Σύνδεση συνδρομητών

Μια φωνή για την Αυστραλία

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2025 01:18
O Τζέραλντ Μαρνέιν.   
Ben Denham / Giramondo
O Τζέραλντ Μαρνέιν.  

Τζέραλντ Μαρνέιν, Μεθόριος, μετάφραση από τα αγγλικά: Αλέξης Καλοφωλιάς, Καστανιώτη, Αθήνα 2024, 194 σελ.

Τζέραλντ Μαρνέιν, Πεδιάδες, μετάφραση από τα αγγλικά: Αλέξης Καλοφωλιάς, Καστανιώτη, Αθήνα 2023, 146 σελ.  

Γιατί διαβάζουμε; Και γιατί να διαβάσουμε τα βιβλία ενός 85χρονου αυστραλού ερημίτη, που αποσύρθηκε σ’ ένα χωριό 299 κατοίκων, στην ενδοχώρα της Βικτόρια στη Νότια Αυστραλία; Ενός τύπου που δεν ταξίδεψε ποτέ στη ζωή του με αεροπλάνο, που δεν πήγε μακρύτερα από τη Μελβούρνη, που δεν πήρε κάποιο σημαντικό βραβείο ούτε στην ίδια του τη χώρα; Ενός που δεν χρησιμοποιεί τηλεόραση, που δεν πήρε μαζί του στην ενδοχώρα όταν χήρεψε ούτε τα βιβλία του; Ενός που ζει σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο με ερμάρια γεμάτα φακέλους και σημειώσεις σε ένα χώρο όπου με το ζόρι χωράει ένα πτυσσόμενο ράντσο για ύπνο; Ενός συγγραφέα που δεν εμπίπτει σε κάποιο προκαθορισμένο ύφος γραφής;

Διαβάζουμε για ν’ αλλάξουμε κόσμους. Διαβάζουμε για να δούμε με άλλη οπτική τον κόσμο γύρω μας. Διαβάζουμε για να γίνουν οι λέξεις των συγγραφέων φώτα πορείας: γινόμαστε πλουσιότεροι και ενίοτε σοφότεροι από τις παρατηρήσεις τους, ακόμα και από τις μικρολεπτομέρειές των αφηγήσεών τους.

Ο Τζέραλντ Μαρνέιν (Gerald Murnane) είναι 85 χρόνων κι έγραψε λίγο. Για μεγάλο διάστημα είχε σταματήσει να εκδίδει, όχι να γράφει. Τα ερμάρια του δωματίου του τα γεμάτα φακέλους είναι τριών κατηγοριών: ένα ατέλειωτο χρονολογικό αρχείο όπου καταλογογραφεί ακόμη και την πλέον διεκπεραιωτική αλληλογραφία, ένα λογοτεχνικό αρχείο με όλα τα προσχέδια των έργων του κι ένα αρχείο των Αντιπόδων όπου έχει δημιουργήσει έναν λεπτομερέστατο εναλλακτικό κόσμο με χάρτες και πόλεις και ιππικούς ομίλους, με χρώματα και εμβλήματα, με αγώνες και με ανθρώπους φανταστικούς που ζουν σ’ αυτό τον κόσμο. 

Τα πρώτα βιβλία του Μαρνέιν δεν αγαπήθηκαν ιδιαίτερα στην εποχή τους, δεν ήταν και κατατάξιμα. Δεν μπορείς εύκολα να τα χαρακτηρίσεις μυθοπλασία, ούτε δοκίμιο – ο ίδιος ο Μαρνέιν λέει ότι όλα τα βιβλία του είναι αναφορά των περιεχομένων του νου του. Δεν γνώρισε επιτυχία, για μεγάλα διαστήματα ασχολήθηκε απλά με τη διδασκαλία της γραφής ή με την ίδια την οικογένειά του, με τη σύζυγό του και με το μεγάλωμα τριών γιών. Όταν, πολλά χρόνια μετά τις Πεδιάδες του 1982 (που πλέον μεταφράζονται σε όλες τις γλώσσες), ξανάρχισε να εκδίδει τα βιβλία του, το ενδιαφέρον υπήρξε μεγαλύτερο. Όχι στην Αυστραλία, αλλά στους λογοτεχνικούς κύκλους του εξωτερικού. Μήπως αναζητούσαν οι ίδιοι κύκλοι μια φωνή για την Αυστραλία;

