Η βιογραφία μέχρι πρόσφατα ήταν στη χώρα μας ένα είδος που δεν ευδοκιμούσε. Ίσως αυτό να οφειλόταν και στο γεγονός ότι οι καθηγητές του πανεπιστημίου δεν τη θεωρούσαν κατάλληλη για διδακτορική διατριβή. Έτσι, ιστορικοί και φιλόλογοι στρέφονταν προς άλλες κατευθύνσεις. Τα τελευταία όμως χρόνια έχουμε μια σειρά καλών βιογραφιών, αν και ίσως όχι τόσων όσων θα θέλαμε.
Υπάρχουν διάφορες μορφές βιογραφίας: ιστορική, μυθιστορηματική, χρονολογική, θεματική, υπό μορφή ημερολογίου κ.λπ. Ο κόπος όμως που καταβάλλει ο βιογράφος για να συλλέξει, να αξιολογήσει, να διασταυρώσει και να δαμάσει το υλικό του είναι παρόμοιος, όποια μορφή και αν διαλέξει. Όπως είναι και ο απαιτούμενος χρόνος.
Ο τρόπος που επέλεξε ο Γιαννικόπουλος να παρουσιάσει τη δούκισσα της Πλακεντίας είναι αυτός της μυθιστορηματικής βιογραφίας, όπως γράφει στο εξώφυλλο του βιβλίου. Ωστόσο, το ότι την ονομάζει μυθιστορηματική δεν σημαίνει ότι τα γεγονότα δεν συνέβησαν όπως ακριβώς τα περιγράφει ή ότι οι ήρωές του είναι φανταστικά πρόσωπα. Αντίθετα. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς το βιβλίο του, για να δει ότι έχει κάνει ενδελεχή έρευνα, τόσο της περιόδου όσο και των προσώπων, και ότι παραπέμπει επιμελέστατα στις πηγές του για κάθε τι που γράφει. Ακόμη και οι διάλογοι, δεν είναι απότοκοι της φαντασίας του. Έχουν αντληθεί από βιβλία απομνημονευμάτων και από άρθρα. Τα πάντα είναι τεκμηριωμένα.
Ο χαρακτηρισμός «μυθιστορηματική βιογραφία» στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει απλώς ότι η διήγηση είναι γλαφυρή και η ανάγνωση εύκολη και ευχάριστη. Σαν καλό μυθιστόρημα. Και δικαιολογεί ίσως και την έλλειψη ευρετηρίου.
Γυναίκα θρύλος
Το όνομα της δούκισσας της Πλακεντίας το έχουμε ακούσει όλοι, ελάχιστοι όμως ξέρουμε πραγματικά κάτι παραπάνω γι’ αυτήν. Παρουσιάζοντας το βιβλίο θα χρησιμοποιήσω ψηφίδες παρμένες διάσπαρτα απ’ αυτό, χωρίς χρονολογική ή εννοιολογική σειρά, αλλά έτσι όπως ήρθαν στο μυαλό μου, όταν έφθασα στο τέλος του.
Οι πληροφορίες, που έχουμε, δείχνουν ότι πρόκειται για μια προσωπικότητα κάθε άλλο παρά τυχαία. Για μια διανοούμενη της γαλλικής ναπολεόντειας αριστοκρατίας, με κουλτούρα που την έστρεψε προς την Ελλάδα του ρομαντισμού και προς τον Καποδίστρια. Αλλά η ίδια αυτή κουλτούρα την απομάκρυνε σύντομα απ’ αυτόν και την έκανε να χαρακτηρίσει τη δολοφονία του ως πράξη δικαιοσύνης και να εκφράσει την υποστήριξή της στην οικογένεια Μαυρομιχάλη.
Στα νιάτα της, στο Παρίσι, εθεωρείτο μια από τις ωραιότερες γυναίκες, δυναμική, γοητευτική, πολύ πλούσια, αλλά και πολύ εκκεντρική. Από τον τρόπο που ντυνόταν μέχρι τον τρόπο της ζωής της. Και εξακολούθησε μέχρι το τέλος να είναι γοητευτική, παρά τις ιδιοτροπίες της και τη δυσκολία του χαρακτήρα της.
