Σύνδεση συνδρομητών

Ένας Λαπαθιώτης ξεδιαλεγμένος – ή σύγχρονα (φιλολογικά;) ερωτήματα

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2021 10:28
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης στα 1904, πρωτοετής φοιτητής στη Νομική Σχολή. Η φωτογραφία είδε το φως της δημοσιότητας στη φυσική της μορφή πρώτη φορά στην έκθεση «Λογοτεχνικές Αρχειολογίες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών» (2019), την οποία διοργάνωσε το Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου και απόκειται. Αναπαράγεται από την έντυπη έκδοση του Books' Journal, τχ. 122, όπου πρωτοδημοσιεύτηκε.    
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης στα 1904, πρωτοετής φοιτητής στη Νομική Σχολή. Η φωτογραφία είδε το φως της δημοσιότητας στη φυσική της μορφή πρώτη φορά στην έκθεση «Λογοτεχνικές Αρχειολογίες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών» (2019), την οποία διοργάνωσε το Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου και απόκειται. Αναπαράγεται από την έντυπη έκδοση του Books' Journal, τχ. 122, όπου πρωτοδημοσιεύτηκε.  

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ξεδιάλεγμα. Ποιήματα, στοχασμοί, αφηγήματα, συνεντεύξεις, ανθολόγηση: Τάκης Σπετσιώτης, Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2021, 226 σελ.

Ενώ άλλοι ποιητές καλύπτονται από τη σκόνη του χρόνου και το έργο τους λησμονιέται, υπάρχουν και εκείνοι που διαρκώς επανέρχονται, ζητώντας να μιλήσουν στον σύγχρονο αναγνώστη. Τέτοια είναι η περίπτωση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ο οποίος ζητά ξανά την προσοχή μας μέσω της ανθολόγησής του από τον Τάκη Σπετσιώτη.

Πρέπει να ’χεις περπατήσει στη ζωή,

για να νιώσεις τον Λαπαθιώτη.

Τ. Σπ.

 

Ο Τάκης Σπετσιώτης, δόκιμος και καθιερωμένος μελετητής του Λαπαθιώτη, μέσω της εισαγωγής και των κριτηρίων ανθολόγησης του Ξεδιαλέγματος επιχειρεί να φέρει κοντά στον σύγχρονο αναγνώστη εκ νέου το λαπαθιωτικό έργο, στην ειδολογική του σχεδόν ολότητα, ανταποκρινόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο σε ένα αίτημα επανεπίσκεψης και αναδιαπραγμάτευσης, το οποίο πολύ απέχει από την άκριτη ή παρωχημένη (ενίοτε δε στρεβλή) αναπαραγωγή των κειμένων του λογοτέχνη. 

Η ανθολογία, τυπογραφικά ενδιαφέρουσα και αισθητικά φροντισμένη από τις εκδόσεις Τύρφη, χωρίζεται σε οκτώ ισομερείς σχεδόν ενότητες, εκ των οποίων οι επτά αντιπροσωπεύουν την ειδολογική κατανομή των ανθολογούμενων κειμένων. Έτσι, μετά την εισαγωγή, ακολουθούν 77 ποιήματα, 31 πεζά ποιήματα, 111 στοχασμοί, 19 σατιρικά ποιήματα, 5 αφηγήματα, ευάριθμα αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του ποιητή και 2 συνεντεύξεις. Όπως γίνεται αντιληπτό, από την ανθολόγηση απουσιάζει το κριτικό και μεταφραστικό μέρος του έργου του Λαπαθιώτη και, ως εικός, η μουσική και η ζωγραφική, πτυχές παραμελημένες μεν από τους μελετητές, αλλά που σίγουρα δεν θα είχαν τη θέση τους σε μία ανθολογία κειμένων.

