Σύνδεση συνδρομητών

Κουήρ (ταξική) αγωνιστικότητα

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2022 01:18
Ο Νικόλας Κουτσοδόντης.
Φωτογραφία αρχείου
Ο Νικόλας Κουτσοδόντης.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι, Θράκα, Λάρισα 2021, 64 σελ.

Πώς η επιθυμία συμπλέκεται με την τάξη; Πώς οι ταυτότητες μπορούν να είναι συμπεριληπτικές ή/και διαθεματικές; Πώς η ποίηση και η ιστορία δημιουργούν νέες χρονικότητες; Πώς το συναίσθημα ανατροφοδοτεί το πολιτικό; Πώς η ποίηση μετατρέπεται σε υλικό κοινωνικού αγώνα; (Τεύχος 127)

για μένα είναι το άγγιγμα το πιο ζεστό μου ρούχο

και προς μια τέτοια ανατροπή δουλεύω.

Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Νικόλα Κουτσοδόντη[1] έρχεται ως φυσική συνέχεια της πρώτης του και εμφανίζει τον ποιητή σε ένα στάδιο ωρίμανσης στο οποίο είναι έκδηλη η αποκρυστάλλωση της ποιητικής του φωνής και η συνεχιζόμενη προσπάθεια στην αναζήτηση ενός προσωπικότερου ύφους. Έχοντας μαθητεύσει στην ποίηση του Ρίτσου και μιας σειράς μεταπολεμικών –κατά κύριο λόγο– ποιητών, όπως διαφαίνεται, ο Κουτσοδόντης έρχεται με σύγχρονους ποιητικούς τρόπους να ανανεώσει το ενδιαφέρον μας για αυτό που (λανθασμένα) αποκαλούμε πολιτική ή στρατευμένη ποίηση, ξεφεύγοντας, κατά το μάλλον ή ήττον, από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, ανοίγοντας έναν γόνιμο ποιητικό διάλογο με το τελευταίο και, κυρίως, εμπλουτίζοντας την ποιητική παράδοση της Αριστεράς – τουλάχιστον, θεματικά.

 

Ι. Πράττοντας ενάντια στην (κατεστημένη) ηθική με τα υλικά της ιστορίας

Η συλλογή του Κουτσοδόντη οργανώνεται γύρω από έξι «επισκέψεις», έξι ποιήματα, τα οποία αντλούν την ποιητική ύλη από το παρελθόν και συνομιλούν με αυτό πολλαπλώς, αφήνοντας χώρο, τόσο στα διάκενα όσο και προοιμιακά, για την ανάπτυξη προσωπικότερων θεμάτων. Σε ένα πρώτο αναγνωστικό επίπεδο, πρέπει να συνδεθεί ο τίτλος της συλλογής με τη δομή της:

Αμέριμνα νησιά. Ήταν του καραβιού η άπαρση προλάβαν το παιδί και είχε στη σχολική του τσάντα αγνώστου προορισμού εισιτήριο. Προς άλλο νησί προς την ηπειρωτική Ελλάδα – μακριά από δω – το αποκληρωμένο το που δε θα παντρευτεί δε θα προσφέρει τσιρίδες δυνατές στο σπίτι προς χαράν των παππούδων. Η μάνα καραμούζα ούρλιαζε φέρτε τον γυρίστε τον μου πίσω και να η πεθερά που θα ‘χε καταγγείλει στις αρχές έστω κι ένα χαστούκι και να η αποθαλασσιά στων αδελφών του τα δωμάτια. Είχε πει κάλλιο στο βένθος των νερών να τον δει παρά πολλών γενιών λογιστών τ’ όνομα να λερώσει. Εκεί στη σκουριασμένη δέστρα κάθισε τον κώλο του εκεί τον βρήκε ο πατέρας χίλιες υποσχέσεις για παράβλεψη. Έλα γύρνα στα τυροπιτάκια της μαμάς. Δε σε κρίνω μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι και μόνος να θυμάσαι θα πεθάνεις.

