Σύνδεση συνδρομητών

Μπέρνχαρντ Σλινκ: δικαστής και συγγραφέας μπεστ σέλερ

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2021 10:06
Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ, γητευτής των αναγνωστών. Εικόνα του Αλέκου Παπαδάτου, από το Books' Journal #30.
Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal
Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ, γητευτής των αναγνωστών. Εικόνα του Αλέκου Παπαδάτου, από το Books' Journal #30.

Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ είναι ένας αγαπημένος στους Έλληνες συγγραφέας, κι αυτό αποδεικνύεται από το ότι το νέο βιβλίο του στα ελληνικά, η συλλογή διηγημάτων Χρώματα του αποχαιρετισμού (μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός, Κριτική, 248 σελ.), μερικές εβδομάδες μετά την κυκλοφορία της στα ελληνικά, είναι πολύ ψηλά στις προτιμήσεις των αναγνωστών. Η εξαιρετική δημοσιογράφος Κική Τριανταφύλλη (είναι απώλεια ότι ο βιοπορισμός την έστρεψε σε ρεπορτάζ που δεν έχουν σχέση με το βιβλίο), είχε συναντήσει την άνοιξη του 2013 τον συγγραφέα, στον απόηχο της μεγάλης του επιτυχίας, Διαβάζοντας στη Χάννα (που έγινε εξίσου επιτυχημένη κινηματογραφική ταινία). Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 30 του Books' Journal, Aπρίλιος 2013, και ο Σλινκ ήταν στο εξώφυλλο, όπως πάντα από τον Αλέκο Παπαδάτο. Ήταν μια δύσκολη εποχή. Η ελληνική κρίση κορυφωνόταν με άδηλο το μέλλον. Όμως ζούσε ο Φίλιπ Ροθ και δεν είχε γίνει ακόμα η φονική επίθεση ισλαμιστών κατά του σατιρικού Charlie Hebdo… (Η συνέντευξη που ακολουθεί είχε δημοσιευτεί με τίτλο: «Η γερμανική λογοτεχνία πάει στο Χόλλυγουντ»)

Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ έγινε ευρύτερα γνωστός στο ελληνικό κοινό ως ο συγγραφέας του βιβλίου Διαβάζοντας στη Χάννα, στο οποίο στηρίχθηκε το σενάριο της ταινίας Σκουριασμένα χείλη, με την Κέιτ Γουίνσλετ και τον Ρέιφ Φάινς, που το 2008 κέρδισε Όσκαρ γυναικείας ερμηνείας. Καθηγητής συνταγματικού δικαίου και δικαστής, του αρέσει να γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα. Μια βιβλιοθήκη καλύπτει όλο τον τοίχο του σαλονιού, στο σπίτι του στο Βερολίνο, στην άκρη είναι στημένο ένα αναλόγιο με τις παρτιτούρες του – παίζει φλάουτο. Εκεί συναντηθήκαμε για τη συνομιλία που ακολουθεί.

***

Ο Μπέρναρντ Σλινκ είναι γοητευτικός άνθρωπος και, όπως και ο ήρωάς του, ο ντετέκτιβ Γκέραρντ Σελμπ, λατρεύει τις ελληνικές ελιές. Παίζει φλάουτο σχεδόν καθημερινά. Πίνει γκράπα και τρώει τακτικά στην Οsteria Ribaltone που βρίσκεται δίπλα στο σπίτι του, ένα ευχάριστο διαμέρισμα με θέα στην πλατεία Βικτώρια Λουίζε στο Σένμπεργκ, μια από τις πιο ωραίες γειτονιές του Βερολίνου. Διαβάζει τα νέα στις εφημερίδες τις οποίες αγοράζει καθημερινά στο κιόσκι της γωνίας του και η τηλεόραση ανοίγει μόνο για να δει ταινίες και τηλεοπτικές σειρές.

«Η φήμη και το χρήμα αλλάζουν τον άνθρωπο;» τον ρώτησα καθώς τρώγαμε τις ελιές που του είχα φέρει από την Ελλάδα. «Εξαρτάται», μου απάντησε. «Μπορώ να φανταστώ ότι αν γίνεις ξαφνικά πλούσιος στα 25 ή στα 30 σου δεν μπορείς εύκολα να το εντάξεις στη ζωή σου. Εγώ, όμως, είχα ήδη περάσει τα 50 όταν ήρθε η επιτυχία και ήταν πια πολύ αργά για να αλλάξω. Βεβαίως απολαμβάνω το γεγονός ότι με αναγνωρίζουν όταν πηγαίνω κάπου, όπως και το ότι μπορώ πια να ξοδεύω περισσότερα χρήματα». Σήμερα ο Μπέρναρντ Σλινκ μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στο Βερολίνο και στη Νέα Υόρκη, ενώ ταξιδεύει συχνά στην Αυστραλία.

