Σύνδεση συνδρομητών

Η Αριστερά μετά τον Μάη του ’68

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2021 00:56
Παρίσι, Μάης του 1968. Φοιτητές διαδηλώνουν στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ. Για τον Πιερ Ροζανβαλόν, ο πολιτικός στοχασμός για εκείνη την περίοδο έγινε με όρους «ιστορίας μάχης», αντί να αναζητηθούν οι βαθύτερες αλλαγές που συνδέθηκαν με την εποχή εκείνη, η οποία τελείωσε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970.
Gilles Caron /Fondation Gilles Caron
Παρίσι, Μάης του 1968. Φοιτητές διαδηλώνουν στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ. Για τον Πιερ Ροζανβαλόν, ο πολιτικός στοχασμός για εκείνη την περίοδο έγινε με όρους «ιστορίας μάχης», αντί να αναζητηθούν οι βαθύτερες αλλαγές που συνδέθηκαν με την εποχή εκείνη, η οποία τελείωσε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970.

Pierre Rosanvallon, Η δική μας διανοητική και πολιτική ιστορία 1968-2008, μετάφραση από τα γαλλικά: Κατερίνα Λαμπρινού, επιμέλεια: Γιάννης Μπαλαμπανίδης,  Πόλις, Αθήνα 2020, 416 σελ.

Ο Πιερ Ροζανβαλόν υπογράφει ένα τολμηρό βιβλίο με θέμα του την Αριστερά μετά το 1968, μια διανοητική και πολιτική ιστορία που κάνει ορατή τη μεγάλη διαχωριστική γραμμή μεταξύ Ουτοπίας και Πραγματικότητας, ενός αγώνα χωρίς μεσσιανικές επιδιώξεις, για κάτι που συνεχώς μετασχηματίζεται και που, ακόμα και όταν βιώνει την αποτυχία, ποτέ δεν καταλήγει σε απόρριψη της Ουτοπίας, και σταθερά προσπαθεί να κατανοήσει τα αίτιά της.

Μια πρώτη επισήμανση που οφείλω να κάνω σχετικά με την παρουσίαση του βιβλίου του Πιερ Ροζανβαλόν είναι πως οι σκέψεις που ακολουθούν είναι αδύνατο να αποδώσουν με επάρκεια το εύρος και το βάθος του ορίζοντα, το συνθετικό αποτέλεσμα και τα βιώματα που εκφράζονται στις 400 σελίδες του. Δεν είναι ότι το έργο αυτό καλύπτει μια μεγάλη και έντονη περίοδο σαράντα ετών (1968-2008) και, αντίστοιχα, σύνδεσης του συγγραφέα με την ιστορία που αφηγείται. Είναι η συνεχής αίσθηση ότι σε κάθε τμήμα του, πίσω απ’ όσα αναφέρει, υπάρχουν πολύ περισσότερα αφηγήματα, ιδέες, κρίσεις ή συναισθήματα από όσα καταγράφονται. Είναι, επίσης, η σκέψη ότι όλα αυτά είναι αδύνατο να τα προσεγγίσεις σε βάθος, αν δεν έχεις μετάσχει, έστω και κάπως, στο περιβάλλον των ιδεών, των προσώπων και της πολιτικής πρακτικής στο οποίο κινήθηκε ο συγγραφέας του. Ο Ροζανβαλόν δεν έζησε απλώς τις εξελίξεις που εκτυλίσσονταν γύρω του. Συν-διαμόρφωσε με πολλούς άλλους το διανοητικό και πολιτικό τοπίο το οποίο περιγράφει. Είναι ταυτόχρονα αφηγητής και αφηγούμενος. Είναι «αυτόπτης μάρτυρας και οργανικά συμμέτοχος στη διαδικασία παραγωγής ιδεών στο χώρο που οδήγησε στη Δεύτερη Αριστερά».

Η ανάγνωση του βιβλίου απαιτεί υπομονή και, κυρίως, τη μετάβαση του αναγνώστη σε ένα κλίμα διανοητικής και ψυχολογικής στάσης, με τη βοήθεια της οποίας θα κατανοήσει τις αναζητήσεις, τις διαμάχες, τους μετασχηματισμούς, τα πρόσωπα, τις ιδέες και τις πρακτικές, γενικά το νήμα σκέψης του συγγραφέα πάνω σε ένα εξαιρετικής σημασίας, ευρωπαϊκό κυρίως, πολιτικό ζήτημα του 20ού αιώνα. Η ανάγνωση μπορεί να ιδωθεί από περισσότερες οπτικές, όπως:

α) ως ένα ιστορικό μιας πορείας, στην οποία ιστορικά γεγονότα διαμορφώνονται και διασταυρώνονται με διανοητές, πολιτικούς και πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις,

