ανάγουν κάποιοι σε μέθοδο σωτηρίας, φαντασιωνόμενοι ότι έτσι μπορεί να προκληθεί ένας μαχητικός ενθουσιασμός. Το αποτέλεσμα κινδυνεύει να αναχθεί σε αφθονία εξορκιστικών λόγων.

 

«Πρόοδος»: ο μεγάλος αριστερός διαιρέτης

Σε ό,τι αφορά την Αριστερά, όπως αυτή απέμεινε, παρατηρούμε ότι είναι διαιρεμένη στις θέσεις που παίρνει ενώπιον πολλών προβλημάτων τα οποία, υπερβαίνοντας το κρατικο-εθνικό πλαίσιο, αναδύθηκαν από το τέλος του 20ού αιώνα.

Πρώτον, η ανάδυση των προβλημάτων που συνδέονται με τη μόλυνση του πλανήτη, την κλιματική υπερθέρμανση και την καταστροφή της βιο-ποικιλότητας. Όλοι οι αριστεροί μαχητές, των οικολόγων περιλαμβανομένων, συνωθούνται μεταξύ των συνετών «τεχνο-προφητικών» υποσχέσεων και των καταστροφιστικών κηρυγμάτων των κολαψολόγων. Έναντι της Αριστεράς που παραμένει προσηλωμένη στη θρησκεία της Προόδου, βρίσκουμε μία νέα Αριστερά, που μπορούμε να την ονομάσουμε «προφυλακτική» ή «διατηρητική», η οποία απορρίπτει όλα τα δόγματα του προοδευτισμού. Από αυτή την άποψη, μπορεί να χαρακτηρισθεί «αντιδραστική».

Δεύτερον, η εισβολή του ισλαμισμού ως νέου παγκόσμιου εχθρού, προσεγγιζόμενου υπό τις δύο του διαστάσεις: το πολιτικό ισλάμ με τις κατακτητικές στρατηγικές του (Αδελφοί Μουσουλμάνοι, σαλαφιστές) και την τζιχαντιστική τρομοκρατία. Έναντι της ισλαμιστικής απειλής, η Αριστερά κατακερματίσθηκε, για να αναδυθούν δύο ανταγωνιστικά στρατόπεδα: από τη μία πλευρά, αυτοί για τους οποίους η μάχη κατά του ισλαμισμού πρέπει να διεξαχθεί αδιάλλακτα στο όνομα των Φώτων, συνεπώς μιας ορισμένης αντίληψης της προόδου∙ από την άλλη πλευρά, εκείνοι οι οποίοι θέτουν στην πρώτη γραμμή τον «αγώνα κατά της ισλαμοφοβίας» στο όνομα του αντιρατσιστικού ιδεώδους. Έναντι μιας Αριστεράς στρατευμένης σε έναν απηνή αγώνα κατά του ισλαμιστικού σκοταδισμού, βρίσκουμε μια Αριστερά η οποία, υποστηρίζοντας ότι οι μουσουλμάνοι είναι εφεξής τα πρωταρχικά θύματα του ρατσισμού και των διακρίσεων, διατείνεται ότι ενσαρκώνει έναν «πολιτικό αντιρατσισμό», ένα από τα αξιώματα του οποίου είναι ότι υπάρχει στη Γαλλία ένας «κρατικός ρατσισμός» – τη στιγμή κατά την οποία η γαλλική δημοκρατική πολιτεία χαρακτηρίζεται από τον χωρίς προηγούμενο κρατικό αντιρατσισμό της. Αυτή η «ισλαμόφιλη» Αριστερά, καταγγελλόμενη από τους «μετριοπαθείς» ή «προοδευτικούς» μουσουλμάνους, μπορεί βάσιμα να θεωρηθεί «αντιδραστική». Ο διακηρυγμένος αντιρατσισμός της, ο οποίος προδίδει το ιδεώδες των Φώτων, μπορεί να ιδωθεί ως ψευδο-αντιρατσισμός στην υπηρεσία ύποπτων υποθέσεων, αιωρούμενος μεταξύ μιας πολιτικής των εθνοτικο-φυλετικών ταυτοτήτων και μιας κοινοτοποίησης των ισλαμιστικών κανόνων συμπεριφοράς και σκέψης. Έχοντας την τάση να βλέπει την ισλαμοφοβία παντού, αυτή η ψευδο-αντιρατσιστική Αριστερά επιχειρεί να περιορίσει το πεδίο της ελευθερίας της έκφρασης. Τροφοδοτεί το πνεύμα λογοκρισίας, εγκληματοποιώντας την ειρωνεία και τη σάτιρα.  

