Πιστεύω ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη εισαγωγή στην ποιητική σκέψη και πράξη της Δήμητρας Κατιώνη από ένα μικρό απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο της, Το παραμύθι από ψηλά (Ροές, 2008). Μερικές γραμμές, δηλαδή, από το ποίημα «Φταρνίσματα του μυαλού», που ήδη εμπεριέχουν, μαζί με την διατύπωση του τίτλου, την ιδιαίτερη χροιά της ποιητικής της:
Φτάρνισμα 2ο
το αναπότρεπτο της σκέψης εξασφαλίζει την παραμονή σου σε αδιέξοδα
Φτάρνισμα 3ο
η γλωσσική επικοινωνία είναι ένδειξη ασυνεννοησίας
Φτάρνισμα 4ο
είναι η δίψα που μου δίνει ζωή, όχι το νερό
Φτάρνισμα 7ο
στους τοίχους της ορθογραφίας τους
τον έρωτά μου τον γράφω με δύο λάμδα
Ένα πρώτο βιβλίο σπάνιας ωριμότητας (όταν εκδόθηκε η ποιήτρια ήταν 25 χρονών) όπου διακρίνει κανείς όλα τα χαρακτηριστικά που εμπλουτίζονται και εξελίσσονται με τα χρόνια στη γραφή της: τη μετωπική σύγκρουση με τα μεγάλα ερωτήματα, την ανήσυχη σκέψη, την ασυνήθιστη οπτική, το χιούμορ.
Και αν Το παραμύθι από ψηλά ήταν –όπως μας προϊδεάζει και ο τίτλος– μια εξερεύνηση του κόσμου μέσω του μαγικού, με όλη την σκληράδα και την ομορφιά του, η δεύτερη συλλογή, Τρεις μέρες και ένα τρίτο (Θράκα, 2016), πραγματευόταν την ίδια τη γλώσσα, τη δύσκολη και απρόβλεπτη πράξη να μιλήσεις, τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα –πάντα προσωρινά, πάντα για λίγο διάστημα μόνο– «φιλοξενεί» τον εαυτό μας.
Ορισμοί και αποφθέγματα
Στην καινούργια συλλογή, ζώα-φυτά, αυτές οι δύο βασικές για την ποιητική της Κατιώνη γραμμές –η εξερεύνηση / καταγραφή του κόσμου και ο αυτοστοχασμός της γλώσσας πάνω στη γλώσσα– συναντιούνται και αλληλοσυμπληρώνονται.
Πολλά από τα ποιήματα του βιβλίου έχουν τη μορφή του ορισμού, συνιστώντας μια συνειρμικά ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια πραγμάτων ή καταστάσεων, που αρχίζει από τα βασικά, με σχεδόν παιδική επιμονή: τι είναι το πράγμα αυτό, ποια η θέση του ανάμεσα στα άλλα, ποια η λειτουργία του.
Μερικές φορές, ολόκληρο το ποίημα δομείται ως αυτή η αναζήτηση:
Βουνό
Ήρεμα ξαπλωμένο στο σκληρό στρώμα του ορίζοντα. Το σκληρό ροζ της κορυφογραμμής σου πριν το χάραμα. Μου κρύβει το άπειρο. Ευχαριστώ.
Μερικές φορές, ο ορισμός είναι μόνον ένα από τα συστατικά του ποιήματος, ένα είδος νοητικής ραχοκοκαλιάς του:
Φωτογραφία είναι η ελπίδα να είναι όλα άγνωστα.
Ο λόγος είναι αποφθεγματικός, η διατύπωση κατηγορηματική, σκληρή, απόλυτη:
Παιδί θα πει ελεύθερος από το τίποτε.
…Πτώση είναι η συμμόρφωση προς τη βαρύνουσα έλξη που ονομάζεται επιθυμία. Τρέλα είναι ο ίλιγγος της πτώσης. Κάτω από το δέρμα είμαστε όλοι τρελοί. Τρελούς ονομάζουμε όσους δεν έχουν δέρμα… [Ζώα]
Ταυτόχρονα, η καταγραφή του κόσμου συνοδεύεται από μιαν ακούραστη, σχεδόν εμμονική αυτοπαρατήρηση: πώς βιώνω αυτό που περιγράφω, πώς το ονομάζω όσο το βιώνω:
Η σύνταξη
Είναι μια πυκνή φυλλωσιά πίσω από την οποία κρύβεις την έλλειψή σου. Αν ξέραμε τι είμαστε, η γλώσσα θα είχε μόνο ουσιαστικά. Με άντρα, παιδί και εραστή θα είναι πλήρης. Τι όμορφο δάσος, θα λέει.
