Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση, λέει η παροιμία. Μα όταν η γνώση του κόκορα γίνεται η γνώση της σφαγής, τότε κάτι παραπάνω ξέρει αυτός και οι Γιάννηδες αποκτούν μιαν άλλη γνώση ─σχεδόν φυσική─ και μας την καταθέτουν. Σχεδόν ταυτόχρονα, λοιπόν, με τον Γιάννη Στίγκα [Sonderkommando (Άγρα, 2023)] και τη Γιάννα Μπούκοβα [Μαύρο Χαϊκού, (Ίκαρος, 2024)][1], ο Γιάννης Πάσχος με το Ο Χριστός παρακαλάει το σώμα του να κατέβει απ’ τον σταυρό (Περισπωμένη, 2024) ασχολείται με το σώμα ως σημείο συλλογικότητας: όχι ως εργαλείο αντίστασης ή σύμβολο κοινωνικοπολιτικό, αλλά ως πεδίο ποιητικού μαρτυρίου. Το σώμα εμφανίζεται και εδώ ως ο τόπος όπου γράφεται όλη η εμπειρία της ύπαρξης. Μάλλον είναι θέμα ονόματος, πλέον. Και ίσως, λόγω επιθέτου, ο Πάσχος να μην μπορεί παρά να τοποθετήσει το δικό του σκηνικό μέσα στο Θείο δράμα του Απρίλη.
Μια πρώτη εισαγωγή
Αφήνοντας τη σηματολαγνεία, ας πάμε κατευθείαν στο αίμα. Παίρνω έναν κουβά, λοιπόν, γεμάτο αίμα και τον αφήνω πλάι στον μισοτελειωμένο πίνακα για να επιστρέψει ο ζωγράφος και να πιάσει το πινέλο του. Μπορεί να εμφανισθεί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος – οι επιμήκεις μορφές που εξυψώνονται, παλεύοντας να φτάσουν το άυλο, μαρτυρούν έναν κάματο του σώματος να σκαρφαλώσει ώς το πνεύμα. Μπορεί να εμφανισθεί ο Γουίλιαμ Μπλέικ – το φως που αναβλύζει και κυλά από τα βάθη του σώματος το μεταφέρει στο ίδιο ύψος με το πνεύμα, ως άλλες μορφές της ίδιας ενέργειας: σώμα και πνεύμα σύμμαχοι. Ίσως να εμφανισθεί και ο Ματίας Γκρύνεβαλντ – εκείνος που δεν ωραιοποιεί τον πόνο, αντίθετα τον παρουσιάζει αφιλτράριστο, ωμό, στην πιο σκληρή μορφή του. Κι όμως, μέσα από αυτή την αδυσώπητη ύλη, αναδύεται μια εξύψωση, όπου ο πόνος σώζει. Στον πίνακα του εξωφύλλου της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Γιάννη Πάσχου δεν είναι το άυλο του Ελ Γκρέκο, ούτε το φως του Μπλέικ. Είναι το ωμό σώμα του Γκρύνεβαλντ. Και μαζί του, το αίμα που δεν στέγνωσε ποτέ.
Σε αυτό το πνεύμα πρέπει να διαβαστεί ─νομίζω─ και το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας. Το βιβλίο αυτό, από την αρχή μέχρι το τέλος του, φαίνεται πως είναι ένας διάλογος ανάμεσα στο Σώμα του Χριστού (δηλώνεται ως ΣΩΜΑ) και στο Πνεύμα του Χριστού (δηλώνεται ως ΧΡΙΣΤΟΣ), την ώρα που βρίσκεται ήδη κρεμασμένος πάνω στον σταυρό του. Από τη μία, ο Χριστός παρακαλάει το Σώμα να κατέβει από τον σταυρό και να μην ενδώσει στον θάνατο· από την άλλη, το Σώμα ζητάει από τον Χριστό να παραμείνει μαζί του ώς το τέλος. Αν ξεκινήσουμε με τη μεγάλη εικόνα, η απόσταξη του έργου στη δική μου αντίληψη ψιθυρίζει πως το σώμα, με τον πόνο και τη φθορά του, γίνεται η αληθινή κληρονομιά, γίνεται το μόνο θαύμα. Το πνεύμα δεν σώζει το σώμα· το σώμα, με τη μνήμη και την αντοχή του, σώζει το πνεύμα από τη λήθη. Σε αυτήν την ανάγνωση, ο Χριστός λειτουργεί περισσότερο ως αφορμή και όχι ως ουσία.