Από το ογκώδες ποιητικό έργο του Λαπαθιώτη, ο Σπετσιώτης επιλέγει να εντάξει στην ανθολογία κάποια ευρέως γνωστά ποιήματα, τα οποία σήμερα έχουν επιπλέον απήχηση λόγω της μελοποίησής τους από σύγχρονους καλλιτέχνες ή καλλιτεχνικά σχήματα. Επιπροσθέτως, συνειδητά εξοβελίζει τα παλαμικά πρωτόλεια, ενώ με τον ίδιο τρόπο απομακρύνονται από το ανθολογημένο corpus ποιήματα σκοτεινότερης ψυχικής διάθεσης ή ίσως συμβολιστικότερα και πάντως, κατά τον ανθολόγο, χαμηλότερης ποιητικής στάθμης. Από τα πεζά ποιήματα, τη μελέτη των οποίων πρώτος ο Σπετσιώτης καθιέρωσε, επιλέγονται ορισμένα που διακρίνονται για τον ερωτισμό, το ψυχικό βάθος και ενίοτε την υπαρξιακή αγωνία. Καινοτομία του Ξεδιαλέγματος αποτελεί οπωσδήποτε η εκτενέστατη παράθεση των στοχασμών του ποιητή, οι οποίοι, εκλαμβανόμενοι ως είδος νόθο, μεταξύ λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, βρίσκουν τη θέση τους και, λόγω της φύσης τους, αποκαλύπτουν ενδιαφέρουσες όσο και αμφιλεγόμενες σήμερα όψεις της διάνοιας του Λαπαθιώτη. Από τα σατιρικά ποιήματα, ο Σπετσιώτης επιλέγει μία μικρή αλλά αντιπροσωπευτική μερίδα, εντάσσοντας ορισμένα πολιτικά, κάποια φιλολογικού ενδιαφέροντος και αρκετά μυλλωμένα. Στα αφηγήματα ανθολογούνται τρία διηγήματα ολόκληρα και αποσπάσματα από τις δύο νουβέλες Το τάμα της Ανθούλας και Κάπου περνούσε μια φωνή, ενώ αποσπασματικά ανθολογούνται και κάποιες σελίδες από το Η ζωή μου, την αυτοβιογραφία του Λαπαθιώτη. Την ανθολογία κλείνουν δύο συνεντεύξεις του ποιητή στον Κ. Μπαστιά και τον Γ. Μυλωνογιάννη, πράγμα το οποίο πρέπει να πιστώσουμε και πάλι στις καινοτομίες αυτής της έκδοσης, εφ’ όσον δεν έχει επιχειρηθεί κάτι ανάλογο στο πλαίσιο λαπαθιωτικής ανθολογίας.

 

Τα ερωτήματα της Εισαγωγής

Προκειμένου να κατανοήσουμε το ειδικό βάρος αυτής της ανθολογίας, πρέπει να ανατρέξουμε στην εισαγωγή του Σπετσιώτη. Μέσω ενός λόγου που ακροβατεί ανάμεσα στην κριτική, την ακαδημαϊκή γραφή, την αυτοβιογραφία και τη λογοτεχνία, ο Σπετσιώτης σκιαγραφεί το δικό του ενδιαφέρον για τον Λαπαθιώτη· προβάλλει την ανάγκη ανθολόγησης· εξηγεί αδρομερώς την άνοδο και την πτώση του ποιητικού άστρου του Λαπαθιώτη όσο και την αναθέρμανση του ενδιαφέροντός μας γι’ αυτόν· επιχειρηματολογεί εκτενώς για τα κριτήρια ένταξης πληθώρας ερωτικών ποιημάτων· θέτει εμφατικά στο κέντρο της προσοχής μας τον βίο του ποιητή ως απαραίτητο αναγνωστικό κλειδί, χωρίς να προσφεύγει σε βιογραφισμούς, αλλά οπωσδήποτε θέλοντας να απομακρυνθεί από μια αμιγώς γραμματολογική έρευνα· εκθέτει τα κριτήρια που τον οδήγησαν στη συμπερίληψη ελάχιστων πολιτικών σατιρικών ποιημάτων· προβληματοποιεί τα συμβολιστικά ποιήματα, τονίζοντας ότι ενίοτε αυτά εξεικονίζουν μια μορφή αυτολογοκρισίας· σκιαγραφεί εντέχνως την πορεία της έρευνας και τις εκδοτικές περιπέτειες αναφορικά με τα υπόλοιπα είδη λόγου που καλλιέργησε ο Λαπαθιώτης, ξεκινώντας χρονολογικά από το θάνατο του ποιητή μέχρι σήμερα και δίνοντας τα απαραίτητα βιβλιογραφικά στοιχεία, χωρίς όμως να βαραίνει το κείμενο – πρόκειται για μια μικρή εισαγωγή στη σπουδή του Λαπαθιώτη κατ’ ουσίαν· εκθέτει τις πηγές του, συζητώντας παράλληλα τα κριτήρια ανθολόγησης των στοχασμών, των σατιρικών ποιημάτων και των αφηγημάτων· επανεπισκέπτεται κριτικά το παρελθόν, προσπαθώντας να εξηγήσει τη δεξίωση του ποιητή από τα ποικίλα ακροατήρια· ασκεί αιχμηρή κριτική σε προγενέστερες έρευνες αναφορικά με τα πεζά ποιήματα και τα διηγήματα· σε οξείς τόνους καταδεικνύει την προηγούμενη (και μη συγγνωστή) καταλήστευση του δικού του Χαίρε Ναπολέων,[1] που ήταν βιβλίο-σταθμός για την ανανέωση του σύγχρονου ενδιαφέροντος για τον ποιητή· επανατοποθετεί κριτικά τα αφηγήματα στο χώρο της λαϊκής/δημοφιλούς λογοτεχνίας και ενίοτε της παραλογοτεχνίας· προσπαθεί να σταθεί με κριτικό βλέμμα απέναντι στη σύγχρονη λαπαθιωτολογία και να προβάλει την αισθητική ως μία κατεύθυνση, η οποία, συγγενεύοντας με την κριτική, μπορεί να καταστήσει τον ποιητή ανα-γνώσιμο ακόμη και σήμερα.

