Νίκος Ψαρρός
Καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Πρόσφατο βιβλίο του: Από πλάγια οπτική γωνία (2018).
Άνδρα μοι έννεπε, Νόλαν, πολύτροπον…
Οδύσσεια. Έγχρωμη ταινία δράσης-φαντασίας, προσαρμογή του έπους του Ομήρου, σε σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή του Christopher Nolan. Πρωταγωνιστούν: Matt Damon, Tom Holland, Anne Hathaway, Robert Pattinson, Lupita Nyong’o, Samantha Morton, Zendaya, Charlize Theron. Διεύθυνση φωτογραφίας: Hoyte van Hoytema, Μοντάζ: Jennifer Lame, Μουσική: Ludwig Göransson, Διεύθυνση παραγωγής: Emma Thomas, Christopher Nolan, Παραγωγή: Universal Pictures. Syncopy, Πρώτη προβολή: 17 Ιουλίου 2026, Διάρκεια: 173΄
Και ο γνωστός σκηνοθέτης Κρίστοφερ Νόλαν άκουσε την παρότρυνση του βάρδου και δημιούργησε σε 91 μέρες την έβδομη κινηματογραφική εκδοχή (την όγδοη αν συμπεριλάβουμε και την ταινία Oh Brother, where art thou? των αδελφών Κοέν) του περίφημου ομηρικού έπους (η πρώτη είναι η ιταλική βουβή ταινία L’Odissea του 1911, που σκηνοθέτησαν οι Φραντσέσκο Μπερτολίνι, Αλμπέρτο Παντοβάν και Τζουζέπε ντε Λιγκουόρο). Ποιος ήταν ο στόχος του, τι πέτυχε.
Όπως όλες οι μεταφορές μιας διήγησης στην μεγάλη οθόνη έτσι και στην περίπτωση της Οδύσσειας, μιας διήγησης που έχει σχεδόν τρισχιλιετή ιστορία ερμηνειών, προσαρμογών σε άλλα καλλιτεχνικά γένη και προσλήψεων από μεταξύ τους πολύ διαφορετικά κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά συστήματα, ο προσαρμογέας θα φέρει το αρχικό έργο στα μέτρα καταρχήν του καλλιτεχνικού γένους για το οποίο γίνεται η διασκευή και παράλληλα θα το ερμηνεύσει προσαρμόζοντάς το στο αισθητικό, αξιακό, ηθικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής του. Στην περίπτωση έργων όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, που είναι γραμμένα έτσι ώστε να αναγκάζουν τον αναγνώστη ή τον ακροατή να «υλοποιήσει» την πλοκή τους στη δική του φαντασία, μια προσαρμογή σε ένα καλλιτεχνικό γένος όπως το θέατρο ή ο κινηματογράφος που απευθύνεται σε ένα κοινό, δηλαδή se ένα πλήθος διαφορετικών ανθρώπων, πρέπει να αναμετρηθεί με την κάθε προσωπική εκδοχή του έργου στο μυαλό του κάθε θεατή.
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα κοινό μέτρο αξιολόγησης, όχι μόνο ανάμεσα στους θεατές αλλά και μεταξύ του διασκευαστή του έργου και του κοινού του – κάτι που θέτει τον διασκευαστή μπροστά στον άθλο της δημιουργίας της δικής του εκδοχής της πλοκής της διήγησης και τον φέρνει στην θέση των βάρδων του όγδοου αιώνα προ Χριστού, που σκάρωναν ο καθένας την προσωπική του διήγηση την κατορθωμάτων των ηρώων τους, για νa διασκεδάσουν ή να νουθετήσουν ένα συγκεκριμένο ακροατήριο μια συγκεκριμένη μέρα και στιγμή – είτε αυτή ήταν μια ομήγυρη πολιτών σε μια γιορτή της πόλης τους είτε μια σύναξη της συμμορίας των επίδοξων σφετεριστών του θρόνου του Οδυσσέα που περιδρομιάζουν στην μεγάλη αίθουσα του παλατιού του, περιμένοντας να ενδώσει επιτέλους η Πηνελόπη.
Στην περίπτωση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, γιατί τα κείμενα που έχουν φτάσει ώς εμάς έχουν το στάτους ενός κανόνα. Με άλλα λόγια δεν έχουμε πια πρόσβαση στο «πρωταρχικό» μυθολογικό υλικό επάνω στο οποίο ο Όμηρος –δεν θα μας απασχολήσουν εδώ οι διάφορες φιλολογικές απόψεις περί ενός ή διαφορετικών συγγραφέων των δυο έργων– βασίστηκε για να συνθέσει τα δυο έπη, έτσι ώστε οι εκδοχές των θρύλων που μας παρουσιάζει να αποτελούν την δική του ερμηνεία και να αντανακλούν την δική του πρόθεση να μεταφέρει ένα μήνυμα στο ακροατήριο της εποχής του.
Η έλλειψη κοινού μέτρου και το γεγονός ότι ο εκάστοτε διασκευαστής των ομηρικών επών πρέπει να δώσει τη δική του ερμηνεία της πρόθεσης του Ομήρου σημαίνει, για την εκδοχή της Οδύσσειας του Κρίστοφερ Νόλαν, πρώτον, ότι ο σκηνοθέτης πρέπει να κάνει τις προσαρμογές που θεωρεί αναγκαίες για να μεταφέρει τη δική του ανάγνωση της πλοκής του έπους στο καλλιτεχνικό γένος που υπηρετεί –τον κινηματογράφο– και, δεύτερον, ότι η εκδοχή του μπορεί να μετρηθεί μόνο σε σχέση με την εσωτερική συνοχή της πλοκής της. Βέβαια σε αυτή τη συνοχή ανήκουν και τα σκηνικά και η δομή και εμφάνιση των χαρακτήρων και η ενσωμάτωση χαρακτηριστικών στοιχείων της ομηρικής διήγησης, όπως π.χ. ο ρόλος του λωτού – στην εκδοχή του Νόλαν είναι η αιτία της λήθης της Ιθάκης και της Πηνελόπης που ταλανίζει τον Οδυσσέα όσο βρίσκεται υπό τη σαγήνη της Καλυψώς.
