Σύνδεση συνδρομητών

Κορνήλιος Καστοριάδης: ο φιλόσοφος της αυτονομίας

Πέμπτη, 01 Σεπτεμβρίου 2022 10:56
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης από τον Αλέκο Παπαδάτο. Σχέδιο εξωφύλλου για το τεύχος 131 του Books' Journal.
Aλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης από τον Αλέκο Παπαδάτο. Σχέδιο εξωφύλλου για το τεύχος 131 του Books' Journal.

Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μετάφραση από τα γαλλικά: Σωτήρης Χαλικιάς, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης, Κέδρος, τελευταία επανέκδοση: Αθήνα 2010, 543 σελ.

Το 1975, ο Καστοριάδης δημοσίευσε το opus magnum του, τη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας. Έργο κλασικό της σύγχρονης σκέψης, συνιστά μια επιστημολογική τομή. Ολοκληρώνοντας τη ρήξη με τον Μαρξ, προσφέρει ένα εντελώς νέο φιλοσοφικό και διανοητικό σύμπαν, οικοδομημένο στη βάση ριζικά νέων, αποκλειστικά δικών του, οντολογικών φιλοσοφικών κατηγοριών, με ανάφορό τους την κοινωνία, την ετερότητα του χρόνου, τον άνθρωπο, την ψυχή, τον κόσμο, το είναι/ον. Έργο με το οποίο ταυτοχρόνως καταθέτει και μιαν άλλη, βαθύτερη και διαφορετική, κατανόηση του πεδίου και των στόχων της πολιτικής. Ποια είναι τα βασικά στοιχεία της σκέψης του κορυφαίου στοχαστή της αυτονομίας; Και ποια η περιπετειώδης διαδρομή του στη ζωή και στο χώρο των ιδεών; [TBJ]

Κορνήλιος Καστοριάδης. Το λέμε ευθέως: μείζων φιλόσοφος στη διαχρονική φιλοσοφική αγορά. Γεννήθηκε πριν από 100 χρόνια, στις 11 Μαρτίου 1922, στην Κωνσταντινούπολη, στοχάστηκε την ανθρώπινη συνθήκη, απεβίωσε στις 26 Δεκεμβρίου 1997 στο Παρίσι. Στην πόλη του φωτός εκλέχτηκε και δίδαξε ως Διευθυντής Σπουδών Φιλοσοφίας, στη φημισμένη Ανωτάτη Σχολή για τις Κοινωνικές Επιστήμες (EHESS). Ο εικοστός πρώτος αιώνας, το πρώτο τέταρτο του οποίου συμπληρώνεται «οσονούπω», τον βρίσκει παρόντα στον φιλοσοφικό διάλογο. Ανάμεσά μας. Σε θέση κεντρική. Ο λόγος του μας απευθύνεται ηχηρός, μεστός φιλοσοφικού νοήματος και αξίζει την προσοχή μας. Σήμερα. Τώρα. Την εποχή της υποχώρησης του στοχασμού. Της υποχώρησης της πολιτικής. Του στοχασμού ως σκέψης του ανθρώπινου πεδίου στον βαθύτερό του οντολογικό πυρήνα. Της πολιτικής ως συλλογικής πράξης ελευθερίας. Διότι ο Καστοριάδης (όχι υπήρξε, αλλά) είναι, πρωτίστως, αυτά τα δύο. Ακριβώς. Κρίσιμος φιλόσοφος. Σημαίνων πολιτικός διανοητής. Κρίσιμος στοχαστής της οντολογίας μας ως είδους, παντελώς θνητού σε κάθε πτυχή του αναπόδραστα, και παράλληλα σημαίνων πολιτικός στοχαστής της δικής μας πραγματικής ελευθερίας, της αυτονομίας. Διά βραχέων, και με τη σειρά, σε επτά βήματα. Για τη ζωή του, καταρχάς: 1. γονείς, 2. εκπαίδευση, 3. επαγγελματική ενασχόληση, 4. πολιτική δράση. Και εν συνεχεία για τη σκέψη του: 1. θεωρητική διαδρομή, 2. φιλοσοφία ως οντολογία, 3. πολιτική θεωρία. Περί της ζωής του, λοιπόν.

 

Η οικογένεια

Γονείς του ήταν ο Καίσαρ Καστοριάδης και η Σοφία Παπαχελά. Ο Καίσαρ ήταν έμπορος της Κωνσταντινούπολης, προερχόμενος επίσης από εμπόρους γονείς, η δε Σοφία διαβιούσε οικογενειακώς στο κλεινόν άστυ, προερχόμενη από σημαίνουσα οικογένεια με προέλευση από την Πελοπόννησο. Η επιλογή του συντρόφου της τον οποίο και ακολούθησε στην Πόλη δεν έτυχε της γονεϊκής έγκρισης και σήμανε ρήξη του ζεύγους με το οικογενειακό της περιβάλλον. Λίγο μετά τη γέννηση του Κορνήλιου, στα πρόθυρα της Mικρασιατικής Kαταστροφής, Ιούλιο του 1922, οι τρεις τους θα μεταναστεύσουν στην Αθήνα. Έμειναν στο κέντρο, σε ένα διαμέρισμα στην οδό Υπατίας, ακριβώς πίσω από τη Μητρόπολη (ο Κορνήλιος κάποτε και στο σπίτι της γιαγιάς του στην οδό Αχαρνών 78, ή, κατόπιν μιας προστριβής με τον πατέρα του, για λίγο σ’ ένα δωμάτιο μιας πλακιώτικης αυλής). Ο Καίσαρ στην Ελλάδα διατήρησε το επάγγελμά του, τροφοδοτώντας μαγαζιά με υφάσματα.

Στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας του Μεσοπολέμου και της Κατοχής, λοιπόν, μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Σχεδόν κάτω από τον ίσκιο της Ακρόπολης και λίγα μέτρα από τους ήδη από αιώνος συνεχώς ανασκαπτόμενους και διαρκώς εκκαλύπτοντες νόημα αρχαιολογικούς χώρους και τα τοπόσημα της αρχαίας δημοκρατικής πόλεως των Αθηνών. Την αρχαία αγορά, την Πνύκα, το Βουλευτήριο, το Πρυτανείο, τον ναό του Ηφαίστου, το θέατρο του Διονύσου, το νεκροταφείο του Κεραμεικού. Τόποι και χώροι, φορείς νοήματος, των οποίων ακριβώς η ευθεία φιλοσοφική, καλλιτεχνική-ποιητική, μυθολογική-θρησκευτική και πρωτίστως πολιτική αναφορά σε θεσμούς, καθώς και η αντίστοιχη προς τους θεσμούς αυτούς από μέρους των άμεση παραπομπή σε κεντρικές κοινωνικές σημασίες, αξίες και νοήματα ζωής θα θεματοποιηθούν αργότερα ρητώς και εξόχως γόνιμα στη σκέψη και το στοχασμό του φιλοσόφου για την άμεση δημοκρατία και γι’ αυτό που, εμβληματικά ως προς τη θεώρησή του του κοινωνικού κόσμου, θα αποκαλέσει: το πρόταγμα της αυτονομίας.

