Ο Αντόνιο Γκράμσι είναι ασφαλώς ένας «κλασικός», όπως λέμε για στοχαστές που το έργο τους γνώρισε ή γνωρίζει ευρεία διάδοση και αναγνώριση. Ο βασικός κορμός αυτού του έργου είναι τα περίφημα Τετράδια της Φυλακής, που έγραψε από το 1929 ώς το 1935, όντας κρατούμενος στις φυλακές του ιταλικού φασισμού ήδη από το 1926. Τριάντα τρία τετράδια, περίπου 2.500 σελίδες σημειώσεων, γραμμένες με τα μικρά στριμωγμένα γράμματα, όπως συνήθιζαν οι κρατούμενοι, από την αγωνία ότι κάποια στιγμή μπορεί να τους λείψει το χαρτί. Διασώθηκαν με περιπετειώδεις τρόπους, και εκδόθηκαν μετά τον πόλεμο σε δύο μορφές.
Η πρώτη έγινε με επιμέλεια του Felice Platone και την ουσιαστική καθοδήγηση του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Παλμίρο Τολιάτι την τριετία 1948-1951 (αυτή έχει μεταφραστεί, έστω αποσπασματικά, στα ελληνικά). Ονομάστηκε θεματική έκδοση γιατί ενοποιούσε τις σημειώσεις σε μείζονα θέματα, με κύριο ενδιαφέρον να αποτελέσουν τη βάση της «εθνικοποίησης» του ιταλικού κομμουνισμού και της ιδιαιτερότητάς του στο πλαίσιο του διεθνούς κινήματος. Η δεύτερη μορφή έγινε το 1975 με την επιμέλεια και την ερμηνευτική συμβολή του ιστορικού Valentino Gerratana. Ήταν χρονολογική, με την έννοια ότι ακολούθησε τη σειρά συγγραφής των σημειώσεων, γεγονός που προσέφερε νέο υλικό γιατί συνέδεε ακριβέστερα το κείμενο με το ιστορικό πλαίσιο της σύνταξής του.
Τα τελευταία χρόνια ετοιμάζεται η λεγόμενη «εθνική» έκδοση του συνολικού έργου του Αντόνιο Γκράμσι από τον ιστορικό θεσμό Istituto della Enciclopedia Italiana, γεγονός που έρχεται να επικυρώσει τη γενική αναγνώριση του συγγραφέα ως «εθνικού κεφαλαίου». Σε κάθε περίπτωση, με τη μία ή την άλλη μορφή, το έργο του Γκράμσι έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί σήμερα σε τουλάχιστον 42 γλώσσες. Αρκετές για να τον χαρακτηρίσουμε κλασικό. Κλασικό όμως sui generis. Με την έννοια ότι πολλές, αν όχι τις περισσότερες, φορές η χρήση δικών του φράσεων και όρων είναι αποσπασματική, αφοριστική, καθώς έχουν ενταχθεί στο λεξιλόγιο των πιο λόγιων σχολιαστών, χωρίς να προκύπτουν από μια συνολικότερη ενασχόληση με το έργο του. Όταν το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί ακόμα να γεννηθεί, οι οργανικοί διανοούμενοι, ο αγώνας για την ιδεολογική-πολιτική ηγεμονία είναι παραδείγματα του διάχυτου αυτού «γκραμσισμού». Συμβαίνει με όλους τους κλασικούς, ο μεγάλος Χέγκελ έχει ταλαιπωρηθεί με τις παρερμηνείες της φράσης «η ιστορία δεν διδάσκει», αλλά στην περίπτωση του Γκράμσι διευκολύνεται από τον αποσπασματικό χαρακτήρα του ίδιου του έργου με τον διακεκομμένο χαρακτήρα των σημειώσεων.
