Άρθρα, βιβλία, ομιλίες, προειδοποιήσεις, αφιερώματα, εξορκισμοί, τα πάντα έχουν επιστρατευτεί για να προστατευτεί η πατρίδα μας από τη λαίλαπα των ναζί-φεμινιστριών και των τρανς νίντζα καταδρομέων που παραφυλάνε τα βράδια στις στέγες των πανεπιστημίων σαν τον Μπάτμαν και σχεδιάζουν να μετατρέψουν τα παιδιά μας σε άφυλα σεξουαλικά αντικείμενα, να εγγράψουν στο σύνταγμα ότι δεν υπάρχουν φύλα και να επιτρέψουν σε Μανώληδες και Θανάσηδες που έχουν κάνει αίτηση αλλαγής φύλου να αγωνίζονται στην εθνική ομάδα καλλιτεχνικής κολύμβησης γυναικών....
Με λίγα λόγια, όπως μουρμούριζε ο ερωτοχτυπημένος Γιούνες, στην Αριάγνη του Τσίρκα, μετά τη γιορτή του φιτρ, «ελ ντούνια χάλας»: ο κόσμος τελείωσε. Χανόμαστε, αδέλφια...
Ή μήπως όχι;
Μήπως όλος αυτός ο κουρνιαχτός που έχει σηκωθεί είναι κυνήγι μαγισσών; Μήπως όλο αυτό το ψηφιακό μελάνι που έχει χυθεί είναι άνευ ουσίας; Μήπως βιώνουμε το McDonald’s της πολιτικής αντιπαράθεσης: δηλαδή, ένα ξενόφερτο προϊόν που δεν μας αφορά, δεν μας αρέσει, είναι εκτός των παραδόσεων και των συνηθειών μας και, εντέλει, είναι καταδικασμένο να φυτοζωεί στο περιθώριο γιατί δεν απευθύνεται στην καθημερινή ή στην πολιτική εμπειρία μας;
Μήπως ο συναγερμός για την επέλαση της woke culture είναι το λανσάρισμα στη χώρα μας των αμερικανικών «πολιτιστικών πολέμων» εκ μέρους των εγχώριων «δημόσιων διανοούμενων» και γι’ αυτό δεν αφορούν κανέναν άλλον παρά αυτούς, συν τους 100-200 ανθρώπους που ασχολούνται ακόμη μαζί τους;
Μήπως οι, απόλυτα πραγματικές, πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις που βρίσκονται πίσω από όρους όπως “political correctness”, “woke” και “MeToo” αφορούν αποκλειστικά άλλες κοινωνίες και χώρες και δεν έχουν καμία εφαπτομένη με την Ελλάδα του 21ου αιώνα;
Κατά τη γνώμη μου, περί αυτού πρόκειται.
Το θέμα της woke culture δεν αφορά την ελληνική κοινωνία. Αφορά μόνο την αμερικανική, για λόγους που θα παρουσιαστούν παρακάτω. Όσοι υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα έχει πρόβλημα πολιτικής ορθότητας, στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβάνονται την αμερικανική πραγματικότητα και το πραγματικό ζήτημα «πολιτικής ορθότητας» (με εισαγωγικά) που υφίσταται εκεί.
Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, οι λέξεις «πολιτική ορθότητα» και «woke culture» έχουν μπει στο ελληνικό πολιτικό και σχολιογραφικό λεξιλόγιο και χρησιμοποιούνται χωρίς περίσκεψη και προσοχή για να χαρακτηρίσουν πολιτικούς αντιπάλους, που ανήκουν κυρίως στο χώρο της Αριστεράς. Έχουμε αρκετά μακρά παράδοση στην Ελλάδα να μαϊμουδίζουμε και να προσπαθούμε να προσαρμόσουμε στα μέτρα μας έννοιες, λέξεις, πολιτικές και συνθήματα που μας έρχονται από μια χώρα μεγάλη σαν ήπειρο, με ιστορία και πολιτική παράδοση που δεν έχουν κανένα κοινό σημείο με τις δικές μας.