Αναφερόμενος στον Καίσαρα, τον πατέρα του, η έλξη του οποίου για τη γαλλική παιδεία και για το πνεύμα της επανάστασης του 1789 θα παίξει κι αυτή το ρόλο της στο να γίνει ο γιος ο μετέπειτα φιλόσοφος επαναστάτης του Παρισιού, ο Κορνήλιος θα τον χαρακτήριζε δημοσίως, κάποτε μάλιστα με μια ιδιαίτερη χροιά υπερηφάνειας στη φωνή, ως άθεο και αντιβασιλικό και ως φανατικό βολταιρικό, με αγάπη για τη μόρφωση και τη μουσική, ενώ την καλλιτεχνικά και ιδίως πιανιστικά πεπαιδευμένη Σοφία, την οποία ο γιος αγαπούσε ιδιαιτέρως, ως γυναίκα πολύ καλλιεργημένη, με λατρεία για τη μουσική.

 

Εκπαίδευση

Ο Καστοριάδης έλαβε το απολυτήριό του από τη μέση εκπαίδευση σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών, το 1937. Σχολείο του, από το οποίο αποφοίτησε, ήταν το 8ο Γυμνάσιο Αθηνών, τυπικού χαρακτήρα δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα (κι όχι η Λεόντειος όπως έχει κάποτε γραφεί). Κάποιοι εκ των καθηγητών του θα συμβάλουν οπωσδήποτε στην παιδεία και την αφύπνιση του μαθητή. Το ίδιο έτος θα εισαχθεί στη Νομική Σχολή της Αθήνας, σε αισθητά μικρότερη ηλικία του προβλεπομένου, απ’ όπου και θα αποφοιτήσει μέσα στην Κατοχή, το 1942, σε ηλικία είκοσι ετών, λαμβάνοντας δύο πτυχία. Σπούδασε Νομικά, Οικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες. Ιδιαίτερη προσοχή έδωσε κατά τις σπουδές του στην παρακολούθηση των προσφερόμενων μαθημάτων Φιλοσοφίας - Φιλοσοφίας του Δικαίου του Κωνσταντίνου Τσάτσου και του Φροντιστηρίου Φιλοσοφίας του ιδίου και του τότε βοηθού του Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου, με τους οποίους ως φοιτητής θα ανέπτυσσε και εντός και εκτός του ακαδημαϊκού χώρου γόνιμο φιλοσοφικό διάλογο. Μάλιστα, τον Τσάτσο τον επισκεπτόταν συχνά στο σπίτι του, στην Πλάκα, στην οδό Κυδαθηναίων 9, για πολύωρη φιλοσοφική συζήτηση (στη μεσοπολεμική οικία Σεφεριάδη, του καθηγητή Νομικής, Ακαδημαϊκού και πατρός της συζύγου του, Ιωάννας Τσάτσου, στο ισόγειο της οποίας διέμενε και ο αδελφός της Γιώργος Σεφέρης, όταν βρισκόταν στην Ελλάδα).

Στα γενικότερα πνευματικά εφόδια της αθηναϊκής νιότης του, που έλαβε με τη συνδρομή και των γονιών φυσικά, έχει την αφετηρία της και η χαρακτηριστική γλωσσομάθειά του (ο φιλόσοφος, εκτός της μητρικής γλώσσας, γνώριζε γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, αρχαία ελληνικά, λατινικά), όπως και η βαθιά μουσική του παιδεία, καθώς είχε επίσης κάνει σχετικές σπουδές στο Ελληνικό Ωδείο της Αθήνας. Για την εκμάθηση της γαλλικής (της μετέπειτα φιλοσοφικής του γλώσσας εργασίας), αλλά και για τη γενικότερη παιδεία του επτάχρονου Κορνήλιου, για κάποια χρόνια ο Καίσαρ (που είχε στο παρελθόν διαμείνει στη Γαλλία) θα φρόντιζε να προσλάβει και να φέρει επί τούτω στην Ελλάδα ως παραμάνα του και ως δασκάλα του των γαλλικών τη νεαρή φυσική ομιλήτρια της γλώσσας, Ντομινίκ Πορτάς (Γαλλίδα με ελληνική από τον πατέρα της καταγωγή, τη μετέπειτα Σαβίτρι Ντέβι, αλλά τούτο είναι άλλη ατυχής ιστορία), η οποία πραγματοποιούσε τότε σειρά πανεπιστημιακών σπουδών φιλοσοφίας στη Γαλλία, με μεταπτυχιακούς τίτλους και διατριβές στο αντικείμενο και με ενδιαφέρον για την πλατωνική φιλοσοφία και τη φιλοσοφία των μαθηματικών και της λογικής. Σίγουρα, η γκουβερνάντα, δίπλα στους γονείς, θα συνέβαλε κι αυτή στα πρώτα ερεθίσματα σκέψης και στην παιδεία του μελλοντικού φιλοσόφου.

Τέλη του 1945, ο Καστοριάδης έφυγε για το Παρίσι, για να πραγματοποιήσει ως υπότροφος του γαλλικού κράτους ένα «διδακτορικό επικρατείας» (Doctorat d'État) στη φιλοσοφία, με θεματική το ζήτημα των ορίων της λογικής και επιβλέποντα καθηγητή του τον διακεκριμένο επιστημολόγο και λογικολόγο της Σορβόννης και μετέπειτα κάτοχο της έδρας της φιλοσοφίας στη γαλλική Ακαδημία, Ρενέ Πουαριέ (1900-1995), το οποίο, για λόγους που αφορούν κυρίως τις περιστάσεις της ζωής του (οικογένεια, οικονομική δυσπραγία, σκληρή εργασία, απαιτητική πολιτική δράση και έντονη παράλληλη θεωρητική δραστηριότητα), τυπικά μεν δεν θα ολοκλήρωνε ποτέ, η θεωρητική ουσία του όμως θα διαχεόταν με τον πιο γόνιμο και βαθύ τρόπο σε όλο το θεωρητικό (εκ των πραγμάτων και ακαδημαϊκό) έργο του, ενώ τμήματά του δημοσιεύτηκαν μετά θάνατον.

Ας αναφερθεί, παρεμπιπτόντως, ότι με τον Πουαριέ δεν επετεύχθη και η καλύτερη δυνατή φιλοσοφική επικοινωνία, κι αυτό ήταν ένας επιπρόσθετος ανασταλτικός παράγων για την πορεία του διδακτορικού του (την επιλογή του ως επιβλέποντος ο Καστοριάδης, το 1990, τη χαρακτήρισε βλακώδη εκ μέρους του κίνηση). Επίσης, σε έναν δεύτερο χρόνο, πολύ αργότερα, το 1967, όταν ο Καστοριάδης ήταν ήδη δόκιμος συγγραφέας αλλά και σκληρά εργαζόμενος, θα βρισκόταν προς στιγμήν στο τιμόνι της «εν λόγω» αναμορφωμένης διατριβής του, πλέον στη Ναντέρ και με επικέντρωση στο φαντασιακό και το κοινωνικό πεδίο, ο Πωλ Ρικέρ, με τον οποίο εντέλει βρέθηκαν ισότιμοι συνάδελφοι στο πανεπιστήμιο και δημόσιοι συνομιλητές. Αμφότεροι, δόξες της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης.

