Τεύχος 174
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ ιστορία ενός βιβλίου από το τυπογραφείο των Ταρουσόπουλων
Στρατής Δούκας, Εις εαυτόν, Αθήνα, έκδοση του συγγραφέα, 1930
Προηγήθηκε η Ιστορία ενός αιχμαλώτου, που θεωρήθηκε μικρό αριστούργημα μοναδικής απλότητας. Έγιναν αλλεπάλληλες εκδόσεις που εξαντλήθηκαν γρήγορα. Προμηθεύτηκα την πέμπτη έκδοση του οίκου Αιγόκερως της Θεσσαλονίκης (1969), που τη φρόντισε και την παρουσίασε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίος σημείωνε: «Ο Στρατής Δούκας γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας το 1895. Μαζί με τον Κόντογλου, τον Καστανάκη και μερικούς άλλους ανήκει κι αυτός στη γενιά του ’20-30, που κόβοντας απότομα με την παράδοση, άνοιξε νέους δρόμους για τη γενιά του ’30. Η πρώιμη “Ιστορία ενός αιχμαλώτου”, δημοσιευμένη το 1929, πριν από την αθηναϊκή έκδοση της “Ζωής εν τάφω” του Μυριβήλη και του “Νούμερου [31328]” του Βενέζη, στάθηκε ένα βασικό και πρωτοπόρο έργο της λογοτεχνίας μας, που ακολούθησε. Με τον άρτιο και ολοκληρωμένο πολεμικό της μύθο, το ανθρωπιστικό της περιεχόμενο και την ολότελα δική της αφηγηματική χάρη, εξακολουθεί ώς τα σήμερα να κινεί το ενδιαφέρον και να διαβάζεται ευχάριστα, δείχνοντας, με την 5η τούτη έκδοσή της, που συμπίπτει με τη συμπλήρωση σαράντα χρόνων από την πρώτη δημοσίευσή της, μια σπάνια αντοχή στο χρόνο».
Αυτοκρατορική μνήμη και εθνική αυτοδιάθεση
H ρωσοουκρανική διαμάχη: δύο αφηγήσεις, ένας πόλεμος
Η Ρωσία και η Ουκρανία έχουν βαθιές και πολύπλοκες ιστορικές ρίζες που χρονολογούνται από τον 9ο αιώνα, την εποχή των Ρως του Κιέβου, αλλά οι ιστορίες τους συχνά διαφέρουν. Για περισσότερα από 350 χρόνια, μεγάλο μέρος της Ουκρανίας βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα της Σοβιετικής Ένωσης, δημιουργώντας μια περίπλοκη σχέση που περιελάμβανε τόσο κοινή κουλτούρα όσο και βίαιη καταπίεση (π.χ. το Γολοντομόρ). Η Ουκρανία απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991, αλλά η Ρωσία προσπάθησε συνεχώς να επιβάλει τον έλεγχό της, με αποτέλεσμα την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και την εισβολή το 2022.
«Στο δρόμο της “εύκολης” μουσικής»
Μίκης Θεοδωράκης και Αργύρης Κουνάδης στη δεκαετία του 1950
Μέσα από την αλληλογραφία Μίκη Θεοδωράκη - Αργύρη Κουνάδη, που καλύπτει την περίοδο 1951-1961, διαγράφεται η παράλληλη πορεία τους από τη μετεμφυλιακή Αθήνα στη δυτική Ευρώπη, όπου σπούδασαν ως υπότροφοι του ΙΚΥ στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Το άγχος για αναγνώριση, οι διακαλλιτεχνικές τους συνεργασίες (θέατρο, κινηματογράφος, ραδιόφωνο), ο ανταγωνισμός με τον Χατζιδάκι και οι διαφωνίες αναφορικά με τη χρήση του «λαϊκού» στοιχείου στο έργο τους είναι ζητήματα που επανέρχονται στις επιστολές τους.[1]
Βυζάντιο: άνθρωποι σε κίνηση
Μαρίλια Λυκάκη, Αιχμάλωτοι στο Βυζάντιο. Συμβολή στη μελέτη του ζητήματος των αιχμαλώτων πολέμου (6ος–11ος αιώνας), Ασίνη, Αθήνα 2024, 390 σελ.