Ο μη ενημερωμένος αναγνώστης μάλλον θα πειστεί από το λόγο του Σπετσιώτη και σίγουρα θα αποκομίσει μια αίσθηση πληρότητας σε ό,τι αφορά τα περί Λαπαθιώτη – τη εξαιρέσει των βιογραφικών στοιχείων για τον ποιητή στα οποία εσκεμμένως δεν γίνεται εκτενής αναφορά. Ο επαρκής ή εξοικειωμένος κάπως με το λαπαθιωτικό έργο και τη βιβλιογραφία γύρω από αυτό θα σταθεί με περίσκεψη και ίσως επανεξετάσει θέσεις του, οι οποίες έχουν παγιωθεί χάρη ή εξαιτίας της κριτικής. Ο φιλόλογος, βέβαια, πρέπει να προβληματιστεί για μια σειρά από ζητήματα, τα οποία τίθενται μεν με ανάλαφρο τρόπο και δένονται χαλαρά μεταξύ τους, αλλά προβάλλουν μια σειρά από ζητήματα μείζονος σημασίας. Όπως είναι φυσικό, ο Σπετσιώτης δεν λύνει κανένα από αυτά τα προβλήματα, αλλά θέτει εν αμφιβόλω τα θέσφατα, εκκινώντας ένα διάλογο στον οποίο πρέπει να συμμετάσχουμε, αναστοχαζόμενοι παραλλήλως εαυτούς ως μελετητές και υποκείμενα εντός ιστορίας.

 

Η αισθητική της γραφής

Πώς μπορούμε σήμερα να μελετήσουμε τον Λαπαθιώτη, δίνοντάς του παράλληλα και το ειδικό βάρος που αυτός κατέχει στο ιστορικό παρελθόν, ακροβατώντας ανάμεσα στη γραμματολογία και την ιστορία; Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από τις παλαιότερες κριτικές θέσεις, οι οποίες επέμεναν σε έναν μιμητισμό, έναν βιογραφισμό και μία παρακμή, χωρίς να αναιρέσουμε ούτε τις επιδράσεις ούτε τον βίο ούτε τα γραμματολογικά σχήματα; Πώς εντέλει μπορούμε να διαβάσουμε το λαπαθιωτικό έργο, μη αγνοώντας το υποκείμενο του εκφωνούμενου λόγου, ήτοι τον Λαπαθιώτη;

Ο Σπετσιώτης στο Ξεδιάλεγμα επιχειρεί μία χειρονομία χειραφετητική, εφ’ όσον δεν αρνείται τους γραμματολογικούς όρους, αλλά τους θέτει εντός της πολιτισμικής ιστορίας· δεν αρνείται τη ριζοσπαστικότητα της λαπαθιωτικής γραφής, αλλά την τοποθετεί εντός των πολιτισμικών συμφραζομένων της· δεν αρνείται την ενίοτε χαμηλή στάθμη πολλών λαπαθιωτικών κειμένων, γι’ αυτό τα εντάσσει στο χώρο της παραλογοτεχνίας, εννοούμενο εν προκειμένω ως εκείνον που διέπεται από τους κανόνες της αγοράς· δεν αρνείται τον βίο, αλλά τον συμπλέκει με τη γραφή, προκειμένου η τελευταία να μιλήσει για τον πρώτο και τανάπαλιν· δεν αρνείται την υποκειμενικότητα που διέπει ένα ξεδιάλεγμα, γι’ αυτό και παρεμβάλλει τα δικά του προσωπικά βιώματα, προκειμένου να ανασημάνει τα κριτήρια επιλογής των κειμένων.

