Σύνδεση συνδρομητών

Αντωνούσα Καμπουράκη: Η πρώτη ποιήτρια της Επανάστασης

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2021 01:57
Η Σύρος, σχέδιο εκ του φυσικού από τον W.H. Bartlett, το 1836. Σε αυτό το περιβάλλον η Καμπουράκη εξέδωσε το ποιητικό βιβλίο της, ένα από τα πρώτα έντυπα πρωτότυπης ποίησης που τυπώθηκε στο νησί. Η εικόνα περιλαμβάνεται στην έκδοση: John Carne, Syria, The Holy Land, Asia Minor, &c. Illustrated. In a series of views, drawn from nature by W.H. Bartlett, William Purser, &c, London, Fisher, Son & Co., 1836-1838.
Hellenic Library - Alexander S. Onassis Public Benefit Foundation
Η Σύρος, σχέδιο εκ του φυσικού από τον W.H. Bartlett, το 1836. Σε αυτό το περιβάλλον η Καμπουράκη εξέδωσε το ποιητικό βιβλίο της, ένα από τα πρώτα έντυπα πρωτότυπης ποίησης που τυπώθηκε στο νησί. Η εικόνα περιλαμβάνεται στην έκδοση: John Carne, Syria, The Holy Land, Asia Minor, &c. Illustrated. In a series of views, drawn from nature by W.H. Bartlett, William Purser, &c, London, Fisher, Son & Co., 1836-1838.

Αντωνούσα Καμπουράκη, Ποιήματα Τραγικά, εισαγωγή-επίμετρο: Βαρβάρα Ρούσσου, Στιγμός, Αθήνα 2021, 220 σελ.

Πώς βίωσε άραγε ο άμαχος πληθυσμός την Ελληνική Επανάσταση; Πώς και από ποιον γνωρίζουμε σήμερα τη συμβολή των Κρητικών στον Αγώνα; Πώς η ιστορία συνδέεται με την ποίηση; Πώς η ποίηση συνδέθηκε με το έθνος και το φύλο είκοσι χρόνια μετά την κήρυξη της Επανάστασης; Γιατί σήμερα το ευρύ κοινό αγνοεί την πρώτη ελληνίδα ποιήτρια; Τα Ποιήματα Τραγικά της Αντωνούσας Καμπουράκη έρχονται ως μια πολύτιμη μαρτυρία από το παρελθόν για να μιλήσουν στο παρόν μας.

Τα Ποιήματα Τραγικά εκδόθηκαν πρώτη φορά στην Ερμούπολη το 1840. Τα πέντε αντίτυπα του βιβλίου που σώζονται σε βιβλιοθήκες της επικράτειας δεν στάθηκαν ικανά για να αποτελέσουν ισχυρό κίνητρο, προκειμένου το πρώτο αυτό βιβλίο της Αντωνούσας Καμπουράκη να επανεκδοθεί νωρίτερα.

 

Α΄. Η νέα έκδοση

Τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση φαίνεται να λειτούργησαν θετικά όμως, αφού πλέον τα Ποιήματα Τραγικά ξαναβλέπουν το φως της δημοσιότητας, 181 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία τους, με εισαγωγή και επίμετρο της Βαρβάρας Ρούσσου, χάρη στο εκδοτικό σχήμα του τολμηρού και καλαίσθητου Στιγμού.

Εν είδει προλογικού σημειώματος η Ρούσσου στη «Εισαγωγή» (σ. 11-13)[1] μάς κατατοπίζει για τους λόγους έκδοσης του κειμένου, εφόσον αυτό διεκδικεί το πρωτείο στην καταγραφή των γεγονότων του Αγώνα στην Κρήτη, ενώ βρίσκεται στην πρωτοπορία, αφού πρόκειται για την πρώτη επώνυμη έκδοση από γυναίκα στην ιστορία των νεότερων ελληνικών γραμμάτων. Η αναπαραγωγή της σελίδας τίτλου κατόπιν λειτουργεί τεκμηριωτικά, προκειμένου να ακολουθήσει η αναπαραγωγή της πρώτης έκδοσης (σ. 17-148) με υποσελίδιες, επεξηγηματικές και πραγματολογικές, σημειώσεις της Ρούσσου. Σε αυτό το μέρος προτάσσεται η «Αγγελία» (σ. 17) της ποιήτριας με την οποία ζητά την εγγραφή συνδρομητών και η οποία πρέπει να υποθέσουμε ότι κυκλοφόρησε και αυτόνομα ως μονόφυλλο στην Ερμούπολη πριν την εκτύπωση του βιβλίου.[2] Ακολουθεί το καθιερωμένο αφιερωματικό ποίημα «Προς τον Διοικητήν Σύρου Κύριον Δημήτριον Χριστίδην» (σ. 18-20), ο οποίος, μεταξύ άλλων, υποστήριξε τον Κρητικό Αγώνα από πολλές, θεσμικές και μη, θέσεις. Έπεται το κυρίως έργο, το οποίο χωρίζεται σε δύο άνισα μάλλον κατανεμημένα μέρη (μέρος Α΄: σ. 21-85 και μέρος Β΄: σ. 87-148), αντιστοιχώντας στις δύο φάσεις της Επανάστασης στην Κρήτη (1821-1824 και 1825-1830). Κάθε μέρος χωρίζεται σε ενότητες, οι οποίες ορίζονται από τίτλους που έχουν δοθεί από την ποιήτρια βάσει του περιγραφόμενου γεγονότος. Ακολουθούν οι «Παρατηρήσεις της εκδότριας» (σ. 135-146), όπου αποδίδεται ποιητικά η συγκαιρινή τής Καμπουράκη κατάσταση της Κρήτης, προκειμένου να ακολουθήσουν οι «Στίχοι κατ’ αλφάβητον» (σ. 146-148), δηλαδή μία ακροστιχίδα, όπου η ποιήτρια επικαλείται το βασιλικό ζεύγος, ζητώντας τη συνδρομή του στην επίλυση του Κρητικού Ζητήματος. Τέλος, επιτάσσεται το πολυσέλιδο και εμπεριστατωμένο «Επίμετρο» της Ρούσσου (σ. 149-215), το οποίο, μέσω της συστηματικής πρωτογενούς έρευνας και της μεθοδικής ερμηνευτικής οπτικής, προσεγγίζει ιστορικά και φιλολογικά πτυχές του έργου. Εάν είχαμε να καταλογίσουμε κάτι στην αξιόλογη αυτή εργασία, θα ήταν σαφέστατα η έλλειψη στιχαρίθμησης, πράγμα που δυσκολεύει σαφώς τον μελετητή ή έναν εξειδικευμένο αναγνώστη, παρά το γεγονός ότι η Ρούσσου προκαταβολικά δήλωσε πως δεν στοχεύει «σε φιλολογική έκδοση και αποκατάσταση» (σ. 13), εφ’ όσον μάλιστα διατηρεί πλήρως, με όλα τα καλά και τα κακά της, την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Η Αντωνούσα Καμπουράκη σαφώς δεν είναι γνωστή στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, δεν είναι όμως παντελώς άγνωστη στους νεοελληνιστές, έστω και σε έναν στενό κύκλο, όσων δηλαδή ασχολούνται με τον 19ο αι. κατά κύριο λόγο. Την τελευταία εικοσαετία το έργο της Καμπουράκη κέντρισε το ερευνητικό ενδιαφέρον κυρίως χάρη στη συμβολή της Σοφίας Ντενίση[3] και του μεγάλου δρόμου που χάραξε με τη μελέτη της για τις ελληνίδες συγγραφείς του 18ου και 19ου αιώνα, γεφυρώνοντας κατά το μάλλον ή ήττον το χάσμα ανάμεσα στη μελέτη της λογοτεχνίας και τη μελέτη της ιστορίας των γυναικών και του φύλου.[4] Σε αυτόν ακριβώς τον δρόμο βαδίζει και η Ρούσσου, αφού προηγουμένως μπόρεσε να μελετήσει εκτενώς και επισταμένως τη γυναικεία ποιητική παράδοση του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα με τη διδακτορική της διατριβή.[5] Η θητεία της Ρούσσου στο πεδίο σίγουρα αποτελεί ευτύχημα για την υπό συζήτηση έκδοση, καθώς, εκτός των άλλων, θέτει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος καίρια ζητήματα.