Κατά τη γνώμη μου, η περιγραφή του Οδυσσέα από τον Νόλαν ακολουθεί (αν και δεν ταυτίζεται απόλυτα) την ερμηνεία που δίνουν στο ομηρικό έπος οι Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο στο κλασικό δοκίμιό τους Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού που δημοσιεύτηκε το 1947. Οι δυο θεμελιωτές της λεγόμενης Κριτικής Θεωρίας αφιερώνουν ένα κεφάλαιο του δοκιμίου τους στον κεντρικό ήρωα της Οδύσσειας ερμηνεύοντας το χαρακτήρα του ως το αρχέτυπο του σύγχρονου ορθολογικού ανθρώπου, ο οποίος αντί να επιδιώξει μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με δυνάμεις που δεν μπορεί να νικήσει, βρίσκει τρόπους να εκμεταλλευτεί «παράθυρα» στις επιταγές τους - και έτσι, όχι μόνο να καταφέρει να υπερβεί τα εμπόδια που του ορθώνουν στον δρόμο του, αλλά και να τις εξουδετερώσει μια για πάντα. Ως παράδειγμα αναφέρουν την διάβαση του Οδυσσέα και των συντρόφων του από την περιοχή των Σειρήνων. Ο Οδυσσέας εκμεταλλεύεται το ότι η επιταγή απαιτεί ότι κάποιος πρέπει να ακούσει το κάλεσμά τους και να μην ενδώσει σε αυτό αλλά δεν απαγορεύει ότι οι υπόλοιποι μπορούν να αποφύγουν αυτή τη δοκιμασία βουλώνοντας τα αυτιά τους με κερί. Έτσι ο Οδυσσέας τηρεί από την μια μεριά το «γράμμα» της επιταγής, μεθερμηνεύει όμως το «πνεύμα» της ακυρώνοντάς την. Αυτή η δύναμη της ερμηνείας καθιστά τον Οδυσσέα κύριο της μοίρας του, τον καθιστά όμως και αποκλειστικά υπεύθυνο για τις συνέπειες των πράξεών του.
Ο Νόλαν χρησιμοποιεί την ερμηνεία των Χορκχάιμερ και Αντόρνο ως εφαλτήριο για να μας οδηγήσει σε μια άλλη Οδύσσεια: αυτή των παθών της ψυχής του ορθολογικού ανθρώπου που, πλέον, δεν μπορεί να μετακυλήσει τις ευθύνες για τις πράξεις του –πολλές από αυτές είναι εγκληματικές όπως μας διηγείται ο μύθος– σε ανώτερες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό για τη διήγηση του Νόλαν ότι οι θεοί δεν εμφανίζονται ούτε παίρνουν ενεργό μέρος στην πλοκή, με μόνη εξαίρεση την Αθηνά. Αυτή όμως είναι ορατή μόνο για τον Οδυσσέα, οι άλλοι νομίζουν ότι μονολογεί, και προς το τέλος της αφήγησης, όταν ο Οδυσσέας ανακτά επιτέλους την πρόσβαση σε όλο το εύρος των αναμνήσεών του από τη νύχτα της άλωσης της Τροίας, γίνεται φανερό ότι η Αθηνά με την οποία συνομιλεί και που τον στηρίζει σε όλη του την προσπάθεια να ανακτήσει το θρόνο του είναι ένα από τα θύματά του εκείνης της μοιραίας νύχτας – η νεαρή ιέρεια της Αθηνάς.
Το βάρος της ευθύνης του Οδυσσέα τονίζεται και από μια μικρή αλλά σημαντική διασκευή ενός δευτερεύοντας χαρακτήρα του δράματος, που δεν αναφέρεται στο ομηρικό έπος αλλά μας είναι γνωστό από την Αινειάδα του Βιργιλίου. Πρόκειται για τον Σίνωνα, έναν νεαρό στρατιώτη που μένει άοπλος πλάι στο Δούρειο Ίππο και λέει στους Τρώες που πλησιάζουν όταν διαπιστώνουν ότι οι Αχαιοί έχουν εξαφανιστεί ότι άφησαν το ξύλινο άλογο ως ανάθημα στην Αθηνά για να εξιλεωθούν για τις συμφορές του δεκάχρονου πολέμου. Ο Σίνων του Βιργιλίου είναι μια μικρή εκδοχή του ίδιου του Οδυσσέα γιατί εμφανίζεται ως λιποτάκτης και ζητά άσυλο από τους Τρώες –το οποίο του δίνει ο ίδιος ο Πρίαμος– γιατί δήθεν φοβήθηκε την οργή του Οδυσσέα ως συγγενής του Παλαμήδη, τον οποίο ο Οδυσσέας κατηγόρησε άδικα για προδοσία καταφέρνοντας τη θανατική του καταδίκη. Όμως, στην Οδύσσεια του Νόλαν ο Σίνων είναι ένα ακόμα θύμα της πανουργίας του Οδυσσέα, γιατί τον αφήνει πίσω με την εντολή να παραπλανήσει τους Τρώες σε ό,τι αφορά τον Δούρειο Ίππο, χωρίς όμως να τον πληροφορήσει για τον πραγματικό σκοπό του. Ο Σίνων του Νόλαν, με άλλα λόγια, δεν γνωρίζει ότι ο Οδυσσέας και οι συμπολεμιστές του βρίσκονται κρυμμένοι στο ξύλινο άλογο και τελικά φονεύεται από τους Τρώες κατά παράβαση του δικαίου του πολέμου και του νόμου που προστατεύει τους ικέτες.