 

Μελετητής αποχρώσεων

Αλλά τι είναι η Αυστραλία; Πόσο Αυστραλοί λογίζονται και λογίζουν τον εαυτό τους οι κάτοικοι της ενδοχώρας; Σταθερά παραγωγικός πλέον, απομονωμένος στο χωριό των 299 κατοίκων, ο Μαρνέιν δέχεται προσκυνητές δημοσιογράφους του χώρου και φερέλπιδες συγγραφείς, χωρίς να έχει πάρει ούτε ένα βιβλίο μαζί του: το λέει στη Μεθόριο πως ό,τι άξιζε να θυμάται ως αναγνωστική εμπειρία θα το θυμάται, τα άλλα ξεχάστηκαν επειδή τους άξιζε. Επίσης ζει χωρίς τις αποσπάσεις του εικονικού κόσμου (αν και σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Paris Review μιλά για το google earth, αναπόφευκτα ως ένας άνθρωπος που αγάπησε τους χάρτες προσπαθώντας να ορίσει τι είναι τόπος).

Τι είναι λοιπόν ο Τζέραλντ Μαρνέιν; Ένας ιδιώτης, idiot με την αρχαιοελληνική έννοια. Όπως επίσης σημειώνει στη Μεθόριο, «θεωρ[εί] τον εαυτό [τ]ου μελετητή χρωμάτων και σκιάσεων, αποχρώσεων και τόνων». Οι Πεδιάδες, το πλέον διάσημο βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1982, ήταν το πρώτο που μεταφράστηκε στα ελληνικά, πέρυσι. Πριν από λίγους μήνες ακολούθησε η μετάφραση και κυκλοφορία της Μεθορίου, του 2017.

Η Μεθόριος είναι ίσως το κατάλληλο διαθέσιμο σημείο για να ξεκινήσει κανείς: μια προσωπική εξομολόγηση φαινομενικά ασήμαντων παρατηρήσεων, που εξελίσσονται σε αναζητήσεις δικές του οι οποίες καταλήγουν σε αναζητήσεις του αναγνώστη. Στη Μεθόριο, τον Μαρνέιν τον απασχολεί το βλέμμα: θεωρεί ότι εκεί έξω υπάρχουν οι λεπτομέρειες κάθε τι ορατού, που τρεμοπαίζουν στο φως κάνοντάς του σινιάλο. Τον απασχολεί το φως και πώς διαθλάται μέσα από πολύχρωμα διαφορετικά γυαλιά και τζάμια: ξεκινά από το βιτρώ μιας επαρχιακής εκκλησίας και φτάνει να αφηγείται πόσο διαφορετικοί, πόσο σημαντικοί ήταν οι βόλοι της παιδικής του ηλικίας. Θέλει όμως να πάει πίσω από την επιφάνεια της παρατήρησης: δεν θέλει «να είναι μουντό τοπίο η νοητική επικράτεια», αυτή που κάποιοι ονομάζουν εγώ ή προσωπικότητα. Θέλει να φωτίσει τους εσωτερικούς τόπους. Να βρει το οπτικό αντίστοιχο του στίχου της Αινειάδας που μιλούσε για τα αστέρια τα οποία είχαν τώρα τραπεί σε φυγή ενώ η αυγή ρόδιζε. Αιχμαλωτίζει την προσοχή του η φωτογραφία μιας βιογράφου του George Gissing στο οπισθόφυλλο της βιογραφίας: πού κοιτάζει; λάμπει η κόρη που φαίνεται; λαμβάνει το φως από κάπου ή το εκπέμπει ο ίδιος ο οφθαλμός της κάπου; ποια είναι η καίρια λεπτομέρεια;

