Θα αδικούσα την Ευρώπη, αν παρέμενα μόνο στις ευθύνες των οραματιστών της. Σε μια σειρά από χώρες, κυρίως, αλλά όχι μόνο, στη Νότια Ευρώπη και, φυσικά, στην Ελλάδα, είχαμε τους εθνικούς πρωταγωνιστές του δράματος, που ήσαν πολυάριθμοι και βρίσκονταν σε πολλές και διαφορετικές θεσμικές θέσεις. Και γι' αυτούς δεν μπορώ να αναφέρομαι μόνο στον παρατατικό. Πρέπει να προστεθεί και ο ενεστώς, καθώς σε όλη αυτήν την περίοδο, ως αποτέλεσμα της κρίσης, νέα «οράματα» προωθούνται στην πολιτική αγορά, που επιδιώκουν να ξεπεράσουν παλιά λάθη με νέα λάθη, στήνοντας νέα είδωλα. Όταν τα είδωλα γκρεμίζονται ξανά και ξανά, πάλι οι οραματιστές τους δεν πληρώνουν. Η ανάγκη ανατροπής του παλιού δεν σημαίνει όμως ούτε ότι νομιμοποιεί οτιδήποτε νέο εμφανίζεται ούτε ότι μπορεί να καταπνίγει το ερώτημα για το πόσο δημιουργική ή καταστροφική θα είναι η λειτουργία των νέων οραμάτων που αναδεικνύονται στην κρίση. Πολύ περισσότερο, όταν το άλλοθι της ανατροπής έχει επιτρέψει την εμφάνιση ακραίων ιδεολογιών και πολιτικών δυνάμεων, για τις οποίες η καταστροφή είναι η βάση της ύπαρξής τους.
Αλλά ας ξεπεράσουμε τον όρο «οράματα», που είναι πολιτικά φανταχτερός. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε σε μια φάση όπου, αντίθετα με οράματα, οι πολιτικές δυνάμεις που συνέπραξαν για να φτάσει η χώρα στην κατάρρευση –άρα, σε διαφορετικό βαθμό, όλες, ανεξάρτητα από τη θέση τους στο πολιτικό σύστημα– μάχονται για να βγούμε από την κρίση με εργαλεία, αντιλήψεις και πολιτικές υποσχέσεις, που εμπεριέχουν σε διαφορετικούς συνδυασμούς τα στοιχεία της ανικανότητας, της αναποτελεσματικότητας, της πολιτικής και ιδεολογικής κατάπτωσης ή αδυναμίας, του αρνητισμού και της αδυναμίας οργάνωσης δύσκολων λύσεων και σύνθετων πολιτικών που θα έδιναν μια απάντηση στα προβλήματα. Το κεντρικό μέλημα δεν είναι πώς θα συντομευθεί το διάστημα της επώδυνης σημερινής φάσης ή πώς θα περιοριστεί το κόστος της πολιτικής αποτυχίας για τον πολίτη, αλλά με ποια τεχνάσματα θα παρουσιαστεί μια αυριανή πλασματική πραγματικότητα.
Σήμερα, η Ελλάδα έχει χάσει 25% του εθνικού της εισοδήματος, έχει βιώσει την καταστροφή ενός ουσιαστικού τμήματος του παραγωγικού της δυναμικού και έχει 28% ανεργία, που θα ήταν υψηλότερη, αν δεν μετανάστευαν στο εξωτερικό μερικές χιλιάδες νέοι για να βρουν τη δουλειά που τους αρνούνται τα πολιτικά λάθη. Με ουτοπικές υποθέσεις, ΑΕΠ και απασχόληση θα χρειαστούν το λιγότερο 15 χρόνια ευνοϊκής εξέλιξης (άρα από το 2029 και μετά) για να επανέλθουν εκεί όπου ξεκίνησε η καταστροφική διαδικασία της κρίσης (στο 2008). Στο μεταξύ, η Ευρώπη και το διεθνές τοπίο πιθανότατα θα εξελίσσονται προς τα πάνω. Έτσι, όταν έρθει η στιγμή της επιστροφής στην αφετηρία, το χάσμα Ελλάδας και πολλών ευρωπαϊκών ή άλλων χωρών πιθανότατα θα έχει διευρυνθεί.