Πολιτική ορθότητα
Η έννοια της «πολιτικής ορθότητας» εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1930 στη Γερμανία για να περιγράψει την τυφλή υποταγή των στελεχών του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στο ναζιστικό δόγμα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μέλη της αμερικανικής Αριστεράς χρησιμοποιούσαν τον όρο περιπαικτικά για στελέχη τα οποία τηρούσαν απαρέγκλιτα τις αποφάσεις και τη γραμμή των διαφόρων αριστερών οργανώσεων και κομμάτων που ξεπήδησαν στα απόνερα των 60s.
Στη δεκαετία του 1980, ο όρος πήρε τη σημερινή του έννοια ως αποτέλεσμα της απαξιωτικής χρήσης του από τη δεξιά άκρη του αμερικανικού πολιτικού φάσματος. Με λίγα λόγια, χαρακτηρίζει οποιονδήποτε κανόνα ή περιορισμό λόγου ή πράξεων μπορεί να προσβάλλει ή να μειώσει ή να ομαδοποιήσει στερεοτυπικά γυναίκες, γηγενείς Αμερικανούς («ινδιάνους»), εθνικές μειονότητες, ανάπηρους, ομοφυλόφιλους, κ.λπ. Γενικότερα, οποιαδήποτε συμπεριφορά είναι ή εκλαμβάνεται ως απαξιωτική για πραγματικές ή πολιτικά οριζόμενες μειονότητες (ή «μειονότητες»).
Η «πολιτική ορθότητα» αποτελεί κόκκινο πανί για την αμερικανική συντηρητική Δεξιά εδώ και περίπου 40 χρόνια. Αν και δεν έχει αποτελέσει κεντρικό θέμα στην αντιπαράθεση κανενός εκλογικού κύκλου μετά το 1984, είναι πάντα βασικό συστατικό της πραγματικής σύγκρουσης που μαίνεται στη χώρα, ουσιαστικά από το 1965: των λεγόμενων «πολιτιστικών πολέμων» (culture wars).
Δηλαδή, της σύγκρουσης, από τη μια μεριά, της Αμερικής που θέλει μια κοινωνία η οποία να μοιάζει περισσότερο με την Ευρώπη όσον αφορά την οικονομική και κοινωνική πολιτική, χωρίς να χάσει τον ιδιότυπο αμερικανικό χαρακτήρα και δυναμισμό της, από την άλλη, της Αμερικής που θα ήθελε να επιστρέψει στη δεκαετία του 1950: μια εποχή που η χώρα ήταν μόνο λευκή και μαύρη, χωρίς καφέ και κίτρινους Αμερικανούς, χωρίς μουσουλμάνους, ινδουιστές κ.λπ., που οι μαύροι ήξεραν τη θέση τους στην κοινωνία στην οποία δεν μπορούσαν να ψηφίσουν, και οι γυναίκες περνούσαν τη μέρα τους στην κουζίνα φορώντας τακούνια, πέρλες και έξωμα φορέματα ψήνοντας κουλουράκια. Με άλλα λόγια, μια εποχή που «η Αμερική ήταν great»….
«Πολιτική ορθότητα» δεν είναι η απαγόρευση της σεξουαλικής παρενόχλησης. Η σεξουαλική παρενόχληση στις ΗΠΑ διώκεται ποινικά σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 7 του νόμου περί Πολιτικών Δικαιωμάτων του 1964[1].
Πολιτική ορθότητα σημαίνει ότι δεν μπορείς να λες «αράπης» (nigger) ή να αποκαλείς τις γυναίκες που δε γνωρίζεις «μωρό», «κούκλα» ή «γλύκα» (babe, doll, honey). Να αποκαλείς τους γηγενείς Αμερικανούς «ερυθρόδερμους» (redskins) ή «αρχηγέ» (chief). Να εκφράζεις στερεότυπα, όπως, π.χ., την άποψη ότι όλα τα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά («όλοι οι λευκοί είναι ρατσιστές», «όλοι οι μαύροι τρώνε τηγανητό κοτόπουλο και καρπούζι», «όλοι οι Εβραίοι είναι γιατροί και δικηγόροι»).