Ο λόγος του Σπετσιώτη αρδεύει από δύο πηγές, δηλαδή την κριτική και την αισθητική. Αναφορικά με την πρώτη, γίνεται εμφανές ότι είναι γαλουχημένος από τον τρόπο έκφρασης των παλαιότερων ελλήνων κριτικών· πολλές φορές αναπαράγει κριτικές/γραμματολογικές θέσεις της λαπαθιωτικής βιβλιογραφίας και των κορυφαίων κειμένων της. Από την άλλη πλευρά, ο Σπετσιώτης είναι αισθητικός, αναστοχάζεται πάνω στα κείμενα μέσα από το πρίσμα της φιλοσοφίας, ασχέτως εάν η ματιά του διέπεται από μία κατά το μάλλον ή ήττον ουσιοκρατική οπτική· προσπαθεί να συλλάβει το όλον, μη εξετάζοντας σχολαστικά το μέρος ή, άλλοτε, προσπαθεί να κατανοήσει τον Λαπαθιώτη ως καλλιτέχνη, μη φορώντας τα μυωπικά γυαλιά ενός φιλολόγου.

Το αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται είναι ενδιαφέρον, αλλά προκλητικό. Ο Σπετσιώτης οικειοποιείται παρελθόντες λόγους και έωλα σήμερα κριτικά σχήματα, προκειμένου να τα ανανοηματοδοτήσει. Αυτή η δημιουργική επεξεργασία διηθείται μέσω μιας κριτικής αναδιαπραγμάτευσης, κατά την οποία ο εν μέρει αντιρρητικός λόγος του παρελθόντος περί τον Λαπαθιώτη ανασημασιοδοτείται και αναστρέφεται, προκειμένου να λάβει ένα θετικό πρόσημο. Αυτό το αναποδογύρισμα, σε συνδυασμό με την αισθητική και το βίωμα του ίδιου του ανθολόγου, παράγει, όπως είναι φυσικό, έναν νέο λόγο. Αυτός ακριβώς ο λόγος έχει ενδιαφέρον – όχι μόνο ως κριτική και αισθητική αποτίμηση, αλλά κυρίως ως πράξη/δράση,[2] η οποία διέπεται από μία νέα δυναμική και είναι ικανή να ανατροφοδοτήσει έναν θεωρητικό αναστοχασμό.

 

Η αισθητική της ύπαρξης

Πώς άραγε μπορούμε να κατανοήσουμε μια ποίηση, η οποία τόσο αξεδιάλυτα συμπλέκεται με τη ζωή του δημιουργού της; Το ερώτημα, διαρκώς επανερχόμενο στη λαπαθιωτική κριτική, χρήζει προσοχής. Ως γνωστόν, ο «αθηναίος Ντόριαν Γκρέυ» έχει ερμηνευθεί, εν πολλοίς ορθώς, ως ο εκφραστής του ελληνικού οσκαρουαϊλδισμού, εφ’ όσον, μεταξύ άλλων, τόσο εκείνος όσο και αυτός ταύτισαν τη ζωή τους με την τέχνη. Η επιρροή του Όσκαρ Ουάιλντ στον Λαπαθιώτη και τον κύκλο του, τουλάχιστον τις δεκαετίες του 1910 και του 1920, είναι αναντίρρητη, ενώ το λεγόμενο «σκάνδαλο της Ανεμώνης» είναι εκείνο που λειτούργησε ως ένας από τους κύριους παράγοντες συζήτησης του ονόματος του ποιητή στο λογοτεχνικό και κοινωνικό πεδίο. Πέραν τούτων, ο αθηναίος εστέτ φρόντισε τεχνηέντως να σμιλεύσει τον κατά Ρολάν Μπαρτ[3] μύθο του, δηλαδή να γίνει μετωνυμία μιας ζωής ηδυπαθούς. Η στρατηγική της αυτομυθοποίησης μπόρεσε και έγινε εφικτή μάλιστα και μέσω των δυναμικών στο λογοτεχνικό πεδίο και post mortem – πώς άλλωστε θα μας παραδιδόταν ένας Λαπαθιώτης που εξέδωσε αυτοτελώς μόνο ελάχιστα και εν πάση περιπτώσει όχι αντιπροσωπευτικά ποιήματα, εάν η κριτική δεν αναπαρήγε ή δεν κατανάλωνε τον μύθο του;