Η απάντηση στην κρίση δεν καθορίζεται μόνο από τις εθνικές επιλογές και εξελίξεις. Καθορίζεται επίσης και από τις πολιτικές και τις εξελίξεις που θα υπάρξουν στην Ευρώπη. Λόγω της κρίσης, η Ελλάδα επικρίθηκε ως ανεύθυνος δανειολήπτης. Ήταν. Όμως, ένας υπεύθυνος δανειολήπτης προϋποθέτει και έναν υπεύθυνο δανειστή. Και οι δανειστές της χώρας δεν ήσαν.
Σήμερα, ακούμε ότι είμαστε μια επιτυχημένη περίπτωση (ένα success story), επειδή το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα έχει πλησιάσει ή ίσως και έχει φτάσει σε σημείο ισορροπίας. Ακόμα περισσότερο, υποστηρίζεται, ότι έτσι βγαίνουμε από την κρίση. Όμως, αν από τη μια μπορούμε να πούμε –όχι πάντως με μεγάλο φανατισμό– ότι μετά από πέντε χρόνια αντιμετωπίσαμε το δημοσιονομικό big bang του 2009, από την άλλη, έτσι που προχωρήσαμε, βρισκόμαστε μισό βήμα πριν από δυο νέους τύπους big bang. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα κοινωνικό και ένα πολιτικό big bang, που, αν προκύψουν, θα δημιουργήσουν νέους μακρόχρονους κύκλους κρίσης, με απρόβλεπτα οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα. Ευρύτατα στρώματα της κοινωνίας είναι σήμερα βαθιά απογοητευμένα και είτε απέχουν από πολιτικές διαδικασίες που δεν τα εκφράζουν είτε στρέφονται προς τιμωρητικές επιλογές απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Ό,τι κατηγορήσαμε τη Γερμανία και την Άνγκελα Μέρκελ πως έκαναν στην Ελλάδα, πάμε σήμερα να το αναπαράγουμε εμείς πάνω στη συλλογική μας υπόσταση.
Θεωρητικά, τέτοιες τιμωρητικές δυναμικές δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικές. Επανειλημμένως, στη διάρκεια της κρίσης, μιλάμε για την ανάγκη υπέρβασης και ανατροπής αντιλήψεων και επιλογών που λειτούργησαν καταστροφικά, γιατί οδήγησαν στην κρίση, και που γι' αυτό νομιμοποιείται η ανατροπή τους. Οι τιμωρητικές επιλογές παράγουν, όμως, πολύ διαφορετικά αποτελέσματα, αν εκφράζουν μια σύγκρουση πολιτικών, π.χ. για το πώς κατανέμεται το βάρος της κρίσης, ή αν εκφράζουν μια τυφλή αντίδραση, που απορρέει από το χάσμα μεταξύ μιας φαντασιωτικής πραγματικότητας που κοινωνικές ομάδες προσδοκούν ή τις έχουν πείσει ότι δικαιούνται να προσδοκούν και του πραγματικού κόσμου. Ένα τέτοιο χάσμα δημιουργήθηκε στην ελληνική κοινωνία στην πορεία πριν από την κρίση και γιγαντώθηκε ακόμα περισσότερο μέσα στην κρίση. Πολιτικές δυνάμεις και πολλοί πολιτικοί αστέρες επένδυσαν πολλά στην υπεροψία και στην καλλιέργεια προσδοκιών που δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να υλοποιήσουν. Η Ευρώπη δεν ήταν αθώα της ευθύνης για το χάσμα αυτό, που σταδιακά διογκώθηκε και μετατράπηκε σε ισχυρή δύναμη καταστροφής. Σε κάθε περίπτωση, σήμερα, η Ε.Ε. έχει μια τεράστια ευθύνη: να ξεκαθαρίσει αν θα συμπράξει ξανά, όπως στα χρόνια πριν από την κρίση, ώστε οι επιδόσεις και τα προβλήματα της Ελλάδας να συγκαλύπτονται, με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα να καλούνται οι Έλληνες να κάνουν νέες θυσίες, γιατί έγιναν δήθεν «κακές εκτιμήσεις» ή αν θα είναι ένας πόλος διαφάνειας και πραγματισμού στην εκτίμηση του «πού βρίσκεται η Ελλάδα». Η εικόνα στο θέμα είναι εξαιρετικά θολή και αυτό μπορεί να σημαίνει, ότι, τελικά, τα εξωραϊσμένα «Greek statistics» είναι ταυτόχρονα «Greco-Euro statistics».