Ιδέες, εικόνες, ερμηνείες
Όταν το χαρτί μιλάει: Όποιος παρατηρήσει πώς τυπώνεται μια ιστορία, θα δει πως η φωνή, για να περάσει στο χαρτί κι από εκεί στη φαντασία του αναγνώστη, γέρνει ελαφρώς: όταν κάποιος χαρακτήρας μιλάει, τα λόγια του γράφονται σε πλάγια γράμματα, παίρνουν κλίση, σαν να τείνουν προς τον αναγνώστη που τεντώνει το αυτί του να τ’ ακούσει. Από αυτή τη μικρή κλίση, η φωνή αποκτά σάρκα, αποκτά ανάσα. Όλες οι άλλες λέξεις –οι λέξεις της αφήγησης, της περιγραφής, της σκέψης– μένουν όρθιες, σιωπηλές· μιλούν μόνο στο μυαλό. Στη συλλογή του Γιάννη Πάσχου, το πλάγιασμα ανήκει μόνο στο Σώμα. Ο Χριστός «μιλάει» με όρθιες λέξεις. Το Πνεύμα μοιάζει ανίκανο να μιλήσει – δεν έχει χείλη, δεν έχει πνευμόνια. Ό,τι φαίνεται ως διάλογος, στο βάθος είναι ένας εσωτερικός μονόλογος. Στο έργο αυτό, ακόμη και η τυπογραφία γίνεται σώμα. Το πλάγιασμα ή η ακαμψία των γραμμάτων δεν είναι ζήτημα αισθητικής. Είναι ζήτημα ύπαρξης.
Η ασυνέπεια ως εξανθρωπισμός του πνεύματος: Ο Χριστός σχεδόν ξεκινά λέγοντας: «Είναι άνοιξη, μη σε ξεγελά η σημερινή μέρα. / Η συννεφιά είναι περαστική» (7), για να αλλάξει, λίγες σελίδες και λίγα επιχειρήματα αργότερα, τον τόνο και το περιεχόμενο της πειθούς του: «Ένα πανί φοράς μονάχα / και ο καιρός χαλάει...» (13). Η μετατόπιση αυτή, σχεδόν άκομψη, θυμίζει περισσότερο άνθρωπο παρά Θεό. Θυμίζει κάποιον που επιχειρεί απλώς να πείσει, να κρατήσει μαζί του εκείνον που μιλάει, ακόμη κι αν χρειαστεί να υποπέσει σε αντίφαση με ό,τι έλεγε πριν. Είναι μια φωνή που προδίδει ανησυχία, αγωνία, προσκόλληση. Το Πνεύμα δεν εμφανίζεται πια παντοδύναμο, αλλά ευάλωτο. Πρέπει να μιλήσει, πρέπει να πείσει, πρέπει να κρατήσει ζωντανό έναν διάλογο που κινδυνεύει να καταρρεύσει. Η ασυνέπεια, εκεί όπου δεν θα έπρεπε να υπάρχει, γίνεται το πιο βαθύ ίσως ίχνος ανθρωπιάς, μια μορφή εξανθρωπισμού του Πνεύματος. Κι εκεί ακριβώς γεννιέται μια άλλη μορφή τραγικότητας: το Πνεύμα δεν είναι πια το άφθαρτο. Είναι το αμήχανο, το μετέωρο, το σχεδόν απελπισμένο.
Η θέση πάνω στον καμβά: Στην παραδοσιακή χριστιανική αφήγηση, το Σώμα του Χριστού είναι αυτό που σταυρώνεται και η θεϊκή του φύση, δηλαδή το Πνεύμα, ανεβαίνει προς τον Πατέρα. Εδώ, όμως, γίνεται κάτι επαναστατικό. Οι φράσεις «Δε σε φτάνω, είσαι πολύ ψηλά» (11) και «σκύψε λίγο, δεν φτάνω» (11), που λέει ο Χριστός στο Σώμα, ανατρέπουν τη συμβατική χριστιανική εικόνα: δεν είναι πια ο Χριστός πάνω στον σταυρό, βρίσκεται κάτω από το εσταυρωμένο Σώμα, το οποίο εμφανίζεται πιο ψηλά, πιο ηρωικό, πιο θεϊκό – η θνητότητα εξυψώνεται. Αυτή η αντιστροφή είναι ίσως η πιο τολμηρή πρόταση του έργου. Μπορεί να διαβαστεί ως μεταευαγγελική αφήγηση, μια νέα συνθήκη μεταξύ πνεύματος και ύλης, που λέει ότι το σώμα έχει φτάσει σε θεϊκά ύψη μέσα από τον πόνο του. Και το Πνεύμα γίνεται ένας ακόμα Γιάννης ─ ο Ιωάννης ο αγαπημένος μαθητής κάτω απ’ τον σταυρό. Ή ακόμα και σκιά απ’ τον Εσταυρωμένο που μεγαλώνει με τη δύση του ηλίου.
