Το σύνθετο φαινόμενο της τρομοκρατίας και οι παγκόσμιες γεωπολιτικές διαστάσεις του εξετάζονται σε έναν συλλογικό τόμο, με διεπιστημονική οπτική. Ο τόμος Ο κόσμος και η απειλή της τρομοκρατίας μετά την 11η Σεπτεμβρίου εντάσσεται στη σειρά «Διεθνείς Σχέσεις», την οποία διευθύνουν ο Ανδρέας Γκόφας και ο Δημήτρης Καιρίδης. Η μελέτη τελεί υπό την αιγίδα του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (Ι.ΔΙ.Σ.) και φέρει την επιστημονική επιμέλεια του Ανδρέα Γκόφα, καθηγητή θεωρίας και επιστημολογίας των διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο Γκόφας είναι ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς των διεθνών σχέσεων στην ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα, με πολυάριθμες μελέτες και διακριτή διεθνή παρουσία. Ο τόμος περιλαμβάνει ένδεκα μελέτες οργανωμένες σε τρεις θεματικές ενότητες, καθώς και την εισαγωγή του επιμελητή και ένα επίμετρο.
Η εξέλιξη της τρομοκρατίας
Στην εισαγωγή του, με τίτλο «Συνέχεια και μεταβολή γύρω από τη “διαχωριστή γραμμή” της 11ης Σεπτεμβρίου» (σ. 13-34), ο επιμελητής του τόμου, Ανδρέας Γκόφας, συνδυάζει τις δύο ερευνητικές του ατζέντες ως μελετητής της τρομοκρατίας αλλά και της ιστορίας, της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας της γνώσης των Διεθνών Σχέσεων. Ο συνδυασμός προσφέρει μια εποπτική εικόνα για την εξέλιξη της τρομοκρατίας και μια συνολική αποτίμηση των προκλήσεων στη μελέτη της. Προκειμένου να διερευνήσει αν υπάρχει ριζική μεταμόρφωση της τρομοκρατικής δραστηριότητας μετά την 11η Σεπτεμβρίου, εισάγει μία ενδιαφέρουσα τυπολογία, διακρίνοντας καταρχήν μεταξύ των ερμηνευτικών ιδεατών τύπων της λεγόμενης «παλαιάς» και της «νέας» τρομοκρατίας. Η τυπολογική διάκριση εδράζεται σε πέντε παραμέτρους των τρομοκρατικών οργανώσεων:
α) την οργανωτική δομή,
β) τον γεωγραφικό προσανατολισμό,
γ) τα κίνητρα,
δ) την επιχειρησιακή τακτική και
ε) τη στάση έναντι του βεστφαλιανού συστήματος.
Στην ανάλυσή του, η οποία εδράζεται σε πρωτότυπες παρατηρήσεις και αξιοποίηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υφίσταται συνέχεια των πρακτικών μεταξύ των δύο τύπων σε μεγάλο βαθμό και ότι κατ’ ουσίαν ο ιδεατός τύπος της «νέας τρομοκρατίας» δεν διαθέτει επαρκώς οριοθετημένο αναλυτικό περιεχόμενο και αντίστοιχη μεθοδολογική ερμηνευτική αξία. Η μεροληπτική επιλογή περιπτώσεων μελέτης και η μη ορθή ανάγνωση και συσχέτιση των ερευνητικών δεδομένων συχνά προκαλεί μια πλασματική εικόνα περί «νέας τρομοκρατίας», η οποία όμως κατά τον Γκόφα, δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα. Εξετάζοντας την παράμετρο των κινήτρων, λ.χ., ο συγγραφέας ορθώς επισημαίνει ότι τα θρησκευτικά κίνητρα της ένοπλης βίας δεν αποτελούν αμιγώς πρόσφατη εξέλιξη, αλλά υπήρχαν ως παράγων επί χιλιάδες έτη. Απ’ αυτή την άποψη, κατά τη γνώμη μας, η ιστορική έρευνα είναι δυνατόν να αναφέρει τα θρησκευτικά κίνητρα πολλών συγκρούσεων στην αρχαιότητα και φυσικά με την ανάδυση των θρησκειών καθολικής κυριαρχίας, όπως ο ζωροαστρισμός και το Ισλάμ. Ειδικότερα, κατά τον επιμελητή, όσον αφορά τη στάση των τρομοκρατικών ομάδων έναντι της βεστφαλιανής κρατικής τάξης, η διάκριση μεταξύ μιας εκκοσμικευμένων αρχών και των θρησκευτικών αρχών τρομοκρατίας είναι χρησιμότερο να υποκατασταθεί από μια διάκριση μεταξύ ρεφορμισμού του συστήματος και επαναστατικού ριζοσπαστισμού.