Sverrir Jakobsson, Οι Βάραγγοι. Στην άγια φωτιά του Θεού, μετάφραση: Πασχάλης Ανδρούδης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 2025, 288 σελ.
Αν επιχειρήσει κανείς να διαβάσει παράλληλα δύο πρόσφατες μελέτες που, εκ πρώτης όψεως, κινούνται σε διαφορετικά πεδία της μεσαιωνικής ιστορίας, διαπιστώνει ότι στην πραγματικότητα συνομιλούν γύρω από έναν κοινό άξονα: τη διαχείριση της ανθρώπινης κινητικότητας σε έναν κόσμο βίας, πίστης και θεσμικής ευρηματικότητας. Δεν αποτελούν απλώς δύο επιτυχημένες μονογραφίες. Μαζί, συνθέτουν μια ευρύτερη εικόνα του Βυζαντίου ως μηχανισμού που μετατρέπει τη μετακίνηση ανθρώπων —εκούσια ή ακούσια— σε πολιτική, οικονομική και συμβολική ισχύ.
Xιτζάμπ
Πώς στο όνομα της ταυτότητας απειλούνται οι κοινωνικές κατακτήσεις των γυναικών
Γουίλλιαμ Φώκνερ: Η λαμπρότητα της αποτυχίας
Ο αμερικανός συγγραφέας Γουίλλιαμ Φώκνερ (1897-1962), βραβευμένος με το Νόμπελ του 1949, δεν έδινε συχνά συνεντεύξεις (κατά τη γνώμη του, ο συγγραφέας ερμηνεύεται με τα βιβλία του). Έκανε εξαίρεση στον ανταποκριτή του Paris Review. Από τις 20 σελίδες του κειμένου, η Επιθεώρηση Τέχνης (τχ. 19, 1956), ίσως με την ευκαιρία της αναμονής του συγγραφέα στην Αθήνα, το 1957, έπειτα από πρόσκληση της Ακαδημίας Αθηνών, αναδημοσίευσε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
Γνωρίζοντας τον Σεφέρη
Roderick Beaton, Γιώργος Σεφέρης: Περιμένοντας τον άγγελο (νέα, αναθεωρημένη έκδοση), μετάφραση από τα αγγλικά: Μίκα Προβατά-Carlone, Πατάκη, Αθήνα 2026, 672 σελ.
Η επανέκδοση της βιογραφίας του Γιώργου Σεφέρη από τον Ρόντρικ Μπήτον είναι μια αφορμή επαναγνωριμίας με έναν ποιητή που είναι ιδιαίτερα δημοφιλής. Στηριγμένο σε συστηματική και εξονυχιστική έρευνα από έναν συγγραφέα που λατρεύει τον ποιητή και, πριν επιχειρήσει να ανασυστήσει τη ζωή του, γνωρίζει άριστα το έργο του, το βιβλίο αυτό ξεναγεί τον αναγνώστη του σε μια άλλη εποχή, σε ένα αξιοσημείωτο ήθος. Αλλά η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου είναι η απεξάρτηση από τον ίδιο τον βιογραφούμενο. Και τούτο αξίζει να σημειωθεί ως άλλη μια διάσταση αντικειμενικότητας. Ο Μπήτον δεν αποδέχεται a priori τις απόψεις του Σεφέρη, αλλά τις εξετάζει κριτικά, κάτι που απουσιάζει από τις περισσότερες εγχώριες μελέτες, οι οποίες συνήθως ανυψώνουν τον ποιητή σ’ ένα ιδεατό βάθρο θαυμασμού.
Αναπόδοτη δικαιοσύνη
Ελισάβετ Χρονοπούλου, Επί σκοπώ πλουτισμού. Μυθιστόρημα, επίμετρο: Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Πόλις, Αθήνα 2026, 208 σελ.