                                               («Νησιωτική ηθική», σ. 13)

Εν προκειμένω, η νησιωτική ηθική ορίζεται εν μέρει από την απαγόρευση και εν μέρει από την υπενθύμιση του κόστους της επιλογής με κέντρο τον οίκο: ο αποκληρωμένος ομοφυλόφιλος γιος δεν έχει δικαίωμα ούτε στην κληρονομιά ούτε στο ίδιο το σπίτι –είναι οριακά ανέστιος– και έτσι απαγορεύεται να φέρει επισκέπτες, ενώ, παράλληλα, ηχεί η υπόμνηση ενός θανάτου μακριά από οικεία πρόσωπα. Παρά τον προτρεπτικό του χαρακτήρα, ο λόγος του πατέρα, ενσαρκώνοντας προδήλως την απαγόρευση και τον νόμο,[2] είναι εκείνο το κατώφλι, το οποίο με τη συλλογή του περνά ανεπιστρεπτί ο Κουτσοδόντης, δεχόμενος τις έξι «επισκέψεις» στον κλειστό χώρο που περι-ορίζει η απαγόρευση και η απειλή του μοναχικού θανάτου. Από εκεί και μετά, σε συμβολικό επίπεδο, ο Κουτσοδόντης προσπαθεί εμπράκτως να αναιρέσει την απαγόρευση και να αντιστρέψει τα όρια: πράττοντας ενάντια στον νόμο, προσκαλεί και υποδέχεται τους καλεσμένους του, δημιουργεί μια νέα κοινωνικότητα, έναν νέο κύκλο οικείων εντός του οίκου. Υπ’ αυτό το πρίσμα, οι έξι «επισκέψεις» είναι κατανοητό ότι δεν εξυπηρετούν μόνο την ποιητική οικονομία, αλλά προωθούν έναν στοχασμό πάνω στην ανοχή, την ανεκτικότητα, το οικείο και το ξένο.

Ο Κουτσοδόντης βρίσκει τις περισσότερες φορές τους πρωταγωνιστές των «επισκέψεών» του στην πολιτική και κοινωνική ιστορία: Ο Harry Hay, αμερικανός ακτιβιστής, ο Francis Skinner, μαθηματικός και σύντροφος του Wittgenstein, η Eartha Kitt, αμερικανίδα τραγουδίστρια, ο Marinus van der Lubbe, ολλανδός κομμουνιστής, η βαρόνη Anne Jenkin, ο Sergey Akhormeyev, στρατάρχης της ΕΣΣΔ. Διηθώντας τους μέσα από το πρίσμα της βιογραφίας, ο ποιητής αναπλάθει περιστατικά της ζωής τους, βάζοντας τα πρόσωπα να μιλούν σε α΄ ενικό πρόσωπο. Η οικειότητα συνδέεται ενίοτε με την τρυφερότητα ή με τόνους προσωπικότερους, προκειμένου να αναδειχθεί η σύνδεση των προσώπων με τον «οικοδεσπότη» τους. Κύρια συνισταμένη τόσο αυτών όσο και άλλων ποιημάτων είναι το πολιτικό στοιχείο και το μέλημα του ποιητή να βρει όχι τα πολιτικά του ανάλογα, αλλά τους ιστορικούς του συνοδοιπόρους και συμπαραστάτες ή να αποκομίσει από τον λόγο τους μία στάση ζωής, χρήσιμη ως τέτοια ή ex contrario ενίοτε. Μέσω αυτής της διαδικασίας οι «επισκέψεις» καθιστούν τον οίκο ένα «θέατρο» υπό τη διπλή έννοια: επιτελείται το πολιτικό ως δραματοποίηση, εφ’ όσον τα ποιήματα αποτελούν μονολόγους, ενώ, παράλληλα, η κλειστότητα του οίκου μετατρέπεται σε ανοιχτότητα, όπου στο πεδίο του ξεδιπλώνεται το πολιτικό. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Κουτσοδόντης αξιοποιεί υπάρχουσες ποιητικές μεθοδολογίες, βάζοντάς τις σε νέα καλούπια – η ποιητική του σύλληψη έχει ενδιαφέρον και ως τέτοια:

Στα μαθηματικά μου μάτια σχήμα

νορβηγικής καλύβας

εκεί που δέχτηκα το χάδι σου

καλέ μου Βιτγκενστάιν.