Όταν θέλει κανείς να εστιάσει στις αβεβαιότητες και τις προοπτικές, πρέπει να κάνει μια γενικότερη επισήμανση: έξοδος από την κρίση δεν σημαίνει απλά εξισορρόπηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων μέσα σε ένα μακρόχρονο τέλμα οικονομικής μιζέριας και πολιτικής αποδόμησης. Προφανώς, δεν περιμένει κανείς γρήγορα κάποια φάση ένδοξης μεγέθυνσης. Όμως, μιλώντας για την Ελλάδα, καμιά σοβαρή βελτίωση δεν θα προκύψει αν η Ευρώπη δεν αντιμετωπίσει τα κρίσιμα θεσμικά κενά στην άσκηση πολιτικής, αν δεν αντιμετωπίσει αποφασιστικά τα κεντρικά προβλήματα και αν δεν επιστρέψει σε πιο ικανοποιητικές συνθήκες μεγέθυνσης και σταθερότητας, ώστε να ξεπεραστεί η συνεχής αβεβαιότητα για την ικανότητά της να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ύφεσης και τις πιέσεις που συνεχώς εμφανίζονται.
Οι κυρίαρχες αβεβαιότητες και προτεραιότητες στην Ευρώπη είναι σήμερα επικεντρωμένες στην αντιμετώπιση των θεσμικών κενών της Ευρωζώνης και στο ανοικτό τραπεζικό πρόβλημα. Όμως, υπάρχουν περισσότερα σημαντικά ζητήματα:
1. Ενα πρώτο ζήτημα αφορά την απουσία πολιτικών προσαρμογής των πλεονασματικών χωρών, ώστε οι μακρο-οικονομικές ανισορροπίες και το χάσμα ανταγωνιστικότητας με τις χώρες σε κρίση να περιοριστεί. Ώς τώρα, η διαδικασία προσαρμογής ήταν ασύμμετρη. Οι χώρες κρίσης κάλυψαν την τελευταία τριετία σημαντικό τμήμα των αποκλίσεων στη δημοσιονομική ισορροπία και στην ανταγωνιστικότητα. Αντίθετα, οι πλεονασματικές χώρες δεν δείχνουν να πιέζονται για να κάνουν την δική τους προσαρμογή, μέσω είτε της πολιτικής ζήτησης, της πολιτικής μισθών, είτε της πολιτικής επιτοκίων και της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Αντίθετα, εκμεταλλεύονται την ισχυρή θέση τους και αντλούν οφέλη από την εισροή ρευστότητας που κατευθύνεται σε αυτές για λόγους εμπιστοσύνης. Οι ίδιες ωφελούνται προσωρινά, αλλά τα προβλήματα στην ευρωζώνη παραμένουν ή και επιβαρύνονται. Όπως επισημαίνουν περισσότεροι αναλυτές, μια τέτοια ασύμμετρη προσαρμογή καταδικάζει τις χώρες σε κρίση σε μια συνεχή υπερπροσπάθεια, ενώ σε συνδυασμό με την περιοριστική πολιτική που ακολουθείται σε όλες, ακόμα και τις οικονομικά ισχυρότερες, χώρες, και με το ανατιμημένο ευρώ, έχει τον κίνδυνο, όχι απλώς να επηρεάσει αρνητικά τις προσπάθειες των χωρών κρίσης, αλλά είτε να κρατήσει την ευρωζώνη σε συνθήκες αναιμικής ανάκαμψης είτε να την οδηγήσει σε συνθήκες διαρθρωτικής στασιμότητας (secular stagnation).