Έχει επικαιρότητα ο Γκράμσι;
Με αυτή την έννοια, μελέτες που επιδίδονται στη συστηματική ανάλυση τού έργου του έχουν ιδιαίτερη προστιθέμενη αξία. Πόσο μάλλον όταν ο συγγραφέας έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής του ενασχόλησης σε αυτό το εγχείρημα. Τέτοια είναι ασφαλώς η περίπτωση του Τζιουζέπε Βάκα και του βιβλίου του Alternative Modernities. Antonio Gramsci’s Twentieth Century που πρόσφατα εκδόθηκε από τον οίκο Palgrave MacMillan, γεγονός που από μόνο του πιστοποιεί το συνεχιζόμενο ενδιαφέρον ενός διεθνούς αναγνωστικού κοινού για το έργο του Αντόνιο Γκράμσι. Εν προκειμένω βεβαίως, ο συγγραφέας δεν είναι τυχαίος. Ο Τζιουζέπε Βάκα, ένας από τους πιο γνωστούς διανοούμενους της σημερινής Ιταλίας, με πλούσιο συγγραφικό έργο και συνεχή δημόσια παρουσία, ανήκει στην πνευματική γενιά που κατά τη δεκαετία του 1970, περίοδο άνθησης του ευρωκομμουνισμού, ανανέωσε και διεθνοποίησε τις γκραμσιανές σπουδές. Καθηγητής της ιστορίας της πολιτικής σκέψης, διεύθυνε το Ινστιτούτο Γκράμσι το διάστημα 1988-1999 για να συνεχίσει ως πρόεδρος μέχρι το 2016. Σήμερα είναι πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής που ετοιμάζει την εθνική έκδοση του έργου του Γκράμσι. Για την ιστορία, ο Βάκα είναι παλιός γνώριμος της Ελλάδας και της ελληνικής ανανεωτικής Αριστεράς. Βοήθησε στο σχεδιασμό και συμμετείχε προσωπικά στα δύο μεγάλα διεθνή συνέδρια το 1980 και το 1983, με τα οποία το Κέντρο Μαρξιστικών Σπουδών του ΚΚΕ Εσωτερικού αναβίωσε τις γνωστές «μαρξιστικές εβδομάδες» της προδικτατορικής ΕΔΑ. Τα δύο συνέδρια συγκέντρωσαν μερικά από τα μεγαλύτερα τότε ονόματα της διεθνούς αριστερής διανόησης, πολλά από τα οποία εξακολουθούν να δεσπόζουν στο πνευματικό στερέωμα.[1]
Η ερμηνεία και η επανερμηνεία του έργου ενός κλασικού, του Γκράμσι εν προκειμένω, έχει αξία όταν πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι αν το εξεταζόμενο έργο διατηρεί μια «επικαιρότητα», εξακολουθεί δηλαδή να μιλά στους σύγχρονους είτε γιατί ανατέμνει ένα παρελθόν που εξακολουθεί να είναι παρόν, είτε γιατί προσφέρει μεθοδολογικά πρότυπα για την ανάλυση της σημερινής κατάστασης. Η δεύτερη είναι αν έχουν προκύψει ή προτείνονται νέες και καταλληλότερες μέθοδοι ανάλυσης για την κατανόηση του (γκραμσιανού εν προκειμένω) έργου από εκείνες που ακολουθήθηκαν στο παρελθόν.