Η εισαγωγή του επιμελητή ολοκληρώνεται με την αναλυτική επισκόπηση των επιτευγμάτων και των προκλήσεων της μελέτης της τρομοκρατίας στην διεθνή βιβλιογραφία, όπου τονίζονται τρία χρονικά ορόσημα για την ερμηνευτική προσέγγιση του φαινομένου:
α) οι τρομοκρατικές αντι-ισραηλινές επιθέσεις στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972, μετά από τις οποίες συστηματοποιήθηκε η μελέτη του φαινομένου ως αυτόνομου ερευνητικού αντικειμένου,
β) το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το 1991, που είχε συνέπεια την κατακόρυφη μείωση του ερευνητικού ενδιαφέροντος για την τρομοκρατία, και
γ) οι τρομοκρατικές αντιαμερικανικές επιθέσεις του 2001, οι οποίες προκάλεσαν την κορύφωση του ενδιαφέροντος για τη διεθνή και ειδικότερα για την ισλαμιστική τρομοκρατία.
Ο Γκόφας αξιολογεί ως θετική την πρόοδο του ερευνητικού πεδίου της τρομοκρατίας, καθώς οι ερευνητικές πρακτικές μεταβλήθηκαν με την αξιοποίηση μεγάλης κλίμακας βάσεων δεδομένων, την καθιέρωση ενός μεθοδολογικού πλουραλισμού και την εμπέδωση μιας πολυεπιστημονικότητας. Βάσει αυτού του προτύπου, άλλωστε, ο επιμελητής διαμόρφωσε τα περιεχόμενα του παρόντος συλλογικού τόμου, με συμπερίληψη οπτικών από πολλά επιστημονικά θεματικά πεδία. Τέλος, ο συγγραφέας δεν παραβλέπει να επισημάνει τις ερευνητικές προκλήσεις του φαινομένου. Μεταξύ αυτών αναφέρει την αδυναμία ενός κοινώς αποδεκτού ορισμού του φαινομένου της τρομοκρατίας –η οποία ορθώς αξιολογείται από τον ίδιο ως έλασσον μεθοδολογικό πρόβλημα– και κυρίως προκλήσεις, όπως ο γνωστικός κατακερματισμός μεταξύ των επιστημονικών πεδίων, η αποϊστορικοποίηση της τρομοκρατίας, η έλλειψη διαλόγου μεταξύ ερμηνευτικών και νομοθετικών προσεγγίσεων, η έλλειψη σύνθεσης μικρο- και μακρο-προσεγγίσεων, οι λανθασμένες ερευνητικές προτεραιότητες και η έλλειψη διαφοροποίησης στον γεωπολιτισμικό καταμερισμό της γνώσης με την ερευνητική εστίαση στις αμερικανικές και στις ευρωπαϊκές μελέτες. Μεταξύ των ανωτέρω δομικών αδυναμιών, η παρατήρηση του επιμελητή για την ανεπαρκή αξιοποίηση της ιστορικής επιστήμης αναδεικνύει ένα γενικότερο μεθοδολογικό έλλειμμα πολλών προσεγγίσεων των διεθνών σχέσεων, οι οποίες υιοθετούν συχνά μια ανιστορική, μονομερώς συστημική οπτική, παραβλέποντας το ιστορικό βάθος μειζόνων εξελίξεων, με τελευταία χαρακτηριστική περίπτωση τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η τρομοκρατία και το διεθνές σύστημα
Η πρώτη ευρεία θεματική ενότητα του τόμου εξετάζει τις σχέσεις τρομοκρατίας και διεθνούς συστήματος. Οι αναλύσεις της ενότητας αυτής εδράζονται στις αρχές της στρατηγικής και στη μελέτη της εξωτερικής πολιτικής των μειζόνων δρώντων, όπως οι ΗΠΑ, καθώς και παραγόντων όπως οι ισλαμιστικές οργανώσεις.