2. Ένα δεύτερο σημείο αφορά το πρόβλημα της μεγάλης απόκλισης που χαρακτηρίζει πλέον τις σχέσεις των χωρών κρίσης με τις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Οι νοτιοευρωπαϊκές χώρες έχουν επιστρέψει κατά 10, 15 ή και πάνω από 30 χρόνια πίσω, σε όρους σύγκλισης με τις χώρες της Ε.Ε. των 15. Η εξέλιξη αυτή θέτει το θέμα των πολιτικών σύγκλισης. Η ανάγκη σύγκλισης αναφέρεται συχνά από τη σκοπιά της αλληλεγγύης. Αυτό, κατ’ αρχήν, είναι ένας ηθικός όρος. Όμως, πέρα από αυτό, θεωρώ, ότι, πολιτικά και οικονομικά, η ικανότητα σύγκλισης στο εσωτερικό της Ευρώπης είναι κρίσιμο ζήτημα εσωτερικής σταθερότητας και εξέλιξης του ίδιου του ευρωπαϊκού συστήματος. Η σύγκλιση με μοχλό τον συνεχή δανεισμό αποδείχτηκε επιτυχής για μια περίοδο, αλλά αποδείχθηκε και πολύ ακριβό και καταστροφικό εργαλείο.
Η ανάδειξη όμως του θέματος της σύγκλισης ως αναγκαίο συστημικό στοιχείο της λειτουργίας της Ευρώπης και του ευρώ, συνδέεται με το πρόβλημα των ισχυρών αποκλίσεων σε ό,τι αφορά τις παραγωγικές ικανότητες και την ανταγωνιστικότητα μεταξύ των χωρών, που στη διάρκεια της κρίσης έγιναν μεγαλύτερες. Και στο θέμα της παραγωγικής βάσης, η ευρωπαϊκή πολιτική στα χρόνια αυτά ήταν περίπου ανύπαρκτη. Αν η πρακτική αυτή συνεχίσει, θα έχουμε συνθήκες αυξανόμενης απόκλισης μεταξύ των εταίρων της ευρωζώνης τα επόμενα χρόνια. Το αποτέλεσμα θα είναι ότι είτε κάποιες χώρες θα αδυνατούν να παρακολουθήσουν την εξέλιξη του ευρωπαϊκού συστήματος και θα βρεθούν σταδιακά σε ακόμα πιο αδύναμη θέση είτε ότι η Ευρώπη θα αναγκαστεί να επιβραδύνει σοβαρά το ρυθμό των αλλαγών και της εξέλιξής της που ώς τώρα αποτελούσαν βάση της επιτυχίας της. Και οι δυο αυτές εξελίξεις έχουν υψηλά ρίσκα για την Ευρώπη και για τις επί μέρους χώρες.
3. Ένα τρίτο ζήτημα αφορά το ρόλο της Ευρώπης στην οικονομική και πολιτική αποσταθεροποίηση της Ελλάδας. Οι ευθύνες του ελληνικού πολιτικού συστήματος πριν και μέσα στην κρίση είναι αναμφίβολες και τεράστιες. Όμως και η στάση πολλών ευρωπαϊκών φορέων και δημόσιων προσώπων λειτούργησε αποσταθεροποιητικά, και δεν εννοώ γενικά σε σχέση με την κρίση αλλά ειδικά απέναντι στην Ελλάδα. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι γερμανικές προτάσεις, μέσω της Bundesbank, για την επιβολή ενός νέου γενικευμένου κεφαλαιακού φόρου. Σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, η Ευρώπη από τη μια προχώρησε σε μέτρα στήριξης, αλλά από την άλλη, συχνά, αποσταθεροποίησε την οικονομία, ωθώντας προς τα πίσω την ελληνική κοινωνία. Μπορεί κανείς να υποταχθεί στη δύναμη του κυνισμού, στην ήττα στην οποία οδηγήθηκε η Ελλάδα με δικά της λάθη, αλλά και με τη θερμή συμπαράσταση των ευρωπαϊκών τραπεζών και των κυβερνήσεών τους, μπορεί να κάνει ό,τι μας επιβάλλεται ως κοινωνία όσο δεν είναι εφικτό να το αλλάξουμε, αλλά δεν μπορεί και να το υπερασπίζεται ως εάν να έχει νεκρωθεί η σκέψη. Αν η Ε.Ε. ενδιαφέρεται για την Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να αποσταθεροποιεί μια ολόκληρη κοινωνία και να κάνει πολύ ξεκάθαρο το σχέδιο που θέλει να επιβάλει ή να διαπραγματευτεί. Εξ ίσου, όμως, και οι κυβερνήσεις μας πρέπει να σταματήσουν τις πρακτικές που επίσης αποσταθεροποιούν ή παγιδεύουν την κοινωνία στα ίδια εκείνα πρότυπα που αποπροσανατολίζουν ή οδηγούν σε τέλμα.