Το ερώτημα της «επικαιρότητας» του Γκράμσι συνίσταται προφανώς στο αν το έργο του μπορεί να υπερβεί τα όρια της πολιτικής και της ιστορίας του κομμουνισμού του 20ού αιώνα. Αν δηλαδή μπορεί να σταθεί αυτόνομα, παρά την έκλειψη από το προσκήνιο του πολιτικού υποκειμένου που λεγόταν κομμουνιστικό κίνημα ή κόμμα και παρά τα γενικότερα όρια του μαρξισμού που σήμερα ευρέως αναγνωρίζονται. Αυτές ήταν οι αναφορές και το πλαίσιο των προηγούμενων δύο περιόδων άνθησης και επιρροής του Γκράμσι, όπως προηγουμένως σημειώσαμε. Ο Παλμίρο Τολιάττι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τον είχε καθιερώσει ως θεωρητικό τού εθνικού (ιταλικού) δρόμου στο σοσιαλισμό, ως συνεχιστή της ριζοσπαστικής εκδοχής του Risorgimento και ως αντίπαλο «δέος» στην ιδεαλιστική παράδοση που είχε βρει στον Κρότσε την κορύφωσή της. Ο ευρωκομμουνισμός, στη δεκαετία του 1970, τον κατέστησε βασική θεωρητική αναφορά προκειμένου να συγκροτήσει τον θεωρητικό-πολιτικό του λόγο, παίρνοντας αποστάσεις από τον σοβιετικό κομμουνισμό και τον μαρξισμό-λενινισμό. Ήταν η στιγμή της μέγιστης επιρροής και διάδοσης του γκραμσιανού έργου και γενικότερα του «δυτικού μαρξισμού». Αξίζει βεβαίως να σημειώσουμε ότι ακόμα και τότε οι «αναγνώσεις» του έργου του ήταν πολλές και αποκλίνουσες. Στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόσμου, παράλληλα με την «επίσημη» εκδοχή του Ιταλικού ΚΚ, υπήρχαν οι διαφοροποιημένες εκδοχές του Γκράμσι των τροτσκιστών, των μαοϊκών, των Σοβιετικών, των κινηματικών της εργατικής αυτονομίας. Αλλά η ενασχόληση με το έργο του επεκτεινόταν και πέραν του κομμουνιστικού χώρου, καθώς φιλελεύθεροι διανοούμενοι, καθολικοί, ή ακόμα και ακροδεξιοί (όπως ο Αλαίν ντε Μπενουά στη Γαλλία) έδωσαν τις δικές τους εκδοχές.[2]
Με το τέλος του κομμουνισμού και την παρακμή του μαρξισμού, συνέβη με τον Γκράμσι κάτι ανάλογο που συνέβη με τον Μαρξ. Έγιναν «κλασικοί», αναγνωρίζονται ως τέτοιοι, διδάσκονται στα πανεπιστήμια. Απώλεσαν ασφαλώς εκείνη την άρρηκτη διαλεκτική σχέση θεωρίας και πολιτικής πρακτικής που είχαν στο παρελθόν, εξακολουθούν όμως να αποτελούν βασικές αναφορές μιας σύγχρονης κριτικής συνείδησης. Η «τύχη» του Γκράμσι μετά τον κομμουνισμό πήρε δύο χαρακτηριστικά. Η επιρροή του διαχύθηκε σε πολλές ιδιαίτερες επιστημονικές θεματικές όπως διαπιστώνεται από το απλό ξεφύλλισμα πολυάριθμων εγχειριδίων πολιτικής επιστήμης, διεθνών σχέσεων, πολιτισμικών σπουδών, ανθρωπολογίας, μεταποικιακών σπουδών, γλωσσολογίας κ.ά. Αυτό το ευρύ επιστημονικό-πολιτικό ενδιαφέρον είχε δύο άξονες. Ο πρώτος ήταν ότι προσέφερε θεωρητικά εργαλεία για τη μελέτη της «μικροφυσικής» της εξουσίας που είναι διάχυτη στην «κοινωνία των πολιτών» και αφορά το φύλο, τη φυλή, την εκπαίδευση, την οικογένεια, την υγεία, ζητήματα που ήρθαν σε πρώτο πλάνο μετά την έκρηξη του 1968. Ο δεύτερος άξονας ήταν το ενδιαφέρον για το ζήτημα της συγκρότησης μιας «εθνικής-λαϊκής συλλογικής βούλησης», ζήτημα που απασχολούσε διανοούμενους εξω-δυτικών χωρών οι οποίοι έρχονταν αντιμέτωποι με τα όρια των μεταποικιακών καθεστώτων και αναστοχάζονταν την εθνική εξέλιξη της χώρας τους. Συνολικά, λοιπόν, το ενδιαφέρον και οι εκδόσεις διεθνοποιήθηκαν, στην πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα τα μισά βιβλία που αναφέρονταν στον Γκράμσι γράφονταν πλέον εκτός Ιταλίας, ενώ ο ίδιος αναδεικνυόταν σε έναν από τους πλέον μεταφρασμένους ιταλούς διανοούμενους, μιας χώρας που η ιστορία της βρίθει πνευματικών μορφών παγκόσμιας εμβέλειας.