Όταν εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, στα μέσα της δεκαετίας του 1830, εντυπωσίασε την αθηναϊκή κοινωνία με την απόκτηση μιας ιδιωτικής άμαξας. Αργότερα η εμφάνισή της με δύο πελώρια σκυλιά καθισμένα στο πίσω κάθισμα αυτής της άμαξας δεν ήταν κάτι που μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Αλλά η αγάπη που έτρεφε για τα σκυλιά της ήταν τόσο υπερβολική, που δεν εντυπωσίαζε μόνο τους Έλληνες. Σκεφθείτε εκείνον τον γάλλο ναύαρχο που προσκλήθηκε από τη δούκισσα στην Πεντέλη και, όταν έφθασε, διαπίστωσε ότι είχε κληθεί να παραστεί στην κηδεία ενός σκύλου!
Οι φήμες, που την ακολουθούσαν αφορούσαν συχνά πικάντικες ιστορίες, αλλά εξίσου συχνά ήταν αμφίβολης αξιοπιστίας. Έτσι λέγονταν πολλά για τους ερωτικούς και άλλους λόγους που την ώθησαν το 1827 να απομακρυνθεί από τον σύζυγό της, να φύγει από τη Γαλλία και να αρχίσει να ταξιδεύει με την κόρη της. Είχε άραγε αυτό σχέση και με τον πεθερό της, στο σπίτι του οποίου έζησε ένα διάστημα ως οικοδέσποινα, χωρίς τον σύζυγό της, όπως η δούκισσα ντε Ντίνο στο σπίτι του Ταλλεϋράνδου, τότε που δεν ήταν μόνο ανιψιά του εξ αγχιστείας, αλλά και ερωμένη του;
Διαδίδονταν και άλλα πολλά. Ήταν άραγε αλήθεια ότι εκείνη και η κόρη της ερωτεύτηκαν τον ίδιο άνδρα, τον ωραίο Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη, που πέθανε από χολέρα στη Βαυαρία συνοδεύοντας τον Όθωνα; Και η κόρη της από τι πέθανε; Από λύπη για το θάνατο του αγαπημένου της, όπως θέλουν οι ρομαντικοί, ή από τυφοειδή πυρετό, όπως είπε ο πατέρας της; Με τον ληστή Μπίμπιση, που θέλησε να τη ληστέψει στον δρόμο προς την Πεντέλη, τι ακριβώς σχέση είχε; Υπήρξαν εραστές; Τον έκρυβε στο σπίτι της, όπως θέλει η λαϊκή φαντασία που μετέτρεψε την ομηρεία σε παθιασμένο έρωτα; Αργότερα, είχε πράγματι ερωτική σχέση με κάποιους πολύ νεότερούς της άνδρες; Με ποιους και με πόσους; Τι αληθεύει από όλα αυτά και τι ανήκει στο χώρο της φαντασίας που εξάπτεται από έναν θρύλο;
Έρχεται τώρα η νέα βιογραφία της να βάλει τα πράγματα στη θέση τους και στις πραγματικές τους διαστάσεις, ξεκαθαρίζοντας τι απ’ αυτά είναι αλήθεια και τι όχι. Πρόκειται για μια βιογραφία που δίνει μεγάλο βάρος στην ανθρώπινη πλευρά της, στην ιδιοσυγκρασία της, στις σκέψεις, στους φόβους, στις αγωνίες, στις χαρές και στις λύπες της, αλλά και σε κάποιες ιδιωτικές στιγμές της. Μέσα από τις περιγραφές, που δεν είναι πάντα κολακευτικές, μας αφήνει να διεισδύσουμε στο χαρακτήρα της με εικόνες.
Τη φανταζόμαστε νεαρή και όμορφη γυναίκα να χορεύει με χάρη στα σαλόνια των παρισινών ανακτόρων, χωρίς το σύζυγό της. Την παρακολουθούμε να ταξιδεύει με την κόρη της στην Ανατολή, καβάλα στο άλογο, φορώντας μια κομψή ταξιδιωτική ενδυμασία, ανύποπτη για την τραγωδία που θα ακολουθήσει. Τη βλέπουμε να αντιμετωπίζει σθεναρά το ληστή που της κλείνει το δρόμο. Αλλά προτιμούμε να ξεχάσουμε την κατοπινή γερασμένη μορφή, τη θλιβερή σκιά του εαυτού της.