 

Β΄. Από την Κρήτη στην Ερμούπολη: η σύνδεση των κοινοτήτων και οι μαρτυρίες

Τα Ποιήματα Τραγικά, εμπεριέχοντα διαφόρους πολέμους της Κρήτης επί της Ελληνικής Επαναστάσεως, όπως είναι ο πλήρης τίτλος του έργου, αποτελούμενα από σχεδόν 3.000 στίχους σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, αφηγηματοποιούν εμμέτρως την Επανάσταση στην Κρήτη κατά την περίοδο 1821-1830.[6] Ειδικότερα, η Καμπουράκη περιγράφει μάχες μεταξύ Κρητικών και Οθωμανών και σημαντικά γεγονότα, όπως τη σφαγή του Ηρακλείου (1821) και την πολιορκία του Ρεθύμνου (1822), την παράδοση του φρουρίου Καντάνου (1823) και την άφιξη του αιγυπτιακού στόλου (1823), μάχες στον Αποκόρωνα (1824), την κατάληψη των Σφακιών από Οθωμανούς (1824) και την κατάληψη της Γραμβούσας από τους Κρητικούς (1825), αλλά και μικρότερης έκτασης και έντασης γεγονότα και μάχες.

Γεννημένη και μεγαλωμένη στα Χανιά, γόνος μεσαίας τάξης, η Καμπουράκη με την έκρηξη της Επανάστασης φυγαδεύεται μαζί με τα γυναικόπαιδα σε ορεινές και προφυλαγμένες περιοχές. Εκεί γίνεται εν μέρει αυτόπτης και εν μέρει αυτήκοος μάρτυρας των πολεμικών συγκρούσεων, των μεγαλύτερων μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Δασκαλογιάννη (1770). Όπως τεκμαίρει η Ρούσσου, γύρω στο 1824 και ήδη χήρα με ένα ανήλικο παιδί, μάλλον μέσω Μονεμβασιάς καταφθάνει πρόσφυγας στην Ερμούπολη, χώρο υποδοχής ήδη χιωτών και ψαριανών προσφύγων.

Πρέπει να φανταστούμε τον πρώτο καιρό τής εκεί εγκατάστασης: παραπήγματα κατά μήκος του λιμανιού που ακόμη δεν είναι η κατοπινή και αρχοντική Ερμούπολη, ασθένειες, πείνα, θρήνος τόσο για τους νεκρούς που άφησαν πίσω τους οι πρόσφυγες όσο και για τη χαμένη πατρίδα. Αργά αλλά σταθερά, οι πρόσφυγες χτίζουν τη νέα πολιτεία, η οποία μέχρι το 1840 γίνεται το πολυπληθέστερο και πιο ανεπτυγμένο αστικό κέντρο του νεοσύστατου κράτους.[7] Πρέπει να υποθέσουμε δίπλα σε αυτά την προσπάθεια της Καμπουράκη να ορθοποδήσει: παραδίδεται ότι συνέστησε μια μικρή βιοτεχνία μαντηλιών, ενώ γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε δεύτερη φορά στη Σύρο. Πρέπει όμως να υποθέσουμε και την παρουσία της στον κύκλο των εκτοπισμένων συμπατριωτών της και των νέων Ερμουπολιτών, αλλά και το πένθος, δικό της και της νέας κοινότητας συνάμα, όταν πέθανε, μάλλον το 1838, ο μοναχογιός της.  Μέσα από αυτή τη διαδρομή μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την αγγελία της Καμπουράκη για το βιβλίο της: «Στέρησις πατρίδος και βαθεία λύπη της στερήσεως του φιλτάτου μονογενούς υιού μου με ηνάγκασαν να καταφύγω εις διασκέδασίν τινα, εξιστορούσα τα τραγικά συμβάντα της πατρίδος μου Κρήτης […]» (σ. 17).

Στα 1840 η Καμπουράκη είναι εξήντα περίπου ετών, αρκετά γερασμένη για το προσδόκιμο ζωής εκείνης της εποχής, έχει λάβει μόνο εγκύκλια παιδεία (γραφή και ανάγνωση πρέπει να υποθέσουμε) και σίγουρα ενημερώνεται για την επικαιρότητα – δεν είναι αγράμματη ούτε λόγια· κινείται σε έναν ενδιάμεσο χώρο για τους άνδρες και σε έναν μάλλον προνομιακό για τις γυναίκες. Ήδη από το 1839 τα πολιτικά πράγματα παίρνουν μια νέα τροπή αναφορικά με το Ανατολικό Ζήτημα και οι ελπίδες πολλών για επίλυση του Κρητικού Ζητήματος αναπτερώνονται, προτού ξεσπάσουν νέες εξεγέρσεις στα τέλη του 1840 στο κρητικό έδαφος. Σε αυτό το μεσοδιάστημα, ανάμεσα στο 1839 και το 1840, η Καμπουράκη γράφει και εκδίδει με δικά της χρήματα τα Ποιήματα τραγικά, γινόμενη η πρώτη γυναίκα που δημοσιεύει επώνυμα έργο της στην Ελλάδα και χαράσσοντας τον δρόμο, πολύ πρώιμα, για τη γυναικεία απελευθέρωση: «Την τραγικήν ταύτην διήγησιν επιθυμούσα να εκδώσω εις φως χάριν των υπέρ πατρίδος αγωνισθέντων Κρητών και προς ενθάρρυνσιν του ωραίου φύλου είμαι εύελπις ότι οι ομογενείς μου θέλουν με συνδράμει προθύμως […]» (σ. 17).