Το «εγώ» είναι αναπόσπαστο μέρος του κόσμου που περιγράφεται. Το κομμάτι που τραβάει το πιο ανελέητο βλέμμα. Και αν το να εξετάζεις τα πάντα γύρω σου σαν να είναι άγνωστα, ως απόλυτα καινούρια, είναι ιδιότητα του παιδιού, σπάνια έχω δει, τόσο λιτά και με τόση ακρίβεια διατυπωμένη σε ποίημα, την παιδική φρίκη να συμμετέχεις ενεργά στην πραγματικότητα, το ασήκωτο βάρος αυτής της παιδικής λογικής που περιγράφεται και από την ψυχανάλυση: αν εγώ είμαι το κέντρο όλων, σημαίνει ότι εγώ ευθύνομαι για όλα:
Φουρτούνιασε ο ουρανός
Τι έκανα πάλι, μαμά;
Τι είναι τελικά λοιπόν τα ζώα-φυτά, τα όντα-έννοιες που κατοικούν αυτό το βιβλίο; Τα διαβάζω ως Κενταύρους ανάμεσα στην κίνηση και την ακινησία, μια παράδοξη, βασανιστική διασταύρωση ανάμεσα στο να παρατηρείς τον κόσμο και να δρας στον κόσμο. Έναν κόσμο που και την κανονικότητά του, και το θαύμα του, τα αναλαμβάνεις εσύ ο ίδιος, όπως δηλώνει το πρώτο και σε μεγάλο βαθμό προγραμματικό ποίημα της συλλογής:
Τα πόδια των πτηνών
είναι σκεπασμένα με λέπια και μοιάζουν με ρίζες από μικρές, επίμονες λεμονιές. Αν δεις ένα πουλί να κολυμπά, να του μοιάσεις. Αν ριζώσει ένα πουλί, θα φταις εσύ.
Οι λέξεις και τα πράγματα
Ας θυμηθούμε λοιπόν το παιχνίδι που έδωσε τον τίτλο του βιβλίου και στο οποίο η Δήμητρα Κατιώνη λέει ότι έχανε πάντα (και ας μην την πιστεύουμε): «Όνομα – Ζώο – Φυτό». Το «όνομα» παραλείπεται στον τίτλο, αλλά παραμένει η βασικότερη έννοια. Είναι η αρχή του παιχνιδιού, η αφορμή του, το κέντρο του. Το πώς ονομάζεις τον κόσμο, είναι ένα από τα βάσανά του. Μια μόνιμη αφορμή χαράς και ανησυχίας:
Τα χάδια
είναι τα πιο αναίτια φυτά. Λησμονιά είναι κάθε λουλούδι. Ομορφιά μιας γλώσσας που ποτέ δεν έμαθες. Όλα είναι μνήμη. Τι φρικτός κόσμος.
Όπως είπαμε, το ζήτημα της γλώσσας είναι κεντρικό θέμα στην ποιητική της Κατιώνη τα τελευταία χρόνια· βρίσκεται πάντα στην αιχμή των αναζητήσεών της. Αλλά αν στο Τρεις μέρες και ένα τρίτο υπήρχε μια προσέγγιση πιο εγκεφαλική, πιο βασισμένη στην θεωρία, και εσωστρεφής, στην καινούρια συλλογή, η γλώσσα είναι πολύ περισσότερο εστιασμένη προς τα έξω, στα υπαρκτά, σ’ αυτά που συμβαίνουν και μας κάνουν να συμβαίνουμε. Να μην ξεχνάμε ποια είναι ολόκληρη η ονομασία του παιχνιδιού: «Όνομα – Ζώο – Πράγμα – Φυτό». Οι λέξεις του βιβλίου αυτού αποσκοπούν να είναι πολύ περισσότερο πράγματα, απ’ όσο έννοιες.
Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για μια γλώσσα βιωμένη, σωματική, δηλωμένα θηλυκή. Μέσα στα τραυλίσματά της και στην υπνωτική της υποβλητικότητα, και στα κενά, και στα αδιέξοδά της – μια γλώσσα ταυτότητας:
Θηλαστικά
Σπουδάζοντας την κτητική αντωνυμία της γυναικείας ακτημοσύνης –καρχαρία μου, φάλαινα, λαβράκι– διαπιστώνει κανείς –γύπα, σταυραετέ μου, σκουληκάκι– πως το πιο τρομακτικό από όλα – καταιγίδα, καύσωνα, αεράκι μου– είναι ότι η γυναίκα –αγάπη μου, αγάπη μου, αγάπη– δεν έχει να χάσει τίποτε. Άδειασέ την. Αυτή η γωνιά είναι δική μου. Και θα μείνει κενή.
Το θεωρώ κάτι πολύ σημαντικό αυτό: μια δηλωμένη θηλυκή ταυτότητα στη γραφή· όχι ως κάποιο σύνθημα ή θεωρητικοποιημένο σχήμα, αλλά ως μια υπαρξιακά αναγκαία, καλλιτεχνικά γόνιμη πράξη. Η πράξη να ονομάζεις τα πράγματα με τη γλώσσα που σε κάνει μοναδική.