Το κεφάλαιο «Οι επιπτώσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στην αμερικανική στρατηγική και στο διεθνές σύστημα» (σ. 37-67) του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου, καθηγητή διεθνούς πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και του δρος Βασίλη Κολλάρου αναλύει την απάντηση των ΗΠΑ στις προκλήσεις ασφαλείας της 11ης Σεπτεμβρίου και τη νέα εξωτερική πολιτική των αμερικανικών κυβερνήσεων. Οι δύο συγγραφείς αναδεικνύουν με διεισδυτικές παρατηρήσεις την καταλυτική σημασία της 11ης Σεπτεμβρίου όχι μόνο για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ αλλά και για την εσωτερική πολιτική κατάσταση και τη γενικότερη θέση των ΗΠΑ στο διεθνές σύστημα. Οι ΗΠΑ επιδίωξαν για ένα διάστημα κατά τη δεκαετία του 2000 την πλήρη εξάλειψη του φαινομένου της τρομοκρατίας, ένα φιλόδοξο εγχείρημα το οποίο ωστόσο δεν υλοποιήθηκε σε βάθος χρόνου λόγω εγγενών περιορισμών των δυνατοτήτων των ΗΠΑ και του διεθνούς γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Στο εσωτερικό επίπεδο, η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας εδραζόταν στην εισαγωγή ενός νέου αυστηρότερου νομοθετικού πλαισίου, ενώ στο εξωτερικό συνίστατο στην αντικατάσταση του ψυχροπολεμικού δόγματος της ανάσχεσης με το ενεργότερο δόγμα του προληπτικού πολέμου, της μεταφοράς των επιχειρήσεων στο εχθρικό έδαφος, όπως κατέδειξε η αμερικανική επέμβαση στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, τα κράτη-παρίες του διεθνούς συστήματος. Η εξωτερική πολιτική της περιόδου του Πολέμου κατά της τρομοκρατίας με τον υψηλό βαθμό στρατιωτικοποίησης, διεθνούς εμπλοκής σε χερσαία πεδία στην ηπειρωτική Ασία και διάστασης από πολλούς συμμάχους αξιολογείται από τους δύο συγγραφείς ότι συνέβαλε στην αποδυνάμωση της αμερικανικής ιδεολογικής κυριαρχίας της άμεσης μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Κατά τους συγγραφείς, η μονομερής επικέντρωση των ΗΠΑ στην αντιμετώπιση της διεθνούς τρομοκρατίας διευκόλυνε την άνοδο περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Ρωσία και ιδίως η Κίνα.
Το κεφάλαιο «Η 11η Σεπτεμβρίου και η στρατηγική αποτυχία στο Αφγανιστάν» (σ. 69-86) του καθηγητή διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και διευθυντή του Ι.ΔΙ.Σ. Κώστα Υφαντή είναι εμβριθής ανάλυση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και των συνεπειών ανακατανομής ισχύος στο διεθνές σύστημα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, με την επέμβαση στο Αφγανιστάν να χρησιμεύει ως περίπτωση μελέτης. Ο Υφαντής αναδεικνύει τη διάσταση της 11ης Σεπτεμβρίου τόσο ως οροσήμου για την αναδιάταξη των προτιμήσεων ασφαλείας και προτεραιοτήτων των ΗΠΑ, όσο και για την επιτάχυνση υφισταμένων τάσεων ανακατανομής ισχύος προς την κατεύθυνση της επίτασης της πολυκεντρικότητας του διεθνούς συστήματος. Ο συγγραφέας αναλύει πώς ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας συνέβαλε στην ουσιώδη δομική ανασυγκρότηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, στην υπέρβαση εγγενών οικονομικών και νομικών περιορισμών και στη σημαντική στρατιωτικοποίησή της. Αναλύοντας τον σταδιακό μετασχηματισμό της αμερικανικής στρατηγικής προσέγγισης έναντι της τρομοκρατίας, ο Υφαντής καταδεικνύει με άρτια τεκμηρίωση και αναφορές σε θεμελιώδη κείμενα της περιόδου τη μεταλλαγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από τον φιλελεύθερο ιδεαλισμό της άμεσης μεταψυχροπολεμικής περιόδου και τον ακόμη προγενέστερο ρεαλισμό του Ψυχρού Πολέμου στον σταυροφορικό ιδεαλισμό των αρχών της δεκαετίας του 2000, όπου συναντήθηκαν δύο παραδόσεις, ο φιλελεύθερος ιδεαλισμός και ο νεοσυντηρητικός βολονταρισμός. Η περίοδος της προεδρίας Τζορτζ Μπους του Νεότερου (2000-2008), ιδίως στην αρχική φάση της εμπλοκής των ΗΠΑ (2001-2004), καθορίσθηκε από ορισμένες θεμελιώδεις αρχές και ιδέες: την προληπτική στρατιωτική δράση, την προώθηση της δημοκρατίας και την αλλαγή καθεστώτος, όπως και τη μονομερή διπλωματία σε διεθνές επίπεδο.
