Σύνδεση συνδρομητών

200 χρόνια ελληνικού Συνταγματισμού

Σάββατο, 30 Απριλίου 2022 01:01
Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843: μια εξέγερση κατά του βασιλιά κατέληξε στην παραχώρηση Συντάγματος από τον Όθωνα και στη μετάβαση της ελληνικής πολιτείας από την απόλυτη μοναρχία στη συνταγματική μοναρχία. Λιθογραφία στην οποία έχουν αποδοθεί τα ανάκτορα από την πλευρά της πλατείας και τα συγκεντρωμένα πλήθη, λαός και στρατός.
Μουσείο Μπενάκη
Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843: μια εξέγερση κατά του βασιλιά κατέληξε στην παραχώρηση Συντάγματος από τον Όθωνα και στη μετάβαση της ελληνικής πολιτείας από την απόλυτη μοναρχία στη συνταγματική μοναρχία. Λιθογραφία στην οποία έχουν αποδοθεί τα ανάκτορα από την πλευρά της πλατείας και τα συγκεντρωμένα πλήθη, λαός και στρατός.

Απ’ τα επαναστατικά Συντάγματα στην πανδημία. Υπερβάσεις και υστερήσεις στο δρόμο προς ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό Σύνταγμα[1] (τεύχος 127)

Α. Τα Συντάγματα του αγώνα

Η επανάσταση του 1821 ήταν προϊόν του κινήματος του εθνικισμού, όπου ένα υπό διαμόρφωση έθνος καλλιέργησε ενός είδους εθνική συνείδηση σε συνθήκες πολέμου και δημιούργησε ένα νεωτερικό κράτος – που σημαίνει καταρχήν συνταγματικό και εν δυνάμει φιλελεύθερο και δημοκρατικό. Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας υπήρξε γεγονός με τεράστια εμβέλεια, κυριολεκτικά στην αιχμή των πολιτικών και ιδεολογικών εξελίξεων της εποχής.

Όπως φαίνεται και από τα επαναστατικά Συντάγματα, η χριστιανική πίστη –και όχι η γλώσσα– ήταν το μόνο αντικειμενικό κριτήριο εθνικής ταυτότητας που θα μπορούσε να τεθεί για να διακρίνονται  οι επαναστατημένοι Έλληνες από τους αλλόδοξους δυνάστες. Από τα γνωστά πολιτεύματα της εποχής –μοναρχικό σύμφωνα με το γαλλικό Σύνταγμα του 1791 και τα πολιτεύματα των περισσότερων κρατών της εποχής, προεδρική δημοκρατία σύμφωνα με το πολίτευμα της Αμερικής και κοινοβουλευτικό σύμφωνα με το αγγλικό πρότυπο, αλλά και το γαλλικό Σύνταγμα του 1795– το πολίτευμα που θα βασιζόταν στα χαρακτηριστικά μιας πολυπρόσωπης εκτελεστικής εξουσίας (εκτελεστικό) και μιας αντιπροσωπευτικής Βουλής (βουλευτικό) ήταν μάλλον εκείνο που ανταποκρινόταν στις συνθήκες του Αγώνα, λόγω του κατακερματισμού  των δυνάμεων και των διαφορετικών συμφερόντων που εκπροσωπούσαν οι συμμετέχοντες στην Επανάσταση. Το πολιτειακό αυτό σχήμα που υπηρετούσε τον πολυκεντρισμό και έφερνε μια ισορροπία στα αντικρουόμενα πολιτικά συμφέροντα των επαναστατημένων, δημιούργησε μια ασθενή παράδοση – καθώς ξεχάστηκε μέχρι το Σύνταγμα του 1864–, που ωστόσο παρέμεινε ως θεσμική μνήμη με αξιοσημείωτη διάρκεια στα χρόνια που ακολούθησαν.

Η διαφοροποίηση του Συντάγματος της Τροιζήνας (1827) που προέβλεπε Κυβερνήτη, αλλά και η διατήρηση του ρόλου της Βουλής, οφειλόταν στην αλλαγή των συνθηκών του πολέμου και σε γεγονότα όπως η εμφύλιοι πόλεμοι και η έλευση του Ιμπραήμ, καθώς και στη θεσμική προετοιμασία του εδάφους για την ανάθεση του ρόλου αυτού στον Ιωάννη Καποδίστρια.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο συνταγματισμός ως ιδεολογία και το Σύνταγμα ως τύπος μπορούσαν να υποδεχθούν τις επιδιώξεις όλων των ισχυρών κοινωνικών ομάδων στην Επανάσταση – και σε αυτό το στοιχείο έγκειται η διάδοση και τελικά η επικράτησή του. Ήταν ένα κίνημα στο οποίο ο καθένας μπορούσε να επενδύσει διαφορετικές προσδοκίες, έστω και αν δεν είχε σαφή αντίληψη για τις δεσμεύσεις και τους περιορισμούς που συνεπάγονταν η αποδοχή των ιδεών αυτών. Υπό αυτή την έννοια, τα επαναστατικά Συντάγματα και οι φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές που περιείχαν λειτούργησε περισσότερο  ως σύνολο διακηρύξεων μιας πολιτειακής ταυτότητας με έκδηλα συμβολικά χαρακτηριστικά. Είναι αναμφίβολο ότι τα κείμενα αυτά άσκησαν μια σημαντική παιδευτική και ιδεολογική λειτουργία και δεν ήταν απλά προσχήματα, εξοικειώνοντας έτσι τους Έλληνες με μια μορφή άσκησης της εξουσίας διαφορετική από αυτή που είχαν συνηθίσει την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και  που έκτοτε θα αποτελέσει σημείο αναφοράς όλων των πολιτικών παρατάξεων.

Ωστόσο, η ανεπιφύλακτη αποδοχή της αντίληψης –που υιοθετείται από πολλούς συνταγματολόγους–, ότι τα επαναστατικά Συντάγματα αποτέλεσαν τα θεμέλια του μεταγενέστερου φιλελεύθερου και δημοκρατικού συνταγματισμού ως συνειδητά πολιτειακά δημιουργήματα ενός πολιτικού υποκειμένου που εμφορείται από τις αντίστοιχες ιδέες,  θεωρώ ότι είναι μάλλον υπερβολική.