Στο τέλος της ταινίας, σε μια ενδιαφέρουσα εκδοχή της κλασικής ύβρεως των μεγάλων τραγωδών, διαφαίνεται ότι ο «Λαός της Θάλασσας» που τρομοκρατεί τις ακτές της μυκηναϊκής Ελλάδας και διαβρώνει σιγά αλλά σταθερά τη συνοχή του μυκηναϊκού πολιτισμού δεν είναι τίποτα άλλο από τον Οδυσσέα και το τσούρμο του, που περιπλανώμενοι στο Τυρρηνικό Πέλαγος σπέρνουν τον τρόμο και την καταστροφή.
Όλη η δομή της πλοκής της ταινίας υπηρετεί και στηρίζει την πορεία του Οδυσσέα προς την κορύφωση του δράματος, που δεν είναι άλλη από την εξόντωση των σφετεριστών του θρόνου και την επανένωσή του με την Πηνελόπη και το γιο του. Όμως η επανάκτηση της εξουσίας και η επανένωση της οικογένειας δεν μπορούν πλέον να οδηγήσουν στη λύτρωση του διαφωτισμένου και χειραφετημένου από τις υπερκόσμιες δυνάμεις «πολιτικού» ανθρώπου, που ενσαρκώνει ο Οδυσσέας. Γι’ αυτό –και σε μια ακόμα υπέρβαση του ομηρικού μύθου– ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη παραδίδουν το θρόνο της Ιθάκης στον Τηλέμαχο και ανοίγουν πανιά για τη «Χώρα της Δύσης» πέρα από τη θάλασσα, για να τιμήσουν τους άταφους νεκρούς που έχουν στρώσει το δρόμο του Οδυσσέα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δάνεια από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του Τζάκσον και τη Μεγάλη Σιωπή του Κορμπούτσι, όμως αυτά δένουν και ολοκληρώνουν τη διήγηση.
Σε ό,τι αφορά το καστ, ο σκηνοθέτης έκανε κατά τη γνώμη μου ορθές επιλογές: ο Ματ Ντέιμον, η Ανν Χάθαγουεϊ και ο Τομ Χόλαντ καταφέρνουν να ενσαρκώσουν πειστικά τους χαρακτήρες του Οδυσσέα, της Πηνελόπης και του Τηλέμαχου, όπως και ο Έλιοτ Πέιτζ τον Σίνωνα και ο Ρόμπερτ Πάτινσον τον Αντίνοο, τους οποίους στην αφήγηση του Νόλαν συνδέει ένα άλλο έγκλημα – ο Αντίνοος εξαγοράζει τη θητεία του στο εκστρατευτικό σώμα του Οδυσσέα από τους φτωχούς γονείς του Σίνωνα, έτσι ο Σίνων παίρνει τη θέση του.
Η Ζεντάγια είναι επίσης μια πειστική ενσάρκωση της Αθηνάς/συνείδησης του Οδυσσέα, του οδηγούντος πνεύματος που τον φέρνει μέχρι το κατώφλι του δώματος της Πηνελόπης.
Η Σαμάνθα Μόρτον στο ρόλο μιας απομυθοποιημένης Κίρκης, μιας μάγισσας που μεταμορφώνει όποιον και όποιαν μισεί ή αντιπαθεί, συμπεριλαμβανομένης της αδελφής της, σε ζώο ή πτηνό, ενώ η Σαρλίζ Θερόν στο ρόλο της Καλυψώς ενσαρκώνει το στερεότυπο της σαγηνευτικής νύμφης που από την μια μεριά σώζει και φροντίζει τον Οδυσσέα, ενώ από την άλλη τον κρατά δέσμιό της με τη βοήθεια του λωτού.
Ο Τζον Μπέρνθαλ μας παρουσιάζει έναν αυταρχικό Μενέλαο, ο οποίος δεν διδάχτηκε τίποτα από τη φυγή της γυναίκας του, της Ωραίας Ελένης, με τον Πάρι. Μπορεί να κατάφερε να ανακτήσει το σώμα της, όμως την ψυχή της δεν μπόρεσε να την ξανακλείσει στο χρυσό κλουβί του παλατιού του. Η ίδια η Ελένη, την οποία υποδύεται η Λουπίτα Νυόνγκο, έχει χάσει την ομορφιά της, το πρόσωπό της είναι σημαδεμένο από χαρακιές. Η σκηνή του έργου, στην οποία υποδέχονται τον Τηλέμαχο μέσα στο γλέντι του γάμου της κόρης τους είναι το ενσταντανέ μιας εδώ και πολύ καιρό νεκρής σχέσης.