Αν και τα παραπάνω ισχύουν, δεν θα έπρεπε να αποδώσουμε στον Λαπαθιώτη ένα σεσοφισμένο σχέδιο υστεροφημίας, αλλά, επιχειρώντας μία θεωρητική εκλέπτυνση, θα έπρεπε να δούμε τον σύνολο λαπαθιωτικό βίο ως διαρκή διαδικασία αισθητικοποίησης του εαυτού. Σε όποιον έχει εποπτεία της ζωής του Λαπαθιώτη ή σε όποιον τουλάχιστον έχει διαβάσει την αυτοβιογραφία του είναι σαφές ότι ο ποιητής επινοεί έναν εαυτό, ο οποίος συγκροτείται μέσω πολλών (καθημερινών) πρακτικών. Έτσι, ο Λαπαθιώτης δεν συγκροτείται ως ουσία, αλλά πρωτίστως ως μορφή – αυτή η μορφή αποτελεί την ουσία του εαυτού και μέσω αυτής μπορεί να υπάρξει, δηλαδή να μορφοποιήσει αισθητικά.[4] Όπως είναι σαφές, εν προκειμένω τα όρια μεταξύ «τέχνης» και «ζωής» όχι μόνο είναι ρευστά, αλλά μάλλον ακυρώνονται από τη σύμμειξη των επιμέρους. Υπ’ αυτό το πρίσμα μπορούμε να κατανοήσουμε ότι το λαπαθιωτικό έργο δεν μπορεί να εξεταστεί αμιγώς κειμενικά, αλλά προϋποθέτει την a priori ένταξή του στο ιστορικό συνεχές.

 

Στη σφαίρα του πολιτικού

Ποια είναι τα συμπαρομαρτούντα μιας θεώρησης στην οποία δημιουργός και έργο είναι ένα και το αυτό; Ειδικότερα: ποιο το σημαίνον βάρος του Λαπαθιώτη σε μία τέτοια θεώρηση; Είναι γνωστό ότι ο Λαπαθιώτης υπήρξε, κατά την κριτική, «εκκεντρικός», δηλαδή, με σημερινούς όρους, εκ-δηλώθηκε (came out of the closet) και υπερασπίστηκε την επιθυμία του με ταυτοτικούς όρους, όπως εξάλλου γίνεται αντιληπτό και από αρκετούς στοχασμούς του, ενώ στο δημοσιευμένο έργο του οι (ρητές και υπόρρητες) ομοσεξουαλικές αναπαραστάσεις είναι αρκετές. Από τις βόλτες στην οδό Σταδίου και την παρουσία του στα θεωρεία της Βουλής με τους κατά καιρούς συντρόφους του μέχρι τις νυκτερινές του οδοιπορίες στη Λαχαναγορά και τον Πειραιά, ο Λαπαθιώτης με παρρησία και σε ένα πλαίσιο διακινδύνευσης πρόβαλε την ομοσεξουαλικότητά του, διεκδικώντας ορατότητα και χώρο στη δημόσια σφαίρα. Ο εαυτός, δημόσιος και κοινωνικός, μπόρεσε να υποκειμενοποιηθεί ακριβώς εκείνες τις στιγμές κατά τις οποίες αποκειμενοποιούνταν, κατά την Τζούλια Κρίστεβα,[5] όταν δηλαδή ετίθετο στο επέκεινα της κανονιστικής ηθικής.