Αυτή η συνεχιζόμενη διάδοση και χρήση σημαίνει ότι υπάρχει ένας κεντρικός πυρήνας στο έργο του Γκράμσι που, προσαρμοζόμενος αναλόγως, εμπνέει ποικίλες συγκαιρινές πνευματικές, επιστημονικές και πολιτικές αναζητήσεις. Ο Βάκα αναζητεί και επεξεργάζεται το γκραμσιανό εννοιολογικό οπλοστάσιο από τη σκοπιά της παγκοσμιοποίησης, των θεωρητικών και στρατηγικών ζητημάτων που έχει θέσει. Η μέθοδος που ακολουθεί είναι η ανασυγκρότηση της γκραμσιανής ανάλυσης μέσω μιας συστηματικής σύνδεσης της χρονικής ροής συγγραφής των σημειώσεων των Τετραδίων με τις περιστάσεις και τις εξελίξεις της ζωής του ίδιου του συγγραφέα. Ζωής που γνώρισε δραματικές στιγμές μέσα στη φυλακή, τόσο λόγω της εύθραυστης υγείας του όσο και της απομόνωσης από τους συντρόφους, εξαιτίας των διαφωνιών του με τις επιλογές του ΚΚΣΕ μετά το 1926 και της Κομιντέρν, κυρίως μετά το 1929. Ο Βάκα έχει συνεισφέρει καθοριστικά σε αυτή τη συγχρονική εξέταση της «σκέψης και της ζωής του Γκράμσι» με το ομώνυμο βιβλίο του, που θεωρείται απαραίτητη αναφορά για την κατανόηση του θέματος.[3] Αυτό που προέκυψε από τη συγχρονική μελέτη είναι ότι τα Τετράδια της Φυλακής δεν συνιστούν στοχασμούς ενός απομονωμένου θεωρητικού νου, αλλά οξυδερκή ανάλυση ενός εν εγρηγόρσει πολιτικού ηγέτη. Έτσι, η ροή των Σημειώσεων προσδιορίζεται από τον διαρκή «διάλογο» του φυλακισμένου με τις μείζονες προκλήσεις του κόσμου της εποχής του.
Γκράμσι και φιλελευθερισμός
Με αυτή τη μεθοδολογική και ερευνητική αφετηρία, ο Βάκα θεωρεί ότι, στο επίκεντρο των Τετραδίων της Φυλακής, βρίσκονται ο αμερικανισμός, ο κομμουνισμός και ο φασισμός ως εναλλακτικές απαντήσεις στη νέα εποχή στην οποία εισήλθε η νεωτερικότητα τον 20ό αιώνα. Εξού και ο τίτλος Alternative Modernities. Τα επιμέρους δοκίμια που συγκροτούν το βιβλίο εστιάζουν στις βασικές έννοιες και προβληματικές με τις οποίες ο Γκράμσι προσεγγίζει θεωρητικά, πολιτικά αλλά και διαισθητικά, τις τρικυμιώδεις αλλαγές του Μεσοπολέμου. Τους νέους όρους με τους οποίους τίθεται το ζήτημα της ηγεμονίας και της δημοκρατίας στην εποχή των οργανωμένων πλέον μαζών και της νέας υποκειμενικότητας των εθνών που ενεπλάκησαν σε μια πρωτοφανών διαστάσεων πολεμική σύγκρουση. Την «παθητική επανάσταση» που εξελίσσεται σε διεθνές επίπεδο με τον «φορντικό» μετασχηματισμό του καπιταλισμού. Την ανάγκη αναθεώρησης του ιστορικού υλισμού με όρους «φιλοσοφίας της πράξης» ώστε να απαλλαγεί από τις θετικιστικές και εξελικτικές εκδοχές που είχαν επικρατήσει τόσο στη Δεύτερη όσο και στην Τρίτη Διεθνή.