Και πράγματι, παραδόξως (;) την συνέδραμαν πολλοί στο εκδοτικό της εγχείρημα. Τι σημαίνει όμως ότι η Καμπουράκη εξέδωσε το βιβλίο της στην Ερμούπολη εν έτει 1840; Σημαίνει ότι το 1840 εκδόθηκαν στη Σύρο 25 έντυπα εκ των οποίων η πλειονότητα (10) αυτών από τον λόγιο τυπογράφο Γεώργιο Πολυμέρη, ο οποίος τύπωσε και τα Ποιήματα Τραγικά. Επιπροσθέτως, τι σημαίνει ότι η Καμπουράκη εξέδωσε ένα ποιητικό βιβλίο στην Ερμούπολη; Σημαίνει ότι το βιβλίο της είναι ένα από τα πρώτα έντυπα πρωτότυπης ποίησης που τυπώνεται στη Σύρο – ακριβολογώντας είναι το ένα από τα τρία του έτους 1840 σε ένα σύνολο δεκατριών ερμουπολίτικων ποιητικών εντύπων μέχρι τότε, όχι αμιγώς λόγιας ποίησης.[8]

Μάλλον οι Ερμουπολίτες διάβαζαν ποίηση και σίγουρα τα Ποιήματα Τραγικά διαβάστηκαν από ένα διευρυμένο κοινό. Η μαρτυρία των συνδρομητών δείχνει τα μεγέθη: τα Ποιήματα Τραγικά τυπώθηκαν σε 405 αντίτυπα και τα έλαβαν 346 εγγεγραμμένοι συνδρομητές, εκ των οποίων οι 302 (87,28%) ανήκαν στην ελλαδική επικράτεια, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κάτοικοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Κρήτη). Σαφώς, η πλειοψηφία των συνδρομητών ήταν από την Ερμούπολη (169 άτομα, ήτοι το 55,96% της ελλαδικής επικράτειας). Οι αριθμοί όμως μας δείχνουν και κάτι άλλο, το οποίο για την εποχή είναι, τουλάχιστον, αξιοσημείωτο: από το σύνολο των 346 συνδρομητών οι 65 (18,79%) είναι γυναίκες. Τι δηλώνει αυτό όμως; Ότι στην Ερμούπολη 23 γυναίκες, στην Αθήνα 13, στον Ναύπλιο 20 και στην Κρήτη 6 γυναίκες διάβασαν το έργο της Καμπουράκη. Αν μπορούσαμε να συγκρίνουμε με άλλα έντυπα, θα βλέπαμε ότι το ποσοστό των γυναικών για το βιβλίο της Καμπουράκη είναι αρκετά έως πολύ μεγάλο. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι εν λόγω συνδρομήτριες ανήκουν στα υψηλά κοινωνικά στρώματα – το «ωραίο φύλο» όχι μόνο ανταποκρίθηκε στην αγγελία της πρώτης ποιήτριας, αλλά την διάβασε με ζέση και ίσως με περιέργεια ή θαυμασμό για το τόλμημά της.[9]

Η συμβολή της Ρούσσου σε ό,τι αφορά τη διαδρομή της Καμπουράκη και τα βιογραφικά της στοιχεία είναι σημαντική, αφού έχει επανεπισκεφθεί τις πηγές, θέτοντας εν αμφιβόλω τις μη τεκμηριωμένες πληροφορίες του παρελθόντος, ενώ παρέχει στον αναγνώστη το αναγκαίο ιστορικό συγκείμενο, προκειμένου να κατανοήσει στοιχεία της Επανάστασης στην Κρήτη.

 

Γ΄. Ανάμεσα στην ποίηση και την ιστορία: ούτε σύζευξη ούτε διάζευξη

Ένα ακανθώδες μάλλον ζήτημα είναι το γεγονός ότι τα Ποιήματα Τραγικά, μία κατά το μάλλον ή ήττον συνεχόμενη έμμετρη αφήγηση, είναι γραμμένα σε δεκαπεντασύλλαβο με ομοιοκαταληξία. Το γεγονός μάλλον θα είχε λιγότερη σημασία, εάν η γλώσσα δεν ήταν δημοτική με κάποιους ιδιωματισμούς και εάν δεν ήταν έκδηλη η προφορικότητα. Έχουμε να κάνουμε εν ολίγοις με ένα λαϊκότροπο ύφος, το οποίο συνδυαζόμενο αφ’ ενός με το ιστορικό περιεχόμενο των στίχων και αφ’ ετέρου με μία χαμηλής μόρφωσης ποιήτρια οδηγεί σε ειδολογικές συγχύσεις: έχουμε να κάνουμε με (λαϊκή ή λόγια) ρίμα[10] ή με λογοτεχνία; Μπορεί η ιστορική ρίμα, δηλαδή η έμμετρη, εν πολλοίς λαϊκή, αφήγηση ιστορικών γεγονότων να αποτελέσει λογοτεχνία υπό τη σημερινή έννοια ή, αντιστρόφως, μπορεί η λογοτεχνία να λάβει ένδυμα λαϊκό και να νομιμοποιηθεί ως τέτοια;

Το ζήτημα φαίνεται να απασχολεί αρκετά τη Ρούσσου, η οποία ωστόσο ορθώς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έχουμε να κάνουμε με μία ποιητική ιστορική μαρτυρία που κινείται μεταξύ ιστορίας και ποίησης. Πράγματι, τα Ποιήματα Τραγικά αποτελούν την πρώτη δημοσιευμένη μαρτυρία της Επανάστασης στην Κρήτη, αρκετά πριν τη συγγραφή ιστοριογραφικών έργων κατά τη διάρκεια του 19ου αι.[11] και μάλιστα από άτομο που συμμετείχε και βίωσε το όλο πλαίσιο. Από αυτή την άποψη, η Καμπουράκη διεκδικεί την πρώτη θέση ανάμεσα σε εκείνους που κατέγραψαν τα κρητικά πολεμικά γεγονότα – οι κρητολόγοι, προφανώς, μπορούν στην Καμπουράκη να εντοπίσουν πολλά στοιχεία άγνωστα για πτυχές της πρώτης και της δεύτερης φάσης της Επανάστασης στο νησί, πράγμα που υποδεικνύει και θέτει εν μέρει σε εφαρμογή και ο υποσελίδιος υπομνηματισμός της Ρούσσου, τον οποίο οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψιν μας, αφού η επιμελήτρια προσπαθεί να δώσει ίσο βάρος στο κείμενο τόσο ως λογοτεχνία όσο και ως ιστορική μαρτυρία.