 

Επαγγελματική ενασχόληση

Η χορηγία από το γαλλικό κράτος, δυστυχώς για τον υπότροφο, δεν ήταν εύκολο να συνεχιστεί, λόγω του κλίματος της εποχής. Ο Καστοριάδης, ο οποίος στο μεταξύ είχε κάνει εκτός γάμου οικογένεια και είχε ήδη αποκτήσει με την πολιτική συνοδοιπόρο του, Ρίκα Βάλτερ, το 1947, την πρώτη του κόρη, Σπάρτη (το 1980 απέκτησε και την Κυβέλη, με τη Ζωή Χριστοφίδου-Καστοριάδη), βρέθηκε δίχως πόρους στο εξωτερικό, ενώ δεν μπορούσε να γυρίσει στην Ελλάδα, όπου ακριβώς τότε κορυφωνόταν ο εμφύλιος και η πολιτική ανωμαλία, διότι θα διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο. Αποκλειστικά και μόνο για λόγους βιοπορισμού, λοιπόν, το 1948 προσελήφθη ως απλός υπάλληλος στον ΟΟΣΑ, σε θέση οικονομολόγου, στην υπηρεσία στατιστικής εθνικών λογαριασμών και μελετών ανάπτυξης (με τη μεσολάβηση ενός πολιτικού συντρόφου του που επίσης εργαζόταν ). Ακριβέστερα, όχι στον ΟΟΣΑ αλλά στον ΟΕΟΣ, δηλαδή στον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας που μόλις είχε ιδρυθεί με έδρα το Παρίσι, ο οποίος δώδεκα χρόνια αργότερα (1960) θα μετεξελισσόταν σε ΟΟΣΑ. Εκεί εργάστηκε ώς το 1970, εκπονώντας οικονομικές αναλύσεις.

Ακολουθώντας την προβλεπόμενη σταδιοδρομία, με τα χρόνια ανήλθε και σε τεχνικές - επιστημονικές θέσεις ευθύνης (έως και διευθυντής του τμήματος στατιστικής εθνικών λογαριασμών). Παραιτήθηκε, όμως, αμέσως μόλις έλαβε τη γαλλική υπηκοότητα, με την οποία και θα εξασφάλιζε πλέον οριστικά την πολυπόθητη παραμονή του στη χώρα, διασφαλίζοντας παράλληλα και την προσωπική του ελευθερία, διακυβεύματα για τα οποία έως τότε, σύμφωνα με το νόμο, προστατευόταν αποκλειστικά και μόνο λόγω του διεθνούς χαρακτήρα της εργασίας του (θυμίζουμε ότι «πίσω», στην Ελλάδα, υπήρχε ήδη δικτατορία που ακολούθησε τη διαρκή πολιτική ανωμαλία, και ότι παράλληλα ο ίδιος μονίμως κινδύνευε με απέλαση). Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι δεν υπήρξε ποτέ πολιτικό στέλεχος του οργανισμού, ούτε ανήκε στο ανώτερο πολιτικό-διοικητικό προσωπικό του, προς αποφυγήν κάθε σχετικής παρεξήγησης, σκόπιμης ή μη, και σε πείσμα ακριβώς ορισμένων συκοφαντικών σε βάρος του διαδόσεων και προσωπικών δυσφημιστικών επιθέσεων, με αφορμή απλώς τη δουλειά του.

Μετά την αυτόβουλη απομάκρυνσή του από την εργασία του αυτή, ο φιλόσοφος θα έμενε για τρία χρόνια άνεργος (παρέχοντας, λόγω ανάγκης, κάποιες περιστασιακές υπηρεσίες μεταφραστή στον οργανισμό). Από το τέλος του 1973, αφού στο μεταξύ ολοκλήρωσε τη σχετική εκπαίδευση, άσκησε το επάγγελμα του ψυχαναλυτή. Τον Δεκέμβριο του 1979, εντέλει, εξελέγη, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, τακτικός καθηγητής φιλοσοφίας στην αποκλειστικά μεταπτυχιακού και διδακτορικού επιπέδου σπουδών EHESS, όπου και δίδαξε από το 1980 έως και το 1995, ενώ παράλληλα συνέχισε και την άσκηση της ψυχανάλυσης. Το προσφερόμενο εκεί σεμινάριό του είχε τίτλο: «Θέσμιση της κοινωνίας και ιστορική δημιουργία».

 

Πολιτική δράση

Σε μικρή ηλικία, δώδεκα - δεκατριών ετών, σχεδόν παράλληλα με τις πρώτες φιλοσοφικές του αναγνώσεις και οπωσδήποτε σε συνδυασμό με αυτές και ως απόρροιά τους, έπεσαν στα χέρια του και τα πρώτα πολιτικά κείμενα και έντυπα μαρξιστικού και επαναστατικού προσανατολισμού. Από το χειμώνα, λοιπόν, του 1936-37, περίοδος της μεταξικής δικτατορίας, έγινε μέλος της παράνομης νεολαίας του ΚΚΕ, της ΟΚΝΕ. Το 1939, μάλιστα, ο δεκαεπτάχρονος Κορνήλιος, μέλος πάντα της ίδιας οργάνωσης, με την οποία η επαφή ήταν εκ των πραγμάτων πιο χαλαρή λόγω της εξάρθρωσης ήδη από το 1937 του οργανωτικού πυρήνα στον οποίο ανήκε και της σύλληψης των υπόλοιπων μελών και συντρόφων του, πιάστηκε με τη σειρά του από την Ασφάλεια του καθεστώτος, ανακρίθηκε δις και μάλιστα κατασχέθηκε οριστικά όλη η πολιτική φιλοσοφική μαρξιστική του βιβλιοθήκη. Γιατί, ατυχώς για τον ίδιο, η από μέρους τού, έως τότε φίλου του και συμφοιτητή του, Ανδρέα Παπανδρέου, τουλάχιστον «αδέξια» γενικότερη διαχείριση της δικής του σύλληψης που είχε προηγηθεί και η μη τήρηση των συμφωνηθέντων για τη στάση που θα κρατούσαν σε μια τέτοια ομολογουμένως ανώμαλη και δύσκολη περίσταση τα μέλη της παρέας τους, τον ενέπλεκε εκ των πραγμάτων (και άλλους δυστυχώς περισσότερο), προξενώντας του αυτή την προσωπική πολιτική ταλαιπωρία. Να σημειωθεί απλώς, προς αποκατάσταση της αλήθειας, ότι ουδέποτε ο Καστοριάδης και ο Παπανδρέου βρέθηκαν μαζί στην ίδια οργάνωση (εκείνη δήθεν του Ανδρέα), όπως απολύτως εσφαλμένα γράφεται και αναπαράγεται. Ανήκαν τότε σε εντελώς διαφορετικές οργανώσεις: ο μεν Κορνήλιος στην ΟΚΝΕ και ο Ανδρέας σε μία από τις τροτσκιστικές και η σχέση τους ήταν σχέση φιλίας και μόνο και από κοινού συμμετοχής τους σε μια ομάδα στενών φίλων, αλλά με διαφορετικό έκαστος πολιτικό προσανατολισμό ή ένταξη, πάντως στο χώρο της κοινωνικής αμφισβήτησης.