Η στρατιωτικοποίηση και η συνοδευτική υπέρμετρη ιδεολογικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, ωστόσο, δεν απέδωσαν τα επιθυμητά αποτελέσματα, κυρίως διότι οι επεμβάσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ μετατράπηκαν από αμιγώς τακτικές επιχειρήσεις εξουδετέρωσης του αντιπάλου σε εγχειρήματα κοινωνικής μηχανικής, εμπλέκοντας τις αμερικανικές δυνάμεις στο πεδίο. Η άτυπη αρχή να αποφεύγεται ένας χερσαίος πόλεμος στην ηπειρωτική Ασία (Never fight a land war in Asia) είχε παραβλεφθεί υπέρ ενός μη σαφώς οριοθετημένου και υπερεκτενούς πλαισίου στρατηγικών στόχων. Χρησιμοποιώντας ως περίπτωση μελέτης την επέμβαση στο Αφγανιστάν, ο Υφαντής ορθώς διαπιστώνει τη στρατηγική αποτυχία της, αποδίδοντας αυτήν στον ελλιπή σχεδιασμό και στην ελλιπή πληροφόρηση και κυρίως στην υιοθετηθείσα στρατηγική κρατικής οικοδόμησης (nation building), η οποία απέτυχε στο Αφγανιστάν (και στο Ιράκ). Σημειωτέον ότι, από ιστορικής απόψεως, η κρατική μεταπολεμική οικοδόμηση με εξωτερική παρέμβαση έχει επιτύχει μόνο σε δύο περιπτώσεις: στη μεταπολεμική Γερμανία και στην Ιαπωνία – όπου όμως υπήρχαν ισχυρή κρατική θεσμική οργάνωση και εμπειρία, αλλά και εθνοτική και πολιτισμική ομοιογένεια. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με εξέταση των δομικών συνεπειών στο διεθνές σύστημα, με την άνοδο ανταγωνιστικών προς τις ΗΠΑ δρώντων και την κορύφωση της αντιπαλότητας ΗΠΑ-Ρωσίας και ΗΠΑ-Κίνας.
Ο καθηγητής διεθνών σχέσεων και θρησκείας στη Μέση Ανατολή στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Σωτήρης Ρούσσος αναλύει την ιστορική εξέλιξη και τις εσωτερικές ιδεολογικές μεταλλαγές του ισλαμιστικού κινήματος στη δική του συμβολή με τίτλο «Γενεαλογικό σχεδίασμα για το ριζοσπαστικό πολιτικό Ισλάμ» (σ. 87-116). Ο συγγραφέας εκκινεί την ανάλυσή του βάσει της αξιωματικής αρχής ότι το πολιτικό Ισλάμ αποτελεί ιδεολογία, δηλαδή ένα ενιαίο αυτόνομο σώμα ερμηνείας του κόσμου, αξιών και ηθικών θέσεων, καθώς και τρόπων δράσης για τη συντήρηση ή την αλλαγή του κόσμου. Ο Ρούσσος παραθέτει μια εμπεριστατωμένη γενεαλογία του ισλαμικού ριζοσπαστισμού, αναλύοντας τρεις βασικές εκφάνσεις του ισλαμοκεντρικού πολιτικού ακτιβισμού: το φονταμενταλιστικό αντιηγεμονικό κήρυγμα, τα κοινωνικά κινήματα και την αποκαλυπτικού χαρακτήρα σύγκρουση. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ρούσσος εξετάζει τις θέσεις και την ιδεολογική επιρροή επί του ισλαμιστικού κινήματος εμβληματικών μορφών, όπως ο Σαγίντ Τζαμάλ αλ-Ντιν αλ-Αφγκανί (1838-1897), ο Χασάν αλ Μπάνα (1906-1949), ο Σαγίντ Κουτμπ (1906-1966) και ο Αμπντουλάχ Γιουσούφ Αζάμ (1941-1989). Ο Αλ-Αφγκανί διαμόρφωσε έναν αντιηγεμονικό αντιδυτικό λόγο κατά τον 19ο αιώνα, ώστε να αντιταχθεί σε ό,τι προσλάμβανε ως δυτική πολιτική και πολιτισμική ηγεμονία. Με τις θέσεις του συνέβαλε στην επίταση της συλλογικής αυτοσυνειδησίας της ισλαμικής ούμμα και καθόρισε τις μεταγενέστερες τάσεις για τη σχέση ανάμεσα στο Ισλάμ και τις έννοιες του έθνους, του κράτους και της κοινωνίας. Ο Χασάν αλ Μπάνα, ιδρυτής της Μουσουλμανικής Αδελφότητας (1928), υπήρξε κεντρική μορφή του πολιτικού Ισλάμ ως προγράμματος κυβερνησιμότητας των ισλαμικών κοινωνιών και ως εγχειρήματος διαμόρφωσης μιας κανονιστικής υπερεθνικής ισλαμικής