Περί αυτού πρόκειται. Δηλαδή, για την απαίτηση των μειονοτήτων η επί αιώνες κυρίαρχη κοινωνική ομάδα να συμπεριφέρεται απέναντι τους με τον ίδιο σεβασμό και τακτ που δείχνει (η κυρίαρχη κοινωνική ομάδα: οι λευκοί άντρες) στις σχέσεις και στις επαφές μεταξύ των μελών της. Να σταματήσουν οι απαξιωτικές αναφορές, οι μειωτικές προσφωνήσεις και η ταξινόμηση με βάση στερεότυπα.
Τι σχέση μπορεί να έχει όλο αυτό με την Ελλάδα και την ελληνική κοινωνία;
Από πότε η Ελλάδα έχει μειονότητες που απέμειναν ύστερα από γενοκτονία της κοινωνικής ομάδας από την οποία προέρχονται (οι μειονότητες); Από πότε είχε η Ελλάδα δουλεία για 250 χρόνια και καθεστώς απαρτχάιντ για 100 χρόνια; Από πότε είχε η Ελλάδα μαζικά μεταναστευτικά κύματα τα οποία οι γηγενείς αντιμετώπισαν με εχθρότητα, βία και διακρίσεις;
Γιατί, όσο και να θέλουν κάποιοι να σπρώξουν τα σκουπίδια της αμερικανικής ιστορίας κάτω από το χαλί και να τα ξεχάσουν, αυτή είναι η αλήθεια για την «παλαιότερη δημοκρατία του κόσμου». Η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, έγινε πραγματική δημοκρατία μόνο το 1965, όταν διασφαλίσθηκε νομοθετικά το δικαίωμα του 15% του πληθυσμού της (των μαύρων Αμερικανών) να ψηφίζει...
Πώς λοιπόν μας αφορά εμάς το θέμα της πολιτικής ορθότητας και προκαλεί τόσα εγκεφαλικά σε διάφορους πρώην αναρχικούς που ανακάλυψαν στα γεράματα τον εθνικισμό, την ελευθερία λόγου και τις, δήθεν, ατομικές ελευθερίες;
Παρένθεση: το πολιτικό φάσμα των ΗΠΑ
Αποτελεί μόνιμη πηγή ψυχαγωγίας να παρακολουθώ πολιτικούς, δημοσιογράφους και σχολιαστές στην Ελλάδα να τοποθετούν τους εαυτούς τους ιδεολογικά στο πολιτικό φάσμα των ΗΠΑ με βάση τα ισχύοντα στην Ελλάδα. Σου λέει, στην Ελλάδα έχουμε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, όπως έχουν στη Γερμανία Σοσιαλδημοκρατία και Χριστιανοδημοκρατία, στη Βρετανία Εργατικούς και Τόρις, κ.ο.κ. Άρα, στην Αμερική, εγώ που ψηφίζω ΝΔ στην Ελλάδα, θα ψήφιζα Ρεπουμπλικανούς, ενώ εγώ που ψηφίζω ΠΑΣΟΚ ή ΣΥΡΙΖΑ θα ψήφιζα Δημοκρατικούς.
Όμως, το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ, πολιτικά και ιδεολογικά, βρίσκεται λίγο δεξιότερα από τη ΝΔ και από τα κόμματα που απαρτίζουν το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Οι πολιτικές που υιοθετούν και υποστηρίζουν τα κεντροαριστερά κόμματα της Ευρώπης όχι μόνο δεν υπάρχουν σήμερα στην πλατφόρμα του Δημοκρατικού Κόμματος αλλά δεν υπήρξαν ποτέ: ούτε στη «ριζοσπαστική» δεκαετία του 1960.
Από την άλλη μεριά, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είναι ένας συνασπισμός που θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα μέρος Ιερά Εξέταση, ένα μέρος Κου Κλουξ Κλαν, και ένα μέρος Βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα του 19ου αιώνα.
