Με την απόσταση του χρόνου, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι δύο αποκλειστικές συνεντεύξεις που είχαν παραχωρήσει στο Books’ Journal, μερικούς μόλις μήνες μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, ο ιστορικός του Πανεπιστημίου του Υale, Odd Arne Westad (τχ. 135, Οκτώβριος 2022, https://booksjournal.gr/synenteykseis/4156-o-kosmos-meta-ton-polemo), και η βραβευμένη με Πούλιτζερ συγγραφέας και αναλύτρια, Anne Applebaum (τχ. 139, Φερβουάριος 2023, https://booksjournal.gr/synenteykseis/4267-anne-applebaum-ena-xrono-meta-stin-oukrania-apokleistiki-synentefksi). Δόθηκαν σε μια στιγμή κατά την οποία η πορεία του πολέμου παρέμενε ανοιχτή, οι εκτιμήσεις ήσαν αντιφατικές και οι βεβαιότητες ελάχιστες. Σήμερα, μπορούν να διαβαστούν σχεδόν ως ασκήσεις πρόβλεψης — όχι με τη στενή έννοια της ακρίβειας, αλλά με την ευρύτερη έννοια της κατανόησης των ιστορικών δυνάμεων που είχαν απελευθερωθεί και ακόμη επηρεάζουν τη διεθνή πραγματικότητα.
Το πρώτο στοιχείο που εντυπωσιάζει εκ των υστέρων είναι πόσο νωρίς και οι δύο είχαν εντοπίσει τη βασική στρατηγική αποτυχία της Ρωσίας. Ο Γουέσταντ το διατύπωσε χωρίς περιστροφές: «Η μεγαλύτερη αποτυχία του Πούτιν ήταν ότι πίστεψε πως η Ουκρανία θα κατέρρεε γρήγορα και ότι η Δύση θα διχαζόταν». Τέσσερα χρόνια μετά, η εκτίμηση αυτή, τουλάχιστον ως προς το πρώτο της σκέλος, μοιάζει σχεδόν αυτονόητη — αλλά δεν ήταν το 2023. Η Ουκρανία όχι μόνο δεν κατέρρευσε αλλά μετατράπηκε σε κράτος υψηλής στρατιωτικής κινητοποίησης και καινοτομίας, ενώ η Ευρώπη αντέδρασε με πρωτόγνωρη συνοχή σε κυρώσεις, εξοπλισμούς και –κυρίως– σε ενεργειακή πολιτική. Ο πόλεμος εξελίχθηκε σε παρατεταμένη σύγκρουση φθοράς. Αυτό και οι δύο αναλυτές το θεωρούσαν ήδη πιθανό όταν πολλοί συζητούσαν ακόμη σενάρια ταχείας ρωσικής επικράτησης ή γρήγορης διαπραγμάτευσης με ταπεινωτικούς όρους για την Ουκρανία.
Στην ίδια συνέντευξη, ο Γουέσταντ υπογράμμιζε και κάτι βαθύτερο: ότι ο πόλεμος αποτελούσε σύμπτωμα μετάβασης σε νέα διεθνή εποχή. Η μεταψυχροπολεμική περίοδος, υπονοούσε, είχε τελειώσει. Στις μεταγενέστερες παρεμβάσεις του, ιδίως μετά το 2024, επανέρχεται ακόμη πιο κατηγορηματικά σε αυτή τη θέση: ο κόσμος εισέρχεται σε περίοδο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, με πιο ρευστές ισορροπίες και λιγότερους θεσμικούς περιορισμούς απ’ ό,τι μετά το 1991. Με αυτή την έννοια, η πρόβλεψή του ότι η εισβολή θα είχε συνέπειες πολύ πέρα από την Ουκρανία φαίνεται ήδη επιβεβαιωμένη.
Η Απλμπάουμ, από την πλευρά της, προσέφερε μια άλλη οπτική που αποδείχθηκε εξίσου διορατική. «Η Ρωσία θέλει να δείξει ότι οι διεθνείς κανόνες δεν ισχύουν», έλεγε τότε — και προσέθετε ότι «αυτός ο πόλεμος αφορά το μέλλον της δημοκρατίας στην Ευρώπη». Η έμφαση στην ιδεολογική διάσταση της σύγκρουσης –ότι δεν πρόκειται μόνο για εδαφική αντιπαράθεση– αποδείχθηκε κρίσιμη για την κατανόηση των εξελίξεων. Τα χρόνια που ακολούθησαν, η σύγκρουση εντάχθηκε όλο και περισσότερο στο ευρύτερο πλαίσιο ανταγωνισμού μεταξύ δημοκρατικών και αυταρχικών καθεστώτων, με σαφή γεωπολιτική πόλωση. Και όσον αφορά την καταπάτηση των διεθνών κανόνων, τρία χρόνια αργότερα, τη σκυτάλη την πήρε η Αμερική.