ταυτότητας. Ο αγίντ Κουτμπ, κορυφαίο στέλεχος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, υπήρξε εμβληματική μορφή του διεθνικού τζιχάντ και της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, με κύρια χαρακτηριστικά την απο-εδαφοποίηση της έννοιας της τζιχάντ και την πρόκριση κάθε μορφής τόσο σε εσωτερικό επίπεδο κατά των διεφθαρμένων ισλαμικών καθεστώτων όσο και σε εξωτερικό επίπεδο για την «απελευθέρωση» ισλαμικών εδαφών, τα οποία θεωρούνται ότι τελούν υπό δυτική κατοχή, και για την διεξαγωγή παγκόσμιου τζιχάντ κατά της Δύσης. Τέλος, ο παλαιστίνιος λόγιος και τζιχαντιστής Aζάμ, μέντορας του Οσάμα μπιν Λάντεν, πρέσβευε μια οργάνωση-πρωτοπορία του ισλαμιστικού κινήματος, πιθανότατα επηρεασμένος από τη λογική του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Κατά τον Ρούσσο, το ριζοσπαστικό πολιτικό Ισλάμ αποτελεί σαφώς έκφανση της νεωτερικότητας εντός του σύγχρονου μετανεωτερικού πλαισίου και αποτελεί παράγοντα ο οποίος αντιδρά στις αξίες της διεθνούς κοινωνίας, αλλά και συμμετέχει με την ιδιαίτερη δυναμική του στη διαμόρφωση των αξιών αυτών και νέων γεωπολιτικών και ιδεολογικών ισορροπιών.
Η πρώτη θεματική ενότητα ολοκληρώνεται με το κεφάλαιο «Η άνοδος και η παρακμή της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους» (σ. 117-131), του καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Χαράλαμπου Παπασωτηρίου. Ο συγγραφέας αποτυπώνει τις εσωτερικές διεργασίες στο σουνιτικό ισλαμιστικό κίνημα, οι οποίες οδήγησαν στην παρακμή της επιρροής της Αλ Κάιντα ως επιχειρησιακού και ιδεολογικού υποδείγματος και στην άνοδο του ακόμη πιο ακραίου Ισλαμικού Κράτους. Οι σαλαφιστικές αυτές οργανώσεις εξετάζονται από τον Παπασωτηρίου ως περιπτώσεις μελέτης από τη σκοπιά της στρατηγικής ανάλυσης. Η δράση της Αλ Κάιντα και των συνδεδεμένων με αυτήν ισλαμιστικών δικτύων αποσκοπούσε στην εκπλήρωση τριών θεμελιωδών στόχων κατά τον συγγραφέα: α) στην εκδίωξη των στρατιωτικών δυνάμεων των απίστων από τον Οίκο του Ισλάμ, β) στην έμπρακτη στήριξη ισλαμικών μειονοτήτων, οι οποίες συγκρούονταν με τα μη ισλαμικά καθεστώτα κρατών που δεν ανήκουν στον ιστορικό Οίκο του Ισλάμ και γ) στην ανατροπή των θεωρουμένων ως αμαρτωλών καθεστώτων στις ισλαμικές χώρες και στην διαμόρφωση μιας υπερεθνικής ισλαμικής ούμμα σε μία ενιαία πολιτειακή μορφή, το χαλιφάτο. Ο Παπασωτηρίου αναλύει με τεκμηριωμένο λόγο τους σχεδιασμούς του ισλαμιστικού κινήματος και τα στάδια της παγκόσμιας στρατηγικής του, όπως αυτά διαμορφώθηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1990 για ένοπλη αντιπαράθεση με τα μη ισλαμικά κράτη και ιδίως με τη Δύση. Ο συγγραφέας αναλύει, από στρατηγικής άποψης, τις επιχειρησιακές πρακτικές τρομοκρατίας της Αλ Κάιντα και ορθώς τις αξιολογεί ως αποτυχημένες, δεδομένης της συντονισμένης αντίδρασης των ΗΠΑ και των δυτικών κρατών, αλλά και της συνεργασίας των ισλαμικών κρατών κατά της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Όσον αφορά το Ισλαμικό Κράτος, ο Παπασωτηρίου επισημαίνει τη διαφοροποίηση των πρακτικών του με την απόπειρα διαμόρφωσης μιας εδαφικής πολιτικής εστίας ως χαλιφάτου και νέου κέντρου των πιστών, αλλά και τη στρατηγική αποτυχία του μετά την εξάλειψη της εδαφικής ζώνης ελέγχου του στο Ιράκ και τη Συρία.