Η ιστορική τομή που σηματοδοτεί τη νέα εποχή της νεωτερικότητας είναι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος σήμανε το τέλος του φιλελεύθερου πολιτισμού του 19ου αιώνα. Ένας σπουδαίος πολιτισμός και ένα οδυνηρό τέλος που σημαδεύουν και διαμορφώνουν τη σκέψη του Γκράμσι πριν και μετά τη φυλακή. Η «φιλοσοφία της πράξης» δεν μπορούσε παρά να αναπτυχθεί μέσα από έναν ανταγωνιστικό και απαιτητικό διάλογο με τον φιλελευθερισμό. Κατά τούτο, ο Γκράμσι ακολουθούσε τον κανόνα της μαρξιστικής παράδοσης που τοποθετούσε τον εαυτό της στην τροχιά της υψηλής κουλτούρας του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, και για τούτο επιδίωξε να «συνομιλήσει» με τις πλέον προωθημένες εκφάνσεις της: την κλασική γερμανική φιλοσοφία, την αγγλική πολιτική οικονομία και τη γαλλική πολιτική σκέψη. Ο Βάκα δείχνει πώς η θεωρία της ηγεμονίας του Γκράμσι δομείται έχοντας ως αναφορά και υπόδειγμα την ιστορική εξέλιξη του φιλελευθερισμού. Θυμίζει επί τούτου πως ο Γκράμσι έβλεπε στον Χέγκελ την ανώτατη θεωρητική έκφραση του αστικού πολιτισμού που αποτυπωνόταν στην έννοια του «ηθικού ή πολιτισμικού κράτους» του οποίου
μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες ήταν να ανυψώσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σε ένα ορισμένο πολιτισμικό και ηθικό επίπεδο […] σε μια περίοδο που η ανάπτυξη και η εξάπλωση της αστικής τάξης μπορούσε να φαίνεται απεριόριστη, και συνεπώς φαινόταν να επιβεβαιώνεται η ηθικότητα και η οικουμενικότητά της: όλο το ανθρώπινο γένος θα γινόταν αστικό.[4]
Ο Πόλεμος σήμανε το τέλος αυτού του πολιτισμού και αυτής της δυναμικής, ανοίγοντας μια βαθιά κρίση ηγεμονίας και μια οπισθοδρόμηση στην πολιτική της ωμής ισχύος, καθώς ο ακραίος εθνικισμός εφορμούσε κατά του φιλελευθερισμού. Σύμφωνα με τη διάσημη φράση, ο κόσμος ζούσε στο μεσοδιάστημα όπου «το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί ακόμα να γεννηθεί», με αποτέλεσμα να εκδηλώνονται νοσηρά και τερατώδη φαινόμενα.
Πώς εννοιολογεί ο Γκράμσι την κρίση; Ως αντίθεση μεταξύ του «κοσμοπολιτισμού της οικονομίας» και του «εθνικισμού της πολιτικής». Έχει πίσω του αυτό που σήμερα λέμε «πρώτη παγκοσμιοποίηση», η οποία κορυφώνεται στο γύρισμα του 19ου αιώνα για να καταλήξει στην παγκόσμια πολεμική σύγκρουση και σε μια γενικευμένη εθνικιστική αναδίπλωση. Ο Βάκα επισημαίνει ότι η ανάλυση του Γκράμσι διαφοροποιείται από τις δημοφιλείς τότε θεωρίες, τόσο στην Τρίτη όσο και στη Δεύτερη Διεθνή, για το «αναπόφευκτο του πολέμου», όπως επίσης και από τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού ως «ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού». Εστιάζει στην άρνηση ή στην ανικανότητα των εθνικών διευθυντικών τάξεων να αντιστοιχήσουν την πολιτική και τους διεθνείς θεσμούς στο πλέγμα αλληλεξάρτησης που είχε δημιουργήσει η καπιταλιστική οικονομία, έτσι ώστε να μην ανακοπεί και να συνεχιστεί ο θετικός κύκλος της παγκοσμιοποίησης. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η κρίση του Μεσοπολέμου υπερέβαινε την απλή κρίση του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού του 19ου αιώνα, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στις νέες ισορροπίες και στους νέους συσχετισμούς δύναμης που είχε δημιουργήσει η αυξανόμενη κινητοποίηση και οργάνωση των μαζών στις ευρωπαϊκές χώρες. Πράγματι, ο Βάκα ανιχνεύει την εξέλιξη της ανάλυσης του Γκράμσι για την κρίση δείχνοντας ότι όλο και πιο αποφασιστικά εννοιολογείται ως κρίση του εθνικού κράτους καθεαυτού.