Όλη η ευαγγελική Δεξιά, που εκκλησιάζεται στις τηλεοπτικές «μεγα-εκκλησίες» των νότιων πολιτειών και κατάφερε το καλοκαίρι 2023 να ακυρώσει το δικαίωμα των Αμερικανίδων στις αμβλώσεις, ανήκει στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Όπως και οι φανατικοί υποστηρικτές της οπλοκατοχής, που ανεμίζουν σημαίες της Συνομοσπονδίας των νότιων πολιτειών που πολέμησαν για τη διατήρηση της δουλείας των μαύρων στον εμφύλιο πόλεμο του 1861-65. Όσον αφορά, δε, την κοινωνική και οικονομική πολιτική του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, την περιγράφει ο Άντονι Χόπκινς στο Howards End: «Έλεν, μην έχεις συναισθηματικό δέσιμο με τους φτωχούς. Οι φτωχοί είναι φτωχοί, λυπούμαστε για την κατάσταση τους, αλλά μέχρι εκεί»[2].
Όταν, λοιπόν, ακούει κάποιος τους Ρεπουμπλικανούς πολιτικούς ή ψηφοφόρους να καταφέρονται εναντίον όσων πρεσβεύουν ευγένεια, καλούς τρόπους και σεβασμό στην καθημερινή συμπεριφορά των πολιτών, ειδικά στους χώρους εργασίας, και να τους χαρακτηρίζουν ως «ριζοσπάστες αριστερούς», καλό είναι να έχει τα παραπάνω πρόχειρα και να γνωρίζει ποιος μιλάει, τι λέει και γιατί.
«Το παρελθόν δεν είναι νεκρό. Δεν είναι καν παρελθόν»
Η «πολιτική ορθότητα», το κίνημα Me Too, το κίνημα Woke είναι όλα, με τις αναπόφευκτες υπερβολές που έχουν πάντα τέτοια πράγματα, εκφάνσεις του ίδιου φαινομένου: της απαίτησης των μειονοτήτων των ΗΠΑ και των Αμερικανίδων για μέρος της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ισχύος που έως πρόσφατα απολάμβανε αποκλειστικά και σχεδόν αδιαμαρτύρητα μόνο ένα μέρος του πληθυσμού: τους λευκούς προτεστάντες άνδρες.
Υπάρχει συσσωρευμένη οργή αιώνων που είναι δύσκολο να την κατανοήσουμε στην Ελλάδα. «Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι». Απ’ τη μια μεριά μια κοινωνία που ηθικολογεί ακατάπαυστα από τον 17ο αιώνα και, ώς τη δεκαετία του 1960, επέβαλλε άγραφους κοινωνικούς κανόνες που συμβάδιζαν με ό,τι πιο συντηρητικό και αντιδραστικό υπήρχε στις ακραίες παρυφές των χριστιανικών αιρέσεων.
Και από την άλλη, η στυγνή πραγματικότητα μιας χώρας που εφάρμοζε απαρτχάιντ μέχρι το 1965, άφηνε ατιμώρητους όσους δολοφονούσαν σε δημόσια θέα μαύρους συμπολίτες τους που εθεωρούντο «ασεβείς» ή «ότι πήραν τα μυαλά τους αέρα», που εφάρμοζε άτυπο εμπάργκο προσλήψεων ή εμπορικών συναλλαγών σε γυναίκες, Εβραίους, καθολικούς κ.λπ. και, γενικά, περιόριζε τις ευκαιρίες προόδου για όσους δεν γεννήθηκαν λευκοί προτεστάντες άντρες, ενώ επεδείκνυε ανεκτικότητα και αλληλεγγύη για την παραβατικότητα τους – με λίγα λόγια, το περίφημο «λευκό προνόμιο» (white privilege).
Τον Μάιο του 2020, στη Μινεάπολη της πολιτείας Μινεσότα, «ήρθε κι έδεσε το γλυκό».
Ένας λευκός αστυνομικός πέταξε στην άσφαλτο έναν μαύρο πολίτη που συνελήφθη για υποψία χρήσης πλαστού χαρτονομίσματος. Ο λευκός αστυνομικός έβαλε το γόνατο του στο λαιμό του υπόπτου και τον πίεζε για 9 λεπτά και 29 δευτερόλεπτα. Ο Τζορτζ Φλόιντ του έλεγε «δεν μπορώ να αναπνεύσω, δεν μπορώ να αναπνεύσω». Τα τελευταία δύο λεπτά της ζωής του προσπαθούσε να αναπνεύσει και έλεγε «μαμά, μαμά, βοήθεια»...[3]
Όλο αυτό το φρικιαστικό, κτηνώδες σόου το κινηματογραφούσαν με τα τηλέφωνά τους δεκάδες περαστικοί που φώναζαν στον αστυνομικό να αφήσει τον άνθρωπο να αναπνεύσει. Αυτός τους αγνοούσε και δεν ανησυχούσε που τον κινηματογραφούσαν, δεν ανησυχούσε δηλαδή που η συμπεριφορά του καταγραφόταν. Γιατί; Γιατί η αστυνομική βία στις ΗΠΑ προστατεύεται από τον νόμο, ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου: εάν ο αστυνομικός «αισθανθεί ότι απειλείται η ζωή του» δικαιούται να κάνει χρήση θανάσιμης βίας...