Τρίτον, η εμφάνιση των αντι-ελίτ κινημάτων αμφισβήτησης, των λεγομένων λαϊκιστικών κινημάτων, στο εξωτερικό του οργανωμένου πολιτικού πεδίου. Η Αριστερά διχάσθηκε έναντι των Κίτρινων Γιλέκων: ορισμένοι είδαν σε αυτή την άτυπη λαϊκή κινητοποίηση την υπόσχεση αναζωογόνησης της δημοκρατίας, επομένως την έκφραση μιας εφικτής πολιτικής προόδου, ενώ άλλοι δεν είδαν παρά παλινδρόμηση της πολιτικής αμφισβήτησης προς ατοπο-πολιτικές μορφές βίας συνοδευόμενες από αντισημιτισμό και συνωμοσιολογία. Ακόμα και εδώ, η Αριστερά έσπασε σε δύο στρατόπεδα: τους λαϊκιστές εθνικο-κυριαρχιστές και τους σοσιαλδημοκράτες πλουραλιστές.

Τέταρτον, η άνοδος των ανησυχιών και η όξυνση των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων που αφορούν τα ζητήματα βιοηθικής, κυρίως αυτών που άπτονται των βιοϊατρικών πρακτικών και των τεχνολογιών της ανθρώπινης αναπαραγωγής, είτε πρόκειται για την ιατρικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, την προεμφυτευτική διάγνωση, την επιλεκτική ή «θεραπευτική» άμβλωση, την παρένθετη μητρότητα ή τη γενική γονιδιακή θεραπεία. Αυτές οι πρακτικές και αυτές οι θεραπείες καταγγέλλονται από ορισμένους για τις «ευγονικές τους εκτροπές» ή για τον ανήθικο χαρακτήρα τους και εκθειάζονται από άλλους ως όργανα χειραφέτησης. Στην Αριστερά, βρίσκουμε «προοδευτικούς» που παίζουν το χαρτί της απεριόριστης επέκτασης των υποκειμενικών δικαιωμάτων (που απεικονίζουν τις διεκδικήσεις διαφόρων ενεργητικών μειονοτήτων, όπως οι «ριζοσπάστριες» νεο-φεμινίστριες), αλλά και άλλους «προοδευτικούς» που διεκδικούν να τεθούν όρια στην εξουσία των ανθρώπινων όντων έναντι του εαυτού τους. Ό,τι οι πρώτοι ονομάζουν «πρόοδο», οι δεύτεροι το ονομάζουν «βαρβαρότητα». Δεν διαθέτουν την ίδια αντίληψη αυτού που ονομάζεται «πολιτισμός», ένας άλλος όρος που έγινε προβληματικός.

Πέμπτον, η ανάδυση ενός επιθετικού μισανδρικού νεο-φεμινισμού, ενός λεσβιο-κοινοτισμού στρατευμένου σε διαρκή πόλεμο κατά των αρσενικών που χαρακτηρίζονται εχθροί, αλλά και κατά των οικουμενιστριών φεμινιστριών που κατηγορούνται ότι είναι συνένοχες του πατριαρχικού συστήματος. Το μίσος των αρσενικών, κατά προτίμηση των «λευκών αρσενικών», συμβαδίζει με το μίσος της Δημοκρατικής Πολιτείας που θεωρείται ότι είναι πολιτική έκφραση της πατριαρχίας.

΄Εκτον, ο ιδεολογικός δυναμισμός των «πολιτικών της ταυτότητας» που παίρνουν την ήπια μορφή του πολυπολιτισμού (που θα ήταν καλύτερο να ονομάζεται πολυ-κοινοτισμός), ή τη σκληρή μορφή του απο-αποικισμού, ο οποίος προϋποθέτει το αξίωμα της ύπαρξης ενός «συστημικού ρατσισμού» ή ενός «κρατικού ρατσισμού» στις δυτικές δημοκρατίες και προκρίνει την καταγγελία των διακρίσεων που θεωρεί ότι απορρέουν από την ίδια την λειτουργία της «λευκής κοινωνίας». Ενώπιον αυτής της νέας ιδεολογικο-πολιτικής προσφοράς, η οποία, φερόμενη από μια νέα πολιτισμική μόδα και νομιμοποιούμενη από την «αντιρατσιστική» της θεματική, γοητεύει μέρος της νεολαίας, η Αριστερά είναι εξαιρετικά διαιρεμένη. Στο πολυπολιτισμικό-αποαποικιακό στρατόπεδο αντιπαρατίθεται το εθνικο-ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, κάθε στρατόπεδο διαθέτοντας τον δικό του ορισμό του αντιρατσισμού. Ωστόσο, αυτοί οι ορισμοί είναι μεταξύ τους ασύμβατοι και πηγές συγκρουσιακότητας. Η υπεράσπιση των μειονοτήτων, που υποτίθεται ότι υφίστανται διακρίσεις, εκτρέπεται προς πραγματική τυραννία των ενεργητικών μειονοτήτων, ασυμβίβαστη με το ρεπουμπλικανικό πρόταγμα ενσωμάτωσης των ατόμων στην κοινότητα των πολιτών πάνω σε ουνιβερσαλιστικές βάσεις. Η σύγκρουση των αντιρατσισμών είναι σήμερα ο καθρέφτης των εσωτερικών συγκρούσεων στην Αριστερά. Η μεταεθνική Αριστερά υποδέχεται ευνοϊκά τον «πολιτικό αντιρατσισμό» των εξτρεμιστικών μειοψηφιών μιμούμενη το αμερικανικό κίνημα Black Lives Matter, ενώ η εθνικο-ρεπουμπλικανική Αριστερά βλέπει εδώ έναν μαχητικό «φυλετισμό», και μάλιστα μία μεταμφιεσμένη μορφή ρατσισμού κατά των λευκών.