Πολλές είναι οι φορές που η Καμπουράκη κάνει λόγο για διήγηση, εξιστόρηση, ιστορία κ.τ.ό., προσδιορίζοντας έτσι το έργο της, ωστόσο έχει πλήρη συνείδηση ότι αυτό το τελευταίο δεν είναι ιστοριογραφικό (έστω και εμμέτρως), αλλά διαθέτει ιστορικά στοιχεία ή, όπως θα έλεγαν τον 19ο αι., ότι παρέχει ύλη ιστορική: «Νέοι και νέαις  της πατρίς σάς έδωσα αιτίαν, / κάθε καιρόν να γράψετε σωστήν την ιστορίαν» (σ. 136-137). Είναι εξ άλλου γνωστό ότι τα γραμματειακά είδη για πολύ – και τουλάχιστον μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. – έχουν έμφυλο πρόσημο: ιστοριογραφία δεν μπορεί να γράψει μία γυναίκα, ποίηση ναι και υπό όρους. Η Καμπουράκη αίρει δύο διασταυρούμενες πολιτισμικές διχοτομίες, καθώς δεν ιστοριογραφεί αλλά ιστορεί ποιητικώ τω τρόπω· επιπλέον, δεν γράφει απομνημόνευμα (horribile dictu, είδος ανδρικό), αλλά (λυρική) ποίηση,[12] αφού το ποιητικό εγώ υπάρχει στο έργο, αν και υποχωρεί για να δώσει τη θέση του στο εθνικό εμείς. Όλα αυτά τα ζητήματα υποδειγματικά αναλύονται από τη Ρούσσου, χωρίς ωστόσο να εξαντλούνται. Ευτύχημα αποτελεί, λοιπόν, το γεγονός ότι η Καμπουράκη δεν χάνεται από το βάρος ενός φιλολογικού σχολαστικισμού.

 

Δ΄. Η ποίηση ως θρήνος, η ιστορία ως πένθος – και οι πολιτικές τους

Με καταβολές και διαβάσματα λαϊκά ως επί το πλείστον, πρέπει να υποθέσουμε, μέχρι τότε, όμως με τους ήχους της έντεχνης λαϊκής λογοτεχνίας ακόμη στα αυτιά της, η Καμπουράκη αποφασίζει πως θέλει να αφηγηθεί τους αγώνες των Κρητικών κατά των Οθωμανών. Ο αναγνώστης οφείλει εξ αρχής να εντοπίσει τις πολλαπλές αιτίες συγγραφής, να τις διαβαθμίσει (όχι αξιολογικά και ιεραρχικά, μα χρονικά κυρίως) και να σταθεί προσεκτικός απέναντι στον λόγο της Καμπουράκη – οφείλει να επιδείξει ευαισθησία απέναντι σε μία γυναίκα που είναι φορέας πολλαπλών και μάλλον συγκερασμένων παραδόσεων.

Όπως είδαμε παραπάνω, στην «Αγγελία» της έκδοσης, η Καμπουράκη προβάλλει τη στέρηση της ιδιαίτερης πατρίδας της και τη «βαθεία λύπη» που της προξένησε ο θάνατος του γιου της ως κινητήριες αιτίες της συγγραφής της. Έχει ενδιαφέρον η επεξήγηση που δίνει η ποιήτρια στον λόγο της, προκειμένου να μας βοηθήσει να την κατανοήσουμε:

Για τον μονογενή μ’ υιόν λυπούμαι εν καρδία

και δεν ημπόρεσα να βρω άλλην παρηγορίαν.

Στέρησις της πατρίδος μου και του μονογενή μου

τα παλαιά μου τα δεινά ήλθαν στην θύμησί μου.

Εις σε φιλτάτη μου πατρίς! Θα ‘κδώσω ιστορίαν,

ίσως ευρώ στην λύπην μου κάποιαν παρηγορίαν.

[…]

Φανταζομέν’, αισθάνομαι κ’ ηύρα παρηγορίαν,

εις τα δεινά που ‘τράβηξες για την ελευθερίαν.

Πράγμα παράδοξον πατρίς! είναι να μετριάζη

η λύπη σου την λύπην μου, και να με ησυχάζη.

Επεθυμούσα πάντοτε διά να παραστήσω,

βάσανα και αγώνας σου στον κόσμον να κηρύξω.

Ίνα γνωρίσουν βασιλείς τα δικαιώματά σου,

και λάβωσι συμπάθειαν πατρίδα στα δεινά σου. (σ. 18-19)

Είναι, επομένως, η λύπη απότοκο της στέρησης, ενώ η (τραυματική) απώλεια είναι το ερέθισμα που πυροδοτεί τη μνήμη. Γιατρικό στη λύπη (κυρίως αυτής που προξενεί η απομάκρυνση από την πατρίδα) είναι η προβολή του προσωπικού και συλλογικού βιώματος στη δημόσια σφαίρα – το αφηγηματοποιημένο βίωμα γίνεται ιστορία. Η ιστορία ως βίωμα όμως αφ’ ενός αποτυπώνεται μέσω της φαντασίας, δηλαδή μέσω της ανάκλησης, της δημιουργικής συμπλήρωσης και της οικειοποίησης και αφ’ ετέρου νιώθεται, δηλαδή γίνεται αντικείμενο που μπορεί να βιωθεί ξανά και ξανά. Το παρελθόν βιώνεται ως τραύμα για να λειτουργήσει θεραπευτικά στο παρόν: η λύπη από το παρελθόν μετριάζει τη λύπη του παρόντος. Η λύπη ως διαδικασία πένθους βρίσκεται στο παρόν και το παρελθόν και η αδυνατότητα έκφρασης αυτού του πένθους συνιστά οδυνηρή εμπειρία με μοναδική λύση να είναι αυτή ακριβώς η έκφραση, η εξωτερίκευση του πένθους. Στη διασταύρωση του μέσα και του έξω, είναι που η Καμπουράκη θέτει για εμάς μία πρό(σ)κληση: αν το γιατρικό της λύπης είναι η αφηγηματοποίησή της, δηλαδή αν το βίωμα πρέπει να πενθηθεί για να μετατραπεί σε ιστορείν, τότε μέσω ποιας διαδικασίας πρέπει να πραγματοποιηθεί αυτό το πένθος και πώς το ιστορείν θα λειτουργήσει στο παρόν;