Κι αυτό είναι ένα από τα σημεία στο οποίο ο αναγνώστης αφήνει προσωρινά στην άκρη το βιβλίο και αρχίζει να ψάχνει: να θυμίσει στον εαυτό του ποιος ήταν ο Τζορτζ Γκίσινγκ (George Gissing[1]) ή να τον γνωρίσει, κι έπειτα να ψάξει να βρει στους βιογράφους του την ανώνυμη γυναίκα, να αναζητήσει το βιβλίο και να προσπαθήσει να εντοπίσει και τη φωτογραφία του οπισθοφύλλου, εν ανάγκη να το αγοράσει μόνο και μόνο γι’ αυτό – επειδή η περιγραφή αυτού του βλέμματος από τον Μαρνέιν, η εμμονή του, γίνεται και δική του.

Άλλες φορές η αναζήτηση είναι ευκολότερη. Μιλά πολύ για την επίδραση του Τόμας Χάρντι[2], μιλά και για την ηθοποιό Μπλανς Σουίτ (Blanche Sweet) που υποδύθηκε την Τες των Ντ’ Ιμπερβίλ το 1924 – και που το πρόσωπό της απέκτησε έναν έντονο συμβολισμό για τον Μαρνέιν. Αναγκάζεται ο αναγνώστης να αναζητήσει την ηθοποιό και την ταινία, για να κατανοήσει πώς κοιτάζει ο Μαρνέιν και απορώντας πόσο συγκλονιστικότερο μπορεί να είναι το κινηματογραφικό πρόσωπο μιας Τες σε σχέση με αυτό, το κατοπινό, της Ναστάζια Κίνσκι, το 1979. Ναι, τελικά είχε μια ιδιαιτερότητα  κι εκείνο το πρόσωπο, της Μπλανς Σουίτ που η καριέρα της έληξε με την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου. Και πρέπει να το συγκρίνεις αυτό το πρόσωπο, σε αναγκάζει ο τρόπος που γράφει ο Μαρνέιν, με τη Mater Purissima, την Πανάχραντο Μητέρα που, για το συγγραφέα, είναι το πρότυπο της απεικόνισης της Παναγίας ως μιας μορφής ερωτεύσιμης από εκείνους που ακολουθούν το δρόμο της ιεροσύνης.

Αυτό κάνει ο Μαρνέιν στη Μεθόριο. Περιδιαβάζει λεπτομέρειες της ζωής του και των σκέψεών του, δεν καταγράφει τα συναισθήματά του καθαυτά αλλά το γεγονός ότι εκλύθηκαν και σου ανοίγει δρόμους. Έτσι κάπως βρίσκεσαι να παραγγέλνεις την Τριλογία της Τρανσυλβανίας του Μίκλος Μπάνφι (Miklós Bánffy), αμετάφραστου στην Ελλάδα, με το ζόρι γνωστού και εκτός Ουγγαρίας μάλλον, επειδή ο Μαρνέιν σημειώνει ότι αυτό το τρίτομο ουγγρικό έπος του μεσοπολέμου και της δεκαετίας του 1940 εμπεριέχει απίστευτο λυρισμό στις περιγραφές της, τότε ουγγρικής, Τρανσυλβανίας.

Η Μεθόριος κλείνει με ένα στίχο του Σέλλεϋ, κι ας σημειώνει ο Μαρνέιν ότι τον απεχθανόταν για την εκτός λέξεων ζωή του: «η ζωή σαν πολύχρωμος γυάλινος θόλος λεκιάζει τη λευκή ακτινοβολία της αιωνιότητας» (απόσπασμα από τον Άδωνι του Πέρσυ Σέλλεϋ, σε μετάφραση Ειρήνης Α. Βρης, εκδ. Οδός Πανός). Δεν ομνύει στην αιωνιότητα ο Μαρνέιν, απαιτεί να διαβάσει τα χρώματα του θόλου της ζωής.