Με την απόσταση του χρόνου ορισμένα πράγματα ηχούν περίεργα στ’ αυτιά μας. Πρέπει όμως να τα εντάξουμε στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής που συνέβησαν για να τα κατανοήσουμε. Για να καταλάβουμε τη δούκισσα πρέπει να εμβαθύνουμε όχι μόνο στη νοοτροπία των Γάλλων της προεπαναστατικής και της μετεπαναστατικής ελίτ, αλλά και σε αυτή της πρώτης αμερικανικής αριστοκρατίας, στην οποία ανήκε η οικογένεια της μητέρας της. Και για να ερμηνεύσουμε τον τρόπο που αντιμετώπιζε τους Έλληνες, παρά τα φιλελληνικά της αισθήματα, πρέπει να θυμηθούμε ότι ο πατέρας της ήταν ανώτερος αποικιοκράτης αξιωματούχος της γαλλικής αποικίας του Αγίου Δομίνικου, της σημερινής Αϊτής, και να δούμε τις εσωτερικές συγκρούσεις του γαλλικού κράτους.
Τοποθετώντας τη δούκισσα της Πλακεντίας στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής, να σημειώσουμε ότι γεννήθηκε στην Αμερική, στη Φιλαδέλφεια, το 1785, δύο χρόνια μετά το τέλος του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου και τέσσερα πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Ήρθε στην Ελλάδα επί Καποδίστρια, έφυγε κατόπιν, αλλά ήταν πάλι εδώ κατά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου.
Η βιογραφία που έχει γράψει ο Γιαννικόπουλος δεν είναι απλώς η αφήγηση της ζωής της. Αποτελεί συγχρόνως και «μέρος της ιστορίας», υπό την έννοια ότι περιέχει στοιχεία πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας, καθώς και στοιχεία που αφορούν την τέχνη και τον πολιτισμό. Με πολύ έντεχνο τρόπο συνδέεται η παρουσίαση ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων με την αφήγηση της προσωπικής πορείας της και των συναισθημάτων της, με αποτέλεσμα να βιογραφείται συγχρόνως και η εποχή όχι μίας χώρας, αλλά περισσότερων: της Αμερικής, της Γαλλίας, της Ελλάδας, του Λιβάνου αλλά και του Άγιου Δομίνικου. Διαβάζοντας, αναπλάθουμε στο μυαλό μας όλον τον κοινωνικό περίγυρο της οικογένειας της δούκισσας στην Αμερική και στη Γαλλία του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου. Μετά ερχόμαστε σε πιο γνώριμα μέρη, στην Ελλάδα της εικοσαετίας 1830-1850. Η δούκισσα πέθανε στην Αθήνα το 1854.
Εγγονή ενός παντοπώλη
Το βιβλίο του Γιαννικόπουλου αρχίζει, από τα μέσα του 18ου αιώνα, με τη γέννηση του πατέρα της δούκισσας και με μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση όχι μόνο ιστορικών γεγονότων αλλά και της κοινωνίας. Ομολογώ ότι στάθηκα αρκετές φορές σε φράσεις που μου έκαναν εντύπωση. Ήδη από την πρώτη σελίδα. Δεδομένου του πλούτου που είχε –και που επιδείκνυε– η δούκισσα, ξαφνιάστηκα που ο παππούς της ήταν ένας απλός παντοπώλης μιας επαρχιακής γαλλικής πόλης, έστω και αν αυτή ήταν το Μετς. Ένας παντοπώλης, η εγγονή του οποίου έφθασε επί Ναπολέοντα να γίνει Κυρία των Τιμών της αυτοκράτειρας Μαρίας Λουίζας.
Ξαφνιάστηκα και που ο παντοπώλης αυτός ονειρευόταν για το γιο του, τον πατέρα της δούκισσας, ένα δημόσιο αξίωμα στο χώρο της δικαιοσύνης. Και δεν επρόκειτο απλώς για ένα άπιαστο όνειρο. Ο άνθρωπος έστειλε το γιο του στο Παρίσι να σπουδάσει νομικά. Προσωπικά αγνοούσα ότι μπορούσε να μεταπηδήσει κανείς εύκολα από τη μια κάστα σε άλλη.