Στη συνέχεια, το 1941, με τη γερμανική Κατοχή, ο Κορνήλιος Καστοριάδης ξαναβρήκε σύνδεση με την ΟΚΝΕ, και μέσω αυτής με το ΚΚΕ, στο οποίο όμως δεν ήταν ούτε θα γινόταν ευθέως μέλος, όπως επίσης ανακριβώς συνήθως αναφέρεται: μάλιστα, διαφωνώντας ακριβώς με τον κατά την εδραία άποψή του σοβινιστικό πλέον χαρακτήρα του κόμματος, συγκρότησε με άλλους μια ομάδα διεθνιστικού χαρακτήρα, η οποία δραστηριοποιούνταν εντός και εκτός κόμματος με στόχο τη μεταβολή της πολιτικής του σε πιο επαναστατική διεθνιστική κατεύθυνση. Εξέδωσαν δε ως μέσο πάλης και έκφρασης, βάσει του οργανωτικού ονόματός τους, το πολιτικό έντυπο Νέα Εποχή, με μια ορισμένη απήχηση στο χώρο της κομματικής νεολαίας. Αλλά με την πάροδο σύντομου χρόνου, και με τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν στον κομματικό μηχανισμό, διαπίστωσε το αδιέξοδο του εγχειρήματος.

Τέλη 1942 με αρχές 1943, ο Καστοριάδης προσχώρησε στην κομμουνιστική τροτσκιστική οργάνωση ΚΔΕΕ, την πλέον διεθνιστική και επαναστατική της εποχής στην Ελλάδα, την οποία μαζί με άλλους αγωνιστές εμψύχωνε ο μαρξιστής Σπύρος Στίνας (1900-1987), δηλαδή ο Κερκυραίος Σπύρος Πρίφτης, γνωστός με το επαναστατικό ψευδώνυμο Άγις Στίνας, στο πρόσωπο του οποίου βρήκε ένα υπόδειγμα επαναστάτη και μια πολιτική προσωπικότητα χωρίς θεωρητικά ταμπού και αγκυλώσεις, ένα είδος δασκάλου στην πολιτική θεωρία και πράξη και στον επαναστατικό διεθνισμό, τον οποίο θα χαρακτήριζε εμφατικά το 1987 ως οιονεί πατέρα του. Ο Στίνας, ηγετική μορφή του μαχόμενου ελληνικού τροτσκισμού της εποχής, αντισταλινικός (που αρχικά είχε διατελέσει υψηλόβαθμο στέλεχος του ΚΚΕ, με το οποίο κατόπιν ήρθε σε ρήξη), είχε υπάρξει στα εφηβικά και στα μετεφηβικά του χρόνια «μαθητής» του Ηλία Γιοβάνοβιτς, του εβραϊκής καταγωγής σέρβου μαρξιστή διεθνιστή επαναστάτη, με σημαντική θεωρητική κατάρτιση, ράφτη στο επάγγελμα, ο οποίος είχε καταφύγει για πέντε έτη στην Κέρκυρα, φτάνοντας εκεί κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τα λείψανα του σερβικού στρατού, ιδεολόγου λιποτάκτη, αγαπημένο μότο του οποίου ήταν γαλλιστί το: «ζήτω η παγκόσμια επανάσταση». Σίγουρα, μια σταγόνα από τον επαναστατικό διεθνισμό αυτού του σέρβου αγωνιστή, μέσω του Στίνα, θα βρισκόταν για πάντα στον Καστοριάδη, στη δράση του και στον καινοτόμο ιδεολογικό του λόγο. Με τα χρόνια, όταν ο έλληνας φιλόσοφος ανέπτυξε τον δικό του πρωτοπόρο στοχασμό, ο Σπύρος Στίνας ‒ώς το τέλος σύντροφός του και φίλος της καρδιάς και πρόσωπο καθοριστικό για την πολιτική θεωρητική διαμόρφωσή του‒, «μαθητεύοντας» κατά μία έννοια ο ίδιος πλέον στις ρηξικέλευθες θεωρητικές κατηγορίες της καστοριαδικής σκέψης, ασπάστηκε ξεκάθαρα την ουσία των θεωρητικών και πρακτικών θέσεων του πρώην «μαθητή» του και, χαρακτηρίζοντάς τον σε προσωπικές συζητήσεις κορυφαία διανόηση του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, έγινε κοινωνός τους και φορέας πολιτικής τους διάδοσης.

Τα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη χώρα, συνεπώς, ο Καστοριάδης δραστηριοποιήθηκε έντονα μέσα από τις γραμμές της οργάνωσής τους αυτής, σε καθεστώς παρανομίας, με μεγάλο προσωπικό κίνδυνο (από δωσίλογους, Γερμανούς, Κομμουνιστικό Κόμμα), στη βάση μιας κατεξοχήν διεθνιστικής αντίληψης για τη ριζική αλλαγή της κοινωνίας. Ακολούθως, τον Δεκέμβριο του 1945, 21 του μηνός, επιβιβάστηκε στο πλοίο Ματαρόα και, την επομένη, αναχώρησε από τον Πειραιά με προορισμό (μέσω Ιταλίας και Ελβετίας) το Παρίσι, στο οποίο έφτασε με το τρένο κατά τα μεσάνυχτα της 28ης προς 29η, ακριβώς για την, με υποτροφία, εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Πιο συγκεκριμένα, είχε λάβει υποτροφία μέσω του Γαλλικού Ινστιτούτου (όπως και διακόσιοι περίπου συνταξιδιώτες του, στην πλειονότητά τους διακινδυνεύοντες αριστεροί, μεταξύ των οποίων και οι φιλόσοφοι Κώστας Αξελός και Κώστας Παπαϊωάννου). Για τον Καστοριάδη ήταν ένα πραγματικό εισιτήριο ελευθερίας, καθώς στην τότε Ελλάδα του Εμφυλίου (1944 και 1946-49), λόγω της πολιτικής του ένταξης και δράσης, διέτρεχε προσωπικά τότε διπλό σοβαρό κίνδυνο, τόσο από το δεξιό καθεστώς (που το 1946 επιστράτευσε την κλάση του), όσο και από το σταλινικό κόμμα, στα ιδεολογικά και πολιτικά σχέδια του οποίου εναντιωνόταν.

Στη Γαλλία εντάχθηκε αμέσως στην αντίστοιχη της εν Ελλάδι οργάνωσής του, στο τροτσκιστικό Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα (1946), στο οποίο γρήγορα, μέσα στη χρονιά, με τον φιλόσοφο Κλοντ Λεφόρ και άλλους σχημάτισε μια τάση εξ αριστερών που θα ενέτεινε την κριτική στο σοβιετικό σταλινικό καθεστώς.  Από την απόσχιση αυτής της τάσης, τέλη του 1948 με αρχές του 1949, προέκυψαν η ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα και το περίφημο ομώνυμο περιοδικό (το 1ο τεύχος κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1949). Μέχρι το τέλος, ήταν αδιάλειπτα η ψυχή και της ομάδας και του περιοδικού.