 

The sky was big and empty

Οι Πεδιάδες είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία: κυκλοφόρησε το 1982 από έναν νέο εκδοτικό οίκο με ειδίκευση περισσότερο, μελλοντικά, στην επιστημονική φαντασία, ως τμήμα ενός μεγαλύτερου έργου, του επονομαζόμενου Μοναδικού Αδάμ – το υπόλοιπο έχει μείνει προφανώς σε κάποιο ερμάριο, μαζί με τα προσχέδια. Ο Μαρνέιν ήθελε να το ονομάσει Landscape with darkness and mirage / Τοπίο με σκοτάδι και αντικατοπτρισμό. Φαινομενικά είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που πηγαίνει σε μια πόλη των Πεδιάδων, της διαφορετικής αυστραλιανής ενδοχώρας, για να γυρίσει μια ταινία για όσα κάνουν τις Πεδιάδες και τους ανθρώπους που ζουν εκεί διαφορετικούς. Άλλωστε, «κάθε άνθρωπος στα βάθη της καρδιάς του είναι ταξιδιώτης σε ένα αχανές τοπίο». Είναι ιδιαίτεροι οι άνθρωποι που ζουν εκεί, σαν να λειτουργούν με μεσαιωνικές κάστες και ευγενείς, με εμβλήματα και ατομικές θρησκείες. Είναι άνθρωποι που αδιαφορούν για την παράκτια Αυστραλία των μεγαλουπόλεων, παρότι ο Μαρνέιν σημειώνει πως «ο άνθρωπος που μένει στη γενέθλια γη του εύχεται να είχε φτάσει εκεί έπειτα από ένα μακρύ ταξίδι. Και ο άνθρωπος που ταξιδέυει αρχίζει να φοβάται ότι μπορεί να μη βρει ένα ταιριαστό τέλος στο ταξίδι του». Το ταξίδι για τους ευγενείς δεν έχει ακόμη οριστεί: υπάρχουν αυτοί που τους «συγκινούσε περισσότερο από τα ατέλειωτα λιβάδια και τους απέραντους ουρανούς [...] το αραιό στρώμα ομίχλης, εκεί όπου έσμιγαν γη και ουρανός, στις εσχατιές του βλέμματος». Υπάρχουν κι αυτοί που δεν θέλουν να νιώθουν σαν «λαγοί πεδιάδας» παθητικά προσκολλημένοι στο έδαφος.

Δεν θα υπάρξει ποτέ ταινία. Ο φέρελπις κινηματογραφιστής θα γίνει οικότροφος του σημαντικότερου των ευγενών στην απομονωμένη έπαυλή του, μαζί με άλλους φερέλπιδες μελετητές του φαινομένου, της ψυχής των Πεδιάδων. «Καμιά ταινία δεν μπορούσε να δείξει περισσότερα απ’ ό,τι οι ορίζοντες που πάνω τους αναπαυόταν το ανθρώπινο μάτι όταν είχε παραιτηθεί από την προσπάθειά του να παρατηρεί». Θα συνεχίσει να προσπαθεί να αναγνωρίσει την έννοια του ανθρώπου των πεδιάδων, την ψυχή του, χωμένος για χρόνια σε βιβλιοθήκες ατέλειωτων τόμων, παρατηρώντας πάντα τις λεπτομέρειες: «Πόσοι διαδοχικοί σφετερισμοί του απογευματινού φωτός στις μισοσκότεινες γωνίες των βιβλιοθηκών έχουν κάνει να ξεθωριάσει το στιλπνό μελάνι των βιβλίων που τώρα επιτέλους ανοίγουν»…