Η Λουπίτα Νυόνγκο υποδύεται και το ρόλο της δίδυμης αδελφής της Ελένης και συζύγου του Αγαμέμνονα Κλυταιμνήστρας, που τη μέρα της θριαμβευτικής επιστροφής του από την Τροία τον θανατώνει στο συζυγικό κρεβάτι – η ληξιαρχική πράξη αναγνώρισης μιας εδώ και είκοσι χρόνια επίσης νεκρής σχέσης. Η παρουσία του Αγαμέμνονα, που τον υποδύεται ο Μπένι Σαφντί, περιορίζεται στο ελάχιστο και στις περισσότερες σκηνές ο θεατής βλέπει μόνο τη μακάβρια περικεφαλαία του. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο Αγαμέμνων στη διήγηση της Οδύσσειας είναι ήδη νεκρός και συναντά τον Οδυσσέα όταν αυτός κατεβαίνει στον Άδη. Στις λίγες στιγμές που η κάμερα τον δείχνει ολόσωμο, είναι καλυμμένος από μια πανοπλία που σε μερικούς σχολιαστές θύμισε τη φιγούρα του Νταρθ Βέιντερ, του ενσαρκωτή του κακού στα επεισόδια του Πολέμου των Άστρων. Διάβασα αρκετά επικριτικά σχόλια γι’ αυτή την επιλογή του Νόλαν. Το δικό μου σχόλιο είναι ότι όλοι οι επικριτές απλά δεν γνωρίζουν ότι η πηγή της έμπνευσης του Νταρθ Βέιντερ είναι ο Αγαμέμνων της Ιλιάδας και όχι το αντίθετο. Παράλληλα, η σκηνή στην Οδύσσεια του Νόλαν όπου ο Οδυσσέας συναντά τους νεκρούς παραπέμπει κινηματογραφικά σε μια ανάλογη σκηνή στο δεύτερο μέρος του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, όταν ο Άραγκορν συναντά τους καταραμένους νεκρούς και τους υπόσχεται να τους απαλλάξει από την κατάρα τους αν τον βοηθήσουν να αποκρούσει τις ορδές της Μόρντορ.
Δεν θα αναφερθώ στους υπόλοιπους συμμετέχοντες ηθοποιούς, παρ’ όλο που μερικοί υποδύονται σημαντικούς δευτερεύοντες ρόλους, όπως αυτόν του Εύμαιου και της θεραπαινίδας Ευρύκλειας που αναγνωρίζει τον μεταμφιεσμένο σε ικέτη Οδυσσέα από μια ουλή που είχε στο πόδι του. Κατά τη γνώμη μου, οι υποκριτικές τους επιδόσεις συμπληρώνουν άριστα την γενική εμφάνιση της ταινίας και τη ροή της πλοκής.
Ποια είναι η θέση των γυναίκειων χαρακτήρων στην Οδύσσεια του Νόλαν; Σε μια συνέντευξή της, η Λουπίτα Νυόνγκο αναρωτήθηκε τι θα έλεγε ο Όμηρος για την ιδέα να αφιερώσει στις γυναίκες των επών του τον ίδιο χρόνο επί του προσκηνίου (screen time) ο Κρίστοφερ Νόλαν στην δική του Οδύσσεια. Το συμπέρασμά μου είναι ότι τελικά η Οδύσσεια του Νόλαν δίνει το πολύ τον ίδιο χρόνο εμφάνισης και δράσης στις γυναίκες και ότι, σε αντίθεση με τον Όμηρο, αυτός ο χρόνος είναι πολύ άνισα κατανεμημένος: η Πηνελόπη, η Καλυψώ και η Αθηνά έχουν τη μερίδα του λέοντος. Η Κίρκη έχει μια παρουσία μερικών λεπτών κινηματογραφικού χρόνου, ενώ σύμφωνα με το θρύλο ο Οδυσσέας πέρασε μαζί της έναν ολόκληρο χρόνο αποκτώντας μαζί της και ένα γιο, τον Τηλέγονο – αργότερα, μετά το θάνατο του Οδυσσέα, παντρεύτηκε τον Τηλέμαχο και ο Τηλέγονος την Πηνελόπη. Όμως η πιο αδικημένη είναι η Ελένη, η παρουσία της οποίας είναι πολύ πιο σύντομη από αυτή της Κίρκης, σε αντίθεση με την εμφάνιση της Ελένης στην ομηρική Οδύσσεια, ενώ η εμφάνιση της Κλυταιμνήστρας είναι μάλλον ο πιο στιγμιαίος ρόλος στη έως τώρα καριέρα της Λουπίτα Νυόνγκο.
Διάβασα αρκετές αρνητικές κριτικές σε ό,τι αφορά τα σκηνικά, τις πανοπλίες των πολεμιστών, τα ειδικά εφέ και το σχήμα των πλοίων του Οδυσσέα που σε μερικούς θύμισαν τα ντράκαρ των Βίκινγκς. Αν ψάξει κανείς σχέδια ή σκίτσα πλοίων της εποχής του χαλκού, όπως αυτά διασώθηκαν σε σφραγίδες, αγγειογραφίες και τοιχογραφίες, θα διαπιστώσει ότι τα πλοία αυτά έχουν υπερυψωμένες πρώρες και πρύμνες και ότι πράγματι μοιάζουν με τα πλοία των νορβηγών κουρσάρων της ύστερης Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα. Αυτό έχει να κάνει μάλλον με θέματα ευστάθειας, πλοηγησιμότητας με ιστίο και ταχύτητας, οπότε δεν είναι παράξενο που διαφορετικές κουλτούρες κατέληξαν σε παρόμοιες τεχνολογικές λύσεις. Το ίδιο ισχύει και για το σχήμα και τη δομή των όπλων. Κανείς όμως , απ’ ό,τι είδα, δεν επέκρινε το γεγονός ότι το τόξο του Οδυσσέα, αυτό που δεν μπόρεσε κανείς από τους μνηστήρες να τεντώσει την χορδή του, μοιάζει πολύ με τόξα που χρησιμοποιούσαν οι Μογγόλοι ιππείς της Χρυσής Ορδής.