Όπως ο Σεφέρης αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Μακρυγιάννη έναν γνήσιο εκπρόσωπο της λαϊκής σοφίας, έναν αυθεντικό εκφραστή του πνεύματος της Επανάστασης και τον ανάγει όχι μόνο σε πρότυπο αγωνιστή αλλά και σε φορέα ενός υποδειγματικού λογοτεχνικού κανόνα, έτσι και σημαντικοί έλληνες συνταγματολόγοι όπως ο Αριστόβουλος Μάνεσης και ο Αλέξανδρος Σβώλος αποδίδουν στα επαναστατικά Συντάγματα γνωρίσματα ενός φιλελεύθερου και δημοκρατικού πνεύματος που πολύ απέχουν από τις αντιλήψεις (λόγω άγνοιας και διαφορετικών στόχων) των περισσοτέρων επαναστατημένων Ελλήνων για τη μελλοντική διοίκηση της χώρας, που βέβαια ουδέποτε υιοθετήθηκαν στην πράξη στις συνθήκες του πολέμου. Πρόκειται για τοποθετήσεις που  ενδεχομένως μετέχουν σε μια «ιδεολογική» ανάγνωση της ιστορίας, γύρω από το ρόλο των προσώπων και των θεσμών και γενικότερα του παρελθόντος με γνώμονα τις οπωσδήποτε θεμιτές και εύλογες ανάγκες του παρόντος και την υπεράσπιση της εύθραυστης δημοκρατίας του μεσοπολέμου για τον Σβώλο και του ανεμικού κράτους δικαίου των μεταπολεμικών χρόνων για τον Μάνεση. Με τη στάση αυτή, οι δύο έλληνες συνταγματολόγοι –υπάρχουν και εκείνοι που είτε είναι αναφανδόν υπέρ της Μοναρχίας θεωρώντας ασυμβίβαστους με την Ελλάδα τους συνταγματικούς θεσμούς (όπως ο Δημήτριος Βερναρδάκης), είτε θεωρούν ότι οι ξενόφερτοι θεσμοί των Βαυαρών διέλυσαν τους παραδοσιακούς κοινοτικούς δεσμούς (όπως οι Δασκαλάκης και Πανταζόπουλος)– και όσοι μεταγενέστεροι αποδέχθηκαν αυτή την ερμηνεία αισθάνονται την ανάγκη να αποκαταστήσουν την ενιαία και αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνικού συνταγματισμού από την επανάσταση μέχρι σήμερα. Η ιστορία τους δικαίωσε έπειτα από 150 χρόνια και τη μεταπολίτευση, ωστόσο οφείλουμε να δούμε τον συνταγματισμό των επαναστατικών χρόνων με περισσότερο κριτική ματιά και πάντως όχι ως «πρωτοπορία», παρά το πανηγυρικό κλίμα των ημερών.

 

Β. Η καθιέρωση του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας: τα εμπόδια

Τα χρόνια που ακολούθησαν, το Σύνταγμα έγινε η πολιτειακή σταθερά της πολιτικής μας ιστορίας και ο κοινοβουλευτισμός μαζί με την πρώιμη εισαγωγή της καθολικής ψηφοφορίας (ήδη με τα επαναστατικά Συντάγματα και  με νόμο αμέσως μετά το Σύνταγμα του 1844) καθιερώθηκαν ρητά στο Σύνταγμα του 1864 σε συνθήκες σχετικής δημοκρατικής ομαλότητας με αλλεπάλληλες –νόμιμες στην πλειονότητά τους– εκλογικές αναμετρήσεις. Αυτή η δημοκρατική νομιμότητα, σε συνδυασμό με το κοινοβουλευτικό πολίτευμα, δημιούργησε μια παράδοση  που οδήγησε τους Έλληνες να θεωρούν τις ανατροπές της δημοκρατικής τάξης ως παρεκκλίσεις και να απονομιμοποιούν έτσι τα δικτατορικά καθεστώτα που ουδέποτε στη χώρα μας απέκτησαν ουσιαστικά ερείσματα, όπως σε άλλες χώρες, την περίοδο ιδίως του μεσοπολέμου. Στην πορεία αυτή, στρατός και στέμμα και δευτερευόντως ο ξένος παράγοντας έπαιζαν σημαντικό ρόλο επικυρίαρχου στις εξελίξεις, τουλάχιστον μέχρι τη μεταπολίτευση.

Ειδικά ο στρατός, ενώ στις τρεις σημαίνουσες παρεμβάσεις κατά τον 19ο αιώνα-αρχές 20ού (1843, 1862, 1909) συνιστά δύναμη εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού, μετά τον Εθνικό Διχασμό, ιδίως με τα αλλεπάλληλα πραξικοπήματα του μεσοπολέμου και μέχρι τη μεταπολίτευση, υπονομεύει την πορεία του έθνους προς την πολιτική και την πολιτειακή ομαλότητα.

Αυτή η ανοδική περίοδος κράτησε περίπου έναν αιώνα και συνοδεύτηκε από  σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού στους θεσμούς και στην οικονομία με τον Χαρίλαο Τρικούπη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, και την εδαφική ολοκλήρωση στα σημερινά μας σύνορα που επέφερε μια αντίστοιχη εθνική ομοιογένεια του πληθυσμού. Την περίοδο αυτή, η πλειοψηφική και άρα συγκρουσιακή εκδοχή του κοινοβουλευτισμού, που επικράτησε έναντι της συναινετικής, που ήταν συνηθέστερη στη δυτική Ευρώπη, ευνοήθηκε από τους εκλογικούς νόμους της λεγόμενης ενισχυμένης αναλογικής που οδήγησαν σε δικομματικά συστήματα, όπου το πλειοψηφούν κόμμα ασκεί ανεμπόδιστα την κυβερνητική εξουσία.