Ιστορίες θα εκτυλιχθούν, ή όχι: υπάρχει στις Πεδιάδες μια εκπληκτική σύντομη παράγραφος για «έναν άντρα και μία γυναίκα που συναντήθηκαν μόνο μία φορά και αποδέχθηκαν ότι τα κόσμια βλέμματα και τα λόγια που αντάλλαξαν τους υποσχέθηκαν τόσα πολλά που δεν θα έπρεπε να συναντηθούν ξανά». Ίσως να συναντήθηκαν στον κόσμο των Αντιπόδων, στα αντίστοιχα ερμάρια του Μαρνέιν.

Είναι αδιέξοδη η αναζήτηση του κινηματογραφιστή, ή όχι: η τελική φράση του, στο βιβλίο που σηματοδότησε την έναρξη της μακροχρόνιας αποχής του το 1995, του Emerald Blue, ήταν “The text ends at this point”. Η ματιά όμως δεν έσβησε, κι ας έμεινε ασαφής. Οι Πεδιάδες είχαν κλείσει με την πεσιμιστική φράση «σαν να ήθελα να αποτυπώσω στο φιλμ μέσα στον σκοτεινό θάλαμο το σκοτάδι που ήταν το μόνο ορατό ίχνος από οτιδήποτε είδα πέρα από τον εαυτό μου». Ο κινηματογραφιστής επιστρέφει το βλέμμα στον εαυτό του. Ο αναγνώστης του Μαρνέιν δανείζεται το βλέμμα του για να δει διαφορετικά τον ορίζοντα και τους μεγάλους δρόμους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στην παράκτια μεγαλούπολη όπου τότε ζούσε ακόμη ο Μαρνέιν, τη Μελβούρνη, ένας καταραμένος τύπος ονόματι David McComb έγραφε:

The sky was big and empty
My chest filled to explode
I yelled my insides out at the sun
At the wide open road

Θα είχαν διαβάσει Μαρνέιν οι Triffids πριν γράψουν αυτό το τραγούδι.

ΥΓ. Είναι ίσως κι ένας από τους, πολλούς βέβαια, λόγους που οι μεταφράσεις του Αλέξη Καλοφωλιά, τόσο στη Μεθόριο όσο και στις Πεδιάδες, σε παίρνουν από το χέρι και σου επιτρέπουν να μπεις στο βλέμμα του Μαρνέιν. 

 

[1] Ο Τζορτζ Γκίσινγκ, που γεννήθηκε το 1857 στην Αγγλία και πέθανε το 1903 στη Γαλλία, ήταν άγγλος μυθιστοριογράφος, ιδιαίτερα γνωστός για τις ρεαλιστικές περιγραφές στο έργο του των κατώτερων στρωμάτων της μεσαίας τάξης.

[2] Ο Τόμας Χάρντι (1840-1928) ήταν βρετανός νατουραλιστής μυθιστοριογράφος και ποιητής. Από τα πιο διάσημα μυθιστορήματά του είναι Η Τες των Ντ’ Ιρμπερβίλ (1891) που δέχτηκε αρνητική κριτική για την ευνοϊκή απεικόνιση μιας γυναίκας «παραστρατημένης». Το κείμενο αυτό, αργότερα, γυρίστηκε ταινία, για πρώτη φορά το 1913 από τον J. Searle Dawley, το 1924 από τον Marshall Neilan και το 1979 από τον Ρομάν Πολάνσκι.

Γιώργος Παππάς

Παθολόγος που ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα. Αγαπά να μελετά την επιδημιολογία των λοιμώξεων και την ετοιμότητα απέναντι σε πανδημίες, και έχει ένα σχετικό ερευνητικό έργο γι’ αυτά. Κυκλοφορεί το βιβλίο του, Οι επόμενες δύο εβδομάδες θα είναι κρίσιμες (2022).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.