Η αμοιβαία ικεσία και η τραγικότητα της μοναξιάς: Στον τίτλο του έργου, ο Χριστός παρακαλάει το Σώμα του. Κι όμως μέσα στο κείμενο αναδύεται ─μου φαίνεται─ κι ένας άλλος τίτλος:
Το Σώμα του Χριστού παρακαλάει το Πνεύμα του να μην το αφήσει μόνο.
Δηλωτικοί και διάσπαρτοι οι στίχοι: «Σε ικετεύω, μη με αφήνεις. / Γιατί δεν είσαι εδώ μαζί μου; / Με πρόδωσες;» (9) και «Λυπήσου με... / Μη με αφήνεις μόνο» (20). Και τους δύο τους λέει το Σώμα. Δύο υπάρξεις μέσα σε έναν μονόλογο, με τον ίδιο φόβο ─ της μοναξιάς τον φόβο. Ισότιμη απόγνωση μέχρι τέλους.
Ο τελικός θρήνος του Πνεύματος: Στη χριστιανική παράδοση, και στα τέσσερα Ευαγγέλια, γυναίκες στέκονται κάτω από τον σταυρό κλαίγοντας για το σώμα του Ιησού. Στο έργο του Γιάννη Πάσχου, καθώς ο διάλογος-μονόλογος φτάνει στην κορύφωσή του, ο Χριστός, αντιλαμβανόμενος ότι το σώμα αρνείται να κατέβει από τον σταυρό, ότι επιλέγει συνειδητά τον θάνατο, φτάνει σε μια στιγμή άκρατης συνειδητοποίησης: δεν υπάρχουν πια λέξεις, δεν υπάρχουν πια υποσχέσεις, μόνο το τέλος. Και τότε το Πνεύμα αρχίζει να θρηνεί. Αυτός ο θρήνος δεν είναι ένας απλός θρήνος εγκατάλειψης. Στο έργο του Πάσχου, το Πνεύμα μεταστοιχειώνεται ─ γίνεται η Παναγία που θρηνεί τον Υιό της· γίνεται η Μαρία η Μαγδαληνή που μοιρολογεί στον τάφο· γίνεται όλες οι μυροφόρες γυναίκες που με τα αρώματα προσπαθούν να συντηρήσουν τη μνήμη του χαμένου Σώματος. Ο Χριστός δεν είναι πια μόνο πνεύμα, είναι θρήνος συλλογικός, ανθρώπινος και ακατάλυτος. Ψάλλει μέσα του: «Ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου σώμα». Από τον μεγάλο θρήνο του Χριστού ξεχωρίζω το υπέροχο «θρηνώ τη γεύση του βερίκοκου» (23) που μου αφήνει μια γεύση γλυκο-πίκρας στο άνω χείλος. Και ξεχωρίζω το νοσταλγικό «θρηνώ τα σπιτικά γλυκά / που έδεσαν όλες τις γιορτές πάνω τους / και μετανάστευσαν στο άγνωστο» (23). Ο Χριστός πλέον δεν κλαίει για το Σώμα, μα για την κάθε αίσθηση, την κάθε εμπειρία που χάνεται στον θάνατο.
Ο θάνατος ...: Το ποίημα Ο Χριστός παρακαλάει το σώμα του να κατεβεί απ’ τον σταυρό μπορεί να ιδωθεί ως μια υπαρξιακή τραγωδία ─δίχως χορό─ για τη φθορά της ύλης ή και μια φιλοσοφική πραγματεία για τη σχέση ύπαρξης και συνείδησης. Ένα χάσμα ανάμεσα στο ιδανικό της ζωής και το πραγματικό. Το έργο δεν ξεκινάει να κάνει θεολογία· ο Χριστός εδώ δεν εμφανίζεται στο έργο με το θεϊκό του προσωπείο, παίρνει τη θέση της συνείδησης του καθενός και ανεβαίνει στο υψηλότερο σκαλί του δράματος για να συνδεθεί με το δικό μας σώμα. Κι όμως, μήπως κάνει και λίγη θεολογία παράλληλα; Ο Χριστός λέει στη σελ. 15:
«μα δεν μπορούμε να φύγουμε στη μέση της διαδρομής...»
Το αναζητούσα από την αρχή της ανάγνωσης αυτό το σημείο. Ίσως και περισσότερο από τη διάθεση του ίδιου του έργου να το αποκαλύψει. Το θείο δράμα του Σώματος ολοκληρώνεται τη Μεγάλη Παρασκευή με τη Σταύρωσή Του, με τον θάνατό Του. Το θείο δράμα του Πνεύματος θέλει να προχωρήσει ώς και τα μεσάνυχτα της Κυριακής. Τι ακριβώς παρακαλάει ο Χριστός στο έργο; Φαντάζομαι ότι δε ζητάει από το Σώμα να βγάλει τα καρφιά, να κατέβει, να πάρει τον σταυρό στην πλάτη του και να αποχωρήσει ανάμεσα σε Ρωμαίους στρατιώτες και εχθρούς Εβραίους. Τι ζητάει τότε; Στα δικά μου μάτια, το εκλιπαρεί να συνεχίσει και πέρα από τον θάνατο, μέχρι την Ανάσταση. «Έλα τις πληγές σου να γιάνω στη θάλασσα / και με τα βότανα των ψηλών βουνών να κλείσω τα τραύματά σου» (14), λέει ο Χριστός στο Σώμα. «Αφού εξετάσει κι ο Θωμάς για λίγο τις παλάμες μας» θα ήθελε να συμπληρώσει μάλλον.