β) ως μια διαδρομή που σφραγίζεται από ένα μεγάλο φάσμα ιδεολογικών διαμαχών και πολιτικών πρακτικών και βρίσκεται αντιμέτωπη με ελπίδες και απογοητεύσεις πολλών μορφών,

γ) ως την προσπάθεια ενός συνειδητοποιημένου (και πρωταγωνιστικού) προσώπου να κατανοήσει τη σχέση ιδεών και πραγματικών εξελίξεων, τη σύγκρουσή τους, την έκβαση που αυτή είχε, τις μορφές που πήραν οι επιδράσεις από τη μια προς την άλλη πλευρά και τους μετασχηματισμούς που υπέστησαν ή μέσα στις οποίες βρέθηκαν, ή

δ) ως ένα αφήγημα μιας ολόκληρης εποχής, πότε δυναμικής, πότε αδρανούς, πολλά ή λίγα στοιχεία της οποίας είναι και βιώματα καθενός που έζησε τα χρόνια αυτά και παρακολούθησε τα αναρίθμητα κύματα που η εποχή αυτή έφερε στον ρευστό χώρο των ιδεών και της πολιτικής.

Με άλλα λόγια, το βιβλίο είναι ένα ταξίδι σε πολλούς άξονες ταυτόχρονα. Περνάνε από τα μάτια και τη σκέψη πάρα πολλά σημαντικά, αλλά και λιγότερο γνωστά, ονόματα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής διανόησης. Η «διανοητική και πολιτική ιστορία» του Πιερ Ροζανβαλόν είναι αδύνατο να αφομοιωθεί χωρίς τις αναφορές σε προσωπικότητες και έργα που εμπλούτισαν τη σκέψη, συνέβαλαν στην κατανόηση της κοινωνικής ιστορίας, αντιμετώπισαν νέα προβλήματα, επιδιώξεις ή αδιέξοδα, αλλά σε κάποιο βαθμό, μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, επέτρεψαν τη διεύρυνση των «χώρων ελευθερίας» μιας αριστερής πολιτικής, δηλαδή έφεραν κατηγορίες του ανέφικτου στην κατηγορία του εφικτού, δημιούργησαν όρους ώστε να έρθει το όραμα πιο κοντά στην πραγματικότητα. Για τον Πιερ Ροζανβαλόν, η επέκταση του πεδίου του «εφικτού» σημαίνει διεύρυνση των δυνατοτήτων άσκησης πολιτικής η οποία θέλει να αλλάξει, λίγο ή πολύ, την πραγματικότητα. Ενώ ασκεί οξύτατη κριτική στις ρεαλιστικές μετατοπίσεις που σημειώνονται στην άσκηση της εξουσίας από την ίδια τη διακυβέρνηση της «Δεύτερης Αριστεράς», θεωρεί, παράλληλα, ότι «αν σκεφτόμαστε το δημοκρατικό σύστημα σε συνθήκες ουτοπίας –που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα– σημαίνει να αρνούμαστε την ίδια τη δυνατότητα κοινωνικής αλλαγής και προόδου της δημοκρατίας». Ειδικότερα, διαπιστώνει ότι ο ρεαλισμός που έδειξε η γαλλική σοσιαλιστική διακυβέρνηση «δεν συνιστά πολιτική» και, πολλές φορές, είχε αποτέλεσμα να παγιδεύσει την Αριστερά σε μια απλή διαχείριση της υφιστάμενης τάξης.  Ωστόσο, με το χρόνο, ο ίδιος αποστασιοποιείται –χωρίς να φτάνει σε ρήξεις– γενικότερα από τον πολιτικό κόσμο, όταν διαπιστώνει ότι «η διαμάχη των ιδεών έφτασε να έχει δευτερεύουσα αξία, και έδωσε τη θέση της σε μια σύγκρουση προσώπων και τάσεων που είχαν αποσυνδεθεί από κάθε προσπάθεια θεωρητικής εμβάθυνσης στο σοσιαλιστικό ιδεώδες».