Το δίλημμα των δημοκρατιών
Η δεύτερη ευρεία θεματική ενότητα του τόμου εξετάζει την αντίδραση των δυτικών φιλελευθέρων δημοκρατιών έναντι του φαινομένου της τρομοκρατίας και τα διλήμματα με τα οποία αυτές τίθενται αντιμέτωπες, ιδίως στο εσωτερικό πεδίο της διαχείρισης των πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων και των επιπτώσεων στο χαρακτήρα των δημοκρατιών. Οι μελέτες αυτής της ενότητας αρύονται από τις πολιτικές επιστήμες, την πολιτική φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και τη νομική επιστήμη.
Στο κεφάλαιό του με τίτλο «Η φιλελεύθερη συνείδηση και ο Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» (σ. 135-160), ο αναπληρωτής καθηγητής διεθνών πολιτικών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Δημήτριος Ακριβούλης εξετάζει τη σχέση μεταξύ των ιδεολογικών αρχών των δυτικών κοινωνιών και τις πρακτικές αντιμετώπισης της τρομοκρατίας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την έννοια της φιλελεύθερης συνείδησης, όπως αυτή προτάθηκε από τον ιστορικό Μάικλ Χάουαρντ (Michael Howard), για να προσδιορίσει ένα ευρύ πλέγμα πρακτικών και λόγων στο οποίο αξιοποιούνται οι θεμελιώδεις έννοιες του φιλελευθερισμού, όπως η ειρήνη, η δημοκρατία, η ανθρωπότητα. Ο Ακριβούλης εξετάζει τη διάδραση της έννοιας της φιλελεύθερης συνείδησης σε σχέση με την τυπολογική διάκριση εσωτερικού και εξωτερικού, εντός και εκτός, η οποία έχει υπάρξει κεντρική στη συγκρότηση της διεθνολογικής σκέψης. Ο συγγραφέας αναλύει την τρομοκρατία ως ζήτημα ασφάλειας, τη δυναμική σχέση ελευθερίας και ασφάλειας εντός ενός κοινωνικού συνόλου και τους τρόπους διά των οποίων η φιλελεύθερη συνείδηση λειτουργεί νομιμοποιητικά ως εσωτερική ιδεολογική βάση κοινωνικής και αξιακής συνοχής των δυτικών κοινωνιών.
Η καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου-Μαλούχου, στο κεφάλαιο «Τρομοκρατία, ασφάλεια και ευρωπαϊκός συνταγματικός πολιτισμός» (σ. 161-187), εξετάζει το σύστημα αρχών του δυτικού νομικού πολιτισμού. Το άρθρο εμβαθύνει στο ιστορικό και εννοιολογικό περιεχόμενου του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού ως νομική θεωρία για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων από κάθε μορφής αυθαιρεσία. Στο πλαίσιο αυτό η έννοια της ασφάλειας αποτελεί θεμέλιο του συνταγματικού πολιτισμού και φυσικό δικαίωμα του ανθρώπου. Η συγγραφέας εξετάζει την ιστορική ανάπτυξη του συνταγματικού πολιτισμού και επικεντρώνεται ιδίως στην πολυεπίπεδη σχέση τρομοκρατίας, ασφάλειας και καθεστώτος εξαίρεσης. Η Κανελλοπούλου-Μαλούχου αναλύει τις παραμέτρους της κατάστασης ανάγκης εντός του συνταγματικού κράτους και τις απαρχές της εννοίας στο φυσικό δίκαιο, τη διάδραση ανάμεσα στη δημόσια ασφάλεια και τον περιορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων για λόγους δημοσίου συμφέροντος καθώς και ενδεχόμενες καταχρήσεις. Τέλος, η συγγραφέας επισκοπεί τις σύγχρονες εξελίξεις και τις επιπτώσεις της τρομοκρατίας στη διαμόρφωση ενός κράτους πρόληψης του φαινομένου, ακόμη και ενός κοινωνικού καθεστώτος καχυποψίας.