Η Καμπουράκη προσέχει τι λέει, επειδή γνωρίζει τι πράττει και τι επιδιώκει μέσω της χειρονομίας της. Δύο όλες κι όλες είναι οι φορές που ο θρήνος ρηματοποιείται και πάμπολλες που εκφράζεται σε ουδέτερο γένος. Για τη δεύτερη περίπτωση, η σημασία είναι μία, καθώς «το θρήνος» είναι πάντοτε η καταστροφή. Από την άλλη πλευρά, διαβάζουμε στην ίδια σκηνή, όπου οι γυναίκες ξεκινούν για το ταξίδι της προσφυγιάς, τα εξής όμοια: «Γονατισταίς η φαμιλιαίς τον ουρανόν κυττάζουν,/ και την πατρίδα τους θρηνούν τους συγγενείς τους κράζουν» (σ. 121) και «Θρηνούσασιν η φαμελιαίς εκλέγαν τα παιδιά τους,/ φρίκη μεγάλη έγινε διά την συμφορά τους» (σ. 122). Εδώ «ο θρήνος» δεν είναι γεγονός, όπως «το θρήνος», αλλά διαδικασία που εξωτερικεύεται και συνδέεται με τη φωνή – ο θρήνος εκφωνείται. Στην πρώτη φορά που συναντούμε τον ρηματοποιημένο θρήνο, στους εναρκτήριους στίχους μάλιστα, ξαναβρίσκουμε τη σύνδεση θρήνου και φωνής, αλλά πλέον αυτά συνάπτονται με το ίδιο το έργο: «Θεέ μου δος μου λογισμόν και αίσθησιν ν’ αρχήσω,/ την δυστυχή πατρίδα μου με λύπην να θρηνήσω» (σ. 21). Είναι σαφές ότι ο θρήνος ταυτίζεται με τον λόγο της Καμπουράκη – άρα, ο θρήνος είναι ο εκφωνούμενος από την Καμπουράκη λόγος, το ποίημα ως εκφώνημα συνιστά θρήνο, ενώ το έργο ως ιστόρημα συνιστά πένθος.

Η εξιστόρηση και το περιεχόμενο αυτής από την Καμπουράκη, τα «βάσανα» και οι «αγώνες» της Κρήτης, έχουν διττή λειτουργία στο παρόν: αποσοβούν ή μετριάζουν την προσωπική της λύπη και υπηρετούν έναν απώτατο στόχο, δηλαδή κατά πρώτον να ενημερωθούν οι Μ. Δυνάμεις για τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κρήτης και εν τέλει να την βοηθήσουν, ήτοι να επιλύσουν το Κρητικό Ζήτημα. Το πένθος της Καμπουράκη είναι προσωπικό και συλλογικό, όπως το τραύμα της, το οποίο είναι ατομικό και κοινοτικό συνάμα. Η Καμπουράκη δεν γράφει για το τραύμα, αλλά γράφει το ίδιο το τραύμα.[13] Αυτή η οδυνηρή εμπειρία θα έπρεπε να την εγκλωβίζει στο παρελθόν, όμως η ποιήτρια βρίσκει τρόπο τον θρήνο και το πένθος της να τα μετατρέψει σε πολιτικές χειρονομίες, όταν στόχος της είναι η συνέχιση του προσωπικού της αγώνα, προκειμένου να συνδράμει τον αγώνα της κοινότητας με την οποία συνδέεται, δηλαδή τον Κρητικό Αγώνα.

 

Ε΄. Η στιγμή της πρώτης δημόσιας διασταύρωσης: οι γυναίκες και το έθνος

Είδαμε πως η Καμπουράκη είναι η πρώτη γυναίκα που επώνυμα εκδίδει έργο της στη νεότερη Ελλάδα. Ως γνωστόν, η Ευανθία Καΐρη, η λογιότερη ελληνίδα των επαναστατικών χρόνων, εξέδωσε ανώνυμα/κρυπτώνυμα τα έργα της, παρ’ ότι ήταν κοινό μυστικό η ταυτότητά της. Από την άλλη πλευρά, η αριστοκράτισσα Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, θύμα της εποχής και του περιβάλλοντός της, δεν εξέδωσε το έργο της όσο ζούσε, αφήνοντάς το έτσι να το επιμεληθεί ο γιος της. Οι λόγιες ή μορφωμένες γυναίκες, αυτές οι ελάχιστες αριθμητικά, τόσο όσες έζησαν γύρω από την εποχή της Επανάστασης όσο και οι λίγο κατοπινότερες, φαίνεται ότι είτε δεν επιδίωκαν την έξοδο από τον οίκο ή έναν στενό κοινωνικό κύκλο είτε η εμφάνισή τους στη δημόσια σφαίρα γινόταν κατά το ήμισυ, δηλαδή υπό την ασφαλή (για εκείνες και την οικογένειά τους) σκιά της ανωνυμίας. Η Καμπουράκη τόλμησε εν πλήρει συνειδήσει του εγχειρήματός της να παρουσιαστεί εκτός οίκου, ενώπιον του δήμου των ανδρών, σε κοινή θέα, εκφράζοντας τον εαυτό της, τους συντοπίτες της και το φύλο της.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί, όπως εμφατικά επισημαίνει και η Ρούσσου, το γεγονός ότι η ποιήτρια θέλει να εκπροσωπήσει το φύλο της και να ασκήσει κριτική, εντός ενός ριψοκίνδυνου πλαισίου, στο πατριαρχικό μοντέλο δόμησης της κοινωνίας, το οποίο παράγει έμφυλες ανισότητες εξ αιτίας του αποκλεισμού των γυναικών πρωτίστως από την παιδεία.[14] Με μία σειρά από στρατηγικές, η Καμπουράκη εκπροσωπεί τις γυναίκες και απευθύνεται σε αυτές. Ήδη από την «Αγγελία» αναφέρει ότι το έργο της είναι ακατέργαστο προϊόν του «γυναικείου πνεύματος, το οποίον η φιλαυτία των ανδρών κατέχει δεσμευμένον εις τον σκοτεινόν της αμαθείας περίβολον, τον οποίον άρχισε να κρημνίζη η φιλοσοφία κατά τον παρόντα αιώνα», δηλαδή οι ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης αναφορικά με την ισότητα των φύλων. Η ποιήτρια βγαίνει στη δημόσια σφαίρα τόσο για τους υπό οθωμανική κατοχή συντοπίτες της όσο και «προς ενθάρρυνσιν του ωραίου φύλου». Επιπλέον, αυτή η συμπλοκή έθνους και φύλου εξαγγέλλεται και τονίζεται προς ένα πολιτικό πρόσωπο, δηλαδή τον Διοικητή Σύρου Δημ. Χρηστίδη, αφού όχι μόνο «Ο κάθε ένας χρεωστεί καλό να ενεργήση/ πάντοτε στην πατρίδα του, και να την ωφελήση», αλλά και «Ο γενικός κανονισμός ποτέ δεν εμποδίζει/ να ομιλήσει ο καθείς εκείνο που γνωρίζει./ Κ’ η γυναικεία η φυλή βρίσκεται προικισμένη […]» (σ. 18).