Στο βιβλίο, θα βρει κανείς, μια συναρπαστική διαδρομή στις θέσεις και στο έργο συγγραφέων και διανοητών, όπως ενδεικτικά, οι Λουί Αλτουσέρ (Louis Althusser), Ανρί Λεφέβρ (Henri Lefebvre), Μισέλ Φουκώ (Michel Foucault), Κλωντ Λεφόρ (Claude Lefort), Ζακ Λε Γκοφ (Jacques Le Goffe), Φερνάν Μπρωντέλ (Fernand Braudel), Ζακ Ζυλιάρ (Jacques Juliard), Αλαίν Τουραίν (Alain Touraine), Πιερ Μπουρντιέ (Pierre Bourdieu), Τομά Πικεττύ (Thomas Piketty), Ντανιέλ Κοέν (Daniel Cohen), Εμμανουέλ Τοντ (Emmanuel Todd), Ντέιβιντ Λίντμπεργκ (David Lindberg), αλλά και άλλων, όπως ο Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert  Marcuse), ο Αντρέ Γκορζ (André Gorz), Ιβάν Ίλλιτς (Ivan Illich), Νορμπέρτο Μπόμπιο (Norberto Bobio), Άλμπερτ Ο. Χίρσμαν (Albert Ο. Hirschman), Καρλ Πολάνυι (Karl Polanyi), Χάννα Άρεντ (Hannah Arendt), Μάρθα Νούσμπαουμ (Martha Nussbaum), Τζέραλντ Άλαν Κοέν (Gerald Allan Cohen), Ρόναλντ Ντουόρκιν (Ronald Dworkin), Γκόστα Έσπινγκ-Άντερσεν (Gosta Esping-Andersen), αλλά και ειδικών αναφορών στην πολύ σημαντική παρουσία των Ελλήνων της Γαλλίας Κορνήλιου Καστοριάδη, Κώστα Αξελού, Κώστα Παπαϊωάννου. Εκτεταμένες είναι και οι αναφορές στα περιοδικά που συνδέθηκαν με πολλές από τις ιδέες αυτές, όπως Esprit,  Temps Modernes, Traverses, Recherches, Urbi, Dialectiques κ.ά.

 

Από τον Μάη του ’68...

Βασικό σημείο εκκίνησης του Πιερ Ροζανβαλόν είναι η συγκρότηση των ιδεών μέσα στις οποίες κινήθηκε η Δεύτερη Αριστερά τη δεκαετία του 1960 και η επίδραση που άσκησε τότε στο πολιτικό σκηνικό η φοιτητική εξέγερση του Μάη του 1968 στη Γαλλία. Στις σελίδες του ζωντανεύει μια διανοητική και πολιτική ιστορία που κάνει ορατή τη μεγάλη διαχωριστική γραμμή μεταξύ Ουτοπίας και Πραγματικότητας, ενός αγώνα χωρίς μεσσιανικές επιδιώξεις, για κάτι που συνεχώς μετασχηματίζεται και που, ακόμα και όταν βιώνει την αποτυχία, ποτέ δεν καταλήγει σε απόρριψη της Ουτοπίας, και σταθερά προσπαθεί να κατανοήσει τα αίτιά της. Λέξεις –στο κείμενο ή σε επικεφαλίδες– όπως «αίσθηση ανημποριάς, ριζοσπαστικοποίηση της ανημποριάς, αγρανάπαυση ιδεών, πολιτική της εξάντλησης, μορφές του μουδιάσματος, διαψεύσεις, οργή, αποκαρδίωση, ανείπωτη κούραση, ένοχη παραίτηση, αποξένωση, βίαιη μαθητεία στο ρεαλισμό, αριστερή μελαγχολία», συναντώνται σε πολλά σημεία αυτής της διαδρομής και εκφράζουν τα συναισθήματα του Πιερ Ροζανβαλόν, αλλά και πολλών άλλων, απέναντι στις εξελίξεις με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι.

Θα νόμιζε κανείς ότι, πίσω από όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς, είναι ορατή μια διάθεση εγκατάλειψης, ιδιαίτερα καθώς η ιστορία προχωρούσε και καθώς οι διαψεύσεις και τα διανοητικά ή πολιτικά αδιέξοδα ακολουθούσαν τις ελπίδες. Όμως όχι. Ο Πιερ Ροζανβαλόν δεν οδηγείται σε τέτοιες επιλογές. Επιμένει, ξανά και συνεχώς, στην αναζήτηση. Προσπαθεί ξανά και ξανά να επαναξιοδοτήσει τις  βασικές έννοιες. Κινείται αδιάκοπα στην αναζήτηση ιδεών που θα επιτρέψουν την κατανόηση του πραγματικού κόσμου γύρω του, τους μετασχηματισμούς του καπιταλιστικού συστήματος, τα συνεχή νέα στοιχεία και τις επιπτώσεις τους στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο και των στρατηγικών με τις οποίες θα αλλάξει την πραγματικότητα αυτή. Καταλαβαίνει ότι οι διαψεύσεις σημαίνουν μια αποτυχία να κατανοήσει κανείς σωστά την κατάσταση του κόσμου και να την τοποθετήσει σε μια ιστορία που να δίνει νόημα στις δοκιμασίες και τις ήττες που στοιβάζονται η μία πάνω στην άλλη. Γνωρίζει ότι όσο πιο έωλες είναι οι ιδέες που προβάλλονται, όσο πιο μακριά από την πραγματικότητα είναι τα σλόγκαν που διατυπώνονται και όσο πιο μεγάλο το χάσμα μεταξύ προσδοκιών της κοινωνίας και πολιτικών προτάσεων, τόσο πιο πιθανή είναι η αποτυχία – μία ακόμα.