[…]

Σου ράντιζα με τσάι το πάτωμα

και τα πετρώματα στα μάτια σου

μου γδέρναν το κορμί.

Το ‘χαμε πάρει απόφαση

δεν ήταν εποχή καθηγητών

ήταν μια εποχή για ρώσικα εργοστάσια

και για παραγωγή.

Όλα μα όλα

κι ο έρωτάς μου ακόμα

πράξη χειρωνακτική.

                                            («[Οι επιλογές του Φράνσις Σκίνερ]», σ. 29)

 

ΙΙ. Η ομοσεξουαλικότητα ως βιωμένη εμπειρία

Η «Νησιωτική ηθική» παρουσιάζει μία δημόσια εκ-δήλωση (coming out of the closet) ταυτοτικού τύπου· το υποκείμενο αποπειράται να φύγει μακριά από την εστία, επειδή εκ-δήλωσε τον ομοσεξουαλικό εαυτό του – ο αναγνώστης πρέπει να το εικάσει ως αφηγηματικό πρότερο. Στο ποίημα «Ρόμπιν» μπορούμε να ανιχνεύσουμε μία εκ-δήλωση επιθυμητικού τύπου, η οποία διηθείται μέσω ενός παιδικού/προεφηβικού ομοερωτισμού («Σκούντηξα τη μαμά μου –/ μου αρέσει/ αυτό το αγόρι μου αρέσει!», σ. 11). Η διπλή αυτή δήλωση, ως αναπαράσταση, πρέπει να συνδεθεί με τους παιδικούς εφιάλτες – εκεί ο ποιητής τεχνηέντως δομεί ένα σχεδόν ανθρωπόμορφο ζώο, φόβο και τρόμο των παιδικών χρόνων, υπαινισσόμενος τον εκφοβισμό και τη βία: «Ήτανε ζοφερό με μπράτσα τριχωτά/ και μια λαχτάρα να με δει νεκρό. […] ήταν απλά ένα κουνάβι του χωριού/ […] Άμα το δείτε να γυρνά/ στους εφιάλτες σας κι εσείς/ πατήστε το βαθιά στη γης […]» (σ. 12). Σε αυτό το ατομικό επίπεδο πρέπει να εντάξουμε και ποιήματα στα οποία εκφράζεται η ομοσεξουαλική επιθυμία του ενήλικου πλέον εαυτού. Έτσι, αναπαραστάσεις όπως το «εγώ φιλιέμαι στα κρυφά με το αγόρι/ στο πανηγύρι του χωριού» (σ. 15), το «μονάχα δεν της είπα/ πως ερωτεύτηκα τον γιο της» (σ. 17) και οι στίχοι «[τ]ο στόμα σου μια αίθουσα διδασκαλίας με ανοιχτά παράθυρα/ δυο λίμνες αντρικές τα μάτια» (σ. 23) συνοψίζουν ένα πλαίσιο, εντός του οποίου αναδύεται και ρητά εκφράζεται η επιθυμία.

Όπως έχει ήδη επισημάνει και η Βαρβάρα Ρούσσου,[3] σημαντικό στοιχείο για την ποίηση του Κουτσοδόντη είναι ο χώρος – κυρίως αστικός:

Πρώτα μας διώξανε απ’ τους μόλους

κατά μήκος στον μολυβογάλαζο Περαία.