 

Γ. O μεσοπόλεμος και η κρίση της δημοκρατίας

Από το μεσοπόλεμο και μετά η χώρα σπαράσσεται από δύο μεγάλους διχασμούς και από αντίστοιχους πολέμους και πορεύτηκε μέχρι τη μεταπολίτευση κλυδωνιζόμενη από συνθήκες που δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της καχεκτικής δημοκρατίας, μολονότι παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται και σε άλλες χώρες και δεν συνιστούν ελληνική ιδιαιτερότητα. Την περίοδο αυτή ήταν συχνό το φαινόμενο της αναστολής των διατάξεων του Συντάγματος του 1911 και του 1927: η χώρα κηρυσσόταν συχνά σε κατάσταση πολιορκίας, ενώ κυριαρχούσαν οι αναγκαστικοί νόμοι και τα νομοθετικά διατάγματα που εξέδιδε η εκτελεστική λειτουργία σε βάρος της νομοθετικής.  Έντονες παραβιάσεις είχαμε και στο επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων και των εκλογικών διαδικασιών. Με άλλα λόγια, τον μεσοπόλεμο, η παραβίαση του Συντάγματος ήταν στην ημερήσια διάταξη, χωρίς αυτό να είναι σε θέση να το ανατρέψει η δικαστική λειτουργία, η οποία κατά κανόνα την αποδεχόταν στο όνομα της «σωτηρίας της πατρίδας». Παρ’ όλα αυτά, κόμματα που εκπροσωπούσαν τα άκρα του εκλογικού φάσματος δεν κατόρθωσαν να επηρεάσουν τις πολιτικές εξελίξεις και αυτό αποτελεί ιδιαιτερότητα της χώρας και κατάκτηση, όπως και αν το δει κανείς. Την ίδια περίοδο, τα περιορισμένα θεσμικά αντίβαρα και ιδίως ο ασθενής –παρότι καθιερωμένος από τον 19ο αιώνα– έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων συνέβαλε στην ύπαρξη ενός χάσματος μεταξύ των συνταγματικών ρυθμίσεων και της συνταγματικής πραγματικότητας, ουσιαστικά αυτού που ονομάζουμε πραγματικό Σύνταγμα, χάσμα που σηματοδοτήθηκε εμφατικά –ανάμεσα στις άλλες εκτροπές– από το παρασύνταγμα της μετεμφυλιακής περιόδου (διοικητικές εκτοπίσεις, στρατοδικεία, στέρηση ιθαγένειας, απαγόρευση πολιτικών κομμάτων, εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό, πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων) και τη δικτατορία του 1967.

Στο πεδίο των δικαιωμάτων, μέχρι τη μεταπολίτευση, η δυσπιστία απέναντι στις όποιες μειονότητες, ο κυρίαρχος ρόλος της εκκλησίας και η έμφαση στην ισότητα έναντι της ελευθερίας δημιούργησαν καθυστερήσεις, έναντι των δυτικών Συνταγμάτων, στην καθιέρωση ενός σύγχρονου φιλελεύθερου κράτους. Ώς τη μεταπολίτευση μια διαρκής αντινομία διατρέχει τη συνταγματική μας ιστορία, αυτή μεταξύ συνταγματικών διατάξεων και της συνταγματικής θεωρίας από τη μία και εφαρμογή των συνταγματικών αρχών στο πολιτικό σύστημα από την άλλη.

 

Δ. Η μεταπολίτευση με την αποκατάσταση της δημοκρατίας και το νέο θεσμικό ξεκίνημα

Από το Σύνταγμα του 1975 έχουμε διανύσει μισό αιώνα χωρίς πολιτειακή κρίση, χωρίς εκτροπή από τις ράγες ενός λειτουργικού κοινοβουλευτισμού, καθώς  η ελεύθερη λειτουργία της λαϊκής κυριαρχίας συνδυάστηκε με την ομαλή λειτουργία της αντιπροσωπευτικής αρχής. Στο πλαίσιο ενός κοινοβουλευτικού συστήματος πλειοψηφικού τύπου παρατηρείται μια πλήρης εφαρμογή της κοινοβουλευτικής αρχής, που εμπλουτίστηκε με περιόδους όπου πολυκομματικά και κατά βάσιν συναινετικά κυβερνητικά σχήματα άσκησαν την εξουσία το 1989-1990 και το 2011-2019.

Βέβαια, στην πράξη παρατηρήθηκε μια κριτική δυσπιστία απέναντι σε θεσμικά αντίβαρα, καθιερωμένα στα δυτικά πολιτεύματα, όπως η δικαιοσύνη και οι ανεξάρτητες αρχές, γεγονός που ενισχύθηκε από ένα κλίμα λαϊκισμού ιδίως την περίοδο της κρίσης.

Το 1974 δεν ήταν απλώς μια ομαλή μετάβαση στη δημοκρατία, αλλά σήμανε και το τέλος του εμφυλίου πολέμου με τα αρνητικά θεσμικά κατάλοιπα που τον συνόδευαν για είκοσι πέντε χρόνια (παρασύνταγμα) και ουσιαστικά το τέλος των δύο διχασμών (εθνικού και εμφύλιου) που ξεκίνησαν από το 1915. Η ελεύθερη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και η κατάργηση της Βασιλείας ήταν η προίκα του Συντάγματος του 1975 και αποτέλεσαν δύο από τις θεσμικές αφετηρίες της νέας εποχής.

Το Σύνταγμα του 1975, παρά τη ρυθμιστική υπερφόρτωσή του σε ορισμένες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αναθεωρήσεις του, επέδειξε ανθεκτικότητα και σημαντική προσαρμοστικότητα, τόσο γιατί κατόρθωσε να  ενσωματώσει ομαλά τη χώρα στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη όσο και διότι σημείωσε προόδους στην προστασία των δικαιωμάτων και με την ευεργετική, κατά κανόνα, επιρροή της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, ενώ ο έλεγχος συνταγματικότητας σε πολλά πεδία ασκήθηκε με μέτρο και ιστορική επίγνωση. Η Ελλάδα ρίζωσε θέλω να πιστεύω, αμετάκλητα στο δυτικό υπόδειγμα πολιτευμάτων.