Όσο για τις πανοπλίες και τα ρούχα του Οδυσσέα και των συντρόφων του πρέπει να λάβει κανείς υπόψη ότι μέχρι και τον δέκατο ένατο αιώνα, όταν επιτέλους έγιναν προσιτές συνθετικές βαφές νημάτων και έτσι οι άνθρωποι απέκτησαν ευρεία πρόσβαση σε φθηνά χρωματιστά υφάσματα, τα πιο συνηθισμένα χρώματα των υφασμάτων ήταν τα «γήινα» μαύρο, καφέ, μπεζ της άμμου και σε λίγες περιπτώσεις το λευκό. Χρωματιστά ενδύματα ήταν το προνόμιο των πλουσίων, των ισχυρών και ίσως των σημαντικών ιερειών κα ιερέων. Ο κοινός οπλίτης δεν είχε μάλλον ούτε τα χρήματα για να προμηθευτεί χρωματιστά υφάσματα αλλά ούτε και τα μέσα να κρατήσει μια τέτοια ενδυμασία καθαρή, ιδίως μάλιστα όταν υφίσταται τις κακουχίες μιας περιπλάνησης. Οπότε μάλλον οι ταινίες που παρουσιάζουν τους ανθρώπους της αρχαιότητας, και ιδίως στρατιώτες, ντυμένους σε φανταχτερά χρώματα κινδυνεύουν να υπερβούν τα όρια του αναχρονισμού, παρά ο μαυροφορεμένος Οδυσσέας και οι σύντροφοί του – παρεμπιπτόντως, η βασίλισσα Πηνελόπη εμφανίζεται όπως της αρμόζει ντυμένη σε ακριβά χρωματιστά φορέματα. Αλλά και ο αρχηγός των μνηστήρων και κύριος πολιορκητής της, Αντίνοος, φοράει ακριβά χρωματιστά ενδύματα – σίγουρα πληρωμένα από το ταμείο του βασιλικού οίκου.
Το συμπέρασμα: Η κινηματογραφική διασκευή της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν κινείται στο πλαίσιο μιας εύλογης ερμηνείας του ομηρικού έπους με βάση την ιδέα των Χορκχάιμερ και Αντόρνο ότι ήδη στο ομηρικό έπος ασκείται κριτική στην «προ-πολιτική» μορφή ζωής των κοινωνιών της εποχής του χαλκού, που ήταν ακόμα ενταγμένη σε μια υπαρξιακή συνέχεια ανάμεσα στο θείο, τον άνθρωπο και τη φύση. Ο Νόλαν διευρύνει την ιδέα του ορθολογικού και, σε σχέση με το «προ-πολιτικό» περιβάλλον, του πανούργου Οδυσσέα προσθέτοντας τη διάσταση της συνειδητοποίησης της ευθύνης του δρώντος προσώπου για τις πράξεις του, κάτι που μετατρέπει τη δική του εκδοχή της Οδύσσειας από την απλή εξιστόρηση μιας περιπλάνησης στον εξωτερικό κόσμο σε ένα ταξίδι στην άβυσσο της ψυχής του Οδυσσέα. Ένα ταξίδι που όμως δεν τελειώνει με μια αριστοτελική κάθαρση αλλά με την αποχώρησή του από τον κόσμο που ήξερε και που κατάφερε με τις πράξεις του να αλλάξει.
Κάπου στην αρχή του έργου είναι κρυμμένο και ένα ειρωνικό σχόλιο του σκηνοθέτη προς τους θεατές: Στην αρχή της περιπλάνησής τους, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του αποβιβάζονται σε ένα παράκτιο χωριό ή πόλη την οποία όπως φαίνεται λεηλατούν και καίνε. Κοντά στην ακρογιαλιά και με φόντο τα φλεγόμενα σπίτια, ο Οδυσσέας ρωτά έναν κάτοικο να του πει το δρόμο για την Ιθάκη. Εκείνος του απαντά σε άπταιστα νέα ελληνικά ότι θα πρέπει να πλεύσουν προς τα δυτικά. Είναι αυτή η σκηνή ένα κλείσιμο του ματιού στους γκρινιάρηδες που παραπονιούνται ότι ο σκηνοθέτης με τις επιλογές του αγνοεί την ελληνικότητα της Οδύσσειας; Ή μήπως είναι η παραδοχή του ότι για τον σύγχρονο άνθρωπο οι σκέψεις και οι πράξεις των ομηρικών ανθρώπων είναι, στο τέλος, all Greek to us;
Τι λες, Όμηρε;
Τι λες, Όμηρε, για τον χρόνο που δίνεται σε αυτές τις γυναίκες μπροστά στην οθόνη, αν σκεφτεί κανείς πόσο λίγο τους έδωσες εσύ; (So, Homer, how do you feel about the screen time given to these women considering how little you spent with them?)
Αυτό θα ρώταγε τον Όμηρο, είπε πρόσφατα σε μια συνέντευξη η ηθοποιός Λουπίτα Νυόνγκο, η οποία ενσαρκώνει στην ταινία Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν την Ωραία Ελένη και την αδελφή της Κλυταιμνήστρα.
Δεν γνωρίζω πόσο χρόνο αφιερώνει ο Νόλαν στις γυναίκες στην ταινία του, ακόμα δεν έχουν αρχίσει οι προβολές, και φυσικά δεν μπορώ να κρίνω αν αυτός ο χρόνος είναι προσήκων, υπερβολικός ή ανεπαρκής. Όμως η απάντηση του Ομήρου θα ήταν ότι και στα δυο έπη του όλος ο χρόνος του δράματος είναι αφιερωμένος στις γυναίκες.