Το 1967, εκτιμώντας την εγχώρια και διεθνή πολιτική κατάσταση, η ομάδα με συλλογικές διαδικασίες αυτοδιαλύθηκε και το περιοδικό σταμάτησε οριστικά την κυκλοφορία του. Έκτοτε, και ώς το τέλος, με ένα διάλειμμα το 1968, κατά την εξέγερση του Γαλλικού Μάη, όπου ο Καστοριάδης με τους συντρόφους του παρενέβαινε πολιτικά με κείμενα και ομιλίες στην κατειλημμένη Σορβόννη και αλλού (σε εργοστάσια και πανεπιστημιακές σχολές), ο έλληνας φιλόσοφος σταμάτησε την οργανωμένη μαζική πάλη. Επικεντρώθηκε στη σκέψη του, και έκτοτε δράση του (από την ίδια πάντοτε πολιτική και ηθική σκοπιά) ήταν η ανάπτυξη της καινοτόμου πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας του, η θεωρητική φιλοσοφία του και η παρέμβασή του στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι κυρίως μέσω αυτών. Παρέμεινε όμως αλληλέγγυος προς τα κοινωνικά κινήματα, όπου γης, και εμπράκτως ευαίσθητος.

Στην Ελλάδα, μέσα στη χούντα, κυκλοφόρησαν τρία κατεξοχήν επαναστατικά βιβλία του, ενώ κατά τις όποιες επισκέψεις του στη χώρα συμμετείχε προσωπικά στις παράνομες συναθροίσεις μιας κρυφής ομάδας γύρω από τον Στίνα, με την οποία συνδεόταν πολιτικά και στην οποία ήταν, παρά τη γεωγραφική απόσταση, ενταγμένος, ενώ στο μεταξύ, στη Γαλλία, ήδη μια άλλη συγγενής ομάδα νέων γύρω από τον ίδιο είχε κυκλοφορήσει καταγγελτικό κείμενο του απριλιανού καθεστώτος. Αλλά οι παρεμβάσεις του δεν περιορίζονταν στη Γαλλία και στην Ελλάδα. Συμμεριζόταν και υποστήριζε τα κινήματα στη Δύση, τα κινήματα της Ανατολικής Ευρώπης, μέχρι και εκείνα της Λατινικής Αμερικής.  Γενικότερα, με τον καιρό και τη φήμη που ολοένα αποκτούσε, και μέχρι την τελευτή του (λόγω μετεγχειρητικών επιπλοκών μιας επέμβασης στην καρδιά, σε νοσοκομείο στη γαλλική πρωτεύουσα), παντού και πάντα οι δημόσιες παρεμβάσεις και οι ομιλίες του Καστοριάδη, ως του φιλοσόφου της αυτονομίας, ήταν εξ ορισμού πολιτικά γεγονότα.

Αυτά για τη ζωή του. Ας περάσουμε στη σκέψη του.

 

Θεωρητική διαδρομή

Από τα εφηβικά του χρόνια, αυτό που αδιαλείπτως χαρακτηρίζει τον Καστοριάδη είναι το μεγάλο του ενδιαφέρον ταυτοχρόνως για τη σκέψη και τη δράση. Ήτοι, μια διπλή έλξη και μια πόλωση ανάμεσα στη φιλοσοφία και την πολιτική πρακτική. Ένα πάθος για την ερμηνεία του κόσμου και, μαζί, για τη ριζική αλλαγή του, δίπολο που τον καθόρισε και τον χαρακτήρισε ως στοχαστή.

Άρα, για να εκφραστούμε κάπως σχηματικά, αυτό σημαίνει ότι αφενός έχουμε έναν Καστοριάδη από την τρυφερή ηλικία και μέχρι ενός χρονικού σημείου πολιτικό αγωνιστή και στρατευμένο επαναστάτη (όπως ήδη τον είδαμε), αφετέρου έναν Καστοριάδη θεωρητικό, ο οποίος όμως, με τη σειρά του, είναι ταυτοχρόνως δύο πράγματα διακριτά αλλά συνδεόμενα στενά και διαρκώς αλληλοτροφοδοτούμενα: στοχαστής της πολιτικής ως πράξης αλλαγής και ευθέως μιας άλλης κοινωνίας, καθώς επίσης και θεωρητικός φιλόσοφος. Τα τρία αυτά στοιχεία του (πρακτική δράση και προσωπική στράτευση, ιδεολογικός θεωρητικός πολιτικός λόγος, καθαρή φιλοσοφία και σκέψη) φυσικά επικοινωνούν μεταξύ τους· και τα δύο τους, η πολιτική θεωρία και ο φιλοσοφικός στοχασμός, συνυπάρχοντας σταθερά στο έργο του –παρά τις κατά περιόδους εμφάσεις: π.χ. αρχή αρχή (1944) περισσότερο φιλοσοφία και θεωρία, μετά (1946-1963) περισσότερο πολιτική και η θεωρία της, εν συνεχεία (1964-1997) κυρίως stricto sensu φιλοσοφία και θεωρητικός στοχασμός, αλλά πάντα βεβαίως και πολιτικός λόγος με φιλοσοφική εμβάθυνση– είναι αυτά ακριβώς που συναποτελούν τη θεωρητική του προσωπικότητα, όπως αυτή εκδηλώνεται στα γραπτά του και όπως μας ενδιαφέρει: δηλαδή, τον περί ου ο λόγος σημαίνοντα διανοητή Κορνήλιο Καστοριάδη, εντέλει κρίσιμο φιλόσοφο αλλά και θεωρητικό της αυτονομίας, ταυτοχρόνως.

Μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτόν δύο κύριες συγγραφικές περιόδους, με προσφορότερο εν προκειμένω για μας μεθοδολογικό εργαλείο όχι φυσικά το ποιο πεδίο των θεωρητικών του ενδιαφερόντων βρίσκεται κάθε φορά στο επίκεντρο (πολιτική ή φιλοσοφία, που ακριβώς αποτελούν σταθερό δίπολο του ενδιαφέροντός του), αλλά αυστηρά τον φιλοσοφικό του αυτοπροσδιορισμό, τις θέσεις του και τις κεντρικές θεωρητικές κατηγορίες που ρητώς υιοθετεί κι από μια στιγμή και πέρα ο ίδιος εντελώς πρωτοποριακά επινοεί. Διακρίνουμε, ως εκ τούτου: α) μια πρώτη περίοδο, από το 1944 έως και το 1963, κατά την οποία ο Καστοριάδης είναι μαρξιστής: ένας εξέχων θεωρητικός εντός αυτού του ρεύματος, με σημαντικό και ρηξικέλευθο κοινωνιολογικό και πολιτικό έργο, το οποίο συν τω χρόνω αναπτύσσει στη βάση πάντα ενός ολοένα επιτεινόμενου και παράλληλα αυτοϋπονομευόμενου δημιουργικού κριτικού φιλοσοφικού μαρξισμού· β) μια δεύτερη περίοδο, από το 1964 έως και το 1997, όπου αναδύεται πλέον ο ίδιος ως κατεξοχήν αυτοτελής φιλοσοφική μορφή, με διακριτή θέση στη διαχρονική φιλοσοφική αγορά, δηλαδή ως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο φιλόσοφος του φαντασιακού και ο πολιτικός στοχαστής της αυτονομίας. Πράγματι, το 1964, ο έλληνας φιλόσοφος, βγάζοντας τα αναγκαία συμπεράσματα από την όλη του μέχρι τότε κριτική θεωρητική πορεία και ανάπτυξη, θα οριστικοποιήσει δημοσίως τη φιλοσοφική ρήξη του με τον μαρξισμό και το σημασιακό του σύμπαν, δηλώνοντας εμφατικά πως ή θα είναι κανείς επαναστάτης ή θα είναι μαρξιστής, διότι τα δύο αυτά είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους.