Για να μπορέσει να προχωρήσει το όραμα της Αριστεράς βλέπει την ανάγκη μιας διανοητικής εργασίας που θα καταδιώκει ανελέητα τη μαγική σκέψη και την εννοιολογική οκνηρία. Θεωρεί, και το δείχνει, ότι κάνει τεράστια διαφορά να αναζητά κανείς με ενάργεια τι λάθη έχουν γίνει και να προσπαθεί να τα ξεπεράσει, από το να επιμένει άκαμπτα σε ένα παρελθόν και σε ιδέες που έχουν ξεπεραστεί ή απαξιωθεί από τα πράγματα. Η ανάλυσή του, έμμεσα, οδηγεί συνεχώς στο θετικό μήνυμα ότι, αναζητώντας και προσπαθώντας, μπορεί κανείς σε μια επόμενη φάση να πετύχει το στόχο του. Η διαδρομή του Ροζανβαλόν είναι μια συνεχής αναζήτηση, επεξεργασία, δοκιμασία, προσαρμογή και βελτίωση, «αναζήτηση μιας πολυδαίδαλης διαδρομής χωρίς τέλος, όπου σε κάθε γωνιά εμφανίζεται κάτι νέο». Στην ανάλυσή του θεωρεί αναγκαία μια «διπλή οπτική»: αφενός την οπτική της «μακράς ιστορίας» του νεωτερικού σχεδίου για χειραφέτηση, με όλες τις υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν και τις οπισθοδρομήσεις που σημειώθηκαν. Από την άλλη, την  οπτική μιας πιο βραχείας ιστορικής διάρκειας, που αφορά τον νέο κύκλο της νεωτερικότητας που ξεκίνησε γύρω στο 1960 και με τη ματιά πάνω στα πιο φλέγοντα και πιεστικά προβλήματα του σήμερα,  

Διακρίνει τη μεγάλη περίοδο 1968-2018 σε τρεις μεγαλύτερες: 1968-1980, 1980-2000 και μετά το 2000. Αναφέρεται στην αντι-ιμπεριαλιστική ιδεολογία των ετών 1966/7 με αιχμή το Βιετνάμ και τη Λατινική Αμερική, σημειώνοντας όμως με έναν σκεπτικιστικό σαρκασμό «ότι τα κινήματα αυτά περιβάλλονταν με μια ρομαντική άλω. Το να τα θαυμάζεις από μακριά ήταν σαν να συμμετέχεις σε μια ριζοσπαστικότητα δι’ αντιπροσώπων». Επισημαίνει, ότι ο πολιτικός στοχασμός για τον Μάη 1968 έγινε τότε με όρους «ιστορίας μάχης», αντί να αναζητηθούν οι βαθύτερες αλλαγές που συνδέθηκαν με την εποχή εκείνη, η οποία τελείωσε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970. Όταν φτάσει στις αρχές της δεκαετίας του 1980, κατανοεί ότι ο κόσμος της προηγούμενης δεκαετίας αρχίζει να ανατρέπεται πλήρως με τον ερχομό του «καπιταλισμού της καινοτομίας».

Το βιβλίο διαπερνάται από μια αγωνία για την κατάσταση του Σύγχρονου Κόσμου και τις αριστερές  απαντήσεις που μπορούν να δοθούν, απεξαρτημένες όμως από κομματικές υποταγές και όχι ως πιστά αντίγραφα ξεπερασμένων στερεότυπων, που αναζητούν νομιμοποίηση στην προσκόλλησή τους σε κομματικά ταμπού.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του βιβλίου είναι η εξελικτική δυναμική της σκέψης που εκφράζει – η απόρριψη της στατικότητας. Ειδικότερα:

  • Οι ιδέες του Πιερ Ροζανβαλόν εξελίσσονται μαζί με την πραγματικότητα,
  • Ο κόσμος των ιδεών στη Γαλλία αλλάζει συνεχώς θέση και βάθος,
  • Σε κάθε νέα φάση στην οποία περιέρχεται η Αριστερά δεν διστάζει να ξεφύγει από τα στερεότυπα που την εγκλωβίζουν,
  • Είναι συνεχώς παρούσα η αίσθηση μιας ζωντάνιας στην αναζήτηση, ακόμα και όταν αυτή πρέπει να εγκαταλειφθεί για χάρη μιας νέας αναζήτησης.  