Το ακανθώδες ζήτημα των βασανιστηρίων στο πλαίσιο της αντιτρομοκρατικής πολιτικής εξετάζεται στο κεφάλαιο «Τα βασανιστήρια, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας - Ηθικά και νομικά διλήμματα» (σ. 189-208) του καθηγητή πολιτικής φιλοσοφίας και διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Γιώργου Λ. Ευαγγελόπουλου. Ο συγγραφέας εξετάζει το ζήτημα της νομιμοποίησης των βασανιστηρίων ως πρακτικής καταπολέμησης της τρομοκρατίας εδραζόμενος στις θέσεις του πολιτικού φιλοσόφου Ρόναλντ Ντουόρκιν περί ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στις αρχές του ηθικού φιλοσόφου Μπέρναρντ Ουίλιαμς περί αυτοσεβασμού και παραθέτοντας τη σχετική επιχειρηματολογία. Ο Ευαγγελόπουλος αξιοποιεί αρχές της ηθικής φιλοσοφίας και της ποινικής δογματικής, ενώ δεν παραλείπει να αναλύσει τη νομική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας καταλήγοντας στη μη νομιμοποίηση των βασανιστηρίων ως πρακτικής και στον ενίοτε παραβλεπόμενο ρόλο της γραφειοκρατίας στην προστασία και στην υπεράσπιση του κράτους δικαίου.
Το κεφάλαιο «Ο κόσμος μετά την 11η Σεπτεμβρίου: Μια κοινωνιολογική αποτίμηση των προκλήσεων της μεταδυτικής συνθήκης» (σ. 209-233) της ερευνήτριας Ρόζας Βασιλάκη χρησιμοποιεί την 11η Σεπτεμβρίου ως θεμελιακό ορόσημο απαρχής ενός νέου μετανεωτερικού κόσμου σε θεωρητικό επίπεδο και ενός νέου μεταδυτικού γεωπολιτικού και ιδεολογικού τοπίου σε πρακτικό διακρατικό και διεθνικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, η συγγραφέας προσεγγίζει ζητήματα όπως η περιστολή των ακαδημαϊκών ελευθεριών, η ανάδυση της θρησκευτικής υποκειμενικότητας και η μετακοσμική στροφή στις κοινωνικές επιστήμες ως συνέχεια της ερμηνευτικής συνθήκης του μεταμοντερνισμού. Ταυτοχρόνως επισημαίνει τη διαμόρφωση νέων ισορροπιών σε παγκόσμιο επίπεδο, οι οποίες τείνουν να υποκαθιστούν την υπεροχή της δυτικής ηγεμονίας.
Πολιτικές αντιμετώπισης της τρομοκρατίας
Η τρίτη ευρεία θεματική ενότητα του τόμου διαθέτει δεοντολογική και εργαλειακή διάσταση σε ορισμένο βαθμό, καθώς επικεντρώνεται στις ενδεδειγμένες πολιτικές και θεσμικές πρακτικές καταπολέμησης της τρομοκρατίας, ιδίως στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι μελέτες αυτής της ενότητας διακρίνονται για την έμφαση στις προτεινόμενες γενικές πολιτικές και τις επιμέρους πρακτικές ενός οργανωμένου εγχειρήματος αντιμετώπισης του τρομοκρατικού φαινομένου.
Στη συμβολή της με τίτλο «Οι τεθλασμένες απολήξεις του ισλαμιστικού εξτρεμισμού: Μια αποτίμηση των βασικών ερωτημάτων και παραδοχών στην μελέτη της ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης» (σ. 237-265), η διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Μαρίνα Ελευθεριάδου αναλύει τους παράγοντες ριζοσπαστικοποίησης των ατόμων και των συλλογικών ταυτοτήτων. Ορθώς η συγγραφέας επισημαίνει τη σημασία της ισλαμιστικής Ιρανικής Επανάστασης του 1979 για την ενίσχυση του ισλαμισμού σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, προτού εξετάσει τη γενεαλογία των πρόσφατων εκφάνσεων του ισλαμιστικού κινήματος. Η σύγχρονη ισλαμιστική τρομοκρατία εκδηλώθηκε σε τρία διακριτά κύματα/γενιές, με επίκεντρο εμβληματικές ιστορικές εξελίξεις: α) τη γενιά η οποία συμμετέσχε στον πόλεμο στο Αφγανιστάν κατά των Σοβιετικών τη δεκαετία του 1980, β) τη γενιά η οποία ενεπλάκη στον Πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας (1991-1995), με επίκεντρο την περιέχουσα ισλαμικό πληθυσμό Βοσνία-Ερζεγοβίνη, και επίσης στις αντιδυτικές τρομοκρατικές επιθέσεις με κορύφωση την 11η Σεπτεμβρίου και γ) την πιο πρόσφατη γενιά της εγχώριας τρομοκρατίας εντός των δυτικών κρατών από μέλη των ισλαμικών μεταναστευτικών κοινοτήτων. Η συγγραφέας εξετάζει τη σχέση τρομοκρατίας και εγκλήματος και τα πρότυπα ριζοσπαστικοποίησης των ισλαμιστικών ομάδων.