Κάποιοι βασικοί σταθμοί που συνδυαστικά τον οδήγησαν σε αυτή τη μεστή πολιτικής σημασίας πλήρη διάρρηξη του λογοκρατικού κελύφους κάθε μαρξιστικής υλιστικής διαλεκτικής μεταφυσικής, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του έργου του Μαρξ, συνοπτικά, ήταν:

Α) Η μνημειώδης από μέρους του και αξεπέραστη ως προς τον θεωρητικό της πυρήνα κοινωνιολογική ανάλυση της φύσης και του κοινωνικού χαρακτήρα του καθεστώτος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (και των δήθεν λαϊκών δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης), με την οποία, ήδη από το 1946-49, στη βάση ακόμη των μαρξικών οικονομικών κατηγοριών, κατέδειξε, μια για πάντα, ότι δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση περί σοσιαλισμού, αλλά αντιθέτως για ένα, πέραν των προβλέψεων της θεωρίας, νέου τύπου εκμεταλλευτικό καθεστώς, ως προς τις οικονομικές του δομές σαφώς καπιταλιστικού χαρακτήρα, τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό (όπως προσφυώς το ονόμασε), με κυρίαρχη κοινωνική και οικονομική τάξη τη γραφειοκρατία, που διά του ολοκληρωτικού κράτους της καρπωνόταν ωσαύτως με τον δυτικό κόσμο την παραγόμενη υπεραξία, και η οποία εν προκειμένω ασκούσε δικτατορικά την εξουσία. Ο Καστοριάδης εμφατικά έλεγε ότι στη λέξη «ΕΣΣΔ», υπήρχαν τέσσερα ψέματα: δεν επρόκειτο περί ένωσης, ούτε περί εργατικών συμβουλίων, ούτε περί σοσιαλισμού, ούτε φυσικά περί δημοκρατίας.

Β) Η από μέρους του Καστοριάδη διαπίστωση ότι κομβικές μαρξικές οικονομικές αναλυτικές κατηγορίες δεν λειτουργούσαν ικανοποιητικά ως προς την περιγραφή της πραγματικής κεφαλαιοκρατικής οικονομικής ζωής, όπως αυτή εκδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια του ως οικονομολόγου, και ήταν εντέλει εσφαλμένες (π.χ. η εργατική δύναμη ως εμπόρευμα με καθορισμένη αξία, ο νόμος της αύξησης του ποσοστού εκμετάλλευσης, ο νόμος της ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, η μετρήσιμη αξία του κεφαλαίου, με αφετηρία της θεωρητικής τους αστοχίας ως οικονομικών κατηγοριών τη διπλή παραγνώριση της πάλης των τάξεων και της εξέλιξης της τεχνικής από την αυστηρώς οικονομική σκέψη του Μαρξ).

Γ) Η από μέρους του Καστοριάδη διαύγαση της ιστορικής μοίρας του μαρξισμού και της κατάληξής του πολύ συχνά σε κυρίαρχη ιδεολογία, απολογητική καθεστώτων ανελευθερίας και τρομοκρατίας, και παράλληλα η διαπίστωσή του ότι ακριβώς η ίδια η θεωρία ενείχε εξαρχής, δίπλα στο επαναστατικό της στοιχείο, το σπόρο της εκτροπής της κατά την πρακτική της εφαρμογή.

Δ) Η ιστορική διαπίστωση του Καστοριάδη ότι το προλεταριάτο δεν είναι ο αποκλειστικός κάτοχος του προτάγματος της κοινωνικής αλλαγής, ότι μάλιστα απομειώνεται ποσοτικά, ενώ παράλληλα η κοινωνική σύνθεση έχει μεταβληθεί, ότι στην πράξη είναι δυνατό να ενταχθεί απολύτως στην αλλοτριωμένη κοινωνία και ότι αυτό πράγματι συμβαίνει. Επίσης, η διαπίστωση περί της ενίοτε αυθόρμητης δημιουργικής δράσης του προλεταριάτου, όπως και άλλων κοινωνικών κατηγοριών, λ.χ. των νέων και των γυναικών, αλλά και της κοινωνίας στο σύνολό της. 

Ε) Η από μέρους του Καστοριάδη περαιτέρω εμβάθυνση, στη βάση της ιστορικής εμπειρίας και των συλλογικών αγώνων, του ζητήματος της αυτοδιεύθυνσης των εργαζομένων και της αυτοκυβέρνησης της κοινωνίας.

ΣΤ) Η ενασχόλησή του με την κοινωνική ανθρωπολογία, την εθνολογία και τα πορίσματά τους, που, παράλληλα με την ιστορική προσέγγιση, καταδείκνυαν στα μάτια του την ερμηνευτική εμβέλεια του μαρξικού οικονομισμού ως περιορισμένη, τη δε οντολογική και εξηγητική πρωτοκαθεδρία της οικονομίας ως απλή «εθνοκεντρική» προβολή του καπιταλιστικού φαντασιακού οικονομικού κριτηρίου πάνω σε όλη την ανθρώπινη ιστορία.

Ζ) Η ενασχόλησή του με τη ψυχανάλυση, που με τη σειρά της αναδείκνυε στα μάτια του τη ριζική φαντασία ως οντολογικό κέντρο της ψυχής.

Η) Η παρατήρησή του, κατά τα ταξίδια του, του μη αναγώγιμου των καλλιτεχνικών δημιουργημάτων άλλων πολιτισμών σε οικονομικές αιτίες και ο εντοπισμός αντιθέτως, του φαντασιακού στοιχείου ως καθοριστικού για κάθε καλλιτεχνική δημιουργία και, εντέλει, για κάθε κοινωνική θέσμιση.

Θ) Στη βάση ακριβώς των ανωτέρω και ως απόρροιά τους, η κριτική του θα στραφεί εκ των πραγμάτων εναντίον της ίδιας της μαρξιστικής φιλοσοφικής θεώρησης της ιστορίας και του ντετερμινιστικού προφητικού πυρήνα της, πλήττοντας καίρια και συνολικά τη μαρξιστική μεταφυσική.