Δεν έλειψαν βέβαια και μετά το 1975 τα προβλήματα στο πεδίο των δικαιωμάτων: με τις αλλεπάλληλες  παρατάσεις των προφυλακίσεων, τις παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, την καθυστερημένη απονομή της δικαιοσύνης στην οποία συνέβαλε μια πελατειακού τύπου πολυνομία η οποία ενίσχυσε την κακονομία και όχι σπάνια εξέβαλε σε ανομία, τις απαλλοτριώσεις που δεν ολοκληρώνονταν καθηλώνοντας τις ιδιοκτησίες σε αδράνεια, την απαράδεκτη κατάσταση των ελληνικών φυλακών. Πολλά απ’ αυτά λύθηκαν και ορισμένα έμειναν σε εκκρεμότητα, καθώς ανώτατα δικαστήρια της χώρας όπως ο Άρειος Πάγος και λιγότερο το Συμβούλιο της Επικρατείας –μάθημα θρησκευτικών, ιθαγένεια, Nen bis in idem– έδωσαν, και κατά ένα μέτρο δίνουν ακόμα, αχρείαστες μάχες οπισθοφυλακής. 

Ωστόσο, δεν πρέπει να αρνηθούμε ότι στη χώρα μας, παρά τις πάγιες συνταγματικές προβλέψεις, δεν επικράτησε στα δημόσια ήθη μια γνήσια φιλελεύθερη παράδοση που να δίνει έμφαση στις ατομικές επιλογές πέρα και πάνω από τις επιταγές και τις δεσμεύσεις της κοινότητας. Το κοινοτικό –ιδίως θρησκευτικό– πνεύμα επί δεκαετίες κυριαρχούσε στις επιλογές των ατόμων και οδήγησε στο παρελθόν σε διώξεις μορφών τέχνης που θεωρήθηκαν βλάσφημες προς τη θρησκεία ή το έθνος (βλ. τις έντονες αντιδράσεις για την ταινία Ο τελευταίος πειρασμός, τα βιβλία Μπαμπινιώτη και Ανδρουλάκη, την εικαστική έκθεση Outlook). Ωστόσο, δεν θεωρώ εύστοχο το διχοτομικό σχήμα εκσυγχρονισμός/οπισθοδρόμηση-λαϊκισμός, ούτε το σχήμα των δύο Ελλάδων –μία δήθεν προοδευτική, ενώ η άλλη παραδοσιακή–, καθώς δεν επιβεβαιώνεται από τις ιστορικές εξελίξεις ούτε μπορεί να αντιστοιχηθεί σε συγκεκριμένους πολιτικούς φορείς, πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχουν φίλοι και πολύ περισσότερο εχθροί του Συντάγματος με την έννοια των αμετακίνητων αρνητών των συνταγματικών θεσμών.

Στο οργανωτικό μέρος του Συντάγματος, μολονότι τα πράγματα κύλησαν σχετικά ομαλά, υπήρχε σχετική κατάχρηση στην έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου και, κυρίως, στην ψήφιση άσχετων διατάξεων με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου. Ωστόσο, συνολικά, το θεσμικό αποτέλεσμα μπορεί να θεωρηθεί θετικό. Το ότι ήμασταν ευχαριστημένοι σε γενικές γραμμές με το Σύνταγμά μας –ένα από τα θεσμικά κεκτημένα της μεταπολίτευσης– ως αντίληψη μεταβλήθηκε το 2008 και μετά, με την οικονομική κρίση και την τρέχουσα κρίση της υγειονομικής πανδημίας και τις συνέπειές της, αλλά συνολικά δεν ανατράπηκε.

 

Ε. Το Σύνταγμα τα χρόνια της οικονομικής κρίσης

Η οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα από τα τέλη του 2009 έως σήμερα αποτελεί ένα σημείο τομής για τη μεταπολιτευτική ιστορία της Ελλάδας. Το ελληνικό κράτος έφτασε στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης, οι ισορροπίες του πολιτικού και του κομματικού συστήματος ανατράπηκαν, ένα τμήμα των πολιτών στράφηκε σε ακραίους και εμφανώς αντικοινοβουλευτικούς πολιτικούς φορείς, ενώ οι κοινωνικές διαμαρτυρίες ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο όριο.

Τα πράγματα εξελίχθηκαν για την Ελλάδα με τον τρόπο που εξελίχθηκαν, διότι οι ελληνικές κυβερνήσεις, με δεδομένες τις διεθνείς συνθήκες, τους θεσμούς και τους χειρισμούς των οργάνων της ΕΕ έχασαν τον έλεγχο των οικονομικών μεγεθών και, ως εκ τούτου, απώλεσαν και τα περιθώρια των πολιτικών επιλογών. Ωστόσο, την ίδια κοντόθωρη αντίληψη επέδειξαν και τα οικονομικώς ισχυρά κράτη της Ευρωζώνης, γεγονός που τα εμπόδισε να δράσουν γρήγορα και αποτελεσματικά, εντείνοντας τις πιέσεις της κρίσης προς τους αδυνάτους, όπως η Ελλάδα.

Σε όλες τις παραπάνω δραματικές εξελίξεις, το Σύνταγμα κατέλαβε μια ξεχωριστή θέση. Ενώ, σε γενικές γραμμές, μετά τη μεταπολίτευση –και μετά την οριστική επίλυση του πολιτειακού ζητήματος– το Σύνταγμα του 1975 κρίθηκε ότι ανταποκρίνεται στo επίπεδο του ευρωπαϊκού μέσου όρου των Συνταγμάτων των φιλελεύθερων και δημοκρατικών πολιτειών, με το ξέσπασμα της κρίσης τα όποια επιτεύγματά του στην πολιτειακά και πολιτικά ομαλότερη και πλέον ευημερούσα περίοδο του νεοελληνικού κράτους αμφισβητήθηκαν. Η διάχυτη απαίτηση για συνταγματικές αλλαγές υπήρξε ιδιαίτερα έντονη τη δεκαετία της κρίσης στη χώρα μας –όλοι επικαλούνταν το Σύνταγμα ως σωτηρία από την κρίση– και   επιδέχεται μια διπλή ανάγνωση, καθώς μπορεί είτε να αναδεικνύεται ως απόρροια μιας συνειδητής προσήλωσης στις συνταγματικές αξίες εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος θα συμβάλει καθοριστικά σε μια έξοδο από την κρίση, είτε από την άλλη να εκφράζει μια βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στη λειτουργία της πολιτικής και στις συνταγματικές διευθετήσεις που μέχρι σήμερα ενίσχυαν τη νοσηρότητα του πολιτικού συστήματος. Με άλλα λόγια, ταυτόχρονα, αφενός κατηγορούσαμε το Σύνταγμα για ανεπάρκεια, αφετέρου το επικαλούμασταν ως το βασικό θεσμικό ανάχωμα απέναντι στην κρίση. Αυτός ο διπλός λόγος ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά φαινόμενα της δεκαετίας που πέρασε. 