Δεν διστάζει να επικρίνει χαρακτηριστικά, ιδέες, πρακτικές που θεωρούνταν αριστερές και να πληρώσει το κόστος της αμφισβήτησης αυτής, είτε σε όρους πολεμικής –όπως «ότι δεν επιτρέπεται να παίζουμε το παιχνίδι των αντιπάλων μας» – είτε σε όρους αποστασιοποίησής του ή και παραίτησης από πολύ ενδιαφέρουσες θέσεις «ως απόδειξη της προσωπικής ελευθερίας να μπορεί να περιφρονήσει ένα τόσο αξιοζήλευτο κέντρο εξουσίας». Όμως, σε καμιά φάση του δεν πέρασε σε άλλες πολιτικές όχθες, ούτε απαρνήθηκε βασικές αρχές του προκειμένου να κρύψει τα λόγια και τις σκέψεις του για αυτά που θεωρούσε ότι έβλαπταν την ιδέα της Αριστεράς. Παρέμεινε στη θέση που επέλεξε γνωρίζοντας ότι αυτή  σήμαινε μεγαλύτερη πολιτική μοναχικότητα.

 

Αριστερά της αντίστασης

Μέσα στο πλαίσιο της μεγάλης εικόνας που διαδοχικά παραθέτει ξεχωρίζουν και πολλά ειδικότερα, θεωρητικά ή πρακτικά ζητήματα. Για λόγους χώρου, επέλεξα να αναφερθώ μόνο σε αυτό που ονοματίζει ως «Αριστερά της αντίστασης».  Όπως γράφει, «ένας από τους στόχους των σελίδων που ακολουθούν είναι να επανεπισκεφθώ τους σταθμούς αυτής της εξάντλησης και της ασύλληπτης απογοήτευσης». Θεωρεί πως «ό,τι πιο ζωηρό στη δεύτερη Αριστερά εκείνων των χρόνων ανήκε συχνά στην τάξη της άρνησης». Όμως, θεωρεί ανολοκλήρωτη την προσπάθεια εμβάθυνσης που απαιτούνταν τη δεκαετία του 1970 ώστε να ξαναφτιαχτεί το ιδεολογικό οπλοστάσιο της γαλλικής δημοκρατίας. Πολύ νωρίς κατανόησε ότι η Αριστερά δεν θα μπορούσε να κερδίσει και να συμβάλει στην ανάπτυξη μιας πιο δημοκρατικής και χειραφετημένης κοινωνίας αν δεν σήκωνε το πέπλο για να ρίξει άπλετο φως στις σκληρές ολοκληρωτικές μεθόδους που χαρακτήρισαν περισσότερα κομμουνιστικά καθεστώτα της εποχής εκείνης και «αν δεν προσέγγιζε τον ολοκληρωτισμό σαν μια εσωτερική παθολογία της ίδιας της μορφής της δημοκρατίας». Πίσω από τις θεωρήσεις αυτές βρισκόταν μια σπάνια διανοητική εντιμότητα ως μείζον στοιχείο της προσωπικής του λειτουργίας, στοιχείο που μεταξύ άλλων τον έφερε κοντά στον Καστοριάδη και τον έκανε να είναι πολύ προσεκτικός με τους ανθρώπους γύρω του.

Τη δεκαετία του 1990, βλέπει τον αρνητισμό να αποκτά πιο έντονο βάρος στο γαλλικό αριστερό τοπίο. Η «καταγγελία του συστήματος» μπαίνει στη θέση της αντίθεσης Αριστεράς-Δεξιάς, ενώ η «αντι-δημοκρατία», ο αντι-ευρωπαϊσμός και σκόρπιες αντιλήψεις και προκαταλήψεις, με διαφορετικά θεωρητικά υποστρώματα, σταδιακά οδήγησαν σε εθνικιστικές τάσεις και στην επιστροφή στο έθνος, στη συρρίκνωση της ταξικής διάστασης, στην ξενοφοβία, στον προστατευτισμό, σε φωνές για «εθνικό σοσιαλισμό», στρώνοντας έτσι τη βάση για τον λαϊκισμό (π.χ. Λε Πεν στη Γαλλία) και τη συγκρότηση «κοινοτήτων απόρριψης». «Οι εξελίξεις αυτές έδειξαν με ποιο τρόπο ιδέες και αντιλήψεις μπορούσαν να γίνουν περάσματα από έναν αριστερό σε ένα δεξιό λαϊκισμό και το αντίστροφο». Έτσι, την περίοδο εκείνη αποκρυσταλλώθηκε μια νέα πολιτική κουλτούρα μιας «Αριστεράς της αντίστασης», μιας Αριστεράς που τείνει συχνά να αφιερώνει περισσότερη ενέργεια στο να κρατήσει μακριά αυτό που της φαίνεται απωθητικό, παρά στο να προσδιορίσει τι είναι αυτό που θέλει να οικοδομήσει. Ο συγγραφέας όμως παραμένει στρατευμένος σε μια «Αριστερά της προσπάθειας» και όχι σε μια «Αριστερά της Αντίστασης».