«Η προοπτική είναι διεθνής»
Όμως, η επικράτηση του προστατευτισμού και του εθνικισμού δεν μπορεί να ακυρώσει, κατά τον Γκράμσι, την ώθηση στη διεθνοποίηση που ο καπιταλισμός και η νεωτερικότητα εξακολουθούσαν να παράγουν. Για τούτο, το μέλλον θα καθοριστεί από εκείνες τις δυνάμεις ή τις χώρες που μπορούν να οργανώσουν μια νέα σχέση εθνικής και υπερεθνικής πολιτικής, ώστε να ανταποκρίνεται στις πραγματικότητες της αλληλεξάρτησης. Ο Βάκα αναλύει συστηματικά πώς αποτυπώνεται αυτή η αντίληψη στις επεξεργασίες του Γκράμσι για την ηγεμονία ως θεωρία της πολιτικής και της ιστορίας. Στέκεται κριτικά απέναντι σε μια διαδεδομένη άποψη, την αφετηρία της οποίας αποδίδει στον Νορμπέρτο Μπόμπιο: η έννοια της ηγεμονίας δεν περιορίζεται στο εθνικό επίπεδο, ούτε συνίσταται απλώς στην υπογράμμιση της σημασίας που έχει η ιδεολογία και η συναίνεση στην κοινωνία των πολιτών. Αντιθέτως, επειδή η θεωρία της ηγεμονίας ξεκινά από την κρίση του εθνικού κράτους, έχει στον πυρήνα της μια ιστορικά προσδιορισμένη συνάρθρωση εθνικού και υπερεθνικού, που λαμβάνει ποικίλους συνδυασμούς και δοσολογίες, αναλόγως της ιστορικής συγκυρίας. Η πολιτική ως αγώνας για την ηγεμονία και τα κόμματα ως οργανωτές της ηγεμονίας, συγκροτούνται ενσωματώνοντας καταστατικά αυτή τη συνάρθρωση εθνικού-υπερεθνικού. Κατά τη διάσημη σημείωση του Γκράμσι, «το αφετηριακό σημείο είναι “εθνικό” και από αυτό πρέπει να ξεκινάμε. Αλλά η προοπτική είναι διεθνής και δεν μπορεί παρά να είναι τέτοια».[5] Και το έργο του «νέου Ηγεμόνα», του Κόμματος που εμφορείται από τη φιλοδοξία να κατακτήσει την ηγεμονία, συνίσταται ακριβώς «στη συνεχή προσπάθεια να διακρίνει το υπερεθνικό και ενοποιητικό στοιχείο μέσα στην εθνική και τοπική πραγματικότητα».[6] Σε μια εποχή κρίσης που ουσία της είναι η αντίθεση μεταξύ του «κοσμοπολιτισμού της οικονομίας» και του «εθνικισμού της πολιτικής», αντίθεση που αναδεικνύει τα όρια του εθνικού κράτους, η πολιτική ως αγώνας για την ηγεμονία αποκτά νέο περιεχόμενο. Αποκτά μια «συνταγματική» συνιστώσα, υποστηρίζει ο Βάκα, καθώς καλείται να επινοήσει νέες θεσμικές μορφές οι οποίες θα πραγματώσουν την κυριαρχία και τη ρύθμιση των εντεινόμενων υπερεθνικών αλληλεξαρτήσεων.
