Δυο χέρια κρατούν το κεφάλι μου σφιχτά, αναγκάζουν το παραζαλισμένο βλέμμα μου να εστιάσει σε ένα θραύσμα, να προσηλωθεί σε ένα θαύμα. Ασφυκτιώ.
Ο τίτλος έχει κίνηση, μα το ποίημα είναι παγωμένο. Όπως παγώνει ο χρόνος όταν πιάνεις το βλέμμα του αγαπημένου σου στον αέρα και είναι δικό σου για αυτήν την άπειρη στιγμή. Άπειρη στοργή.
Ένας μόνος του συγκεντρώνεται, ακινητοποιείται κι αγαπά. Τρεις σκανδαλώδεις πράξεις. Το μισό προφίλ μιας γυναίκας. Με αλαζονεία να αγαπάς, λέει, σαν θεός.
Βλέπω κάτι μικρότερο κι από ποίημα. Η διάσπαση του άτομου ποιήματος. Ο κόσμος έχει μπει σε παρένθεση. Τι θόρυβος εκεί μέσα, τι φτώχεια να περνά ο χρόνος. Η ηθική ως έλλειμμα αγάπης.
Η «Στροφή του κεφαλιού» έχει την ηλικία μου. Κι εύχομαι κάποτε να μεγαλώσω και να την κοιτάξω όπως με κοιτά.
ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΙΟΥ
Δε μου ’δειχνε απ’ το πρόσωπό της
Που ’μοιαζε να μ’ αποστρέφεται
Σαν ύστερα από κάποιο τσακωμό
Για μικρή ή μεγάλη αιτία
Παρά μια σύντμηση της παρειάς
Λίγο πιο ψηλά το μέτωπο
Ελλειπτικό κι εκείνο ακολουθούσε
Τη στροφή της κεφαλής,
Με τον κανθό του ματιού χωρίς βολβό
Να παρεμβάλλεται σα σφήνα…
Ήταν το προφίλ της παρά κάτι
Εκτεθειμένο στο βλήμα ή το φιλί.
Ήτανε η άφωνη κι αόμματη
Πλευρά του κάθε ανθρώπου:
Του βρέφους ή του θύματος
Κι ακόμα (όσο κι αν βλέπω
Μια σύγχρονη συνείδηση
Συνοφρυωμένη στην ιδέα
Να χυμάει σαν ταύρος κατά πάνω μου)
Η πλευρά του τύραννου – η αθώα.
1982