Ο αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας και πρώην αναλυτής στο Ευρωπαϊκό Αντιτρομοκρατικό Κέντρο της Europol Κωνσταντίνος Καβράκης εξετάζει τις παραμέτρους της σύγχρονης τρομοκρατίας στο κεφάλαιό του με τίτλο «Η τρομοκρατική απειλή στην Ευρώπη» (σ. 267-294). Ο συγγραφέας αξιοποιεί βάσεις δεδομένων για τη συμμετοχή σε τρομοκρατικές ομάδες και τη διάπραξη εγκληματικών ενεργειών, καταδεικνύοντας τη σημαντική απειλή της ισλαμιστικής τρομοκρατίας για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο Καβράκης αναλύει τα πρότυπα δράσης των ισλαμιστικών τρομοκρατικών ομάδων και πυρήνων στην Ευρώπη, τη στελέχωση, τα επιχειρησιακά πρότυπα, τον χρησιμοποιούμενο οπλισμό και τα διεθνικά τους δίκτυα, ενώ αναφέρεται και στην ελληνική πραγματικότητα. Ιδιαίτερη αναφορά πραγματοποιείται στη σχέση του ευρωπαϊκού τζιχαντιστικού οικοσυστήματος με τις ηγεμονικές ισλαμιστικές οργανώσεις της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους ως ιδεολογικών και επιχειρησιακών προτύπων για τους τρομοκρατικούς πυρήνες στην Ευρώπη. Τέλος, προτείνεται μια ολιστική προσέγγιση στην αντιτρομοκρατική προσπάθεια με μια συνεκτική οργανωσιακή κουλτούρα και επιχειρησιακή στρατηγική των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η ελεγχόμενη αλλά πάντοτε υπαρκτή απειλή της εγχώριας ισλαμιστικής τρομοκρατίας.
O κύριος ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ Τριαντάφυλλος Καρατράντος επικεντρώνεται στις ειδικότερες παραμέτρους της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο στη συμβολή του με τίτλο «Στρατηγικές και πολιτικές καταπολέμησης της τρομοκρατίας μετά την 11η Σεπτεμβρίου: Μια μάχη με όπλα και ιδέες» (σ. 295-322). Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η μείζων επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου άφησε το αποτύπωμά της σε βάθος χρόνου σε έξι τομείς: α) τις διεθνείς σχέσεις, β) την κοινωνία, γ) τις πολιτικές ασφάλειας, δ) την επικοινωνία, ε) την τρομοκρατία την ίδια και στ) στην επιστήμη και την έρευνα. Η συμβολή του Καρατράντου επικεντρώνεται στη διαμόρφωση των αντιτρομοκρατικών στρατηγικών και πολιτικών μετά την 11η Σεπτεμβρίου εκ μέρους των δύο κυριότερων δρώντων της Δύσης, των ΗΠΑ και της ΕΕ, διακρίνοντας μια τριμερή τυπολογία αντίδρασης. Οι παραδοσιακοί τρόποι αντίδρασης στην τρομοκρατία ομαδοποιούνται σε: α) στρατιωτικές προσεγγίσεις βάσει των αρχών της προληπτικής δράσης, αποτροπής και ανταπόδοσης, β) ρυθμιστικές ή δικαστικές απαντήσεις με ενίσχυση του ρόλου της αστυνομίας και γ) προσεγγίσεις παροχής κινήτρων για απεμπλοκή και συνεργασία. Το κεφάλαιο αναλύει την αντιτρομοκρατική αντίδραση των ΗΠΑ και της ΕΕ σε θεσμικό επίπεδο, με αναφορές σε θεμελιώδη κείμενα στρατηγικής και πολιτικής.
Ο τόμος ολοκληρώνεται με ένα επίμετρο της Δέσποινας Σπανού, διευθύντριας του ιδιαιτέρου γραφείου του Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τίτλο «Η σύγχρονη προσέγγιση κατά της τρομοκρατίας στην ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας» (σ. 325-331). Η συγγραφέας παραθέτει τη θεσμική απάντηση της ΕΕ στο τρομοκρατικό φαινόμενο με τη διαμόρφωση σχετικών οργάνων και την προετοιμασία κειμένων αναφοράς ως θεμελιωδών πλαισίων γενικής πολιτικής.