Τα φανάρια πιο κάτω σώμα λιμενικό κι ελάχιστοι

περαστικοί σε αυτοκινητάδα σαββατιάτικη

και δεν υπήρξε μέχρι τότε άγγιγμα

ούτε μιαν άκρη δάχτυλο στο πρόσωπό μου

με όλα τα κλειστά τα λύκεια του Ιουλίου

στα ζυγωματικά.

[…]

Δεν υπήρχε να κρυφτούμε

ώς και των υποψηφίων οι αφίσες

πασαλειμμένες με αλάτι

γνώριζαν:

Αυτοί δε θέλονται!

Μας συνόδευε αυτό που πρόσταζε και τον υδράργυρο

πίσω απ’ τις πικροδάφνες της γωνίας

με την πατρική ματιά του ξοφλημένου εργοστασίου στ’ αριστερά.

Τα χόρτα είχαν αραιά φυλλώματα

περνούσαν μηχανάκια

προμήθειες σε φορτηγά ταχυφαγείων

οι ίδιοι εκείνοι θάμνοι είχαν κενό

πιο γυμνό από κοιλιά

και είχαν πιο πολύ το χέρι στον καβάλο

δε φρόντιζαν καθόλου

για το τίποτε της γλύκας.

                       («Περαία», σ. 27-28)

Εν προκειμένω, το υποκείμενο πραγματοποιεί μια διπλή κίνηση: αφ’ ενός κατοικεί έναν χώρο και μέσω αυτού δομεί την υποκειμενικότητά του, αφ’ ετέρου προσανατολίζεται προς χώρους δυνητικά ομοσεξουαλικούς, ενώ η ομοσεξουαλικά βιωμένη εμπειρία του δομείται, παραλλήλως, από αυτούς. Αυτή η κουήρ φαινομενολογία, όπως την έχει αποκαλέσει η Sara Ahmed,[4] αποτελεί για την ποίηση του Κουτσοδόντη ένα ερμηνευτικό κλειδί· το άστυ διαμορφώνει τη σεξουαλικότητα των ποιητικών υποκειμένων και αυτά, με τη σειρά τους, ανανοηματοδοτούν ομοσεξουαλικά το άστυ, προκειμένου σε αυτή τη διελκυστίνδα χώρου-σεξουαλικότητας τα όρια να καθίστανται δυσδιάκριτα.

 

ΙΙΙ. Η τάξη στο προσκήνιο

Ο Κουτσοδόντης ανήκει στη χορεία εκείνη των σύγχρονων ποιητών, οι οποίοι στο έργο τους αποτυπώνουν, μεταξύ άλλων, ζητήματα ταξικότητας με τρόπο καίριο, καθώς στην ποιητική του ο άξονας της τάξης, μαζί με τη σεξουαλικότητα, λαμβάνει κεντρικό ρόλο. Η τάξη εδώ νοείται σε δύο επίπεδα εντός του ποιητικού έργου: αφ’ ενός στον άξονα της αναπαράστασης και αφ’ ετέρου σε εκείνον της πολιτικής στόχευσης.

Η «παραλιακή πωλήτρια με δυο ανθισμένες/ κάρτες ανεργίας στο πορτοφόλι», μαζί με «τον φούρναρη τον οδηγό/ του αγροτικού που ίσως βάζει το πρωί/ αφίσες κομμουνιστικές έξω από καφενεία» (σ. 15), η «μαγείρισσα του πόστου οχτώ με τέσσερις» (σ. 17) και ποιήματα όπως το «Τηγανόλαδο» (σ. 18) και ο «Σερβιτόρος» (σ. 19) αποτυπώνουν ανθρώπους του μόχθου, εργάτες και εργασιακές σχέσεις, καθεστώτα επισφάλειας και οικονομικές ανισότητες με έναν πολύ άμεσο, ευθύ και ρεαλιστικό τρόπο. Οι εικόνες του ποιητή είναι δυνατές, προβάλλουν το σύστημα παραγωγής στις πραγματικές του διαστάσεις, χωρίς μελοδραματισμούς· ο ποιητής δεν εκπίπτει σε μια έωλη και παλαιάς κοπής ηθικολογία – δεν εξιδανικεύει ούτε εξωραΐζει.

