Βύρων Καρύδης
Δημοσιογράφος, διετέλεσε αρχισυντάκτης της ελληνικής υπηρεσίας του BBC.
Η σύλληψη του Άντριου Μαουντμπάντεν-Γουίνδσορ δεν είναι απλώς μια ακόμη δυσάρεστη στιγμή για το Παλάτι. Είναι μια στιγμή αποκάλυψης. Διότι όταν ένα μέλος του στενού βασιλικού κύκλου οδηγείται σε αστυνομικό τμήμα ως ύποπτος ποινικού αδικήματος, αυτό που εκτίθεται δεν είναι μόνο η προσωπική του κρίση· εκτίθεται η ίδια η αρχιτεκτονική της συνταγματικής μοναρχίας ως ηθικού συμβόλου.
Η βρετανική εμπειρία και οι μεταβολές της δημοκρατικής κουλτούρας
Το άρθρο εξετάζει τη μεταβολή της αντίληψης περί πολιτικής ακεραιότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσα από το πρίσμα του Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Transparency International. Η χώρα έλαβε βαθμολογία 70/100 το 2025, τη χαμηλότερη από το 2012, παραμένοντας στην 20ή θέση παγκοσμίως, σε αντίθεση με το 2017, όταν βρισκόταν στην πρώτη δεκάδα με βαθμολογία περίπου 82. Μακροχρόνια η μέση επίδοσή της κινείται γύρω στους 79 βαθμούς, με ιστορικά υψηλότερες επιδόσεις άνω των 85, γεγονός που καθιστά τη σημερινή υποχώρηση ενδεικτική μεταβολής αντίληψης και όχι απλώς συγκυριακής διακύμανσης. Το κείμενο ερμηνεύει την εξέλιξη αυτή ως στοιχείο ευρύτερης αλλαγής στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών στις ώριμες δημοκρατίες, εξετάζοντας τη διαφθορά όχι μόνο ως διοικητική παθολογία αλλά ως ένδειξη μεταβολής πολιτικής κουλτούρας.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τα αρχεία της υπόθεσης Τζέφρι Έπστιν επανήλθε με ένταση, συνοδευόμενη από τον γνώριμο θόρυβο της πολιτικής σκανδαλολογίας. Εφημερίδες και σχολιαστές επικεντρώνονται σε πρόσωπα, καριέρες και πιθανές «καταρρεύσεις» — ποιος πλήττεται, ποιος εκτίθεται, ποιος ενδέχεται να πληρώσει πολιτικό τίμημα. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν ορισμένες παρεμβάσεις στον βρετανικό δημόσιο λόγο, η πραγματική σημασία του φακέλου δεν έγκειται στη φθορά μεμονωμένων προσωπικοτήτων, αλλά στη δομική εικόνα που αποκαλύπτει: ένα δίκτυο ισχυρών ανδρών που προσέφεραν νομιμοποίηση, συμβουλές ή απλή κοινωνική αλληλεγγύη σε έναν καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα εις βάρος ανηλίκων. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό — και αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες κατανοούν την εξουσία, το φύλο και την ευθύνη.
Αν κάτι ξεχωρίζει, τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, είναι ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο η επέτειος αυτή δεν προσφέρεται ούτε για εορτασμό ούτε για ήρεμη νοσταλγία. Για πολλούς Βρετανούς, το Μάαστριχτ δεν υπήρξε η θεμελιακή πράξη μιας κοινής ευρωπαϊκής πορείας, αλλά η αρχή ενός μακρού κύκλου πολιτικής διάρρηξης, ο οποίος θα κατέληγε, σχεδόν μοιραία, στο δημοψήφισμα του 2016 και στο Brexit. Η συνθήκη που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση, έθεσε τα θεμέλια του κοινού νομίσματος, εισήγαγε την «ευρωπαϊκή ιθαγένεια» και εμβάθυνε τις κοινές πολιτικές, στη Βρετανία έγινε το σημείο όπου η συζήτηση για την Ευρώπη μετατράπηκε σε ανοιχτή πληγή.