Ακόμη περισσότερο ξαφνιάστηκα που ο πατέρας της δούκισσας βελτίωσε την προσωπική κοινωνική του θέση προσθέτοντας μόνος του, αυθαίρετα δηλαδή, ένα «ντε Μαρμπουά» στο επίθετό του. Άγνωστο γιατί επέλεξε το «Μαρμπουά», πολύ κατανοητή όμως η επιλογή τού «ντε». Και δεν ήταν ο μόνος που το έκανε αυτό. Γιατί, όπως φαίνεται, τον καιρό της απολυταρχίας είχε κανείς τη δυνατότητα να ανεβεί σε άλλη κοινωνική κατηγορία. Μπορούσε, με την ανάληψη ανώτερης θέσης στη διοίκηση, να μπει αν όχι αμέσως στον κύκλο της αριστοκρατίας, τουλάχιστον στις παρυφές του, παίρνοντας και κάποιο τίτλο. Έτσι και ο πατέρας της, που εισήλθε κατόπιν στη διπλωματική υπηρεσία, στάλθηκε στην Αμερική ως γενικός πρόξενος της Γαλλίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και παντρεύτηκε την κόρη του διοικητή της Πενσυλβανίας.
Όταν η Γαλλική Επανάσταση έφερε τα πάνω κάτω, ο πατέρας της, όσο εύκολα είχε προσθέσει το ντε στο όνομά του, εξίσου εύκολα το απάλειψε, χωρίς να καταφέρει όμως να αποφύγει τη δίωξη από τους επαναστάτες. Αυτό βέβαια δεν με ξάφνιασε. Ούτε ότι αργότερα κατάφερε να αναστρέψει την κατάσταση και να φθάσει να γίνει υπουργός του Ναπολέοντα, αποκτώντας μεγάλη περιουσία. Φαινόταν από την αρχή ότι ήταν άνθρωπος που θα επιβίωνε των καταστάσεων.
Στο ναπολεόντειο Παρίσι, η νεαρή Σοφία θα συναναστραφεί με τις δεσποινίδες της νέας ελίτ. Στο οικοτροφείο, που θα πάει, θα διδαχθεί ιστορία, αριθμητική και γεωγραφία, αλλά συγχρόνως θα αποκτήσει και τη βαθύτερη επίγνωση της αναγκαιότητας της γυναικείας μόρφωσης, γεγονός που την οδήγησε αργότερα να αναλάβει τη δαπάνη της εκπαίδευσης δώδεκα νεαρών Ελληνίδων. Στο οικοτροφείο θα μάθει και όλα όσα πρέπει να ξέρει μια νεαρή κυρία της τάξης της για να γίνει καλή οικοδέσποινα. Πώς να κατευθύνει τις συζητήσεις στο σαλόνι της, πώς να διαχειρίζεται τα του σπιτιού της και πώς να αποφεύγει τις σπατάλες. Αυτό το τελευταίο, αν το άκουσε η δούκισσα, το ξέχασε πολύ γρήγορα.
Η θέση του πατέρα της και οι προσωπικές της φιλίες –μεταξύ των οποίων ήταν και η προγονή του Ναπολέοντα– οδήγησαν στη γνωριμία της με τον μέλλοντα σύζυγό της. Ο τίτλος του δούκα της Πλακεντίας δόθηκε στον πεθερό της πρώτα και κατόπιν στον άνδρα της και κατ’ επέκταση στην ίδια. Η συζυγική της ζωή κάθε άλλο παρά ανέφελη ήταν. Μετά το γάμο της άρχισε μια περίοδος με οικογενειακά και προσωπικά σκαμπανεβάσματα, που θα καταλήξει στο χωρισμό του ζευγαριού πριν εγκαταλείψει η δούκισσα οριστικά τη Γαλλία.