... και η Ανάσταση: Το Σώμα, ωστόσο, δείχνει έως το τέλος να μην πείθεται· κι έτσι, τελικά, μοιάζει να επικρατεί ─ ό,τι κι αν σημαίνει «νίκη» εδώ, πέρα από το προνόμιο του τελευταίου λόγου του στο έργο. Όμως, προτού το επιχείρημά του επικρατήσει και πριν επωμιστεί το πένθος που του αναλογεί, έχει ήδη νιώσει την επίδραση του Πνεύματος. Γι’ αυτό και η τελευταία εικόνα δεν είναι ο χαμός, αλλά το πέταγμα: μια ανάσταση, κι ας είναι δίχως τη σωτηρία της θρησκείας
Υπερίπταμαι σε μέρη αναστάσιμα [...]
μαζί με τους ποιητές, τους μουσικούς και τους δουλεμένους του σύμπαντος. (29)
Ο Πάσχος τολμά να πει ότι η Ανάσταση είναι συλλογική, όχι ατομική, ούτε μεταφυσική. Γι’ αυτό και το Σώμα λέει: «Οι μαθητές μας θα συνεχίσουν το έργο μας... η κληρονομιά μας σε όλους θα μοιραστεί, χωρίς εξαιρέσεις» (14). Σε αυτή τη συνομιλία Χριστού και Σώματος, η θεολογία αναποδογυρίζεται: ο Λόγος χωρίς Σώμα δεν μπορεί να γίνει έργο. Ο Χριστός δεν σώζει το σώμα· το σώμα σώζει τον Χριστό από την αφωνία της ιστορίας. Εδώ, το σώμα δεν περιμένει θαύματα. Γίνεται το ίδιο ο μύθος, η επανάσταση, το σύμβολο. Γίνεται το μέσο της αλήθειας, όχι το εμπόδιό της. Το σώμα που υποφέρει, που κουβαλά μνήμες, που αγωνίζεται, είναι ο τελικός φορέας νοήματος. Όχι οι ιδέες ή οι λέξεις. Μόνο το σώμα επιβεβαιώνει την αλήθεια μέσα από τη σάρκα. Είναι ο πόνος και η μνήμη. Το συλλογικό ασυνείδητο και η κληρονομιά. Όλα όσα γίνονται μια σπουδαία ιστορία που πρέπει να ειπωθεί ξανά και ξανά, να τη ζεις κάθε Απρίλη. Και είναι η Παρασκευή, όχι η Κυριακή, η κορύφωση του δράματος.
Το τελικό αποτύπωμα
Γράφοντας για το Μαύρο Χαϊκού της Γιάννας Μπούκοβα ξεκίνησα με τη φράση «Όχι ο Λόγος. Το Σώμα ήταν πρώτο». Στην ποιητική αυτή συλλογή του Γιάννη Πάσχου ταιριάζει περισσότερο το άλλο άκρο:
«και στο τέλος μένει Σώμα».
Μια κυκλική δομή, όπου το σώμα ξεκινάει και νικάει και ηττάται και πεθαίνει ─ και δεν δίνει καν λογαριασμό. Δεν είναι όμως, μόνο, μια κυκλική ατομική τροχιά, είναι μια κυκλική συλλογική δομή, μια παλλόμενη επιστροφή στη σάρκα ως τελικό σημείο ύπαρξης και νοήματος, που διαπερνά τη σύγχρονη ελληνική ποίηση μεταπηδώντας από το ένα έργο στο άλλο. Στο Ο Χριστός παρακαλάει το σώμα του να κατέβει απ’ τον σταυρό, η ανάσταση δεν είναι σωτηρία, είναι μνήμη. Το σώμα είναι αυτό που ανακινεί την ιστορία του κόσμου, το σώμα κρατά το DNA του πόνου, το σώμα ξεκινάει και νικάει και ηττάται και πεθαίνει ─ και δεν δίνει καν λογαριασμό. Και η ποίηση που ξέρει τι θέλει να πει, όπως σε αυτό το έργο, την αλήθεια αυτή την αναγνωρίζει: όλα τελικά γράφονται πάνω στη σάρκα.
[1] Μια πρώτη εκδοχή του έργου είχε βέβαια παρουσιαστεί δύο δεκαετίες νωρίτερα.