Η χώρα εξερράγη. Με αφορμή τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ σημειώθηκαν οι πιο μαζικές διαδηλώσεις στην ιστορία των ΗΠΑ. Πιο μαζικές και από τις διαδηλώσεις και τις εκδηλώσεις της δεκαετίας του 1960 υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων και εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ.
Αυτή ήταν η στιγμή που αναδύθηκε το κίνημα Woke («Επαγρύπνηση») για την προστασία της ζωής των μαύρων Αμερικανών) και ενώθηκε με το κίνημα Me Too (για την προστασία των γυναικών από σεξουαλική κακοποίηση στους χώρους εργασίας).
Το κίνημα Woke δεν έχει σχέση με δικαιώματα ομοφυλόφιλων, τρανς κλπ. Είναι ένα κίνημα αφύπνισης των μαύρων Αμερικανών εναντίον της αστυνομικής βίας.
Η «πολιτική ορθότητα» δε έχει σχέση με ό,τι επακολούθησε. Ήταν η πρώτη έκφανση της απαίτησης των γυναικών και των μειονοτήτων για μοιρασιά της ισχύος στην αμερικανική κοινωνία, αφορούσε όμως το σεβασμό στις διαπροσωπικές σχέσεις (civility), όχι τη θυματοποίηση των λευκών ανδρών και τον εξοστρακισμό τους στο πυρ το εξώτερον.
Το να υποστηρίζει κανείς κάτι τέτοιο σημαίνει είτε ότι δεν ξέρει τι λέει ή ότι θέλει να έχει το δικαίωμα να τσιμπάει ατιμωρητί γυναικείους πισινούς σε ασανσέρ και λεωφορεία.
Το 1980 και το σήμερα εδώ
Πέρασα 10 χρόνια, τα εξήμισι ως μεταπτυχιακός φοιτητής, σε τρία αμερικανικά πανεπιστήμια: στα περίχωρα της Ουάσιγκτον, στο κεντρικό Ιλινόι και στο κέντρο του Λος Άντζελες, από το 1986 έως το 1996.
Εάν διάβαζε κανείς τότε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης θα νόμιζε ότι ζούσα στο επίκεντρο μιας λυσσασμένης μάχης μέχρις εσχάτων μεταξύ, από τη μια μεριά, «αντιδραστικών» πανεπιστημιακών διοικήσεων που αποτελούνται από λευκούς Αγγλοσάξονες, υπερασπιστές των οσίων και ιερών της λευκής φυλής, και, από την άλλη, υστερικών φεμινιστριών και ακροαριστερών μαύρων εξτρεμιστών, παράλογων ιθαγενών και κάθε πικραμένου που δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει από το να διαβάλλει και να καταστρέφει τις καριέρες σεβάσμιων επιστημόνων για ψύλλου πήδημα.
Στην πραγματικότητα, τίποτε τέτοιο δεν συνέβαινε. Ούτε πόλεμοι, ούτε διαμαρτυρίες, ούτε απολύσεις, ούτε τρόμος πάνω από τα πανεπιστημιακά κάμπους. Το φάντασμα της πολιτικής ορθότητας δεν πλανιόταν πάνω από τα αμερικανικά πανεπιστήμια. Εδώ κι εκεί, μια δυο φορές το χρόνο, σε 1-2 από τα 2.800 κολέγια και πανεπιστήμια τετραετούς φοίτησης και σε 1.500 διετή επαγγελματικά κολέγια της Αμερικής, κάποιος καθηγητής έλεγε ή έκανε κάτι που επέσυρε την οργή κάποιου φοιτητή ή κάποιας φοιτήτριας (σχεδόν πάντα σε τμήμα αγγλικής φιλολογίας, κοινωνιολογίας ή φιλοσοφίας), και ο «παραβάτης» υφίστατο τις συνέπειες – από παρατήρηση μέχρι απόλυση από τη θέση του.