Σύμφωνα με τις παραπάνω ερμηνείες, το Σύνταγμα υποτάχθηκε στην κρίση, αποδέχτηκε παθητικά εξελίξεις που το υπερβαίνουν και δεν μπόρεσε να ενσωματώσει τις αλλαγές που εκφράζουν την κατάσταση μιας χώρας, η οποία σε συνθήκες πίεσης οφείλει να αντιδρά άμεσα. Η συνεχής έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, οι κατεπείγουσες διαδικασίες ψήφισης των εξαιρετικά αναλυτικών και περίπλοκων μνημονιακών νόμων, η εγκατάλειψη της προοπτικής του δημοψηφίσματος  μετά τις –μειωτικές για τη χώρα και τους πολιτικούς της ηγέτες– αντιδράσεις ορισμένων ευρωπαίων αρχηγών έθιξαν την εγγυητική λειτουργία του Συντάγματος και κλόνισαν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

Η γνώμη μου είναι ότι τα τελευταία δέκα χρόνια το Σύνταγμα δοκιμάστηκε πολλαπλώς, καθώς άντεξε στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις και στο δημοψήφισμα του 2015, εξασφαλίζοντας ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία και, σε γενικές γραμμές, σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επίσης επιβεβαίωσε ένα ισχυρό κεκτημένο της μεταπολίτευσης που είναι η θεσμική διάρκεια, κεκτημένο που μέσα στην παραζάλη της κρίσης και των μνημονίων συχνά υποτιμούμε. Αυτό το σημαντικό επίτευγμα της μεταπολίτευσης αποκτά ακόμα εντονότερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι την περίοδο της κρίσης κατέρρευσε το κομματικό σύστημα του δικομματισμού, άλλαξαν ριζικά οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί, ασκήθηκαν ισχυρές πιέσεις από διεθνείς παράγοντες και τέθηκαν με οξύτητα και ένταση ζητήματα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων υπό την απειλή της δημοσιονομικής κατάρρευσης. Σε αυτές τις πιέσεις, το Σύνταγμα άντεξε και αποδείχθηκε αποτελεσματικό εργαλείο οργάνωσης και οριοθέτησης των κρατικών λειτουργιών, μολονότι από αρκετές πολιτικές δυνάμεις καλλιεργούνταν η ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα της χώρας είναι κυρίως συνταγματικό. Το Σύνταγμα άντεξε απέναντι σε έναν αντιμνημονιακό λόγο που το επικαλούνταν καταχρηστικά ως έκφραση ενός συνταγματικού λαϊκισμού, συγκαλύπτοντας το γεγονός ότι το βασικό πρόβλημα της χώρας ήταν πολιτικό, οικονομικό, νοοτροπιακό, θέμα δημοσιονομικής ισορροπίας και μοντέλου ανάπτυξης.

Είναι σαφές ότι το εθνικό και το διεθνές επίπεδο αλληλεπιδρούν και αλληλοεξαρτώνται διαρκώς, ανοίγοντας συνεχώς ρωγμές σε ένα Σύνταγμα που οικοδομήθηκε πάνω στο ιστορικό έδαφος των εθνών κρατών (συνταγματισμός) και που αντιλαμβανόταν τη διεθνή παρουσία ως απλή συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς, και όχι ως ένα πεδίο όπου διακυβεύεται αδιαλείπτως η εθνική της κυριαρχία και όπου τα περιθώρια να ορίζεις την εθνική σου μοίρα στενεύουν, ιδίως όταν είσαι αναξιόχρεος οφειλέτης.

Όλα αυτά τα ενδεχόμενα δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται τα χρόνια της οικονομικής κρίσης πάνω σε ένα εκκρεμές, που κινούνταν ανάμεσα σε διαπιστώσεις, όπως: «Το Σύνταγμα δεν είναι τίποτα» μέχρι «Το Σύνταγμα είναι τα πάντα», δηλαδή ανάμεσα σε έναν εργαλειακό λόγο μνημονιακής προέλευσης, που αντιμετωπίζει τις συνταγματικές ενστάσεις για παραβίαση δικαιωμάτων ως δευτερεύοντα ζητήματα τα οποία υποχωρούν ενώπιον των οικονομικών καταναγκασμών και μιας ανοικονόμητης αντιμνημονιακής ρητορικής που απαξιώνει κάθε μέτρο ως εκ προοιμίου λανθασμένο και αντισυνταγματικό, καθιστώντας ανέφικτη οποιαδήποτε προοπτική εύρεσης κοινού τόπου και συνεννόησης.

Με δυο λόγια, η πολιτική και οικονομική κρίση, μολονότι δεν ανέτρεψε τις βάσεις του συνταγματικού πολιτεύματος, απαξίωσε το πολιτικό και κομματικό σύστημα. Εδώ, εμφανίζεται το παράδοξο να έχουμε μια σταθερή κοινοβουλευτική δημοκρατία και ένα κράτος δικαίου με δικαιοδοτικούς μηχανισμούς που εγγυώνται τα δικαιώματα των πολιτών, και από την άλλη ορισμένοι να θεωρούν ότι αυτοί οι ίδιοι θεσμοί καταρρέουν εσωτερικά και ότι είναι ανίκανοι να οικοδομήσουν μια στοιχειώδη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες.