 

Το φάντασμα του νεοφιλελευθερισμού

Όλα αυτά τα φαινόμενα, στα οποία αναφέρεται, τα βλέπουμε να ισχυροποιούνται τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της εξέλιξης ήταν η μετατόπιση του «εχθρού». Τη θέση του καπιταλισμού διαδέχθηκε ο νεοφιλελευθερισμός, «που γίνεται ένα άλλο όνομα για τη νεωτερικότητα» και «μετατρέπεται σε Λερναία Ύδρα, που μπορεί να την καταγγέλλουμε, να την αποδοκιμάζουμε, αδυνατώντας να πούμε κάτι συγκεκριμένο εκτός από μια ασαφή επιταγή αντίστασης». Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί «μια λέξη, στην οποία συμπυκνώθηκαν όλα τα δεινά και οι μεταλλάξεις τού σήμερα […], μια έννοια λάστιχο, που παραπέμπει σε μια πραγματικότητα που είναι μονολιθική και ταυτόχρονα αδύνατο να τη συλλάβουμε». Αυτός ο τρόπος θεώρησης της πραγματικότητας δεν προσφέρει όμως καμία προοπτική υπέρβασης ή εναλλαγής. Έτσι, «τη στιγμή που η Αριστερά της Αντίστασης έτεινε στην ανημποριά, η Αριστερά της διακυβέρνησης βρισκόταν σε τέλμα».

Διαβάζοντας την ανάλυσή του, δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί πως ο Πιερ Ροζανβαλόν δεν θέτει το ερώτημα, μήπως η αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον νεοφιλελευθερισμό ως εχθρού σχετίζεται με το ότι σε διάφορα αυταρχικά κράτη, με πρώτο εμβληματικό παράδειγμα την Κίνα και δεύτερο τη Ρωσία, εμπεδώθηκε ο καπιταλισμός ως κινητήρια δύναμη εξέλιξης, αλλά σε συνδυασμό με αυταρχικές, αν όχι και ολοκληρωτικές, μορφές διακυβέρνησης. Το ερώτημα είναι μήπως η μετατόπιση αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά μια αμυντική κίνηση. Και τούτο, γιατί η μετατόπιση του «εχθρού» από τον καπιταλισμό στον αόριστο νεοφιλελευθερισμό επιτρέπει την επίθεση, την αντίσταση και τον αρνητισμό στον καπιταλισμό της Δύσης, αποδίδοντάς του το στίγμα του νεοφιλελευθερισμού, αλλά διατηρεί στο απυρόβλητο τον καπιταλισμό της Ανατολής, όπου, στο πολιτικό επίπεδο, η μεν Κίνα εξακολουθεί να κυριαρχείται από το κομμουνιστικό σύστημα, η δε Ρωσία από έναν σκληρό αυταρχισμό και μια σκληρή διαπλοκή ολιγαρχικών συμφερόντων και κρατικής εξουσίας.

 

Ιεραρχήσεις μιας νέας Αριστεράς

Δεν θα έπρεπε να μείνει έξω από την παρουσίαση αυτή το ερώτημα «τι αναζητά ο Πιερ Ροζανβαλόν σήμερα». Θα μπορούσα να παραθέσω τα λόγια του:  «υπέρβαση της ανημποριάς της Αριστεράς της πόζας και του άγονου ρεαλισμού μιας Αριστεράς της διακυβέρνησης» – αλλά δεν αρκεί. Η απάντηση δεν είναι εύκολη, γιατί πρέπει να αναζητηθεί πίσω από τις αναλύσεις που κάνει σε πολλά ζητήματα. Ωστόσο, στα τελευταία του κεφάλαια δίνει το στίγμα του, αλλού με σαφήνεια, αλλού υπαινικτικά. Με βάση αυτά, μια απάντηση στο ερώτημα (με πολλές αφαιρέσεις) θα περιλάμβανε τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια της χειραφέτησης σε μια σύγχρονη κοινωνία, δηλαδή στην υπό διαμόρφωση εποχή της τρίτης νεωτερικότητας, στον καιρό του νεοφιλελευθερισμού και του λαϊκισμού, για τον οποίο κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση που ξεφεύγει από τις επαναλαμβανόμενες θεωρήσεις.
  • Να επανεννοιολογήσουμε την ιδέα της ισότητας σε μια εποχή που αναδεικνύονται νεωτερικοί μηχανισμοί παραγωγής ανισότητας, αλλάζει η φύση των ανισοτήτων, των διακρίσεων, της ατομικής ευθύνης και της συλλογικότητας, και ποιοι νέοι μηχανισμοί αλληλεγγύης χρειάζονται ώστε να ενδυναμωθούν τα νήματα των κοινωνικών δεσμών.
  • Να αναπροσδιορίσουμε τη σχέση του ατομικισμού και της συλλογικότητας στην εποχή του τρίτου νεωτερισμού, ένα ερώτημα που τον απασχολεί και ευρύτερα στην ανάλυσή του.

