ΑΤΙΤΛΟ
Όπως κοιτάζει ο γλύπτης την πέτρα
προτού την αγγίξει
κρατώντας την ομορφιά με τα μάτια του
–η σιγουριά του είναι η ομορφιά–
Όπως κοιτάζει η πέτρα τον γλύπτη
προτού την αγγίξει
με το καρδιοχτύπι
της ομορφιάς που έρχεται αφήνοντας
δίπλα στα μάτια σου
τα θραύσματά σου
Όπως τα θραύσματα
που η ζωή τους ξεκινά μ᾽ έναν μεγάλο κρότο
κι έπειτα
τα παίρνει ο άνεμος
κι αυτά αντιλαλούν πως
το υπόλοιπο της ομορφιάς
είναι εδώ και εκεί και παντού
κι αυτό δεν είναι βέβαια αρκετό
για να γευτεί κανείς την ομορφιά
όμως αφήνει μια υποψία
για την ύπαρξή της
αφήνει
μια σημαντική υποψία
ΣΠΑΝΙΑ ΒΡΥΑ
Η αρτιότητα ενός ψιθύρου στη μέση της νύχτας
μια αγκαλιά με σθένος πολεοδομικό
να χτίσουμε πάλι μια πόλη από χνώτα
αντί για σκιάχτρα, θαυμαστικά.
Μη φοβάσαι, πουλί μου
φιλώ το δέρμα σου
το δέρμα σου, στα ίχνη του αδύνατου
αύριο θα ᾽χω στο χέρι τον λογαριασμό και θα πάρω
όλα τα χρήματα
από τη λέξη πτώση
Κοιμάσαι, πουλί μου;
ΤΡΙΠΤΥΧΟ
Έξω απ᾽ του Νικολαΐδη του ψυχίατρου
κοιτώ έναν άντρα – φτυστός εσύ
να σέρνει ένα καρότσι με μωρό
αμήχανος στο πεζοδρόμιο
και τρία βήματα πιο πέρα μέσα σε κήπο
ατημέλητο κλαδεύει με τις αρβύλες
και τα μανίκια γυρισμένα κάθιδρως
ένας μαντράχαλος – φτυστός εσύ
ίσα που προλαβαίνω να τρυπώσω
στο λεωφορείο έτσι που τρέχω
κοιτάζοντας ακόμη πί
σω μου
με μία κίνηση μηχανική χτυπά
ω εισιτήριο
παραπατώ αδέξια στο παγ
ωμένοτζάμιπροφταίνωνακουμπήσωμετονα
γκώνα μου
τι ρεζιλίκι, τι ασυμμετρία κινήσεων
κοιτώ που με κοιτάζει και κοκκινίζω
απ᾽ την απέναντι σειρά ένας μεσήλικας
μ᾽ εφημερίδα, καπαρντίνα και καπέλο
από τους λίγους κλασσικούς που ξέμειναν
κι αυτός
φτυστός εσύ.
ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ
Με το ανεπίδοτο της άνοιξης
ανάμεσα στα φρύδια
και το καλό τσεκούρι
ζυγίζει τον αγράμματο αετό
και ανεβάζει ψηλά τον ύπνο
σε λίγο θ᾽ ανάψει τσιγάρο και θα καλέσει
να του χτενίσει τα μαλλιά
η Παναγία η Τριχερούσα
ούτε με το πρώτο χέρι
ούτε με το δεύτερο
ούτε με το τρίτο,
με το τέταρτο χέρι
το τρικάταρτο
το ανυπόμονο χερουβείμ της ανάποδης πόρτας.
Ό,τι στο πρόσωπο είναι σκαμμένο
σε μια άλλη πόλη είναι
ανεπανόρθωτα κερδισμένο
ύστερο λάφυρο
μιας απέραντης νύχτας
Στο κάτω κάτω
κάποιος από μάς θα πρέπει ν᾽ αναλάβει την ευθύνη
ας είναι και με το λευκό λακάκι τής
προσωπικής του ακροστιχίδας
να φέρει εις πέρας
την εσπευσμένη άφεση
τον αφιονισμό της Τροίας
και το μεταξωτό σκαθάρι
ό,τι στο πρόσωπο είναι σκαμμένο
σε μια άλλη πόλη
είναι.