Παρά την ανάπλαση των γεγονότων της Επανάστασης στην Κρήτη από την οπτική των ανδρών, η Καμπουράκη εκφράζει και τον άμαχο πληθυσμό, τις γυναίκες, αρκετές φορές. Η Ρούσσου επισημαίνει με οξυδέρκεια εκείνη τη στιγμή που η ποιήτρια περιγράφει τη δυστυχία των οθωμανών γυναικών, η οποία προκλήθηκε από τις νίκες των Κρητικών, συμπεραίνοντας ότι «[η] κοινή γυναικεία εμπειρία συνδέει τις γυναίκες σε μια φαντασιακή κοινότητα αν και τις διαχωρίζει η εθνική έχθρα. Στην περίπτωση αυτή το φύλο αναδεικνύεται ισχυρότερος συνδετικός ιστός» (σ. 209). Μία από τις συγκινητικότερες και συγγραφικά δυνατότερες στιγμές των Ποιημάτων Τραγικών είναι εξ άλλου και οι «Παρηγορητικοί λόγοι προς τας γυναίκας, γενναιοψυχία αυτών και η μετάβασίς των εις τον Μωρέα» (σ. 119-123), όπου μέσω της Καμπουράκη ακούμε τον λόγο των γυναικών και τις βλέπουμε λίγο πριν το ταξίδι της προσφυγιάς.

Η ποιήτρια έχει την ικανότητα να εκπλήξει με την παρρησία της ακόμη και τον σημερινό αναγνώστη ή τον εξειδικευμένο μελετητή της περιόδου. Στις «Παρατηρήσεις της εκδότριας» η Καμπουράκη απευθύνεται ονομαστικά σε αγωνιστές, λογίους και πολιτικά πρόσωπα, τα οποία κατά την πρώτη και δεύτερη φάση της Επανάστασης στην Κρήτη υπερασπίστηκαν τα κυριαρχικά δικαιώματα των Κρητικών, ενώ τώρα είτε σιωπούν είτε η δράση τους έχει ατονήσει:

Οι προκομένοι της πατρίς πού είναι να μιλήσουν,

εις τα δεινά μας σήμερης να μας παρηγορήσουν.

Πού είσαι πάτερ Μισαήλ [Αποστολίδη]; Ναύγης στον βασιλέα,

για την πατρίδα να του πης όλα τα αναγκαία.

Να ομιλήσης άργησες Σπύρε Αντωνιάδη,

δεν βλέπεις η πατρίδα μας πώς πάσχει για τον άδη.

Στα κοσιτρία δούλευσες και συ για την πατρίν σου,

τώρα λοιπόν ας έλθουσιν εις την ενθύμησίν σου. (σ. 137)

Ο λόγος της Καμπουράκη είναι κοφτερή λεπίδα και μαζί σάλπισμα εθνεγερτήριο, είναι έκκληση και συνάμα διαμαρτυρία προς πάσα κατεύθυνση. Είναι όμως και πολιτική πρόταση:

Άνδρες γενναίοι της πατρίς η ώρα μάς βιάζει,

η Κρήτη η περίφημος μετά δακρύων κράζει.

Τα πράγματα τ’ Ανατολικά λέγουν θα συγχυσθούνε,

ιδού καιρός στους βασιλείς κι’ ημείς ν’ αναφερθούμεν.

Μέσα εις την Πρωτεύουσαν όλοι να συναχθήτε,

με δάκρυα στον βασιλιά να τον παρακαλήτε.

Συστατικά να λάβετε απ’ ΟΘΩΝ κ’ ΑΜΑΛΙΑ,

και ν’ αναχωρήσετε ευθύς εις την Γαλλία.

Να πάτε εις τους δυνατούς να παρρησιασθήτε,

τα παλαιά σας βάσανα και νέα να ειπήτε. (σ. 142-143)

Η Καμπουράκη κάνει τα αδύνατα δυνατά στο περικείμενο των Ποιημάτων Τραγικών – στην «Αγγελία», το αφιερωματικό ποίημα, τις «Παρατηρήσεις της εκδότριας», οι οποίες αποτελούν έναν πολιτικό κατ’ ουσίαν λόγο απαλλαγμένο από το ιστορικό υπόβαθρο των προηγούμενων στίχων, και τους «Στίχους κατ’ αλφάβητον». Εκεί μάλιστα η ποιήτρια απευθύνεται σχεδόν σε όλη την έκταση των στίχων στη βασίλισσα Αμαλία ως γυναίκα προς γυναίκα, προκειμένου «εις τα δεινά μας γρήγορης να κάμη ευσπλαγχνίαν», ενώ σε σχεδόν προστακτική την παρακαλεί «Τα παλαιά μας βάσανα σαυτούς [Γάλλους] να παραστήσης,/ την Κρήτην απ’ τους δυνατούς μόνη σου να ζητήσης» (σ. 147).

Η τριπλή απεύθυνση της ποιήτριας προς τον τοπικό άρχοντα, προς τους αγωνιστές και προς τους ανώτατους άρχοντες της χώρας αποτελεί πολιτική πράξη, η οποία διαπλέκει την ποιητική σφαίρα με τη σφαίρα του πολιτικού, υπενθυμίζοντας στον σημερινό αναγνώστη το εθνορομαντικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκαν τα Ποιήματα Τραγικά. Όπως είδαμε παραπάνω και όπως αναδεικνύει η Ρούσσου, παρ’ ότι δεν επιτρέπεται στην Καμπουράκη να ιστοριογραφήσει, εκείνη αποφασίζει να συνθέσει ποιητικώ τω τρόπω μία μαρτυρία, κινούμενη στα ασφυκτικά όρια μεταξύ ιστορίας, απομνημονεύματος και ποίησης. Αυτό όμως που νομιμοποιεί τόσο τον λόγο της όσο και την πολιτική της υπόσταση είναι η μέριμνα και ο αγώνας για το έθνος. Όλοι οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, οφείλουν να υπερασπιστούν το έθνος και να θέσουν εαυτούς στην υπηρεσία του. Η γηραιά χανιώτισσα Καμπουράκη έχει τη δυνατότητα να μιλήσει και η φωνή της μπορεί να ακουστεί, ακριβώς επειδή μιλάει για το έθνος και τις «υπόδουλες» ακόμη περιοχές του. Το έθνος πρέπει να λάβει τις πραγματικές του διαστάσεις και το κράτος να επεκταθεί – υπ’ αυτό το πρίσμα μία γυναίκα μπορεί να μετατραπεί σε πολίτιδα.[15]

Ακριβώς τη διαπλοκή φύλου και έθνους είναι που και η Ρούσσου επισημαίνει, μένοντας πιστή τόσο στα καθιερωμένα ερμηνευτικά σχήματα για τον ελληνικό 19ο αι., αλλά και διευρύνοντας τη συζήτηση προς πεδία, τα οποία πρέπει να μελετηθούν περαιτέρω, ιδίως στις διασταυρώσεις τους. Η συζήτηση που επιχειρεί η επιμελήτρια και οι επισημάνσεις της αποτελούν exemplum για μελλοντικές εκδόσεις έργων της γυναικείας δημιουργίας του 19ου αι.