Το 1975, ο Καστοριάδης δημοσίευσε το opus magnum του, τη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας. Έργο κλασικό της σύγχρονης σκέψης, συνιστά μια επιστημολογική τομή. Ολοκληρώνοντας τη ρήξη με τον Μαρξ, προσφέρει ένα εντελώς νέο φιλοσοφικό και διανοητικό σύμπαν, οικοδομημένο στη βάση ριζικά νέων, αποκλειστικά δικών του, οντολογικών φιλοσοφικών κατηγοριών, με ανάφορό τους την κοινωνία, την ετερότητα του χρόνου, τον άνθρωπο, την ψυχή, τον κόσμο, το είναι/ον. Έργο με το οποίο ταυτοχρόνως καταθέτει και μιαν άλλη, βαθύτερη και διαφορετική, κατανόηση του πεδίου και των στόχων της πολιτικής. Έκτοτε, και για τα επόμενα 22 χρόνια της ζωής του, ο φιλόσοφος ανέπτυξε αυτόν το στοχασμό του, εμβαθύνοντας σε ένα εντυπωσιακό εύρος πεδίων της φιλοσοφίας και των επιστημών, που τον καθιστά σύγχρονο αναγεννησιακό άνθρωπο της φιλοσοφίας, πνεύμα καθολικό, κάτι στις μέρες μας απείρως δυσκολότερο από το παρελθόν.

Στη συνέχεια θα σταθούμε εντελώς συνοπτικά σε δύο μόνο σημεία: στον οντολογικό πυρήνα της φιλοσοφίας του (εν προκειμένω της κοινωνικής φιλοσοφίας του) και στην πολιτική του σκέψη.

 

Φιλοσοφία ως οντολογία

Για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, η κοινωνική πραγματικότητα, στον οντολογικό της πυρήνα, συγκροτείται πάντοτε και υποχρεωτικά από δύο στοιχεία: το συνολοταυτιστικό και το φαντασιακό. Το πρώτο αναφέρεται στη λογική διάσταση που κάθε κοινωνία προϋποθέτει, ώστε να καθίσταται εφικτή η λειτουργία της (η αναφορά εδώ στη θεωρία των συνόλων και την τυπική λογική είναι ευθεία). Αφορά, δηλαδή, τη λειτουργική διάσταση του κοινωνικού, ήτοι τις αιτιακές συνέπειες και τις λογικές σχέσεις που διέπουν την κοινωνική ζωή προσδίδοντάς της την ορθολογικότητά της – πάντοτε συγκεκριμένη και διακριτή από κοινωνία σε κοινωνία ορθολογικότητα. Πρόκειται, κατά μίαν έννοια, για τα λογικά βήματα που είναι απαραίτητα για την άρθρωση και την εκπλήρωση των σκοπών της κοινωνικής ζωής, ή άλλως για τα μαθηματικά της, εντός και εκτός εισαγωγικών. Να σημειωθεί μόνο ότι το λεγόμενο συνολιστικό-ταυτιστικό στοιχείο συναρτάται με τη λογική διάσταση της φυσικής πραγματικότητας (της ανόργανης είτε της έμβιας φύσης), όπως αυτή κάθε φορά συλλαμβάνεται και εντάσσεται στο κοινωνικό πεδίο από την ίδια την κοινωνία – δυνάμει της αυτοθέσμισής της, συνεπώς δυνάμει των ιστορικά ιδιαίτερων τελικοτήτων της και αυτονοηματοδοτήσεών της (παράδειγμα: τα έτη ισοδυναμούν με περιστροφές της Γης γύρω από τον Ήλιο). Συναρτάται όμως, πάντα, και με αυτό που καθαρά η κάθε κοινωνία θεσμίζει ακριβώς ως τη δική της διακριτή συνολοταυτιστική διάσταση και λογικότητα, δηλαδή ως τη δική της εσωτερική θεσμική λογική άρθρωση και, εντός αυτής, ως τη σχέση των δικών της μέσων και σκοπών (παράδειγμα: θέλεις να πάρεις πτυχίο; θα σπουδάσεις τέσσερα χρόνια στο πανεπιστήμιο).

Το δεύτερο κατά Καστοριάδη στοιχείο που διέπει απαραιτήτως τη συγκρότηση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι το λεγόμενο φαντασιακό. Δεν είναι απλώς το κρίσιμο οντολογικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής, συνιστά μέσα στο είναι/ον το διακριτικό οντολογικό γνώρισμα του ανθρώπινου είδους, συνολικά. Πρόκειται δηλαδή για τον οντολογικό πυρήνα του ανθρώπινου πεδίου σε όλες τις αποκλειστικά δικές του στιβάδες: ψυχή, κοινωνικό άτομο, κοινωνία, αυτόνομη κοινωνία· πυρήνα, ο οποίος καθιστά το είδος μας οντολογική ετερότητα ως προς τη φύση και τον έμβιο κόσμο (στον οποίο, όμως, ταυτοχρόνως επίσης ανήκουμε, ως έμβιοι οργανισμοί). Για τον φιλόσοφο, το ανθρώπινο φαντασιακό στοιχείο, γενικά ιδωμένο, είναι το ριζικό φαντασιακό – και δημιουργεί το νόημα ως ανθρώπινο ουσιώδες κατηγόρημα. Ως προς την ατομική ψυχή (που ορίζεται ως ρους παραστάσεων, αισθημάτων και προθέσεων) ονομάζεται ριζική φαντασία· ως προς το κοινωνικό πεδίο, είναι το κοινωνικό φαντασιακό.

Το ριζικό φαντασιακό λοιπόν είναι η οντολογική δυνατότητα από κάτι που υπάρχει να τίθεται ex nihilo κάτι που δεν υπάρχει (εξ ου και ριζικό). Νέες παραστάσεις, νέες σημασίες και, δι’ αυτών, νέοι κοινωνικοί θεσμοί. Είναι αυτό που στις δύο διαστάσεις του ως κοινωνικού φαντασιακού ‒το ριζικό θεσμίζον φαντασιακό και το θεσμισμένο κοινωνικό φαντασιακό‒ καθιστά την κοινωνία διάρρηξη της ταυτότητας, χρονική ετερότητα, μη υποκείμενη σε νομοτέλειες ιστορική δημιουργία, εντέλει: κοινωνικοϊστορικό. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, κέντρο της κοινωνίας και κέντρο της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό το οντολογικό στοιχείο: το ριζικό κοινωνικό φαντασιακό. Χάρη σ’ αυτό, η κοινωνία καθίσταται  συγχρόνως θεσμίζουσα και θεσμισμένη, κάνοντας κάθε φορά να υπάρξει ένα μάγμα φαντασιακών σημασιών και υπάρχοντας η ίδια, η συνολοταυτιστική της λειτουργία και οι θεσμοί της, μέσω αυτού του θεσμισμένου μάγματος. Αυτοθεσμίζεται δηλαδή, δημιουργώντας τον εαυτό της. Εντέλει, χάρη σ’ αυτό, η κοινωνία έχει οντολογικά τη δυνατότητα να αλλάξει ριζικά τον εαυτό της και να γίνει ό,τι ο ίδιος ως πολιτικός στοχαστής αποκαλεί: η αυτόνομη κοινωνία. Δυο λέξεις.