 

Από την Πρόοδο στις προόδους

Οι παλιές αντιπαραθέσεις για τους διαφορετικούς τύπους προόδου δεν έχουν καθόλου «ξεπερασθεί», όπως φαίνεται να πιστεύουν ή κάνουν ότι πιστεύουν οι διακηρυγμένοι «προοδευτικοί». Δεν υπάρχει προ-εγκαθιδρυμένη αρμονία ανάμεσα στις αντιστοίχως επιστημονικές, τεχνικές, οικονομικές, πολιτικές και ηθικές προόδους. Ούτε καν αχνοφαίνεται η δυνατότητα μιας εκ του αποτελέσματος αρμονία ανάμεσα σε αυτούς τους τύπους προόδου.

Επιπλέον, και κατά έναν γενικό τρόπο, οι συλλογικές πρόοδοι εμφανίζονται πιο προβληματικές από ό,τι οι ατομικές πρόοδοι στον έναν ή τον άλλον τομέα, που μπορεί να είναι μετρήσιμες. Μπορούμε, για παράδειγμα, να μιλήσουμε για «πολιτισμική πρόοδο» ή για «διανοητική πρόοδο» του ανθρώπινου είδους στην μακρά του ιστορία; Και ποια θα ήταν τα μη υποκειμενικά κριτήρια γι’ αυτό; Ωστόσο, αυτός δεν είναι επαρκής λόγος για να πετάξουμε την θολή έννοια της προόδου, η οποία παραμένει αναντικατάστατη.

Για παράδειγμα, η συνειδητοποίηση πως ό,τι είναι τεχνικά εφικτό δεν είναι και επιθυμητό μπορεί να θεωρηθεί ως διανοητική και ηθική πρόοδος. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ταυτοχρόνως ότι ορισμένες τεχνικές πρόοδοι είχαν και έχουν πάντα ευτυχείς κοινωνικές συνέπειες. Σε ό,τι αφορά την ηθική πρόοδο, όποιον ορισμό και αν της δώσουμε, δεν έχει καμία σχέση με την τεχνική πρόοδο, ούτε με την επιστημονική πρόοδο. Και εδώ ακόμα, τα κριτήρια της ηθικής προόδου δεν είναι τα ίδια όταν μιλάμε για συλλογικές οντότητες ή για ατομικά πρόσωπα.

Για να αποφεύγουμε να θέτουμε με λιτανικό τρόπο λάθος προβλήματα οφειλόμενα στο διφορούμενο της λέξης «πρόοδος» πρέπει να προβούμε σε κριτική ανάλυση αυτής της ρευστής έννοιας, ώστε να αποσυνδέσουμε τις ετερογενείς συνιστώσες της για τις οποίες καταχρηστικά υποθέτουμε ότι είναι με ενάρετο τρόπο συνδεδεμένες. Η σύγκρουση είναι παρούσα μέσα στην έννοια: πρέπει να έχουμε το κουράγιο να το αναγνωρίσουμε. Ό,τι για μεγάλο διάστημα ήταν το όπιο των Μοντέρνων κινδυνεύει να γίνει ο διάβολός τους.

Τίποτα δεν θα κερδίσουμε με αυτή την αλλαγή του συμβολικού στάτους ενός μαγικού όρου. Ας ελπίσουμε ότι θα πάψουμε μια μέρα να αντιμετωπίζουμε την Πρόοδο ως είδωλο, είτε για να το λατρεύουμε είτε για να το καταριόμαστε ή για να διαπιστώνουμε την τρέχουσα απώλειά του. Το μεγάλο καθήκον είναι να την ξανασκεφτούμε, έπειτα από πάνω από τρεις αιώνες ιστορικών πειραματισμών.

μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

 

Pierre-André Taguieff

Φιλόσοφος και ιστορικός πολιτικών ιδεών, διευθυντής ερευνών στο CnrS, διδάσκει στο Iνστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: Ο ρατσισμός (1998), Παγκοσμιοποίηση και Δημοκρατία (2002), Ο μύθος των «Σοφών της Σιών» (2006), Θεωρίες συνωμοσίας (2010), Τι είναι αντι-σημιτισμός; (2011), Ο νέος εθνικολαϊκισμός (2013), Συνωμοσιολογική σκέψη και «θεωρίες συνωμοσίας» (2015), Σύντομη πραγματεία περί συνωμοσιολογίας (2016), Ο εξτρεμισμός και τα είδωλά του (2017), Ο αντισημιτισμός (2019). Πιο πρόσφατο βιβλίο του στα γαλλικά, L'imposture décoloniale: Science imaginaire et pseudo-antiracisme.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.