Όμως, θα αντέτεινε κάποιος, οι γυναίκες στα ομηρικά έπη βρίσκονται μόνο για λίγο στο προσκήνιο της δράσης, ο υπόλοιπος χρόνος είναι κυρίως δεσμευμένος για την περιγραφή φρικαλέων πράξεων που διαπράττουν οι άντρες μεταξύ τους και μόνο ένα μικρό μέρος για σκηνές μέθης, θρήνου, θυσιών και αγωνισμάτων – ένα μικρό χωρίο είναι αφιερωμένο στην περιγραφή μιας συνέλευσης του στρατού των Αχαιών που όμως και αυτή καταλήγει σε χάος.
Πράγματι, οι γυναίκες βρίσκονται μόνο για λίγο στο προσκήνιο της δράσης και αυτό όχι μόνο γιατί πρέπει να μοιραστούν τον πεπερασμένο αφηγηματικό χρόνο με όλα τα άλλα πρόσωπα των δραμάτων, αλλά γιατί πρέπει μέσα από την αφηγηματική παρουσίαση των πράξεων των ανδρών να εξηγηθεί γιατί όλος ο χρόνος των δραμάτων είναι αφιερωμένος στις γυναίκες.
Το παράδοξο αυτού του ισχυρισμού εξαϋλώνεται αν κατανοήσουμε ότι οι πράξεις των ανδρών στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια καθοδηγούνται με ελάχιστες εξαιρέσεις από τα πάθη. Οι ομηρικοί άνδρες όχι μόνο δεν είναι σε θέση να τιθασεύσουν τα πάθη τους, οι περισσότεροι δεν είναι καν σε θέση να κατανοήσουν ότι καταδυναστεύονται απ’ αυτά. Αντίθετα, οι ομηρικές γυναίκες, λόγω της θέσης τους στη δομή της ομηρικής κοινωνίας ως σύζυγοι, μητέρες, κόρες και αδελφές, είτε είναι τα θύματα των παθών των ανδρών, όπως η Ελένη, η Κλυταιμνήστρα, η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα, είτε πρέπει να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτών των παθών, όπως η Ανδρομάχη και η Πηνελόπη.
Εάν η κλαγγή των όπλων, οι ιαχές των πολεμιστών και οι προπηλακισμοί που ανταλλάσσουν οι «ήρωες» μεταξύ τους πριν αλληλοσφαχτούν στην Ιλιάδα, εάν οι βροντές και οι αστραπές των στοιχείων της φύσης, οι βρυχηθμοί της Σκύλλας και της Χάρυβδης, το τραγούδι των σειρήνων, οι κραυγές απόγνωσης των συντρόφων του Οδυσσέα, και αυτές του πανικού και της απόγνωσης των μνηστήρων στην Οδύσσεια αποτελούν τα πολυποίκιλα εναλλασσόμενα και μελωδικά θέματα των δυο επών που μεταλαμπαδεύουν τα πάθη των ομηρικών ανδρών στις ψυχές των ακροατών –και αργότερα των θεατών– , η φρίκη που νιώθει η Ελένη στη θέα των μαχών και των νεκρών που πεθαίνουν εξαιτίας της, ο θρήνος και ο φόβος της Εκάβης και της Ανδρομάχης μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, η απόγνωση της Χρυσηίδας κα της Βρισηίδας μπροστά στον ζόφο της δουλείας, το μίσος της Κλυταιμνήστρας για τον βίαιο και εγωκεντρικό Αγαμέμνονα και η υπομονή της Πηνελόπης που προσπαθεί να κρατήσει όρθιο το σπίτι και το κύρος του θρόνου του Οδυσσέα ώστε να μπορέσει να τον διαδεχτεί νόμιμα ο γιος του, είναι το σταθερό μπάσο κοντίνουο που συνοδεύει αυτές τις παθιασμένες μελωδίες από τον πρώτο δάκτυλο της πρώτης ραψωδίας μέχρι τον τελευταίο της τελευταίας.
Είναι αυτή η ήρεμη, θλιμμένη αλλά συνάμα και δυνατή συνοδεία που μεταφέρει το μήνυμα ότι τελικά τα πάθη θα δαμαστούν, ότι οι εχθροί θα συμφιλιωθούν έστω και πάνω από τα μνήματα των φίλων και των παιδιών τους, ότι ο οίκος θα καθαρίσει από τους κόλακες και τα παράσιτα και ότι η οικιακή τάξη θα αποκατασταθεί – αυτά είναι που θωρακίζουν την ψυχή των ακροατών του ομηρικού έπους και αργότερα των θεατών των ταινιών που ενέπνευσε απέναντι στα πάθη και τους οδηγούν σε αυτό που ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε κάθαρση.
Όλα τα μέτρα, όλες τις νότες, όλον τον χρόνο αυτού του μπάσου που οδηγεί στην κάθαρση τα έχει αφιερώσει ο Όμηρος στις γυναίκες. Το έχει καταφέρει άραγε και ο Κρίστοφερ Νόλαν;
Η δεύτερη ευκαιρία του Ιράν
Η γενική γραμμή που επικρατεί στα σχόλια του «μνημονίου κατανόησης» μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν είναι ότι οι ΗΠΑ –και μαζί τους το Ισραήλ– υπέστησαν μια ήττα στον τρέχοντα γύρο των χρόνιων αντιπαραθέσεών τους. Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές των σχολίων διακρίνει κανείς και μια πικρόχολη ικανοποίηση για την ανικανότητα της διοίκησης Τραμπ και μια πιο ανοιχτή χαιρεκακία για την «αποτυχία» του πρωθυπουργού του Ισραήλ να «περάσει» την πολεμόχαρη πολιτική του.