 

Στ΄. Τα μετέπειτα

Πρέπει να αναγνωρίσουμε στην Καμπουράκη ψυχικό σθένος και επιμονή στην «εθνική υπόθεση», αφού μέχρι το τέλος της, το 1875, σε ηλικία μάλλον ενενήντα πέντε ετών, έμεινε πιστή στα ιδανικά της, υπηρετώντας με τη γραφίδα της τους αλύτρωτους αδελφούς της.

Η αεικίνητη Καμπουράκη, άγνωστο γιατί, μετά τη Σύρο και μάλλον μετά τον θάνατο και του δεύτερου συζύγου της, μετεγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι. Ανάμεσα στα 1840 και τα 1861 η ποιήτρια δοκιμάζει τις δυνατότητές της στο δράμα, γράφοντας και εκδίδοντας την τραγωδία Γεώργιος Παπαδάκης (1847),[16] με κεντρικό ήρωα τον ομώνυμο κρητικό αγωνιστή, και την Λάμπρω (1861),[17] τραγωδία η οποία εξαίρει τον αγώνα των γυναικών στο πλευρό των ανδρών και αποτελεί τυπικό εθνορομαντικό δείγμα. Τα πολεμικά γεγονότα εμπνέουν την Καμπουράκη, αλλά η δράση της δεν μένει μόνο στα χαρτιά, αφού εμπλέκεται ενεργά στον αντιοθωνικό αναβρασμό και μετέπειτα στην επαναστατική κίνηση στο Ναύπλιο, επόμενο τόπο εγκατάστασή της. Στα ογδόντα της, ως μάχιμη και ενεργή πολίτις, δημοσιεύει «πολιτικό ημερολόγιο»[18] για τα συμβάντα του Ναυπλίου και την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί την πολύστιχη Μνήμη (1863),[19] έμμετρο αφήγημα από την εμπειρία της στην επαναστατική κίνηση που είχε ως αποτέλεσμα την έξωση του Όθωνα, το οποίο αφιερώνει στον νέο βασιλιά Γεώργιο Α΄. Λίγο πριν τον θάνατό της εκδίδει το τελευταίο της έργο, την Έξοδο του Μεσολογγίου (1875), όπου προλογικά συγκρίνονται τα γεγονότα του Μεσολογγίου με εκείνα του Αρκαδίου, προκειμένου να γίνει η τελευταία υπόμνηση:

Γενναίοι άνδρες των Κρητών δεν είν’ απελπισία

θα έλθ’ ημέρα των φωτών και της ελευθερίας.

Τα όπλα και τα ξίφη σας με αίμα να βαφώσι,

κ’ οι παλαιοί αγώνες σας να ξανανεωθώσι.

Το αμαθές μου ποίημα θέλω να φανερώσω,

εις σε, Μεσολόγγι ηρωικόν, να το αφιερώσω.

Δεν εγράφη, το γνωρίζω, με την γλώσσαν της παιδείας,

πλην το έγραψαν αι λύπαι της θρηνούσης μου καρδίας.[20]

Η Καμπουράκη, πρωτοπόρος στη δημόσια σφαίρα, πρώτη καταγραφέας της Επανάστασης στην Κρήτη και πρώτη επώνυμη ποιήτρια, μπόρεσε να εισδύσει στο ανδροκρατούμενο λογοτεχνικό πεδίο της εποχής της και σε πείσμα των επικριτών της – επειδή σαφώς υπήρξαν τέτοιοι – να συνεχίσει μέχρι τα βαθιά της γεράματα τη δημιουργική πορεία, εμπνέοντας με το παράδειγμά της και την έμφυλη συνείδησή της και άλλες γυναίκες: λογοτέχνιδες, μεταφράστριες, εκδότριες και πρωτο-φεμινίστριες.[21] Όπως σωστά το έθεσε εισαγωγικά η Ρούσσου για την ποιήτρια, μιλώντας για τη δεξίωση από τους συγκαιρινούς της, «[έ]νας από τους παράγοντες εξαιτίας του οποίου πέφτει στην αφάνεια το έργο της Αντωνούσας Καμπουράκη είναι και το φύλο της» (σ. 12). Το έργο της ποιήτριας μας καλεί να το μελετήσουμε, ενώ η δράση της ως μαχόμενης γυναίκας και ένθερμης πολίτιδος μας υπενθυμίζει ότι η κάθε είδους ισότητα είναι διαρκώς διεκδικούμενη και μηδέποτε κεκτημένη.

[1] Οι σελίδες εντός παρένθεσης στο κυρίως κείμενο παραπέμπουν στην υπό συζήτηση έκδοση. Μονοτονίζω τα παραθέματα, αλλά διατηρώ την ορθογραφία.  

[2] Πρβλ. Φ. Ηλιού, Ελληνική βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. […] 1833-1844, Π. Πολέμη (επιμ.), Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη & Ε.Λ.Ι.Α./Μ.Ι.Ε.Τ, 2016, τ. Γ΄/μ. Α΄, λ. 1840.174, όπου επισημαίνεται το ίδιο. Κατά πάσα πιθανότητα, το μονόφυλλο διακινήθηκε και σε μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν κρίνουμε από τη γεωγραφική κατανομή των συνδρομητών.

[3] Βλ. Σ. Ντενίση, Ανιχνεύοντας την «αόρατη» γραφή». Γυναίκες και γραφή στα χρόνια του ελληνικού διαφωτισμού-ρομαντισμού, Αθήνα, Νεφέλη, 2014. Η οπτική μου δεσμεύεται από το έργο σε όλη την έκταση του παρόντος κειμένου. Σημειώνω ότι εργασίες της Ντενίση με αναφορές στην Καμπουράκη είχαν κυκλοφορήσει και νωρίτερα σε σύμμεικτους τόμους. Αξίζει επιπλέον να αναφερθεί και το σχετικό της Ειρ. Ριζάκη, Οι «γράφουσες» Ελληνίδες. Σημειώσεις για τη γυναικεία λογιοσύνη του 19ου αιώνα, Αθήνα, Κατάρτι, 2007.