Μια συγγραφέας που με το τωρινό, τρίτο κατά σειρά βιβλίο της επανέρχεται στην αγριότητα όχι μόνο της Κατοχής μα και του δωσιλογισμού, σχηματίζοντας, αν συνυπολογίσουμε τα δύο προηγούμενα έργα της, μια τριλογία για τη βία – οξύτερη, αθλιότερη και πιο ανατριχιαστική κάθε φορά που γίνεται ένα βήμα βαθύτερα στο παρελθόν.
Ο Δάσκαλος, Αντώνης Μανιτάκης (1944-2026)
Ο Αντώνης Μανιτάκης υπήρξε ιδιαίτερη προσωπικότητα για πάρα πολλούς λόγους. Καταρχάς, υπήρξε πραγματικός δάσκαλος. Οι καλοί επιστήμονες, υπό την έννοια αυτών που παράγουν σοβαρό και πρωτότυπο συγγραφικό και ερευνητικό έργο, μπορεί να είναι πολλοί. Δάσκαλοι όμως, υπό την έννοια αυτών που συναρπάζουν και γοητεύουν τους φοιτητές τους, είναι λιγότεροι. Ίσως γιατί η καλή διδασκαλία στηρίζεται στο ταλέντο της μεταδοτικότητας. Και απ’ αυτό ο Αντώνης Μανιτάκης είχε άφθονο. Δεν είχε όμως μόνον αυτό. Είχε και άλλα χαρακτηριστικά που τον έκαναν χαρισματικό στη διδασκαλία. Κυρίως ήταν πολύ γλυκός άνθρωπος και αυτό του «έβγαινε». Επίσης, το λόγο του διέπνες η ηρεμία, η πραότητα, η οποία προφανώς στηριζόταν στην έμφυτη ευγένεια του χαρακτήρα του και στην έλλειψη αλαζονείας.
Ποιος έγραψε την Ελληνική Νομαρχία;
Φέτος συμπληρώνονται 220 χρόνια από την έκδοση της Ελληνικής Νομαρχίας, του «σπουδαιοτέρου μνημείου πολιτικής θεωρίας του νεοελληνικού Διαφωτισμού», σύμφωνα με τον Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη.[1] Το έργο, το οποίο σώζεται σε ελάχιστα αντίτυπα, επανεκδόθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα από τον Ν. Β. Τωμαδάκη και, λίγο αργότερα, από τον Κώστα Βαλέτα, σε συγκρουσιακό κλίμα τόσο για την εκδοτική πρωτιά, όσο και για την ερμηνεία του.[2] Έκτοτε το έργο γνώρισε δεκάδες επανεκδόσεις, οι οποίες αναπαράγουν λιγότερο ή περισσότερο πιστά τα κείμενα που παρέδωσαν οι Τωμαδάκης και Βαλέτας. To 1976 η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος προχώρησε στη φωτοτυπική επανέκδοση της Νομαρχίας και έτσι διευκολύνθηκε η επαφή των ερευνητών με το πρωτότυπο. Για το έργο γράφτηκαν πολλά. Ειδικά για την πατρότητα του προεπαναστατικού εντύπου σημειώθηκαν, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, πολλές θεωρίες. Οι υποθέσεις αυτές, ιδίως οι πλέον παράδοξες, αποτελούν ενδιαφέρον υλικό για τις κοινωνικές και πολιτικές διακυβεύσεις της εποχής κατά την οποία γράφτηκαν. Δεν θα ξετυλίξω, όμως, αυτό το κουβάρι. Στο πλαίσιο της επιστημονικής συζήτησης, θα θέσω το ερώτημα από την αρχή και θα σκιαγραφήσω μια ερευνητική κατεύθυνση με βάση στοιχεία που προέκυψαν από μακροχρόνιες έρευνές μου. Ποιος έγραψε την Ελληνική Νομαρχία;