4. Ένα τέταρτο θέμα αφορά τους διαρθρωτικούς πόρους και την πολιτική της Ε.Ε. Οι πόροι αυτοί αποτελούν εξαιρετικά σημαντικό εργαλείο για την προώθηση της μεγέθυνσης σε μια χώρα κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίστηκε πρόσφατα ότι η πολιτική σύγκλισης (cohesion policy) δεν πρέπει να είναι business as usual. Στην πράξη, αποφασίστηκε το αντίθετο. Η Ε.Ε. προσποιείται πως δεν κατανοεί ότι, όπως η επίτευξη των μακροοικονομικών στόχων μπορεί να τίθεται ως όρος για τη διάθεση επενδυτικών πόρων, έτσι και, αντίστροφα, η διάθεση των πόρων και η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και της μεγέθυνσης μιας χώρας είναι προϋπόθεση για τη βελτίωση της μακροοικονομικής προσαρμογής της. Προσποιείται πως αγνοεί ότι, πίσω από τη δημοσιονομική ή χρηματοοικονομική κρίση, βρίσκονται διαρθρωτικές αδυναμίες του παραγωγικού συστήματος, και δεν εννοώ μόνο στην Ελλάδα, αλλά στο σύνολο του ευρωπαϊκού Νότου και σε άλλες χώρες. Η Ε.Ε. θα έπρεπε συνεπώς να δει με όρους έκτακτης ανάγκης τις διαδικασίες για τη διάθεση αυτών των πόρων στην Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά, και οι ελληνικές κυβερνήσεις οφείλουν να δουν με απόλυτη συναίσθηση ευθύνης τον πιο καθαρό και κοινωνικά και αναπτυξιακά αποτελεσματικό τρόπο αξιοποίησης των πόρων αυτών και να εγκαταλείψουν τις αναρίθμητες εκείνες πρακτικές που θα μετέτρεπαν τη διαδικασία αυτή από εργαλείο αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής σε εργαλείο παραγωγής ιδιοτέλειας.
5. Ένα πέμπτο σημείο αφορά τη θέση της Ευρώπης απέναντι στις μεγάλες, μη δυτικές, αναδυόμενες δυνάμεις. Η θέση αυτή εξασθενίζει συνεχώς. Η Ευρώπη εξασφάλισε μια βελτίωση της ευημερίας της, κυρίως χάρη στους θεσμούς, τη συσσώρευση κεφαλαίου, την έρευνα, την καινοτομία, την ανάπτυξη της γνώσης. Όμως, φάνηκε ότι αυτά δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν ικανοποιητικούς ρυθμούς ευημερίας και χρειάστηκε προσφυγή σε πρόσθετα δάνεια, τα οποία, σε αρκετές χώρες της Ε.Ε. (πέρα από τις χώρες κρίσης), ανέβασαν τη σχέση χρέος/ΑΕΠ κατά 15 έως και σχεδόν 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η εύκολη μεγέθυνση, με μοχλό το χρηματοοικονομικό σύστημα των περασμένων ετών, έδειξε τα περιορισμένα και επικίνδυνα όριά της. Ευρωπαϊκή δύναμη στο διεθνές σύστημα και κοινωνική και οικονομική ευημερία προϋποθέτουν συνεχή ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής αποτελεσματικότητας στην κατεύθυνση των επενδύσεων, της τεχνολογικής-εκπαιδευτικής πολιτικής, της βιομηχανικής πολιτικής με την έννοια της ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης και πολλά άλλα. Διαφορετικά, ίσως φανεί ότι βρισκόμαστε στην αρχή ενός ζοφερού κύκλου αποδυνάμωσης της ευρωπαϊκής ισχύος, που σε 10-20 χρόνια μπορεί να έχει ακυρώσει όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές ιδέες και οράματα.
Για την Ελλάδα, θα αναφερθώ σε τέσσερα σημεία-κλειδιά, η αντιμετώπιση των οποίων θα κρίνει το χρόνο, τον τρόπο και το κόστος μιας κοινωνικής εξόδου από την κρίση.