Όμως αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά το κείμενο του μνημονίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η χαιρέκακη από τους επικριτές των Τραμπ και Νετανιάχου και ταυτόχρονα απαξιωτική στάση από τους θιασώτες μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν δεν είναι δικαιολογημένη.
Το κεντρικό σημείο του μνημονίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι η δέσμευση του τελευταίου να μην αναπτύξει ή και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να θέσει τα αποθέματα σχάσιμου υλικού που κατέχει υπό διεθνή έλεγχο και να «μειώσει» την περιεκτικότητα σε σχάσιμο ουράνιο σε επίπεδα που δεν θα επιτρέπουν τη χρήση του σε πυρηνικά όπλα.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο της συμφωνίας είναι η αναγνώριση από το Ιράν της κυριαρχίας και των άλλων γειτονικών κρατών στα νερά του Ορμούζ και του Περσικού κόλπου και η υποχρέωσή του να συμμετάσχει σε έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου της ναυσιπλοΐας.
Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, το Ιράν δεσμεύεται να επιβάλει στη Χεζμπολάχ τη συμμόρφωση στην κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο για τον έλεγχο αυτής της οργάνωσης από το κεντρικό λιβανικό κράτος.
Σε αυτά τα σημεία θα μετρηθεί η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης και η ισχύς της απέναντι στα SS των φρουρών της επανάστασης – που όπως φαίνεται έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής τους, καθώς δεν κατάφεραν να συνεισφέρουν τίποτα στην προστασία των κρίσιμων υποδομών αλλά και των ανθρώπων που ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.
Σε ό,τι αφορά την αποδέσμευση των κεφαλαίων του Ιράν και την άρση ενός μέρους των κυρώσεων –γιατί προφανώς η απαγόρευση εξαγωγής τεχνολογίας αιχμής στο Ιράν θα παραμείνει μακροπρόθεσμα υπό αυστηρό έλεγχο– , ας αναλογιστούμε πόσο θα κόστιζε η αναδόμηση ενός Ιράν κατεστραμμένου από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με έναν πληθυσμό που θα υπέφερε από έναν πρωτοφανή λιμό –το Ιράν δεν μπορεί να θρέψει τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του με ίδιους πόρους[1]– και μια επίσης πρωτοφανή λειψυδρία.
Και σ’ αυτή την καταστροφή δεν υπολογίζουμε τον εσωτερικό πόλεμο που θα ξέσπαγε με τα διάφορα αυτονομιστικά κινήματα.
Ελπίζω οι έμφρονες Ιρανοί να κατάλαβαν ότι αυτή είναι η περίφημη second chance...
Si vis pacem…[1]
Για να εδραιωθεί και να διαιωνιστεί η ειρήνη μεταξύ των πολιτών σε ένα κράτος, ένα σύνταγμα πρέπει να αντιμετωπίζει όλα τα άτομα που ζουν στην επικράτειά του με δίκαιο και ισότιμο τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι η τάξη που επιβάλλεται από ένα σύνταγμα πρέπει, τουλάχιστον μετά από σκέψη, να αναγνωρίζεται από οποιοδήποτε άτομο στο παρόν και στο μέλλον ως σεβαστή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των υπαρξιακών αναγκών της ανθρώπινης ψυχής. Ένα τέτοιο σύνταγμα είναι ένα ανθρωπιστικό σύνταγμα και το κράτος που βασίζεται σε αυτό είναι ένα ανθρωπιστικό συνταγματικό κράτος. Τέτοια κράτη έχουν δημοκρατικό χαρακτήρα, η ύπαρξη δηλαδή και η διατήρησή τους θεωρούνται από τους πολίτες τους και τους μη πολίτες που κατοικούν στην επικράτειά τους ως κοινός σκοπός (res publica).
Ο ΟΗΕ και η νομιμοποίηση του πολέμου
Είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι το δικαίωμα ενός κράτους να προβεί σε πολεμικές ενέργειες εναντίον κρατικά και μη κρατικά οργανωμένων εχθρών καθορίζεται από τις επιταγές της Χάρτας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και συγκεκριμένα από το Έβδομο Κεφάλαιο (άρθρα 39 - 51). Το κεφάλαιο αυτό επιτρέπει πολεμικές ενέργειες σε περίπτωση άμυνας ή κατόπιν έγκρισης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Ο Τελευταίος Γενικός Κοινός Πρόγονος – A΄
Στο προηγούμενο σημείωμα παρουσιάσαμε τη θεωρία του ελβετού βιοχημικού Χανς Κουν. Όπως και ο Άιγκεν, ο Κουν διατυπώνει ένα σενάριο βασισμένο σε ορισμένες αποδοχές, όπως η υπόθεση ότι τα ριβοπυρηνικά οξέα (RNA) ανήκαν στα πρώτα μακρομόρια που εμφανίστηκαν και ότι τα πρώτα πολυπεπτίδια, η κλάση των χημικών ενώσεων στην οποία ανήκουν και τα πιο πολύπλοκα οργανωμένα μόρια των ενζύμων και άλλων πρωτεϊνών, ήταν στην αρχή αποτέλεσμα της καταλυτικής δράσης του RNA. Η διαφορά ανάμεσα στη θεωρία του υπέρκυκλου και στο σενάριο του Κουν είναι ότι, στο τελευταίο, οι διαδικασίες που οδηγούν στην εμφάνιση αυτών των μακρομορίων λαμβάνουν χώρα σε ένα ανομοιογενές περιβάλλον, στο μεταίχμιο δηλαδή ανάμεσα σε μια υγρή και σε μια στερεή φάση, η οποία δρα ως καταλύτης των πρώτων βιοχημικών αντιδράσεων. Όπως είδαμε, το σενάριο του Κουν απέναντι στο σενάριο του Άιγκεν παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία όμως δεν αρκούν για να εξηγηθούν πλήρως θεμελιώδη γνωρίσματα που είναι κοινά σε όλα τα έμβια όντα.