Το βιβλίο είναι ένας πλούτος σκέψεων, εμπειριών, ενδοσκόπησης, κριτικής θεώρησης που μόνο αν «διαβάσει» κανείς (όχι απλώς αναγνώσει) μπορεί να κατανοήσει τη σημασία που είχαν, τόσο για το ίδιο το πρόσωπο που τα έζησε όσο και για τις γενικότερες εξελίξεις που σημειώθηκαν. Είναι επίσης μια καταγραφή της διαλεκτικής σχέσης της αριστερής ιδεολογίας και της εξέλιξης του καπιταλισμού. Πόσα κύματα σκέψης γεννήθηκαν και γιατί δεν οδήγησαν στο στόχο τους; Μπορεί να πει κανείς ότι, παρά ταύτα, οδήγησαν στην ανάγκη για νέες ιδέες και έδωσαν τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε την πραγματικότητα της εξέλιξης από διαφορετική οπτική, μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο από το εκάστοτε κυρίαρχο αφήγημα.

Στη διαδρομή αυτή, αυθόρμητα, γεννιέται η σκέψη ότι, ενώ το καπιταλιστικό σύστημα μετασχηματίζεται, εξαπλώνεται και κυριαρχεί, η Αριστερά αναζητά συνεχώς νέες αφετηρίες ισχυροποίησης, που αναδεικνύονται ευάλωτες,  βραχύβιες ή αδιέξοδες. Ο Ροζανβαλόν αναγνωρίζει, ότι «ο καπιταλισμός είχε αποδείξει την αναμφισβήτητη ικανότητά του να υπερβαίνει τις ίδιες του τις αντιθέσεις». Αυτό είναι γνωστό. Αναρωτιέται όμως κανείς γιατί δημιουργήθηκε και κυριάρχησε η γνωστή αυτή παραδοχή, ότι δηλαδή οι αντιθέσεις θα λειτουργήσουν οπωσδήποτε καταστροφικά. Η ολοκλήρωση ιστορικών κύκλων ή η δημιουργία εγγενών εμποδίων και αντιφάσεων και, γενικά, η  εξελικτική διαδικασία είναι στην ιστορία και κινητήρια δύναμη της επιτυχίας. Ακριβώς το γεγονός ότι, όταν διαμορφώνονται αντιφάσεις, η εξέλιξη ενός συστήματος, μιας κοινωνίας ή μιας οικονομικής μονάδας απειλείται ή φτάνει σε κρίση, υποκινεί νέες επιλογές, νέους συνδυασμούς πολιτικής, νέες πρακτικές, παραγωγικά σχήματα, ανακαλύψεις, που πολλές φορές συνιστούν εργαλεία υπέρβασης αδιεξόδων και κρίσεων και, τελικά, επιβίωσης και μετεξέλιξης. Τότε, οι αντιφάσεις γίνονται εργαλείο δημιουργίας γνωσιολογικών, τεχνολογικών, οργανωτικών ή άλλων καινοτομιών που, πολύ συχνά, αντί για στοιχείο καταστροφής, έδινε κίνηση στην εξέλιξη και τη μετεξέλιξη και, άρα, σε νέες προοπτικές, σε ορισμένα συστήματα, όπως το καπιταλιστικό, όταν άλλα καθηλώνονταν στη στασιμότητα, περιμένοντας παθητικά να λειτουργήσουν οι αντιφάσεις καταστροφικά για το καπιταλιστικό σύστημα. Η Αριστερά, σαν τον Σίσυφο, προβληματίζεται ξανά και ξανά πώς θα αλλάξει τον κόσμο, ενώ η πραγματικότητα αλλάζει ξανά και ξανά, χωρίς η Αριστερά να μπορεί να παρακολουθήσει, να προβλέψει και πολύ περισσότερο να αλλάξει τους μετασχηματισμούς που συντελούνται. Προφανώς η ιστορία δεν είναι ντετερμινιστική, αλλά για να επηρεάσει κανείς το μέλλον του είναι σημαντικό να συντελούνται εξελικτικές διαδικασίες τόσο στο ιδεολογικό και νοητικό υπόβαθρο, όσο και στο πεδίο των πολιτικών προτάσεων της αριστερής σκέψης.