Ωστόσο, η τετραετία επιτρέπει και μια πιο νηφάλια αξιολόγηση των σημείων όπου οι αρχικές εκτιμήσεις δεν επαληθεύτηκαν πλήρως. Το πιο χαρακτηριστικό αφορά τη ρωσική οικονομία. Ο Γουέσταντ είχε δηλώσει τότε ότι «η ρωσική οικονομία είναι απολύτως καταρρακωμένη». Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη. Οι κυρώσεις προκάλεσαν σοβαρές στρεβλώσεις, αλλά η Ρωσία προσαρμόστηκε — ανέπτυξε οικονομία πολέμου, ανακατεύθυνε ενεργειακές εξαγωγές προς την Ασία, αύξησε την παραγωγή όπλων και διατήρησε βασικούς μακροοικονομικούς δείκτες σε ανεκτά επίπεδα. Η μακροπρόθεσμη εξάρτηση από την Κίνα, την οποία επίσης είχε επισημάνει, πράγματι ενισχύθηκε. Η γενική κατεύθυνση της ανάλυσης ήταν σωστή — η ταχύτητα όμως της οικονομικής εξάντλησης υπερεκτιμήθηκε.
Αντίστοιχα, η δυτική ενότητα αποδείχθηκε ισχυρή αλλά όχι δεδομένη. Την πρώτη διετία του πολέμου η συσπείρωση Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών υπήρξε εντυπωσιακή. Στη συνέχεια όμως αναδείχθηκε κάτι που σήμερα αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα αβεβαιότητας: αμφισβητείται η πολιτική αντοχή αυτής της ενότητας. Εκλογικοί κύκλοι, οικονομικές πιέσεις, κοινωνική κόπωση και στρατηγικές διαφωνίες δημιούργησαν ρωγμές. Η ίδια η Απλμπάουμ έχει τονίσει επανειλημμένα σε νεότερες παρεμβάσεις της ότι η έκβαση του πολέμου θα εξαρτηθεί περισσότερο από τη δυτική πολιτική βούληση παρά από τις στρατιωτικές εξελίξεις στο πεδίο.
Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται μια μεταβλητή που δεν μπορούσε να προβλεφθεί το 2022 — ο παράγων Τραμπ. Η επιστροφή της αμερικανικής πολιτικής αβεβαιότητας, οι παλινωδίες γύρω από τη στρατιωτική βοήθεια και η βαθιά «συναλλακτική» αντίληψη που χαρακτηρίζει τη σκέψη του για τις διεθνείς σχέσεις δημιουργούν μια νέα στρατηγική πραγματικότητα. Ο Τραμπ δεν προσεγγίζει τον πόλεμο ως ζήτημα διεθνούς τάξης ή ιδεολογικής σύγκρουσης αλλά ως διαπραγμάτευση κόστους και οφέλους — ποιος πληρώνει, ποιος κερδίζει, ποιος χάνει. Αυτή η λογική, που αμφισβητεί έμμεσα τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας, ενισχύει την αβεβαιότητα την οποία επιδιώκει να δημιουργήσει η Ρωσία. Με αυτή την έννοια, η αμερικανική εσωτερική πολιτική –και όχι το μέτωπο στο Ντονμπάς– μπορεί να αποδειχθεί το κρισιμότερο πεδίο μάχης των επόμενων ετών.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή ενότητα αποδεικνύεται πιο εύθραυστη απ’ όσο φαινόταν το 2022. Κυβερνήσεις με αυταρχικές τάσεις, όπως στην Ουγγαρία, αλλά και φιλορωσικά ή λαϊκιστικά κόμματα σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, συχνά λειτουργούν ως εσωτερικοί παράγοντες πίεσης στη διαμόρφωση κοινής πολιτικής. Οι υποψίες –και σε ορισμένες περιπτώσεις οι αποδείξεις– ρωσικής χρηματοδότησης ή επιρροής σε ευρωπαϊκά πολιτικά δίκτυα δεν είναι νέο φαινόμενο, αλλά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε συνθήκες πολέμου. Η εικόνα της «ενωμένης Ευρώπης» παραμένει σε μεγάλο βαθμό πραγματική — αλλά δεν είναι πλέον αυτονόητη· και με τον τρόπο της σημερινής ευρωπαϊκής διακυβέρνησης μπορεί να παραλύσει τη στάση της.