Το πρώτο σημείο είναι αν η ευρωζώνη θα δεχθεί να αντιμετωπίσει σε εύλογο διάστημα και με κάποιο τρόπο το πρόβλημα του χρέους και του βάρους εξυπηρέτησής του. Όπως είναι σήμερα τα δεδομένα, η Ελλάδα, με χρέος περίπου 320 δισεκ. ευρώ ή 175% του ΑΕΠ και επιβάρυνση χρέους περίπου 4,5% του ΑΕΠ, είναι αφερέγγυα. Χωρίς καμιά αλλαγή, η εξυπηρέτηση του χρέους και μόνο θα απαιτεί πρωτογενή πλεονάσματα σε ιστορικά πρωτόγνωρη χρονική διάρκεια και ύψος και θα καταδικάζει τη χώρα σε μακροχρόνιο αναπτυξιακό τέλμα. Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Είναι και ευρωπαϊκό.
Το δεύτερο σημείο αφορά το κράτος. Καμιά πολιτική δεν μπορεί να πετύχει αν δεν στηρίζεται από μια εξειδικευμένη και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και αν το Κοινοβούλιο, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία δεν λειτουργήσουν σύμφωνα με το σύνταγμα και την αίσθηση του συλλογικού συμφέροντος. Κανένα αποτελεσματικό κράτος δεν στηρίζεται σε αναποτελεσματικούς θεσμούς. Η κρίση, η αλληλεγγύη, η ανάπτυξη, όλες οι σημαντικές αξίες μπορούν να πραγματωθούν μόνο μέσα από μια ευρύτατη ανατροπή του αναχρονιστικού κρατικού κατεστημένου και το μετασχηματισμό του σε εργαλείο πολιτικής. Αν το κράτος λειτουργεί κυνικά ως εργαλείο νομής εξουσίας, δεν μπορεί να απορεί κανείς, ότι στα μάτια της κοινωνίας απονομιμοποιούνται τόσο η ιδέα του κράτους όσο και οι οποιεσδήποτε εκδοχές πολιτικής – αριστερές και δεξιές.
Το τρίτο σημείο αφορά τη μεγέθυνση και τη σχέση της με την κρίση. Η τρόικα και τα μνημόνια στην ουσία δεν ενδιαφέρονται για το παραγωγικό σύστημα, παρ’ όλον ότι η μεγέθυνση είναι ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας μαζί με τη δημοσιονομική προσαρμογή για την επαναϊσορρόπηση της οικονομίας. Όμως, ούτε και οι δικές μας πολιτικές, ούτε και οι θέσεις που έχουν προταθεί δείχνουν κάποιο πραγματικό ενδιαφέρον για το πρόβλημα. Όλο το βάρος έχει πέσει στα μακροοικονομικά και στην πολιτική σύγκρουση γύρω από θέματα που δημιουργούν πολιτική αδρεναλίνη, αδιαφορώντας για το ότι ένα σημαντικό τμήμα της κρίσης συνδεόταν με την ολοένα και πιο αδύναμη παραγωγική βάση της οικονομίας και τη συνεχή διάβρωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητάς μας. Γιατί; Ισως διότι μια πιο ουσιαστική αναπτυξιακή και επενδυτική πολιτική για την ισχυροποίηση της παραγωγικής βάσης και της ανταγωνιστικότητας θα έπρεπε να έρθει αντιμέτωπη με τις πιο βαθιές συστημικές παθογένειες και να πλήξει ένα κατασκεύασμα που είναι το παιδί του πολιτικού αμοραλισμού. Έτσι, όμως, μια ανάκαμψη που στηρίζεται μόνο στα δημοσιονομικά έχει εξαιρετικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος, και, επιπλέον, όταν υπάρξει, θα είναι αναιμική.