Ο Πιερ Ροζανβαλόν είχε την τύχη να είναι Γάλλος, και αυτό σημαίνει να έχει πίσω του, ως διανοητική κληρονομιά, ένα ογκώδες έργο ιδεών που παρήγαγε η Γαλλική Επανάσταση,  αλλά και η εποχή πριν και μετά από αυτήν, φυσικά σε συνδυασμό με τη σκέψη άλλων διανοητών. Δεν είμαι σίγουρος ότι η πορεία της σκέψης και οι πολιτικές-κοινωνικές εξελίξεις στη Γαλλία έχουν το αντίστοιχό τους σε άλλες χώρες. Σε κάθε περίπτωση, και χωρίς διάθεση να παραγνωρίζονται άλλες πραγματικότητες, η επίδρασή τους είναι εμφανής στον χρονικό ορίζοντα των σαράντα ετών στις οποίες αναφέρεται το βιβλίο. 

Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τις θέσεις και τις θεωρήσεις του συγγραφέα, μπορεί να κατανοήσει σε ποιο βαθμό ήρθε σε απόκλιση ή και ρήξεις με τα εμπεδωμένα πρότυπα σκέψης την εποχή που διατυπώθηκαν, διαπιστώνει όμως πόσο δικαιώνεται σε πολλές κρίσεις του όταν τις αντιπαραθέσει στις εξελίξεις που ακολούθησαν. Διαπιστώνει, επίσης, μια πολιτική διορατικότητα και δημόσια υπευθυνότητα που χαρακτηρίζουν το πρόσωπο. Διαπιστώνει πόσο γενικότερη σημασία έχουν πολλές ιδέες, εξελίξεις, μεταστροφές πρακτικές για φαινόμενα που σημειώθηκαν όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, και οπωσδήποτε στην Ελλάδα, αλλά και πόσο μεγάλο χάσμα χωρίζει την Ελλάδα από το εύρος των ιδεών, των ιδεολογικών προβληματισμών, τις δράσεις και τις θεωρήσεις που καταγράφονται. Τέλος, πίσω απ’ όλα αυτά, διαπιστώνει και  μια πολιτική ηθική και μια ταύτιση του Πιερ Ροζανβαλόν με έναν κόσμο που προσβλέπει στην Αριστερά, μάχεται για τις ιδέες της, αλλά καλείται να πληρώσει το σκληρό τίμημα κάθε αποτυχίας των ηγεσιών της, το οποίο γίνεται σκληρότερο όταν η αποτυχία ήταν εφικτό να έχει προβλεφθεί πριν πληρωθεί το τίμημα.

Θα κλείσω με λίγα λόγια για τη μετάφραση. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό επίτευγμα, αν σκεφτεί κανείς τον πλούτο και τις δυσκολίες μιας εξειδικευμένης και απαιτητικής γραφής στα γαλλικά. Μια –μη μεταφραστικής υφής– παρατήρηση αφορά την αποκλειστική απόδοση στα ελληνικά των γαλλικών ονομάτων. Καθώς δεν υπάρχει πίνακας βιβλιογραφίας στο τέλος του βιβλίου, ο μη εξοικειωμένος αναγνώστης θα δυσκολευτεί αρκετά να βρει την ξενόγλωσση γραφή του ονόματος των πολλών συγγραφέων άρθρων ή βιβλίων που παρατίθενται, σε περίπτωση που θα ήθελε να αναζητήσει κάποια απ’ αυτά.

 

Τάσος Γιαννίτσης

Ομότιμος καθηγητής οικονομικής ανάπτυξης του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός. Πρόσφατα βιβλία του: Η Ελλάδα και το Μέλλον. Πραγματισμός και ψευδαισθήσεις (2005), Η τέταρτη ελληνική προεδρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2005), Ανισότητες, φτώχεια, οικονομικές ανατροπές στα χρόνια της κρίσης (2016), Το ασφαλιστικό και η κρίση (2016), Ασφαλιστικό, ανάπτυξη, μακροοικονομία. Οι κρίσιμες διασυνδέσεις (2020).

Τελευταία άρθρα από τον/την Τάσος Γιαννίτσης

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.