Λίγα χρόνια πριν, η εικόνα ενός βρετανού πρωθυπουργού στο Πεκίνο θα τροφοδοτούσε εύκολα αφηγήσεις για «γέφυρες» ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, για «χρυσές εποχές» επενδύσεων και για μια Βρετανία ικανή «να παίζει πάνω από το βάρος της». Σήμερα, η ίδια εικόνα λειτουργεί πιο πολύ ως υπενθύμιση του πόσο έχουν στενέψει τα περιθώρια ελιγμών.
Πώς η Γροιλανδία δοκιμάζει την ιστορική συμμαχία Λονδίνου–Ουάσινγκτον
Η κρίση που προέκυψε από την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει δασμούς σε ευρωπαϊκές χώρες —συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου—, λόγω της αποστολής στρατιωτικών δυνάμεων στη Γροιλανδία ως ένδειξη στήριξης προς τη Δανία, αποτελεί ίσως την πιο ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική στιγμή των διατλαντικών σχέσεων στη μεταψυχροπολεμική εποχή. Πέρα από την προφανή διάσταση της αμερικανικής επιθετικότητας και του εμπορικού εξαναγκασμού, η υπόθεση ανέδειξε κάτι βαθύτερο: μια μετατόπιση στον θεμέλιο λίθο της λεγόμενης “ειδικής σχέσης” Ηνωμένου Βασιλείου–Ηνωμένων Πολιτειών.
Η αιφνιδιαστική σύλληψη και μεταφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του από αμερικανικές δυνάμεις δεν προκάλεσε μόνο παγκόσμιο σοκ· έφερε στο προσκήνιο ένα οξύ δίλημμα για τη βρετανική εξωτερική πολιτική. Παρά τις δημόσιες δεσμεύσεις περί «υπεράσπισης της διεθνούς έννομης τάξης», η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ επέλεξε μια γραμμή προσεκτικής σιωπής απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ.
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, δήλωσε ανοιχτά ότι η χώρα πρέπει να κινηθεί προς μια στενότερη ευθυγράμμιση με τις αγορές της Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον αυτό εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον. Οι δηλώσεις του αποτελούν την πιο σαφή μέχρι στιγμής ένδειξη ότι η κυβέρνηση επιδιώκει μια ουσιαστικότερη επαναπροσέγγιση με την Ευρώπη, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τις βασικές δεσμεύσεις του Brexit.
Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του Κιμ Φίλμπι —του πιο επιζήμιου ίσως για τα βρετανικά συμφέροντα αξιωματούχου πληροφοριών που εργάστηκε συνειδητά υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης— ένας αποδεσμευμένος φάκελος του Cabinet Office, με αριθμό CAB 164/2186 και προέλευση τα Εθνικά Αρχεία (National Archives), φωτίζει μια λιγότερο γνωστή αλλά αποκαλυπτική υπόθεση της μεταψυχροπολεμικής Βρετανίας. Η υπόθεση εκτυλίχθηκε την περίοδο της πρωθυπουργίας του Τζον Μέιτζορ, υπό συντηρητική κυβέρνηση, σε ένα πολιτικό περιβάλλον αυξημένης ευαισθησίας απέναντι σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, θεσμικής αξιοπιστίας και διαχείρισης της ιστορικής μνήμης. Πρόκειται για την αποτυχημένη, τελικά, προσπάθεια της Βρετανικής Βιβλιοθήκης (British Library) να αποκτήσει το μυστικό προσωπικό αρχείο που ο Φίλμπι είχε αφήσει στη Μόσχα: ένα σύνολο τεκμηρίων εξαιρετικής ιστορικής σημασίας, το οποίο περιλάμβανε ημερολόγια, χειρόγραφα, εκπαιδευτικό υλικό της KGB και εκτενή αλληλογραφία με πρόσωπα-κλειδιά του βρετανικού και σοβιετικού κόσμου πληροφοριών.
Στις αρχές του 2005, η Πορτοκαλί Επανάσταση δεν ήταν απλώς μια εξέγερση δρόμου, αλλά ένα στρατηγικό σταυροδρόμι για την Ευρώπη.