[4] Παραπέμπω τον μη εξοικειωμένο με το πεδίο αναγνώστη στο Γλ. Γκότση & Ειρ. Ριζάκη (επιμ.), Ελληνική βιβλιογραφία της ιστοριογραφίας των γυναικών και του φύλου (1974-2019), Αθήνα, Ιστορικοί για την Έρευνα στην Ιστορία των Γυναικών και του Φύλου, 2020 [ψηφιακά μόνο διαθέσιμο στο αποθετήριο του Πανεπιστημίου Κρήτης «Ανέμη»].

[5] Βλ. Β. Ρούσσου, Ο μακρύς δρόμος της γυναικείας ελληνικής ποιητικής παράδοσης από τον 19ο στον 20ό αι., [διδακτορική διατριβή], Α.Σ.Κ.Τ., Αθήνα, 2018. Μιλώντας για την Καμπουράκη, υποχρεωτικά πρέπει να αναφερθούν οι σχετικές εργασίες του Κ. Φουρναράκη, «Η διαμόρφωση μιας ανεξάρτητης γυναικείας ταυτότητας στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα: η περίπτωση της ποιήτριας Αντωνούσας Καμπουράκη», Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα): Δ΄ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010: Πρακτικά, Κ. Α. Δημάδης (επιμ.), Ε.Ε.Ν.Σ., 2010, τ. Δ΄, σ. 381-393· του ίδιου, «Η Αντωνούσα Καμπουροπούλα ως ιστορικός της επανάστασης του ‘21 στην Κρήτη (συμπληρωματικές παρατηρήσεις)», Νέα Χριστιανική Κρήτη, 35 (2017), σ. 323-365· του ίδιου, «‘Εις σε, φιλτάτη μου, Πατρίς, θα ‘κδώσω ιστορίαν’: Ιστορία και Ποίηση στο έργο της Αντωνούσας Καμπουροπούλας», Παλίμψηστον, 35 (2018), σ. 119-141.

[6] Για μια σύγχρονη ματιά σε πτυχές του θέματος από την επετειακή εσοδεία βλ. και Ν. Ανδριώτης & Ηλ. Κολοβός (επιμ.), Όψεις της Επανάστασης του 1821 στην Κρήτη, Κρήτη, Κοινωφελές Ίδρυμα Αγία Σοφία/ Δήμος Αποκορώνου/ Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, 2021.

[7] Πρβλ. και Ι. Τραυλός & Αγγ. Κόκκου, Ερμούπολη. Η δημιουργία μιας νέας πόλης στη Σύρο στις αρχές του 19ου αιώνα, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1980, σ. 25-63.

[8] Όλα τα στοιχεία για την εκδοτική παραγωγή της Ερμούπολης αντλούνται από την υπό εκπόνηση διατριβή μου.

[9] Ο τρισέλιδος «Κατάλογος των φιλομούσων συνδρομητών» των τελευταίων σελίδων έχει (ορθώς) οβελιστεί από τη Ρούσσου στην έκδοσή της, ωστόσο θα είχε ενδιαφέρον η αξιοποίησή του στο «Επίμετρο». Αδρομερώς εδώ προσπάθησα να αναπληρώσω το μικρό κενό της έκδοσης σχετικά με την αναγνωστική ανταπόκριση στα Ποιήματα Τραγικά, ωστόσο πρβλ. και Ρούσσου, Ο μακρύς δρόμος…, ό.π., σ. 91, 108-109 όπου αναφορές στους συνδρομητές έργων της Καμπουράκη.

[10] Για σχετικό υλικό, όπου αναφορές και σε δευτερογενή βιβλιογραφία, βλ. Αλ. Πολίτης, Λόγιες ριμάδες (15ος-18ος αι.). Πρώτη καταγραφή, Ρέθυμνο, 2017 [ψηφιακά μόνο διαθέσιμο στο αποθετήριο του Πανεπιστημίου Κρήτης «Ανέμη»].

[11] Βλ., π.χ., Κ. Κριτοβουλίδης, Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου της Αθηνάς, 1859. Επανέκδοση πρόκειται να κυκλοφορήσει από την Ελ. Ζέη (επιμ.), Αθήνα, Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, σειρά: Kείμενα Μνήμης, αρ. 4 [υπό έκδοση: 2021].

[12] Στο σημείο αυτό διαφοροποιούμαι ελαφρώς από τη Ρούσσου (σ. 185-186).

[13] Για τη διαφοροποίηση παραπέμπω στην κλασική πλέον μελέτη του D. LaCapra, Writing History, Writing Trauma, Baltimore, The Johns Hopkins University Press, 2001.

[14] Πρβλ. και τις επισημάνσεις της Ντενίση, ό.π. στα προκαταρκτικά κεφάλαια της μελέτης.  

[15] Πρβλ. από ιστορική σκοπιά Δ. Τζανάκη, Δούλα και κυρά. Όψεις εθνικισμού. Ρόλοι και συμπεριφορές στην Ελλάδα των ρομαντικών χρόνων (1836-1897), Αθήνα, Σαββάλας, 2007.

[16] Βλ. Αντωνούσα Ι. Καμπουροπούλα, Γεώργιος Παπαδάκης. Τραγωδία εις πράξεις πέντε διηρημένη, Εν Αθήναις, Εκ της τυπογραφίας Κ. Αντωνιάδου, 1847.

[17] Βλ. Αντωνούσα Ι. Καμπουροπούλα, Λάμπρω. Τραγωδία εις πράξεις πέντε, Εν Μεσολογγίω, Τύποις Ελληνικών Χρονικών, 1861. Επανέκδοση του έργου έχει γίνει από τον Κ. Φουρναράκη (Χανιά, Έρεισμα, 2013).

[18] Βλ. Α.[ντωνούσα] Κ.[αμπουράκη], Η νυξ της 10 προς την 11 Οκτωβρίου του 1862 […], Εν Αθήναις, [Εκ του τυπογραφείου Ερμού], [1862].

[19] Βλ. Αντωνούσα Καμπουροπούλου, Η μνήμη, ήτοι τα συμβάντα της Ναυπλιακής και Οκτωβριανής Επαναστάσεως, Εν Αθήναις, Τύποις Η Φιλόμουσος Λέσχη, 1863.

[20] Βλ. Αντωνούσα Καμπουράκη, Η έξοδος του Μεσολογγίου. Τραγωδία εις πράξεις πέντε, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου Σ.Κ. Βλαστού, 1875, σ. [4].

[21] Πρβλ. Ντενίση, ό. π. και το κλασικό Ελ. Βαρίκα, Η εξέγερση των κυριών. Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα (1833-1907), Αθήνα, Παπαζήσης, 62011 [1987].

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.