Αντί το πολιτικό σύστημα και οι φορείς του να αντιληφθούν τις ομαλές συνθήκες της μεταπολίτευσης και της συμμετοχής στην ΕΕ ως χρυσή ευκαιρία ουσιαστικής συμμετοχής σε ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης, αυτοί κολάκευσαν τα πλέον παρασιτικά και παρωχημένα στοιχεία της κοινωνίας διαπαιδαγωγώντας τη με στρεβλό και αντιπαραγωγικό τρόπο, αρκεί η εξουσία τους να έμενε ανέγγιχτη. Με βάση τα ανωτέρω, η περιπέτεια της κρίσης και η εφαρμογή των μνημονίων περισσότερο ανέδειξαν τα πολιτικά ελλείμματα και τις ανεπάρκειες των πολιτικών φορέων και λιγότερο την καταλληλότητα του συνταγματικού πλαισίου.

Στη χώρα μας, πέραν της αντοχής που επέδειξε το Σύνταγμα, αναδείχθηκαν και αδυναμίες που αφορούν την αρχιτεκτονική των θεσμών του κοινοβουλευτισμού, θεσμικές αστοχίες και προβληματικές ρυθμίσεις με συνέπειες στην ομαλή διεξαγωγή του πολιτικού ανταγωνισμού, όπως η διάλυση της Βουλής λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας το 2015 και το εσπευσμένο και συνταγματικά έωλο δημοψήφισμα του καλοκαιριού της ίδιας χρονιάς. Χρόνιες παθογένειες στη συνταγματική ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών και εύλογες ενστάσεις για τον τρόπο που το πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει τη βουλευτική ασυλία διαμόρφωσαν συναινέσεις προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης των σχετικών θεσμών, ζητήματα που αντιμετωπίστηκαν από την πρόσφατη αναθεώρηση του 2019.

 

ΣΤ. Πανδημία και Σύνταγμα

Η υγειονομική κρίση που κυριαρχεί σε όλο τον κόσμο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έθεσε σε μεγάλη δοκιμασία ανάμεσα στα άλλα και τους κρατικούς θεσμούς, οι οποίοι επωμίστηκαν το μεγάλο βάρος της ιατρικής, κοινωνικής και οικονομικής διαχείρισης των συνεπειών της. Ανεξάρτητα αν οι πανδημίες και η αντιμετώπιση των ιών είναι σχετικά σπάνιες με αυτή την μορφή και σε αυτή την έκταση, είναι αναμφίβολο ότι το φαινόμενο, παρά τα πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά του –εύκολη διασπορά, θνησιμότητα, άγνοια βασικών παραμέτρων της επιδημικής συμπεριφοράς του, έλλειψη θεραπευτικών μεθόδων στο αρχικό στάδιο σε προληπτικό (εμβόλια) και σε κατασταλτικό (δόκιμες θεραπευτικές μέθοδοι) επίπεδο– εντάσσεται σε ένα περιβάλλον διακινδύνευσης που δεν δικαιολογεί τον αιφνιδιασμό. Το περιβάλλον αυτό είναι παγκοσμιοποιημένο, με αποτέλεσμα η διασύνδεση των ανθρώπων και η πυκνότητα του πληθυσμού να συνεπάγεται ευρεία διασπορά των ιών χρονικά και χωρικά, δύσκολα ελέγξιμη. Η διαπίστωση, από πολλούς, ότι υπάρχει επιστροφή του κράτους ως κεντρικού θεσμού που αναλαμβάνει τη διαχείριση της κατάστασης καταδεικνύει την αδυναμία των διεθνών θεσμών να συντονιστούν και να επεξεργαστούν λύσεις που μόνο ως παγκόσμιες θα είναι αποτελεσματικές και το παράδειγμα των εμβολιασμών στο επίπεδο της ΕΕ το αποδεικνύει. Συνεπώς, δεν υπάρχουν μόνιμες επιστροφές ούτε διαρκείς αποχωρήσεις στο γεωπολιτικό περιβάλλον της πανδημίας, καθώς η κατάσταση είναι ρευστή και οι απαντήσεις μοιραία προσωρινές.

Οι σύγχρονες κοινωνίες είναι κοινωνίες διακινδύνευσης εξαιτίας του πολλαπλασιασμού των περιβαλλοντικών και των τεχνολογικών παραγόντων που ανατρέπουν τις βεβαιότητες της νεωτερικότητας ως προς την εξέλιξη φαινομένων όπως η εκδήλωση ιογενών επιδημιών που δεν είχαν εμφανιστεί προηγουμένως. Από την άλλη, το κράτος οφείλει να παράσχει συγκεκριμένη προστασία σε συνταγματικά προστατευόμενα έννομα αγαθά όπως η υγεία, σε συνθήκες υγειονομικής ανασφάλειας, όπως εν προκειμένω αναλαμβάνοντας προληπτικές δράσεις που περιλαμβάνουν τη δημιουργία θεσμικών (π.χ. αναμόρφωση του ΕΣΥ) και υλικών μέσων για την κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των ιατρικών περιστατικών  και περιορισμούς σε θεμελιώδη δικαιώματα λόγω της επιβαλλόμενης κοινωνικής αποστασιοποίησης. Έτσι, το φιλελεύθερο κράτος, πέραν της μέριμνας για την προστασία των ελευθεριών, οφείλει να μετατραπεί σε προληπτικό κράτος που παρεμβαίνει  για να εγγυηθεί τους όρους της ασφαλούς διαβίωσης και, μοιραία, να εναρμονίσει την ασφάλεια με την ελευθερία. Στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, ασφάλεια και ελευθερία είναι συμπληρωματικές διότι η μία επιβαρύνει το «κόστος» της άλλης. Όσο πιο μεγάλος και εκτεταμένων συνεπειών είναι ο κίνδυνος για την υγεία των πολιτών (ασφάλεια), τόσο πιο έντονο το κρατικό καθήκον αποφυγής του, ενδεχομένως και μέσω περιορισμών των ελευθεριών (π.χ. ελευθερία της κίνησης), εφόσον αυτό υποδεικνύεται από τους ειδικούς/επιδημιολόγους ως απολύτως αναγκαίο.