Κυριολεκτικά, αυτό ήταν το «κύμα πολιτικής ορθότητας» που «σάρωσε» την Αμερική από το 1980 έως το 2000. Κολοκύθια με τη ρίγανη, δηλαδή. Μια χολιγουντιανή παραγωγή του έργου «Κάνουμε την τρίχα τριχιά».
Την ίδια εποχή, έως και σήμερα, στην Ελλάδα, απαγορεύεται να ακούγονται μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους γνώμες οι οποίες αντιτίθενται στο αφήγημα της Αριστεράς για την κατοχή, τον εμφύλιο, τη μεταπολεμική περίοδο, τη μεταπολίτευση, τη Μέση Ανατολή, τον Ψυχρό Πόλεμο, τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, κ.ά. Όποιος τόλμησε να αψηφήσει το εμπάργκο μη αριστερών ιδεών στα ελληνικά πανεπιστήμια το πλήρωσε με μώλωπες, λογαριασμούς στεγνοκαθαριστηρίου και αγορά νέων επίπλων, βιβλίων, εξοπλισμού γραφείου...
Όχι και τόσο περιέργως, αρκετοί απ’ αυτούς που σκίζουν τα ιμάτιά τους σήμερα για τον «κίνδυνο της woke culture για τις ελευθερίες μας», τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 πρωτοστατούσαν στην άσκηση βίας εναντίον των αμφισβητιών της αριστερής ορθοδοξίας – είτε άμεσα ή ως καθοδηγητές...
Κατακλείδα
Στην Ελλάδα θεωρούμε ότι είμαστε μια κοινωνία σε σχετική καθυστέρηση σε σύγκριση με τους δυτικούς εταίρους μας. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Η γυναίκα, πάντα, στην ελληνική κοινωνία είχε θέση ισχύος και κύρους που δεν είχαν γυναίκες σε άλλες κοινωνίες.
Από την Ασπασία, που συνομιλούσε με τους φιλόσοφους, τους διανοούμενους και τους πολιτικούς που σύχναζαν στο σπίτι του Περικλή, μέχρι την Υπατία, τη Θεοδώρα, την Άννα Κομνηνή, κ.λπ., οι Ελληνίδες όχι μόνο κυβερνούσαν τα σπίτια τους με πυγμή αλλά διεκδικούσαν θέσεις ισχύος στις κοινωνίες της εποχής τους.
Δεν νομίζω να υπάρχει άλλο παράδειγμα λαού που οι γυναίκες αρματώθηκαν και πολέμησαν ισότιμα με τους άντρες στους αγώνες της ανεξαρτησίας τους. Απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει αντίστοιχο της Μπουμπουλίνας και της Μαντώς Μαυρογένη σε κανέναν άλλο πολιτισμό.
Επίσης, επειδή η Ελλάδα, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της Δύσης δεν συσσώρευσε τον πλούτο της εκμεταλλευόμενη τη δωρεάν εργασία μη Ευρωπαίων (σκλάβων ή ιθαγενών κατοίκων ευρωπαϊκών αποικιών στην Ασία, την Αφρική και την Αμερική), δεν έχουμε την εμπειρία της συστηματικής εκμετάλλευσης ανθρώπων που δεν μας μοιάζουν και την αναταραχή από την έντονη αντίδρασή τους, στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα, στη συνέχιση μειωτικής συμπεριφοράς μας απέναντί τους.