Την περίοδο εκείνη, στην ηλικία περίπου των 40 ετών, φάνηκαν τα πρώτα δείγματα του ανορθολογισμού της. Περιγράφεται μια γυναίκα που, ακόμη και αν δρούσε βάσει σχεδίου, έφθανε συχνά στα όρια του παραλογισμού, προσπαθώντας να αποξενώσει τον άνδρα της, για να μπορέσει να εκβιάσει ένα χωρισμό. Μια γυναίκα η οποία απέχει πολύ από την εικόνα της ευχάριστης οικοδέσποινας που οργάνωνε γεύματα, αλλά και φιλολογικές βραδιές με απαγγελίες ποιημάτων και συζητήσεις μέχρι το πρωί. Ωστόσο και σε αυτές τις συγκεντρώσεις, αν κάποιος διαφωνούσε με τις ιδέες της, θύμωνε τόσο ώστε συχνά παραφερόταν.
Ο Γιαννικόπουλος ήταν τυχερός με τις πηγές του. Γιατί, όταν οι περιγραφές αντλούνται από ημερολόγια και επιστολές, περιέχουν λεπτομέρειες που κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη και κάνουν ευχάριστο το κείμενο. Προσκομίζοντας νέα στοιχεία εξηγεί και τη σχέση της με τη θρησκεία. Στην «πράξη πίστης» φαίνεται ότι η δούκισσα πίστευε σε μια θρησκεία μεταξύ ιουδαϊσμού, χριστιανισμού και μυστικισμού.
Μέσα από το βιβλίο παρακολουθούμε τις κακές της σχέσεις με τον άνδρα της, τις εξίσου κακές με τον πατέρα της, αλλά τις εξαιρετικές με τον πεθερό της. Ταξιδεύουμε στην Ιταλία, στην Ελλάδα και στη Δαμασκό. Συμμεριζόμαστε την απογοήτευσή της, γιατί άλλα περίμενε να βρει και άλλα βρήκε, όπως για παράδειγμα τα καταλύματα στα οποία έπρεπε να μείνει και που ήταν χειρότερα από στάβλο. Δεν μπορούμε βέβαια να συμφωνήσουμε με τις κατά καιρούς απίστευτες απαιτήσεις της.
Αλλά και δεν μπορούμε να μην τη συμπονέσουμε για την απώλεια της μονάκριβης κόρης της, την οποία δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει. Αν η συμπεριφορά της σε σχέση με τον άνδρα της βρισκόταν στα όρια του παραλογισμού, οι αντιδράσεις της όταν πέθανε η κόρη της άγγιζαν πλέον τα όρια της τρέλας: ταρίχευσε το σώμα της, το έφερε από τη Δαμασκό και το κράτησε στο σπίτι της μέσα σε ένα γυάλινο φέρετρο. Το έβαλε σε ένα δωμάτιο στολισμένο με λουλούδια, όπου περνούσε και η ίδια πολλές ώρες της ημέρας, μιλώντας της σας να μην ήταν νεκρή. Λέγεται μάλιστα ότι κατά καιρούς την καλούσε να σηκωθεί. Αλλά και προς τους τρίτους, όταν αναφερόταν στην κόρη της, την ανέφερε πάντα σαν να ήταν ζωντανή. Αυτά, επί δέκα χρόνια, μέχρι να καεί το βαλσαμωμένο σώμα σε μια πυρκαγιά που κατέστρεψε όλο το σπίτι. Μετά, η δούκισσα έχασε κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή.
Μπορεί κανείς από όσους έγραψαν για τη δούκισσα να μην αναφέρει κατηγορηματικά ότι τρελάθηκε, όλοι όμως αφήνουν μικρότερους ή μεγαλύτερους υπαινιγμούς παραφροσύνης, υπενθυμίζοντας και την πνευματική ασθένεια της μητέρας της, και οπωσδήποτε όλοι παραδέχονται ότι έκτοτε το μυαλό της ήταν διαταραγμένο. Έτσι εξηγείται και η σκληρότητα της συμπεριφοράς της όταν κάτι ή κάποιος της θύμιζε την κόρη της.
Μια ιδιόρρυθμη πλούσια
Σε μεγάλη ηλικία, εγκατεστημένη πια στην Ελλάδα, ξόδευε ελάχιστα χρήματα για τον εαυτό της και κυκλοφορούσε με έναν απλό χιτώνα, ήταν όμως πολύ σπάταλη σε ό,τι αφορούσε τα σκυλιά της, που άλλοι έλεγαν ότι ήταν έξι και άλλοι είκοσι. Σπάταλη ήταν και στα δώρα που έδινε στους ευνοούμενούς της. Χάριζε σε παλιούς αγωνιστές και σε πολιτικούς, τους οποίους υποστήριζε, χρήματα, άλογα, ακόμη και οικόπεδα μεγάλης αξίας ή τους παραχωρούσε τα εισοδήματα από κτήματά της. Αντίθετα αρνιόταν να βοηθήσει τους φτωχούς.