Η σύμπτωση τέχνης και ζωής στο πρόσωπο του Λαπαθιώτη, η πόζα του, αυτή η εκτεχνολόγηση του εαυτού με σκοπό το αισθητικώς ζην, αποτελεί διαδικασία πολιτική από τη στιγμή που η υποκειμενοποίηση συντελείται με την αντίληψη ύπαρξης των βιοεξουσιαστικών μηχανισμών.[6] Η ουσία του εαυτού είναι η πεποιημένη μορφή του – ο εστέτ και προβοκάτορας ήταν μία μορφή της ύπαρξής του, ενώ το έργο του είναι ο υποκειμενοποιημένος εαυτός. Προκειμένου να κριθεί φιλολογικά, δηλαδή να αντικειμενοποιηθεί, να κανονικοποιηθεί και να ταξινομηθεί ευτάκτως, πρέπει να εισέλθουμε στη σφαίρα του πολιτικού, δηλαδή να αντιληφθούμε τους μηχανισμούς υποκειμενοποίησής του, τη διαδικασία επινόησης του ίδιου του εαυτού και τον τρόπο θέσπισης των καθεστώτων αλήθειας του. Για να αντιληφθούμε αυτό που κοινώς θα λέγαμε «αισθητική» του Λαπαθιώτη, είναι απαραίτητη η εξέταση των τρόπων με τους οποίους συναρθρώνεται το ποιείν με τις αντίστοιχες μορφές του, δηλαδή τα καλλιτεχνικά προϊόντα.[7] Έτσι, ανάμεσα σε αυτές τις διαδικασίες βρίσκεται η ηθική σύνδεση του σημερινού αναγνώστη με την υποκειμενικότητα και το έργο του Λαπαθιώτη.

 

Για την ανάγνωση του «Ξεδιαλέγματος»

Η ανθολόγηση του Σπετσιώτη είναι συμπεριληπτική και στην εισαγωγή του φροντίζει να μην κάνει διάκριση μεταξύ ομοσεξουαλικού και ετεροκανονικού αναγνώστη, γεγονός που, έστω, η συντηρητική μερίδα των αναγνωστών πρέπει να επικροτήσει. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο ανθολόγος, εξηγώντας τα κριτήριά του, επισημαίνει ότι «[δ]εν θα μπορούσα, λοιπόν, σε τούτη την ανθολόγηση, παρά από αυτά τα ποιήματα ν’ αρχίσω […]. Από τα τολμηρά ερωτικά του ποιήματα, που είχαν σκανδαλίσει πολλούς της εποχής του ποιητή […]» (σ. 15). Ο Σπετσιώτης δεν αστειεύεται: εντάσσει πάμπολλα (ομο)ερωτικά ποιήματα, ενώ δεν διστάζει στα σατιρικά να συμπεριλάβει όχι απλώς μυλλωμένα, αλλά ποιήματα – με σημερινούς όρους – βαθιά και ριζοσπαστικά κουήρ.

Ιδανική αναγνωστική κοινότητα του Σπετσιώτη για την επαναπροσέγγιση του Λαπαθιώτη είναι οι νέοι: «η “κρυφά κοινωνική” ποίηση του Λαπαθιώτη […] αφορά ακόμη πολλούς, και ιδίως νέους, που αμφισβητούν συχνά τα ψέματα που τους σερβίρει το κατεστημένο, ήδη απ’ την κούνια τους, του γυρίζουν την πλάτη και ψάχνουν δικούς τους θεούς» (σ. 20). Ωστόσο, επιχειρώντας μία αξιοσημείωτη παρατήρηση σχετικά με την αναγνωστική υποδοχή του λαπαθιωτικού έργου τις προηγούμενες δεκαετίες, ο Σπετσιώτης αναφέρεται

«στην απήχηση που βρήκε, μέσα απ’ την ταινία [Μετέωρο και Σκιά] και το βιβλίο [Χαίρε Ναπολέων], ο Λαπαθιώτης και στον ομοφυλόφιλο πληθυσμό. Είχαν βιώσει δυο πολύ δύσκολες δεκαετίες, το ’80 και το ’90, είχαν χάσει πολύ νεαρό κόσμο από την τραγική μάστιγα του AIDS, ή βίωναν ακόμη τη δραματική εμπειρία τού να ‘ναι κι οι ίδιοι οροθετικοί μιας ασθένειας με κοινωνικό στίγμα, κι αναγνώριζαν στην ιστορία του Λαπαθιώτη, του Παπανικολάου, αλλά και πολλών ανώνυμων του νυχτερινού πάρκου του Ζαππείου, τους δύσκολους κι αδιέξοδους δρόμους των παλιότερων ομοφυλόφιλων, σε εποχές ομοφοβικές, όπως αυτές του μεσοπολέμου» (σ. 32).