Για τον Κουτσοδόντη, το ζήτημα της ταξικής ανισότητας και συλλήβδην της τάξης αποτελεί τη βάση μιας ευρύτερης ποιητικής με σκοπό τόσο τον αναστοχασμό όσο και τη δράση. Το ακανθώδες (και επανερχόμενο στις μέρες μας) ζήτημα της κοινωνικής λειτουργίας της (πολιτικής) ποίησης στη συλλογή του Κουτσοδόντη προϋποτίθεται, αλλά για να εντοπίσουμε τη σύζευξη γραφής και δράσης μάλλον πρέπει να υιοθετήσουμε μία οπτική στην οποία τα αντιτιθέμενα έχουν ταυτιστεί, προκειμένου να παράξουν κάτι νέο. Η διαλεκτική αυτή τοποθέτηση δεν είναι άτοπη, αφού ο ποιητής βιώνει τη σύγκρουση των διπόλων, αλλά εν μέρει την αίρει μέσω της αντίληψής του περί καλλιτεχνικού έργου ως πράξης. Υπακούοντας σε ένα σχήμα βασισμένο στη vita activa της Hannah Arendt,[5] ο Κουτσοδόντης βλέπει την ποίηση όχι ως μια κοινωνική δραστηριότητα, αλλά ως μια πολιτική πράξη, η οποία επιδρά με τη δημόσια σφαίρα. Έτσι, το ατομικό αποτελεί έκφραση του συλλογικού· διαμορφώνεται από το τελευταίο· εσωτερικεύεται και τίθεται σε ποιητική επεξεργασία· εν τέλει επιστρέφει από εκεί που ξεκίνησε – στο συλλογικό:

Είμαι το τηγανόψωμο που συνοδεύει

την εθνική λογοτεχνία

[…]

κι από τους πόρους της γροθιάς μου

βγαίνουν συνθήματα

σοσιαλιστικά

[…]

όταν χαμογελώ δε βγαίνει

απ’ τις καγκελόπορτές μου

μουσούδι σκύλου

μα θα ‘θελα πιο απλά να κλάψω

με τούφες μαλλιά σαν πεσμένα δέντρα

που φράζουν το ποτάμι

                                          («Τηγανόψωμο, σ. 49)

Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κάνεις ότι στο σύγχρονο ελληνικό ποιητικό στερέωμα υπάρχει μια ευδιάκριτη ομάδα νέων ποιητών, της οποίας η ποιητική –άλλοτε έμμεσα άλλοτε άμεσα– έχει στον πυρήνα της τόσο ζητήματα ταξικότητας όσο και εν γένει «κοινωνικά προβλήματα» σύμφυτα προς τη λεγόμενη γενιά των millennials. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της ομάδας, η οποία δεν ταυτίζεται αλλά παρουσιάζει συγκλίσεις προς τη λεγόμενη ποιητική «γενιά της κρίσης», είναι η ανάδειξη των καθεστώτων επισφάλειας και ο αγωνιστικός οραματισμός ως προσπάθεια πολιτικής αναδιάταξης του παρόντος. Ποιητές και ποιήτριες όπως ο Δημήτρης Γκιούλος (Αστικά Δύστυχα, 2020), η Ηλέκτρα Λαζάρ (Άγια νήπια, 2019), ο Παναγιώτης Μηλιώτης (Λιώναν με τις μπότες στο χορτάρι, 2021, η γ΄ συλλογή του), ο Άκης Παραφέλας (Παρασημαντική, 22021), ο Πέτρος Σκυθιώτης (Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς, 2018, η β΄ συλλογή του) κ.ά.[6] συνειδητά εναρμονίζουν τα αισθητικά με τα πολιτικά προτάγματα με σκοπό και την παρέμβαση στον δημόσιο λόγο. Εντός αυτού του ποιητικού κύκλου –όχι ομοιογενούς ούτε με απολύτως κοινά αισθητικά χαρακτηριστικά– κινείται και το έργο του Κουτσοδόντη.