Το Δίκαιο και το αξίωμα της ισοσθένειας
Το πέμπτο βιβλίο των Ιστοριών του Θουκυδίδη είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος του αφιερωμένο στην εξιστόρηση της εκστρατείας των Αθηναίων κατά των Μηλίων, η οποία καταλήγει σε μια πράξη που σήμερα θεωρούμε ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας – τη θανάτωση των ανδρών και τον εξανδραποδισμό των γυναικών και των παιδιών. Στο βιβλίο αυτό περιγράφεται από τον Θουκυδίδη και ένας διάλογος ανάμεσα στα εμπόλεμα μέρη, όπου οι αμυνόμενοι, οι Μήλιοι, καταγγέλλουν ότι η εκστρατεία των Αθηναίων κατά του νησιού και η προσπάθεια βίαιης πρόσδεσής τους στο πολεμικό άρμα των Αθηνών –το τίμημα της άρνησης είναι θάνατος και εξανδραποδισμός– είναι άδικη. Οι Αθηναίοι απαντούν ότι «δίκαια μὲν ἐν τῷ ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται», ότι δηλαδή για να αναγνωριστεί ότι μια κατάσταση υφίσταται υπό το καθεστώς του δικαίου πρέπει όλα τα μέρη να είναι ίσα και ότι σε αντίθετη περίπτωση «δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν», ότι η διαμάχη επιλύεται στο μέτρο που η ισχυρότερη πλευρά μπορεί να επιβάλει την θέλησή της στην ασθενέστερη ενώ η ασθενέστερη προσπαθεί να υποχωρήσει μέχρι του σημείου που να μην απειλείται πλέον από την ισχυρότερη.
Η αρχή της παγκόσμιας αρμοδιότητας και η υπόθεση Μαδούρο
Στο διεθνές δίκαιο ισχύει η αρχή της παγκόσμιας αρμοδιότητας (universal jurisdiction) σε σχέση με ορισμένα ποινικά αδικήματα. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μπορούν να ασκούν διώξεις κατά προσώπων για εγκλήματα τα οποία έχουν διαπραχθεί εκτός της επικράτειάς τους – και μάλιστα εναντίον ανθρώπων οι οποίοι δεν είναι καν πολίτες τους.
11001111 10001000 11001110 10111001 11001111 10000011 11001111 10000100 11001110 10111111 11001110 10111001 11001111 10000010 (Δόξα εν υψίστοις)
Το χριστουγεννιάτικο διήγημα του Νίκου Ψαρρού
Η Μαίρη ξύπνησε με ένα τίναγμα… Είχε αποκοιμηθεί μπροστά στην οθόνη, στο μάγουλό της τα αποτυπώματα των κουμπιών του πληκτρολογίου. Έξω ήταν σκοτεινά, οι σκιές των χιονονιφάδων που στροβιλίζονταν στον αέρα και στο κίτρινο φως της λάμπας του δρόμου έκανα έναν τρελό χορό στον τοίχο απέναντι από το παράθυρο. Το δωμάτιο ήταν κρύο, από τη μια κράταγε τη θερμοκρασία χαμηλή γιατί έτσι μπορούσε να συγκεντρωθεί καλύτερα στη δουλειά της, από την άλλη το σώμα του καλοριφέρ χρειάζονταν επειγόντως εξαέρωση.
Zoe’s public
Στο διήγημα «Conroy’s public» που δημοσιεύτηκε το 1952 στο τρίτο τεύχος του Magazine of Fantasy and Science Fiction, ο συγγραφέας Ron Goulart (1933-2022) μας διηγείται την ιστορία ενός αποτυχημένου συγγραφέα, του Ted Conroy, που αποφασίζει να αποτραβηχτεί σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο στα μέτρα του. Αγοράζει έναν πλανήτη και τον εποικίζει με αντίγραφα του εαυτού του –σήμερα θα τους λέγαμε κλώνους– σε όλες τις βαθμίδες και τους ρόλους μιας κοινωνίας, αντίγραφα που δημιουργεί με τη δύναμη της σκέψης του – μια τεχνική που του δίδαξε ένας σαμάνος της Αφροδίτης και που φυσικά φέρουν όλα το όνομά του: Ted Conroy. Οι κλώνοι αυτοί –υπάκουοι υπηρέτες– ικανοποιούν κυρίως την επιθυμία του για αναγνώριση, καθώς το μοναδικό λογοτεχνικό περιοδικό του κόσμου του, το Weird Conroy Tales, τα δημοσιεύει αμέσως και βρίσκουν τρομερή απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, το οποίο τον κατακλύζει με επαινετικά γράμματα και διθυραμβικά σχόλια στην τοπική εβδομαδιαία εφημερίδα The Saturday Review of Conroy. Όσο για τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του, εκδίδονται σε αστρονομικά τιράζ και του αποφέρουν εκατομμύρια (δολάρια Conroy, φυσικά).