Γι’ αυτό, το τσίρκο που εξελίσσεται στην Αμερική σχετικά με political correctness, woke, κ.λπ., δεν μας αφορά. Οι ατομικές ελευθερίες στην Ελλάδα δεν απειλούνται από ναζί-φεμινίστριες και τρανς εξτρεμιστές. Στην Ελλάδα οι ομοφυλόφιλοι δεν διώκονταν με βάση νόμους και το κράτος δεν υποχρέωνε ομοφυλόφιλους να υπόκεινται σε χημικό ευνουχισμό, όπως στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Η έλλειψη ριζοσπαστικού και ακτιβιστικού κινήματος για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων στη χώρα μας σίγουρα σχετίζεται με τη σχετικά ανεκτική στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους ομοφυλόφιλους – διαχρονικά.
Όλος ο θόρυβος για τον, δήθεν, κίνδυνο που αποτελεί το (ξένο και άσχετο με την ελληνική πραγματικότητα) κίνημα woke δημιουργήθηκε από τα ΜΜΕ και μερικούς «σχολιαστές» που, χωρίς να γνωρίζουν και να καταλαβαίνουν τι λένε και τι γράφουν, άρχισαν να διαμαρτύρονται για τον εξτρεμισμό του κινήματος woke, έτσι, γενικά και αόριστα, λες και αυτά που συμβαίνουν στις ΗΠΑ μας αφορούν ή πρόκειται να έρθουν και εδώ.
Δεν πρόκειται, όμως, να έρθουν. Γιατί δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνία μας, με την πραγματικότητά μας, τις εμπειρίες μας και την ιστορία μας.
Η ελευθερία του ελληνικού λαού απειλείται από την ανυποληψία των ελληνικών ΑΕΙ και την αδυναμία τους να παράγουν επιστήμη και τεχνολογία. Η ελευθερία του ελληνικού λαού απειλείται από την έλλειψη εγχώριας παραγωγής drones για τις ένοπλες δυνάμεις και την εξάρτηση από ξένους προμηθευτές όλων των εργαλείων ηλεκτρονικού πολέμου που χρησιμοποιούν οι ένοπλες δυνάμεις. Η ελευθερία του ελληνικού λαού απειλείται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που έχουν νομιμοποιήσει τις θεωρίες συνωμοσίας, τα ψέματα, την παραπληροφόρηση και προσφέρουν «οικονομικές λύσεις» προβολής και δημιουργίας πολιτικής καριέρας σε διάφορες σταρλετίτσες και μεσαιωνικών αντιλήψεων τενεκέδες.
Η ελευθερία του ελληνικού λαού δεν απειλείται από εξτρεμιστές ομοφυλόφιλους, φεμινίστριες και άλλα αριστερά περιτρίμματα. Πενήντα χρόνια ομαλού κοινοβουλευτικού βίου, που περιλαμβάνουν τα πέντε βίαια και αβέβαια χρόνια της χρεοκοπίας, είναι απόδειξη ότι η δημοκρατία μας και οι ελευθερίες μας δεν έχουν να φοβηθούν από εισαγόμενες «απειλές» που ζουν μόνο μέσα στους εγκεφάλους ανθρώπων που ψάχνουν να βρουν μπαμπούλες για να παραμείνουν στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου.
[1] http://executive.law.berkeley.edu/wp-content/uploads/2018/05/US-Sexual-Harassment-Law.pdf
[2] “Let me give you some advice, Helen. Don't take a sentimental attitude toward the poor. See that she doesn’t, Margaret. The poor are the poor. One is sorry for them, but there it is.”
[3] «Δεν μπορώ να αναπνεύσω» είναι ένα σύνθημα προγενέστερο που έχει υιοθετήσει το κίνημα Black Lives Matter. Ήταν τα τελευταία λόγια του Έρικ Γκάρνερ, ενός άοπλου άνδρα που πέθανε από ασφυξία το 2014 έπειτα από σιδερένια λαβή αστυνομικού. Εκτός του πολυσυζητημένου θανάτου με όμοιο τρόπο του Τζορτζ Φλόιντ, έχουν ακόμα πεθάνει αναλόγως κι άλλοι μαύροι Αμερικανοί, ο Χαβιέ Άμπλερ, ο Μάνουελ Έλις, ο Ελάτζια ΜακΚλέιν και ο Τζορτζ Φλόιντ, έχουν πει την ίδια φράση πριν πεθάνουν κατά τη διάρκεια παρόμοιων προσπαθειών επιβολής του νόμου από αστυνομικά όργανα [σημ. της σύνταξης].