Το τέταρτο σημείο αφορά το πολιτικό σκηνικό. Είναι κοινοτοπία να λεχθεί ξανά ότι, στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, βρίσκεται μια πολιτική κρίση και η πολιτική αποτυχία. Τα μηνύματα ότι η κοινωνία μας αναζητά κάτι διαφορετικό είναι ισχυρά. Το ερώτημα είναι τι θα εκφράζει αυτό το διαφορετικό. Θεωρώ ότι η πολιτική σήμερα πρέπει να υπερβεί τα κλασικά σχήματα και να προχωρήσει σε πρωτοβουλίες που θα έχουν ανοικτή και υπερβατική χροιά και θα ανταποκρίνονται στις προσδοκίες ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων που προβληματίζονται, αρνούνται να αποδεχτούν ό,τι τους προσφέρεται, υποστηρίζουν την ανατροπή των αιτίων της χρεοκοπίας και είναι διατεθειμένες να εργαστούν για μια προοπτική επιτυχίας, στηρίζοντας κάτι καινούργιο επειδή θα το πιστέψουν και όχι εξ υπολοίπου – επειδή δεν έχουν κάτι άλλο. Αυτό δεν σημαίνει κατάργηση διαχωριστικών ιδεολογικών και αξιακών γραμμών. Σημαίνει, όμως, αναγνώριση, ότι σε μια συγκεκριμένη φάση, όπου για τη χώρα διακυβεύονται τα πάντα, οι διαφορετικές αξίες και ιδεολογίες πρέπει να βγουν από τα χαρακώματα και να ανεχθούν να συνυπάρξουν με άλλες αξίες, ώστε να αντιμετωπιστούν οι μεγάλοι κίνδυνοι. Στην ουσία, οποιοδήποτε σοβαρό πολιτικό σχήμα έχει να απαντήσει στο δίλημμα τι θεωρεί μεγαλύτερο διακύβευμα: το πώς θα ξεφύγει η κοινωνία και η χώρα από την κρίση και πώς θα εξυπηρετηθεί καλύτερα το συλλογικό, το κοινωνικό και το εθνικό συμφέρον ή πώς θα διασωθούν προσωπικές εγωπάθειες, συμφέροντα , δογματισμοί και στερεότυπα, που έχουν στοιχειώσει;
Είναι επείγουσα ανάγκη να συμφωνηθεί μια στρατηγική, αλλά πραγματιστική, αντίληψη για την ιεράρχηση των συλλογικών προτεραιοτήτων, που θα διασφαλίζει και δεν θα διαψεύδει προσδοκίες, να συνεργαστούν δυνάμεις, αλλά, προ πάντων, να υπάρξουν άξονες παρέμβασης στα μεγάλα ζητήματα. Κατ’ αρχάς για το πιο θεμελιακό κενό της πολιτικής: πώς θα πετύχουμε πραγματική ανάπτυξη της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας μας, καθώς, όλα τα άλλα, από μόνα τους, θα είναι αδιέξοδα. Να υπάρξουν και θέσεις για μείζονα θέματα, όπως τη μεταρρύθμιση του κράτους, την ανεργία των νέων, τη δημιουργία ανταγωνιστικών μορφών παραγωγής, το μεγάλο θέμα των μισθών στην ιδιωτική οικονομία, τη θεσμική ανασύνταξη, την αναδιαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, τη νέα επιχειρηματικότητα, τη διαφθορά, τη φοροδιαφυγή και την ισότητα στη φορολογική μεταχείριση των κοινωνικών ομάδων, τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση, τους πνιγμούς μεταναστών, τους κινδύνους της δημοκρατίας.
Η αντιμετώπιση της κρίσης θα απαιτήσει πολύ χρόνο, θα περάσει μέσα από δύσκολες αλλαγές και θα γίνει πραγματικά εφικτή αν τόσο η ευρωπαϊκή στρατηγική όσο και οι εθνικές επιλογές είναι αποτελεσματικές, έχουν κοινές στοχεύσεις και εγκαταλείψουν τα εύκολα πρότυπα πολιτικής που οδήγησαν στην κρίση. Η υπέρβαση κάθε μεγάλης κρίσης συντελέστηκε μόνο όταν έβαλε σε κίνηση μια νέα πραγματικότητα και νέες μορφές ευρύτερης κοινωνικής εμπιστοσύνης, που είχαν ανθεκτικότητα δεκαετιών. Τα στοιχεία αυτά είναι πάντα τα δύο μεγάλα ζητούμενα της εποχής. Το κενό αυτό δείχνει, ότι τα πέντε χρόνια κρίσης λειτούργησαν αποδομητικά για την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική, χωρίς να έχουν ακόμα μετατραπεί σε «μοχλό πίεσης» για την υποκίνηση δημιουργικών μετασχηματισμών και τη μετακίνηση της χώρας σε νέα τροχιά.