Ο Γκράμσι επεξεργάζεται τη θεωρία της ηγεμονίας στην προσπάθειά του να αναλύσει την κρίση του Μεσοπολέμου, το ρόλο και τις προοπτικές των νέων πρωταγωνιστών: του «αμερικανισμού», του φασισμού και του κομμουνισμού. Ο Βάκα παρακολουθεί την εξέλιξη αυτών των αναλύσεων στα Τετράδια της Φυλακής. Τη σχέση του φασισμού με την εθνική ιστορία της Ιταλίας αλλά και τη νεωτερική του όψη, ως πιθανή αυταρχική μορφή μετάβασης στη μαζική βιομηχανική κοινωνία, σε μια εποχή στρατιωτικοποίησης των ταξικών συγκρούσεων. Τη βαθμιαία ένταση της κριτικής του Γκράμσι προς τον σοβιετικό κομμουνισμό και την τροπή που έπαιρνε μετά την ήττα των επαναστάσεων στην Ευρώπη. Την αυξανόμενη προσοχή του στην ανερχόμενη δύναμη των ΗΠΑ, όπου οι νέες σχέσεις παραγωγής με τον φορντισμό προμήνυαν πολιτικούς, κοινωνικούς και διεθνείς μετασχηματισμούς οι οποίοι θα όριζαν τη νέα εποχή και θα επεκτείνονταν οπωσδήποτε στην Ευρώπη.[7] Έτσι, ο «αμερικανισμός» ενέκλειε μια ηγεμονική δυναμική την ίδια περίοδο όπου ο φασισμός και ο κομμουνισμός, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, έμεναν περιορισμένοι στο «οικονομικό-συντεχνιακό επίπεδο», χωρίς δηλαδή να έχουν αντίστοιχη δυναμική. Την ίδια ώρα η Ευρώπη έχανε τον κεντρικό της ρόλο στην παγκόσμια πολιτική.
Σε αυτό το σημείο, η αναδρομή στο έργο και στο αναλυτικό οπλοστάσιο του Γκράμσι που προτείνει ο Βάκα επικοινωνεί ευθέως με τον σημερινό αναγνώστη. Φορτίζεται με μια ανησυχητική επικαιρότητα, καθώς ζούμε μια αντίστοιχη εποχή ριζικών δομικών αλλαγών, διεθνών ανακατατάξεων ισχύος, πολιτικής αβεβαιότητας και ιδεολογικής σύγχυσης. Αλλά, όπως υπογραμμίζει και ο Βάκα, η επικαιρότητα ενός κλασικού στοχαστή δεν προκύπτει από την καταγραφή των ομοιοτήτων μεταξύ των δύο διαφορετικών εποχών, του τότε και του τώρα. Χρειάζεται να μεσολαβήσει η μελέτη και η εμβάθυνση των ιστορικών συνθηκών εντός των οποίων αναπτύχθηκε ο συγκεκριμένος στοχασμός και η αλληλεπίδρασή του με τις προκλήσεις της εποχής του.
[1] Τα υλικά του πρώτου Συνεδρίου δημοσιεύτηκαν υπό τον τίτλο, Η σημερινή κρίση του Καπιταλισμού. Θεωρητικά προβλήματα και εναλλακτικές λύσεις στη Δυτική Ευρώπη, Θεμέλιο, Αθήνα 1982 (επιμέλεια: Γιάννης Βούλγαρης)· και του δεύτερου, υπό τον τίτλο Η επικαιρότητα του Μαρξισμού. Εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Κ. Μαρξ, Θεμέλιο, Αθήνα 1984 (επιμέλεια: Σταύρος Τσακυράκης).
[2] Βούλγαρης Γιάννης, «Αναγνώσεις του Γκράμσι. Μια αναδρομή από την οπτική της παγκοσμιοποίησης», στο Βούλγαρης Γ., Κωτσονόπουλος Λ. (επιμ.), Στα μονοπάτια του Αντόνιο Γκράμσι. Πολιτική και Πολιτισμός από το έθνος-κράτος στην παγκοσμιοποίηση, Θεμέλιο, Αθήνα 2007.
[3] Vacca G., Vita e pensieri di Antonio Gramsci, Torino, Einaudi 2012.
[4] Quaderni del Carcere (QdC), edizione critica 1975, σ. 937.
[5] QdC, σ.1729.
[6] QdC, σ.1635.
[7] Οι σχετικές σημειώσεις που περιλαμβάνονται στο ειδικό τετράδιο 22 έχουν εκδοθεί και στα ελληνικά. Βλ. Αντόνιο Γκράμσι, Αμερικανισμός και Φορντισμός, μετάφραση: Ρούντι Ρινάλντι, εκδ. Α/συνέχεια, Αθήνα 1988.