Διακρίνοντας τα νήματα και τη δομή της εμπειρίας που συνέχει τη νέα αυτή γενιά λογοτεχνών, βλέπουμε ότι παρουσιάζει εκλεκτικές συγγένειες με τον στοχασμό τού –στα καθ’ ημάς γνωστότατου πλέον– Édouard Louis, καθότι στην ίδια γενιά, όσο και με άλλους γάλλους στοχαστές, όπως του Didier Eribon και του Geoffroy de Lagasnerie.[7] Κοινή συνισταμένη αυτής της επικοινωνίας σε πνευματικό επίπεδο είναι η πρόταξη του πολιτικού χαρακτήρα της τέχνης, μία αντίληψη περί πολιτικού συνυφασμένη με τη δράση και τη γραφή, μία τέχνη, η οποία έχει τη δυνατότητα να φέρει την αλλαγή και σε κοινωνικό επίπεδο. Η «ηθική της δημιουργίας», η αίσθηση της ευθύνης, η παρρησία και η διακινδύνευση, ως καταστατικά στοιχεία μιας τέχνης με πολιτικό εκτόπισμα, με αποδέκτη ένα κοινό μη προνομιούχο, εντός ενός επισφαλούς κοινωνικού πλαισίου και εντός ενός πολιτικού πεδίου διαρκώς σε κρίση αποτελούν χαρακτηριστικά αυτής της σύγχρονης λογοτεχνίας, η οποία φιλοδοξεί η τέχνη της όχι να συναγείρει τα πλήθη αλλά να τα καταστήσει και ορατά και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής τους – να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα. Ο Édouard Louis το έχει εκφράσει ρητά και μάλλον ο Κουτσοδόντης ασπάζεται τις απόψεις του:

Πιστεύω πως ένας καλλιτέχνης δεν πρέπει ποτέ να θεωρεί τα πράγματα δεδομένα και πρέπει πάντα να προσπαθεί να πετύχει τη μεγαλύτερη δυνατή διάδοση του λόγου και των προταγμάτων του, να προσπαθεί να τα δουν και να τα ακούσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι. Και πιστεύω πως γι’ αυτό είναι σημαντικό να βγαίνουν οι καλλιτέχνες στο δρόμο, να διαδηλώνουν, να παίρνουν πολιτική θέση, να εμπλέκονται ή να παρεμβαίνουν στα σχολεία και στα πανεπιστήμια για παράδειγμα. Εγώ θεωρώ πως αυτό δεν είναι κάτι δευτερεύον, μια δραστηριότητα στο περιθώριο της καλλιτεχνικής πράξης, πιστεύω πως είναι μια στάση, μια γενικότερη ηθική της δημιουργίας – μια ηθική γενναιόδωρη, μια ηθική του αγώνα, που συνίσταται στην προσπάθεια να διαδοθούν οι ιδέες της δικαιοσύνης σε όσο το δυνατόν περισσότερα πεδία. […] Θεωρώ πως η ηθική της τέχνης θα μπορούσε να συνοψιστεί στην επιταγή να κάνεις την τέχνη να υπάρχει εκεί όπου συνήθως δεν είναι παρούσα […].[8]

Υπ’ αυτό το πρίσμα, μιας τέχνης εγγενώς πολιτικής, μπορούμε να ερμηνεύσουμε και μπορούν να λειτουργήσουν εντός του κοινωνικού οι στίχοι του ποιητή:

Το κεφάλι μου στη χούφτα σας

ένα τζόιστικ σάρκινο

μα εγώ περιμένω να ματώσουνε οι κεραυνοί

και να ‘ρθουνε ωρολογιακές

οι αστραπές κι οι μπόρες.