Ένα ακόμη σημείο των συνεντεύξεων στο Books’ Journal, που επιβεβαιώθηκε, αφορά το ευρωπαϊκό μέλλον της Ουκρανίας. Ο Γουέσταντ είχε επισημάνει ότι «η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι εξαιρετικά δύσκολη». Πράγματι, η Ουκρανία απέκτησε καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας, αλλά η πλήρης ένταξη παραμένει μακρινός, και μάλλον ανέφικτος, στόχος. Η πραγματικότητα κινείται ακριβώς προς το ενδιάμεσο μοντέλο που είχε περιγράψει — στενή πολιτική και οικονομική ενσωμάτωση, χωρίς άμεση πλήρη ένταξη.
Εξίσου σημαντική αποδείχθηκε η επισήμανση ότι η Δύση δεν πρέπει να βασίζει τη στρατηγική της στην πιθανότητα αποχώρησης του Πούτιν από τη σκηνή. «Δεν μπορούμε να βασίζουμε την πολιτική μας στην πιθανότητα κατάρρευσης του καθεστώτος», είχε πει ο Γουέσταντ. Τέσσερα χρόνια μετά, η διαπίστωση αυτή φαίνεται ιδιαίτερα διορατική. Παρά τις απώλειες και τις πιέσεις, το ρωσικό πολιτικό σύστημα παραμένει σταθερό. Η προσδοκία γρήγορης εσωτερικής αποσταθεροποίησης δεν επαληθεύτηκε.
Υπήρχαν, τέλος, εξελίξεις που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν. Η τεχνολογική φύση της σύγκρουσης –η μαζική χρήση drones, η ψηφιακή επιτήρηση, η προσαρμογή σε πόλεμο υψηλής έντασης με σχετικά χαμηλό κόστος συστημάτων– άλλαξε τη στρατιωτική σκέψη διεθνώς. Παράλληλα, η αντοχή της ουκρανικής κοινωνίας αποδείχθηκε μεγαλύτερη από τις αρχικές προσδοκίες πολλών αναλυτών, ενώ η Ρωσία κατάφερε να διατηρήσει εσωτερική συνοχή παρά το κόστος σε ανθρώπινες ζωές και υλικούς πόρους (σε αυτό βοήθησε και η απάνθρωπη μαζική στρατολόγηση από τα κατώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα που στερούνται πολιτικής φωνής και επιρροής).
Το ερώτημα σήμερα δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει, αλλά πώς και πότε μπορεί να τελειώσει ο πόλεμος. «Αν η Ουκρανία χάσει, τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο επικίνδυνα για την Ευρώπη», προειδοποιούσε η Απλμπάουμ το 2023. Η φράση αυτή παραμένει επίκαιρη — όχι ως πρόβλεψη, αλλά ως υπενθύμιση του διακυβεύματος.
Τέσσερα χρόνια μετά, οι αποκλειστικές συνομιλίες του Books’ Journal με τον Οντ Άρνε Γουέσταντ και την Ανν Απλμπάουμ διαβάζονται διαφορετικά απ’ ό,τι όταν δημοσιεύθηκαν. Ορισμένες εκτιμήσεις επαληθεύτηκαν εντυπωσιακά – ιδίως ως προς τη διάρκεια του πολέμου, τη σημασία της δυτικής ενότητας και τον ιστορικό χαρακτήρα της σύγκρουσης. Άλλες αποδείχθηκαν υπερβολικές –κυρίως σε ό,τι αφορά την ταχύτητα οικονομικής εξάντλησης της Ρωσίας– ή πιο αισιόδοξες απ’ όσο επέτρεψε η πολιτική πραγματικότητα του μεσοδιαστήματος που ακολούθησε. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι αυταρχικά καθεστώτα όπως η Ρωσία μπορούν να συντηρούν στη ζωή τεχνητά έναν ασθενή όπως είναι στην ουσία η ρωσική οικονομία.
Ο πόλεμος της Ουκρανίας δεν εξελίσσεται γραμμικά. Κανένας πόλεμος, άλλωστε, δεν εξελίσσεται γραμμικά και προβλέψιμα. Παραμένει ανοιχτός, απρόβλεπτος και βαθιά εξαρτημένος από πολιτικές αποφάσεις σε πρωτεύουσες πολύ μακριά από το μέτωπο. Αν κάτι μπορούμε να πούμε με αρκετή βεβαιότητα δεν είναι πώς θα τελειώσει – αλλά ότι έχει ήδη αλλάξει τον κόσμο.