Είχε όμως ευμετάβλητο χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να χαρίζει εύκολα, αλλά και να ανακαλεί τις δωρεές της με την ίδια ευκολία. Έτσι έγινε με τη Φωτεινή Μαυρομιχάλη, την εγγονή του Πετρόμπεη, ή με τον εβραϊκής καταγωγής Πατσίφικο και την εβραϊκή κοινότητα. Ορισμένοι από τους πρώην ευεργετηθέντες κλήθηκαν από τα γαλλικά και τα ελληνικά δικαστήρια να επιστρέψουν τα χαρισμένα. Η έκπληξη και η δυσαρέσκειά τους ήταν απόλυτα δικαιολογημένη.
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις δικαστικής αντιδικίας, όπου η δούκισσα δεν δικαιώθηκε, είναι πρώτα αυτή που προκλήθηκε από την ανάκληση του μόνιμου μισθού του γιατρού Λαφέρ και κατόπιν εκείνη από την ανάκληση της δωρεάς της επικαρπίας ενός ελαιώνα προς την οικογένεια του Σπυρίδωνος Τρικούπη. Όταν τα πράγματα έφθαναν στο δικαστήριο, μια σταθερή ένσταση που προβαλλόταν από τους δικηγόρους της δούκισσας ήταν ότι, για την υπογραφή συμβολαίου σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, χρειαζόταν η σύμφωνη γνώμη του συζύγου της. Και αυτή δεν είχε δοθεί. Χάριζε πράγματι επίσημα με συμβόλαια, χωρίς να ζητάει τη γνώμη του αποξενωμένου συζύγου της, τον οποίο θυμόταν μετά, όταν άλλαζε γνώμη και τα ζητούσε πίσω.
Ωστόσο, ο κατάλογος αυτών που τελικά ευνοήθηκαν από τη γενναιοδωρία της είναι αρκετά μεγάλος και περιλαμβάνει, εκτός όσων αναφέρθηκαν, την οικογένεια του Χρήστου Καψάλη, τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου Χριστόδουλο Κλονάρη και τον βασιλικό αρχίατρο Ρέζερ, αλλά και τον Κωλέττη, που υποστηριζόταν από τον κοινό τους φίλο, τον γάλλο υπουργό των Εξωτερικών Γκιζώ.
Στην Αθήνα η δούκισσα συναναστρεφόταν έναν σχετικά ευρύ κύκλο Ελλήνων και ξένων, αλλά κατά κανόνα σνόμπαρε το παλάτι, ενώ οι αυλικοί κύκλοι σχολίαζαν το λιτό λευκό της φόρεμα και το πέπλο της στα ξέπλεκα, μακριά και επίσης λευκά μαλλιά της.
Οι φιλίες της δεν ήταν σταθερές. Μια μικρή δυσαρέσκεια αρκούσε για να διαλύσει τη θερμότερη φιλία. Οργάνωνε συχνά γεύματα, αλλά ενώ φρόντιζε να στείλει την άμαξά της για τη μεταφορά των καλεσμένων της, τα εδέσματα κάθε άλλο παρά φημίζονταν για την αφθονία ή την πολυτέλειά τους. «Θέλετε την ουρά ή το κεφάλι από το μπαρμπούνι;», ρώτησε έναν υποναύαρχο. Τα κρασιά όμως ήταν γαλλικά και η σαμπάνια άφθονη. Μεγαλώνοντας, ήθελε να περιτριγυρίζεται από πιο νέους ανθρώπους, να βλέπει γύρω της νεαρά, δροσερά και όμορφα πρόσωπα – να χαίρεται τα νιάτα που δεν είχε πλέον εκείνη.