Οι επιλογές αυτές γίνονται υπό συνθήκες επιστημονικής αβεβαιότητας σε αρκετές από τις παραμέτρους της επιδημίας που, με τη σειρά τους, συνεπάγονται αντίστοιχες πειραματικές πολιτικές επιλογές στο οικονομικό και στο κοινωνικό επίπεδο. Η αυξημένη πολυπλοκότητα, η απουσία βεβαιοτήτων ως προς την εξέλιξη της νόσου, ενώ αναβαθμίζει την επιστήμη σε κρίσιμο παράγοντα των πολιτικών επιλογών, ταυτόχρονα καταδεικνύει και την αδυναμία της να δώσει ασφαλείς απαντήσεις, καθιστώντας την ευθραυστότητα αυτή σύμφυτη με τη λειτουργία των σύγχρονων δημοκρατιών.

Ωστόσο, στα δημοκρατικά καθεστώτα, οι σταθμίσεις επί επισφαλών δεδομένων ανατίθενται στο πολιτικό σύστημα και ο ρόλος των ειδικών είναι συμβουλευτικός. Όταν αυτός γίνεται κυρίαρχος και η τεχνοκρατία υποκαθιστά την πολιτική οδηγούμαστε μοιραία σε κρίση του πολιτικού συστήματος. Όταν το πολιτικό σύστημα διαπιστώσει ότι η μιντιακή προβολή μετατοπίζεται στους ειδικούς, οι πολιτικοί θα αισθανθούν την ανάγκη να επαναφέρουν τα πράγματα στη συνήθη επικοινωνιακή διαχείριση, όπως και έγινε στη δεύτερη και στην τρίτη φάση της πανδημίας.

Σε ένα άλλο επίπεδο, επανήλθε επιτακτικά η έννοια της πειθαρχίας και της ατομικής ευθύνης ως προς την εφαρμογή των μέτρων που αναμφίβολα είναι περιοριστικά στις ελευθερίες των πολιτών. Ατομική ευθύνη και κρατικά μέτρα δεν πρέπει να συγχέονται, παρότι η πειστικότητα των δεύτερων ενισχύει την πρώτη. Πειθαρχούμε σε κάτι που μας επιβάλλεται όταν συμμεριζόμαστε την αναγκαιότητά του και το συνδέουμε με την ταυτότητά μας και, εν προκειμένω, με την υγεία μας. Ενώ η ελληνική κοινωνία μολονότι χαρακτηρίζεται ως κοινωνία με χαμηλό δείκτη εμπιστοσύνης προς τους κρατικούς θεσμούς, έδειξε ισχυρή προσήλωση στις επιδημιολογικές οδηγίες και πρωτόγνωρη εμπιστοσύνη στο υγειονομικό  πλάνο, παρά τα σχετικώς αυξημένα ποσοστά όσων αρνούνται τον εμβολιασμό. Μήπως ξύπνησε ο αρχαϊκός φόβος έναντι αόρατης απειλής που παραλύει κάθε αντίδραση, μήπως η μαγνητική επιρροή του ειδικού που είναι επιστημονικά ακριβής αλλά και κοινωνικά ευαίσθητος επηρέασε τη συμπεριφορά μας; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει στον παρόντα χρόνο με ασφάλεια. Το βέβαιο είναι ότι όσοι θεωρούν ότι τα δεδομένα θα αλλάξουν ριζικά μετά την κρίση σε όλα τα επίπεδα είναι πολύ αισιόδοξοι με την ανθρώπινη φύση, και υποτιμούν τη ληθαργική επιρροή της κοινωνικής αμνησίας, όταν τα πράγματα επανέλθουν σε ό,τι ονομάζουμε κανονικότητα.

Η εμπειρία της υγειονομικής κρίσης είναι διαφωτιστική και σε αυτό. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των περιορισμών στην ελευθερία της κίνησης προκειμένου να αποφευχθεί ο συνωστισμός και να αποτραπεί η μετάδοση του ιού. Όπως έχουμε παρατηρήσει παραπάνω, όταν η κρίση παραμένει και διατηρείται ο έκτακτος χαρακτήρας της, τότε είναι ενδεχόμενο τα όρια του δικαστικού ελέγχου να γίνουν πιο στενά.  Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η συνταγματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του covid-19 δεν τεκμαίρεται στο διηνεκές. Τη σκέψη αυτή δικαιολογεί η πρωτεύουσα σημασία που έχει η ελευθερία της κίνησης για την άσκηση των υπολοίπων δικαιωμάτων. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι, χωρίς την ελευθερία της κίνησης, «παραλύει» συνολικά το σύστημα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, από την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, την ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, τη θρησκευτική ελευθερία και την ιδιωτική και ερωτική ζωή μέχρι την επαγγελματική και επιχειρηματική ελευθερία.

Είναι αυτονόητο ότι τόσο η χρονική διάρκεια των μέτρων όσο και η ένταση και το εύρος των περιορισμών στην κίνηση τίθενται υπό μόνιμη διαδικασία επανελέγχου, με κριτήριο της πορεία της νόσου και την επίδραση των μέτρων σε αυτή. Αναιτιολόγητοι, παρατεταμένοι και άνευ πειστικότητας περιορισμοί θα έμοιαζαν αυθαίρετοι και συνεπώς αντίθετοι προς το Σύνταγμα.