(«Τηγανόλαδο», σ. 18)

Μα είμαστε άνθρωποι κι έχουμε

την ιδέα μας για την ευτυχία

κι εκεί έξω που βιάζει την Μπλανς ο Κοβάλσκι

για μένα είναι το άγγιγμα το πιο ζεστό μου ρούχο

και προς μια τέτοια ανατροπή δουλεύω.

(«[Ο Χάρι Χέι διαγράφεται απ’ το Κόμμα», σ. 26)

Δεν πάει έτσι όμως

οι απολογίες στις ενορίες σας!

Διαδώστε: σαν τη Μάμα Κας θα πεθάνω κι εγώ

από σάντουιτς

άνδρας θηλυπρεπής

μ’ ένα καπέλο από τη χώρα των θαυμάτων

σκορπώ στο είδος σύγχυση

με άποψη τραχιά γεμάτος κι ύποπτη

για τα εργατικά.

(«Σκέψεις στο τραπέζι Κυριακή του Πάσχα», σ. 42)

Την τέως κοσμογονία την πίστεψα και την πιστεύω

την πίστεψε μαζί και το σκοινί μου.

                                 («[Ο στρατάρχης Αχρομέγιεφ για τους τυμβωρύχους]», σ. 47)

 

IV. Αντιφώνηση

Η περίπτωση της ποίησης του Κουτσοδόντη δεν εκφράζει τη λογοτεχνία της κλειδαρότρυπας ούτε είναι λυρική υπό την έννοια της ακατάσχετης συναισθηματολογίας. Αντιθέτως, καταστατική για την ανάγνωσή της είναι η παραδοχή ύπαρξης μιας συλλογικότητας, ενός συλλογικού υποκειμένου εντός χρόνου και εντός ιστορίας – αυτό ακριβώς το στοιχείο την αναβιβάζει στο ύψος του πολιτικού. Όμως το «εμείς» στην ποίηση του Κουτσοδόντη είναι πρωτίστως μη ετεροευθυγραμμισμένο, μη ετεροκανονικό· επιπλέον, είναι συμπεριληπτικό, διαθεματικό, δεν αποκλείει, δεν είναι αμφιμονοσήμαντο· πέραν τούτων πάντως, είναι βαθιά πολιτικοποιημένο, αφ’ ης στιγμής έχει συνείδηση της ιστορικότητάς του.

Ο μαχητικός κουήρ θρήνος που αναπέμπει ο Κουτσοδόντης στο ποίημα «Zackie Oh», έχοντας ως κέντρο του το αγωνιστικό πένθος που διακατέχει τις κουήρ και μη υποκειμενικότητες από τη δολοφονία του/της Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh και εντεύθεν για απόδοση δικαιοσύνης, είναι μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της σύγχρονης κουήρ ποίησης και ίσως το απαύγασμα ενός τραυματισμένου «εμείς», το οποίο διεκδικεί το δικαίωμα σε μια ζωή άξια να βιωθεί:

[…]

Zackie Oh δεκαοχτώ βραζιλιάνες τρανς σου δείχνουνε

τις σφαίρες στο κορμί

Zackie Oh άκου το τραγούδι του Ζελίμ

κρυμμένο σε τσετσένικο χωράφι

Zackie Oh είχε Τόσκα στην όπερα καθώς

πυροβολούσανε τον Μίλκ

Zackie Oh ο Κέβιν ήταν ράπερ στο Πουέρτο Ρίκο

Zackie Oh ο Μάθιου Σέπαρντ έγινε το πιο πορφυρό

σκιάχτρο στο Γουαϊόμινγκ

Zackie Oh ο Τζο Ρόουζ από το Μόντρεαλ είχε

φούξια μαλλιά

Zackie Oh σαράντα εννιά χορεύουν στο Ορλάντο τη Ριάνα

Zackie Oh στο Παγκράτι ρίχνουνε χλωρίνη

στα ζευγάρια

[…]

Zackie Oh σ’ ένα σπίτι στου Γκύζη ξάπλωσα

μ’ ένα σγουρόμαλλο αγόρι

στο στήθος μου είχε κουρνιάσει

με τα μάτια ανοιχτά – φοβόταν μην τον κλέψω

Zackie Oh χάρισα ένα τριαντάφυλλο στο αγόρι

όταν πέθανε ο παππούς του

έκλαιγε σαν παιδί στη Μόρια

Zackie Oh δε με ξαπλώνουνε αμαχητί

στη Γλάδστωνος.