 

Η πολιτική θεωρία

Τι είναι η αυτόνομη κοινωνία για τον Καστοριάδη; Είναι πρόταγμα. Σε αντίθεση με την ετερονομία, είναι η πολιτική επιλογή και η φαντασιακή θέσμιση μιας κοινωνίας που όχι μόνο έχει καταργήσει την ταξική διαίρεση και τη διάκριση εξουσιαστών-εξουσιαζόμενων αλλά η οποία πρωτίστως θέτει τους νόμους της (τις παραστάσεις, τις σημασίες και τους κανόνες της), διαθέτοντας εκείνους ακριβώς τους θεσμούς που της επιτρέπουν ρητώς και συνειδητά να το πράττει. Στο πεδίο της πολιτικής είναι η άμεση δημοκρατία. Στο πεδίο των κοσμοθεωρητικών παραστάσεων δεν είναι η θρησκεία, αλλά ο θεσμός της φιλοσοφίας, με τη στοχαστική αμφισβήτηση και το «λόγον διδόναι».

Συνελόντι ειπείν, είναι η κοινωνία που διά των σημασιών και των θεσμών της επωμίζεται το φαντασιακό οντολογικό της κέντρο. Που σημαίνει: ότι αυτοθεσμίζεται ρητώς κι ότι αυτοπεριορίζεται.

 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης, Ράππα, 1978

Ουγγρική επανάσταση 1956, μετάφραση: Μανόλης Λαμπρίδης, Ύψιλον/βιβλία, 1980

Η πείρα του εργατικού κινήματος, μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς, Βάσω Ψιμούλη, Ύψιλον/βιβλία, 1984

Η γραφειοκρατική κοινωνία. Οι παραγωγικές σχέσεις στη Ρωσία, μετάφραση: Έφη Παπαδοπούλου, Αλέκος Χόπογλου, Ύψιλον/βιβλία, 1985

Η γραφειοκρατική κοινωνία. Η επανάσταση κατά της γραφειοκρατίας, μετάφραση: Αλέκος Παπακυριάκης, Ύψιλον/βιβλία, 1985

Η γαλλική κοινωνία, μετάφραση: Μπάμπης Λυκούδης, Ύψιλον/βιβλία, 1986

Μπροστά στον πόλεμο, μετάφραση: Ζωή Χριστοφίδου - Καστοριάδη, Ύψιλον/βιβλία, 1986

Καιρός, μετάφραση: Κώστας Κουρεμένος, Ύψιλον/βιβλία, 1987

Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση, μετάφραση: Κώστας Κουρεμένος, Άγις Στίνας, Ύψιλον/βιβλία, 1987

Πρώτες δοκιμές. Max Weber: Για τη θεωρία των κοινωνικών επιστημών, Ύψιλον/βιβλία, 1988

Από την οικολογία στην αυτονομία (με τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ), μετάφραση: Άλκης Σταύρου, Ράππα, 1992

Χώροι του ανθρώπου, μετάφραση: Ζήσης Σαρίκας, Ύψιλον/βιβλία, 1995

Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, μετάφραση: Κώστας Κουρεμένος, Ζωή Χριστοφίδου - Καστοριάδη, Ύψιλον/βιβλία, 1998

Ο θρυμματισμένος κόσμος, μετάφραση: Ζήσης Σαρίκας, Κώστας Σπαντιδάκης, Ύψιλον/βιβλία, 1999

Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου, μετάφραση: Ζήσης Σαρίκας, Ύψιλον/βιβλία, 1999

Η άνοδος της ασημαντότητας, μετάφραση: Κώστας Κουρεμένος, Ύψιλον/βιβλία, 2000

Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Ύψιλον/βιβλία, 2000

Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα, Ύψιλον/βιβλία, 2000

Διάλογοι, μετάφραση: Εύη Γεροκώστα, Ύψιλον/βιβλία, 2001

Ο Πολιτικός του Πλάτωνα. Επτά σεμινάρια στην EHESS, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη, Πόλις, 2001

Φιλοσοφία και επιστήμη. Ένας διάλογος με τον Γεώργιο Λ. Ευαγγελόπουλο, Ευρασία, 2004

Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα, Ύψιλον/βιβλία, 2005

Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία. Πέντε διαλέξεις στη Βόρειο Ελλάδα, Ύψιλον/βιβλία, 2005

Η ελληνική ιδιαιτερότητα: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο. Σεμινάρια 1982-1983, μετάφραση: Ξενοφών Α. Γιαταγάνας, Κριτική, 2007

Παράθυρο στο χάος, μετάφραση: Ευγενία Τσελέντη, Ύψιλον/βιβλία, 2008

Η ελληνική ιδιαιτερότητα: Η Πόλις και οι νόμοι. Σεμινάρια 1983-1984, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη, Κριτική, 2008

Ακυβέρνητη κοινωνία. Συνεντεύξεις και συζητήσεις 1974-1997, μετάφραση: Ζήσης Σαρίκας, Ευρασία, 2010

Η ελληνική ιδιαιτερότητα: Θουκυδίδης, η ισχύς και το δίκαιο. Σεμινάρια 1984-1985, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη, Κριτική, 2011

Η δυνατότητα μιας αυτόνομης κοινωνίας. Μια διάλεξη και δύο συνεντεύξεις στη Λατινική Αμερική, μετάφραση: Μιχάλης Τσούτσιας, Στάσει Εκπίπτοντες, 2012

Στο Radio Libertaire. Συζητώντας με Γάλλους αναρχικούς στο ελευθεριακό ραδιόφωνο, μετάφραση: Νίκος Γιαννίκος, Στάσει Εκπίπτοντες, 2015

Δημοκρατία και σχετικισμός. Συζήτηση με την ομάδα MAUSS, μετάφραση: Χρήστος Γεμελιάρης, Στάσει Εκπίπτοντες, 2015

Πεπραγμένα και πρακτέα, μετάφραση: Κώστας Σπαντιδάκης, Ύψιλον/βιβλία, 2019

Ο Πολιτικός του Πλάτωνα. Επτά σεμινάρια στην EHESS, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη, Ύψιλον/βιβλία, 2020

Η κοινωνία ενάντια στη γραφειοκρατία. 3 συνεντεύξεις, μετάφραση: Αλέξανδρος Σχισμένος, Ιωάννα-Μαρία Μαραβελίδη, Αυτολεξεί, 2021

 

Γιάννης Λαζαράτος

Καθηγητής φιλοσοφίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Βιβλία του: Τέχνη και πολυσημία (2004), Umberto Eco: Διασημειωτική μετάφραση και μετάφραση και επιστημολογία (2007), Τέχνη, φιλοσοφία, αυτονομία (2011), Το παράθυρο του Καστοριάδη (2018), Τέχνη, φιλοσοφία, αυτονομία (2018).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.