Είναι μάλλον σαφές ότι ο ανθολόγος πιστεύει στην πολιτική διάσταση του λαπαθιωτικού έργου, ίσως συνθετότερα θεωρημένη, αφού συμπεριλαμβάνει πλέον και την αναγνωστική ανταπόκριση, την οποία τοποθετεί (και) σε ένα πλαίσιο οικειότητας, (συναισθηματικής) προβολής ή οικειοποίησης.

Παρότι ο Σπετσιώτης λελογισμένα έχει δομήσει την ανθολογία έτσι ώστε να μπορεί να μετατραπεί σε ένα ευσύνοπτο εγχειρίδιο εισαγωγής στο λαπαθιωτικό έργο, το όλο εγχείρημα έχει μία περατότητα σύμφυτη της φύσης του. Όπως κάθε ανθολογία, έτσι και αυτή, χαρακτηρίζεται από υποκειμενικότητα, ελλείψεις και κάποιες υπερβολές στην επιλογή ή την αξιολόγηση των κειμένων. Πέραν των αναπόφευκτων τούτων, όμως, το Ξεδιάλεγμα αποτελεί αφενός την καλύτερη έως τώρα ανθολογία για τον Λαπαθιώτη, αφετέρου αυτοσυστήνεται κατ’ όνομα ως μία ανθολογία, η οποία, τουλάχιστον στα τυπικά της χαρακτηριστικά, πληροί τις προϋποθέσεις και – ιδίως με την εισαγωγή της– ξεπερνά τις προσδοκίες ενός εξειδικευμένου και μη κοινού, το οποίο έχει πλέον κουραστεί από αξιολύπητες λαπαθιωτικές εκδόσεις.[8] 

 

[1] Βλ. Τάκης Σπετσιώτης, Χαίρε Ναπολέων. Δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. 63 πεζά ποιήματά του, Άγγελος Παπαδημητρίου (εικόνες), Αθήνα, Άγρα, 1999. Παρακάτω, συνειδητά δεν παραπέμπω σε κανένα κριτικό κείμενο ή άλλη μελέτη για τον ποιητή, καθώς είναι πέρα από τους σκοπούς μου.

[2] Υπαινίσσομαι τη vita activa εν προκειμένω· βλ. Hannah Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση, Π. Γεωργίου (μτφ.), Αθήνα, Πατάκη, 2020.

[3] Βλ. Roland Barthes, Μυθολογίες - Μάθημα. Εναρκτήρια παράδοση στην έδρα της Φιλολογικής Σημειολογίας της Λογοτεχνίας στο College de France, 7 του Γενάρη 1977, Κ. Χατζηδήμου (μτφ.), Αθήνα, Ράππα, 2007.

[4] Η οπτική μου δεσμεύεται από τη φουκωική προσέγγιση. Βλ. Michel Foucault, “The Ethics of the Concern for Self as a Practice of Freedom”, Ethics. Subectibity and Truth. The Essential Works of Michel Foucault (1954-1984), Paul Rabinaw (ed.), R. Hurley et al. (transl.), vol. 1, The New Press, New York, 1997, pp. 281-302, ιδ. 290. Η προβληματική αναπτύσσεται και στον τ. Β΄ της Ιστορίας της σεξουαλικότητας.

[5] Βλ. Julia Kristeva, Powers of Horror. An Essay on Abjection, L.S. Roudiez (transl.), New York, Columbia University Press, 1982.  

[6] Βλ. Foucault, “The Ethics of the Concern […]”, Ethics, pp. 264· του ίδιου, “Technologies of the Self”, Ethics, pp. 223-252, ιδ. 225.

[7] Βλ. Jacques Rancière, Ο μερισμός του αισθητού. Αισθητική και πολιτική, Θ. Παραδέλλης (μτφ.), Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2012.

[8] Ευχαριστώ το Ιστορικό Αρχείο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για την παραχώρηση της εδώ δημοσιευμένης φωτογραφίας του Λαπαθιώτη: Ι.Α. Ε.Κ.Π.Α., Αρχείο Διεύθυνσης Σχολών, Φωτογραφίαι Φοιτητών Εγγραφέντων κατά το Ακαδημαϊκόν Έτος 1904-1905, α/α 28602.

Παναγιώτης Ελ Γκεντί

Υποψήφιος διδάκτωρ στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.