Ο Γιαννικόπουλος περιγράφει πολύ γλαφυρά το σαλόνι της δούκισσας τόσο στην Αθήνα όσο και στο Παρίσι, όπου συναναστρεφόταν με πολιτικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους και με πολλούς φιλέλληνες. Αναφέρεται λεπτομερώς και στη φιλελληνική της δράση, με την οικονομική ενίσχυση του Φαβιέρου και του Καποδίστρια και τη χρηματοδότηση της επανέκδοσης της εφημερίδας Ελληνικά Χρονικά του Μεσολογγίου των ετών 1824-1825.
Σχεδόν εξήντα ετών άρχισε να αναμειγνύεται έντονα και στην ελληνική πολιτική. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου συγκλήθηκε στην Αθήνα η Εθνοσυνέλευση, που θα ψήφιζε το Σύνταγμα. Οι συνεδριάσεις γίνονταν δημόσια και τις παρακολουθούσαν όχι μόνο οι αρθρογράφοι των εφημερίδων και το διπλωματικό σώμα αλλά και ένα τόσο πολυπληθές κοινό, ώστε συχνά δεν επαρκούσαν τα καθίσματα. Παρούσα και η δούκισσα, γιατί στο κοινό αυτό υπήρχαν και κυρίες «της καλής κοινωνίας». Ήταν ένας νεωτερισμός που είχε εισαχθεί από την Ευρώπη αλλά δεν έτυχε πολύ καλής υποδοχής από το ελληνικό ανδρικό κοινό, γιατί εκαλείτο να τους προσφέρει τη θέση της.
Στις εκλογές που ακολούθησαν, η δούκισσα στήριξε φανερά το γαλλικό κόμμα και τον αρχηγό του, τον Ιωάννη Κωλέττη, για την εκλογή του οποίου διέθεσε σημαντικά χρηματικά ποσά. Ο Κωλέττης, θα ανταποδώσει βοηθώντας τη στην απόκτηση κτημάτων από τη Μονή Πεντέλης. Γιατί η δούκισσα δεν ήταν απλώς πλούσια. Είχε ένα ταλέντο στη διαχείριση, στην αξιοποίηση και στην αύξηση της οικογενειακής της περιουσίας. Είχε ακίνητη περιουσία στη Γαλλία, αγόρασε κτήματα στην Ελλάδα, ακόμη και οικόπεδο στην Αθήνα πριν γίνει πρωτεύουσα. Συγχρόνως δάνειζε χρήματα με μικρό σχετικά επιτόκιο. Στους φίλους της με ακόμη μικρότερο.
Το 1840 άρχισε την οικοδόμηση της κατοικίας της στις όχθες του Ιλισσού ποταμού, το σημερινό Βυζαντινό Μουσείο, που θα ολοκληρωθεί οκτώ χρόνια αργότερα. Συγχρόνως έκτιζε και τη θερινή της κατοικία στην Πεντέλη. Σύμφωνα με φήμες της εποχής, η δούκισσα ήθελε να κτίζει μονίμως, φοβούμενη ότι αλλιώς θα πεθάνει. Ο ορθολογισμός, τουλάχιστον μεγαλώνοντας, δεν ήταν το σημαντικότερο στοιχείο του χαρακτήρα της.
Η δούκισσα έζησε μια ζωή συναρπαστική και ενδιαφέρουσα, αλλά όχι ευτυχισμένη. Μια ζωή πολύ διαφορετική από αυτή που θα περίμενε κανείς για μια γυναίκα της εποχής της και της κοινωνικής της τάξης. Ήταν μια ύπαρξη μεταξύ θρύλου, μυθιστορήματος και πραγματικότητας. Πώς να τη χαρακτηρίσουμε; Ήταν άραγε η δούκισσα ευχάριστη, δοτική, ευπροσήγορη και καλή οικοδέσποινα ή ήταν μια αλαζονική προσωπικότητα που θεωρούσε ότι όλοι της όφειλαν και ότι όλα της επιτρέπονταν; Ήταν μια νέα μαντάμ Σταέλ; Ή μια τολμηρή και ριψοκίνδυνη μορφωμένη γυναίκα, που ελκόταν από τη μεταφυσική και τον Ιουδαϊσμό; Εξαρτάται από ποια πλευρά τη βλέπει κανείς.
[1] Το άρθρο βασίζεται στο κείμενο που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, τον Ιανουάριο του 2026.