Ωστόσο, η ερμηνεία του Συντάγματος δεν μπορεί να αγνοεί τα δεδομένα της κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι δείγμα αφόρητου συνταγματικού λαϊκισμού να υιοθετείται ένας λόγος δήθεν υπεράσπισης των δικαιωμάτων με βάση αφηρημένη ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων εκτός τόπου, χρόνου και ειδικότερων συνθηκών που επικρατούν και, ιδίως, χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη υπαγωγή των νομοθετικών ρυθμίσεων στο Σύνταγμα. Με βάση αυτή τη σκέψη, η επίκληση του Συντάγματος κατά τρόπο που το κάνει να φαίνεται αδύναμο να δώσει λύσεις σε φλέγοντα κοινωνικά προβλήματα δεν παράγει λόγο υπεράσπισης του Συντάγματος, παρά τα φαινόμενα. Ένας λόγος που το φέρνει σε «μετωπική σύγκρουση» με μια έκτακτη περίσταση, που το κάνει να στέκεται αμήχανο μπροστά στις εξελίξεις, που το μετατρέπει σε γράμμα κενό περιεχομένου μπροστά στην κατάρρευση της κοινωνίας, ένας λόγος που το εμφανίζει «βουβό», γιατί δεν μπορεί να δώσει λύσεις είναι λόγος που «απονεκρώνει» το Σύνταγμα. Όταν, από την άλλη μεριά, προσεγγίζεται με τρόπο που να αφουγκράζεται τις περιστάσεις, που να προσαρμόζεται στις ανάγκες των καιρών ώστε να μπορεί να τις ρυθμίσει αποτελεσματικά, τότε είναι που το Σύνταγμα εκπληρώνει τον κανονιστικό του ρόλο και παραμένει «ζωντανό»…

Από την άλλη, όλοι θα πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση προκειμένου να αποφευχθεί η διαιώνιση των περιορισμών όταν εκλείψουν οι λόγοι που τους επέβαλλαν και, κυρίως, οφείλουμε να είμαστε σε ετοιμότητα για τις απειλές της ιδιωτικής ζωής από τις εφαρμογές της ψηφιακής τεχνολογίας που ενδεχομένως θα καθιερωθούν περαιτέρω στο όνομα της προστασίας της υγείας και ίσως αποτελέσουν μόνιμο στοιχείο ελέγχου κρατικών, αλλά ιδιωτικών φορέων. Ωστόσο, τώρα που βαδίζουμε προς έναν συνολικότερο έλεγχο της πανδημίας, εκτιμώ ότι υπήρξαν υπερβολικές οι εκτιμήσεις πως είχαμε εθιστεί στην παραβίαση των συνταγματικών μας δικαιωμάτων.

 

Για ένα καλύτερο μέλλον

Έπειτα από δέκα χρόνια μνημονίων και μιας εν εξελίξει πανδημίας, έπειτα από μια δεκαετία συγκρούσεων και αμφιθυμίας ως προς την υιοθέτηση ενός εθνικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος, οι νέες συνθήκες και ιδίως τα δεδομένα της νέας βιομηχανικής επανάστασης της ψηφιακής τεχνολογίας  και της τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν από τα κράτη –και ειδικότερα από την Ελλάδα. που βασανίζεται ακόμα από χρόνιες υστερήσεις– δημιουργική φαντασία, καινοτόμο πνεύμα και, κυρίως, ταχύτητα και προσαρμοστικότητα στις πρωτοφανείς αλλαγές που πρόκειται να έλθουν. Άρα, απαιτείται διαρκής αναστοχασμός και ένα εθνικό αφήγημα για το μέλλον. Επιπλέον, τα παραπάνω προϋποθέτουν την εγκατάλειψη ορισμένων στερεοτύπων όπως ότι είμαστε έθνος μονίμως εξαρτημένο από ξένες δυνάμεις που διαρκώς το εξαπατούν. Επίσης, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε ορισμένες συμπεριφορές που κινούνται σε ένα εκκρεμές μεταξύ απόλυτου αυτοθαυμασμού και αδυσώπητου  αυτοοικτιρμού. Η αποδοχή της άποψης ότι, ως κράτος, είμαστε ένα ενεργό υποκείμενο της ιστορίας και όχι άθυρμα των περιστάσεων που καθορίζονται από άλλους θα αποβεί ενισχυτική της εθνικής μας αυτογνωσίας και θα μας παρακινήσει σε δράση. Συλλογικά συμπλέγματα ανωτερότητας ή/και κατωτερότητας σαρώνονται από τις εξελίξεις. Αντιλήψεις εθνικού εξαιρετισμού λειτουργούν ως άλλοθι αδράνειας και καλλιεργούν μεμψίμοιρες στάσεις και πρέπει να εγκαταλειφθούν.  Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος η προσπάθεια αυτή να υπονομευτεί από έναν στείρο κομματικό ανταγωνισμό και από τη συνακόλουθη πολιτική πόλωση που θα προκύψει. Ωστόσο, η εμπειρία της οικονομικής κρίσης και της αντιμετώπισης του κορωνοϊού κατέληξε σε συγκλίσεις γύρω από την ανεπιφύλακτη θέση της χώρας εντός της ΕΕ και του κυρίαρχου ρόλου του δημόσιου τομέα στην αντιμετώπιση των έκτακτων καταστάσεων. Σε αυτές τις αλλαγές θέλω να πιστεύω ότι το Σύνταγμά μας δεν θα είναι εμπόδιο αλλά σύμμαχος, ένα θεσμικό βοήθημα για την κατάκτηση ενός καλύτερου μέλλοντος.

 

[1]Το κείμενο αποτελεί γραπτή αποτύπωση  της προφορικής εισήγησης που εκφωνήθηκε στη διαδικτυακή εκδήλωση με τίτλο, 1821-2021: 200 Χρόνια Ελληνικού Συνταγματισμού, με τη συμμετοχή των καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθήνών Ευάνθη Χατζηβασιλείου και Σπύρου Βλαχόπουλου και με συντονιστή τον αναπληρωτή καθηγητή Χρήστο Παπαστυλιανό. Η εκδήλωση διοργανώθηκε από το University of Nicosia, Νομική Σχολή (Μάιος 2021). Στο γραπτό κείμενο αξιοποιήθηκαν αποσπάσματα από παλαιότερα δημοσιευμένα κείμενά μου.

 

Παναγιώτης Μαντζούφας

Kαθηγητής συνταγματικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Βιβλία του: Το συνταγματικό ζήτημα στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (2000), Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης (2006), Οικονομική κρίση και σύνταγμα (2014), Καλή νομοθέτηση και κράτος δικαίου (2018).

Τελευταία άρθρα από τον/την Παναγιώτης Μαντζούφας

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.