                                                   («Zackie Oh», σ. 33-35)

Το προσκλητήριο των νεκρών μας. Στις δέλτους της ιστορίας θα γραφτούν τα ονόματα των αδικοχαμένων: των ανώνυμων του Ορλάντο και των ανώνυμων της Βραζιλίας, του Ζελίμ, του Μιλκ και του Κέβιν, του Μάθιου, του Τζο και του Ζακ – όλων των ανώνυμων, εκείνων που χάνονται καθημερινά και εκείνων που ποτέ η είδηση του θανάτου τους δεν έφτασε στ’ αυτιά μας. Ο θρήνος μας, ένας γδικιωμός· ο θρήνος μας, μια μάχη για τη ζωή – τη δική μας και των άλλων· επειδή «Zackie Oh δε με ξαπλώνουνε αμαχητί / στη Γλάδστωνος».

 

 

O Νικόλας Κουτσοδόντης.

 

[1] Βλ. Νικόλας Κουτσοδόντης, Χαλκομανία, Αθήνα, Εντύποις, 2017.

[2] Υπαινίσσομαι εν προκειμένω τον λακανικό «Νόμο του Πατέρα»· βλ. Ζακ Λακάν, Τα Ονόματα του Πατρός, Ζακ-Αλέν Μιλέρ (επίμετρο), Αθήνα, Ψυχογιός, 2012.

[3] Βλ. Βαρβάρα Ρούσσου, «Χαλκομανία», ηλ. περ. Ο αναγνώστης: https://www.oanagnostis.gr/quot-chalkomania-quot-tis-varvaras-royssoy/

[4] Βλ. Sara Ahmed, Queer Phenomenology: Orientations, Objects, Others, Ντάραμ, Duke University Press, 2006.

[5] Βλ. βλ. Hannah Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση, Π. Γεωργίου (μτφ.), Αθήνα, Πατάκης, 2020.

[6] Η Βαρβάρα Ρούσσου, «Το χάπι που καταστέλλει», ηλ. περ. Ο αναγνώστης: https://www.oanagnostis.gr/to-chapi-poy-katastellei-tis-varvaras-royssoy/?fbclid=IwAR2QdZdh5Dc22t2EcIs4ICMHBDF8YdDrRF0ohN62IZjX4XYI4lGPg0MF3x8 [σύντμηση συνδέσμου] εντάσσει –και εκείνη δειγματοληπτικά– στην ομάδα τους: Δημήτρη Γκιούλο, Γιώργο Λίλλη, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιώργο Πρεβερουδάκη και Πελαγία Φυτοπούλου. Το ζήτημα παραμένει οπωσδήποτε ανοικτό και προς διερεύνηση.

[7] Από τους Αντίποδες κυκλοφορούν μεταφρασμένα όλα τα πεζογραφικά έργα του Édouard Louis. Ντιντιέ Εριμπόν, Επιστροφή στη Ρενς, Γ. Στεφάνου (μτφ.), Αθήνα, Νήσος, 2020. Έργα του Geoffroy de Lagasnerie δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.

[8] Βλ. Κεν Λόουτς – Εντουάρ Λουί, Διάλογος για την τέχνη και την πολιτική, Στ. Ζουμπουλάκη (μτφ.), Θ. Καμπαγιάννης (επίμετρο), Αθήνα, Αντίποδες, 2021, σ. 53-54.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.