Καθηγητής συνταγματικού δικαίου, ιστορίας και φιλοσοφίας του δικαίου στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, και παλαιότερα της Βόννης, και συνταγματικός δικαστής στη Ρηνανία Βεστφαλία, ο Σλινκ ήταν ήδη γνωστός ως συγγραφέας πολύ πριν κυκλοφορήσει το συνταρακτικό μυθιστόρημά του Διαβάζοντας στη Χάννα (Der Vorleser). Η λογοτεχνική του διαδρομή είχε αρχίσει με τρία αστυνομικά μυθιστορήματα με κεντρικό ήρωα τον ντετέκτιβ Γκέραρντ Ζελμπ (λογοπαίγνιο με τη λέξη selb, που σημαίνει εαυτός στα γερμανικά), έναν πρώην εισαγγελέα των Ναζί. Στην Απόδοση Δικαιοσύνης, το πρώτο από αυτά το οποίο ο Σλινκ έγραψε μαζί με τον –φίλο του, επίσης νομικό– Βάλτερ Ποπ, ο Ζελμπ εμπλέκεται εν αγνοία του σε δύο φόνους και αποδίδει δικαιοσύνη με τρόπο παράδοξο. Όπως θα κάνει και αργότερα στο Διαβάζοντας στη Χάννα, ο Σλινκ ξύνει με κάθε ευκαιρία τις πληγές της μεταπολεμικής Γερμανίας, εμφανίζοντας την αθέατη πλευρά του γερμανικού θαύματος. Και χρησιμοποιεί την αστυνομική πλοκή απλά ως φόρμα για να μιλήσει για τα αγαπημένα του θέματα, τη δικαιοσύνη, την παιδεία, την οικολογία και, προ πάντων, για την ατομική ευθύνη. 

Το ευρωπαϊκό σύστημα δικαίου δεν καταδικάζει σε θάνατο, στην Απόδοση Δικαιοσύνης όμως εσείς βάζετε τον Ζελμπ να σκοτώσει τον Κόρτεν. Γιατί;

Δεν το έκανε για να αποδώσει δικαιοσύνη αλλά για να ανταποδώσει το χτύπημα. Ο Σελμπ γνωρίζει βεβαίως ότι δεν υπάρχει ποινή θανάτου και ότι δεν έχει το δικαίωμα να σκοτώσει τον Κόρτεν. Νομίζω ότι ήταν κάτι πολύ προσωπικό, ένας τρόπος για να απελευθερωθεί ο ίδιος από ό,τι τους συνέδεε με το παρελθόν. Παρ’ όλα αυτά, είναι και ένα είδος τιμωρίας.

Ναι αλλά δεν είναι σωστό, ούτε υπό το κράτος του δικαίου.

Ο χαρακτήρας του Γκέραρντ Ζελμπ είναι πολύ κοντά στον Φίλιπ Μάρλοου και στον Σαμ Σπέιντ.

Νομίζω ότι αν το άκουγε αυτό θα μπορούσε να τον κάνει ευτυχισμένο.

Έχετε διαβάσει hardboiled fiction;

Α, ναι. Ο Ντάσιελ Χάμμετ, ο Ρέημοντ Τσάντλερ, ο Τζέημς Πάτερσον είναι αγαπημένοι μου συγγραφείς.

Σας έχουν επηρεάσει;

Δεν προσπαθώ να γράψω όπως αυτοί, αλλά νομίζω ότι είναι πιθανό να υπάρχει κάποια επιρροή με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να ορίσουμε και να προσδιορίσουμε.

Τα κόμικς σας αρέσουν;

Όχι, ποτέ δεν μου άρεσαν. Ίσως γιατί ήταν πολύ μεγάλο ταμπού όταν μεγάλωνα. Οι γονείς μου ποτέ δεν θα ανεχόντουσαν κόμικς στο σπίτι. Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσεις να τα απολαμβάνεις στην ηλικία των έξι επτά ετών κι εγώ, στα δεκατρία, όταν έκανα την επανάστασή μου ενάντια στους γονείς μου, ήμουν πια πέρα από αυτά.

Ευρωπαϊκό νουάρ έχετε διαβάσει;

Όχι, δεν το γνωρίζω. Όταν άρχισα να γράφω, σταμάτησα να διαβάζω, γιατί το γράψιμο ιστοριών προσφέρει την ίδια χαρά όπως και το διάβασμα ιστοριών. Όταν φαντάζομαι έναν άλλο εαυτό για να τον μεταφέρω στο έργο μου, το παιχνίδι μαζί του ικανοποιεί κατά κάποιον τρόπο όλες μου τις ανάγκες για το μυστηριώδες και το αινιγματικό. Διαβάζω μεν πολύ, αλλά όχι πια αστυνομικές ιστορίες. Παρ’ όλα αυτά, ξαναδιάβασα πρόσφατα τον Μεγάλο Αποχαιρετισμό και με άγγιξε πάρα πολύ. Και αν έπρεπε να πάρω ένα αστυνομικό στο νησί και να το διαβάζω συνέχεια, τότε αυτό θα ήταν ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός του Τσάντλερ.

Γνωρίζετε ίσως το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα;

Πριν αρχίσω να γράφω υπήρχαν οι Σιέβαλ Μαίη και Βάλε Περ. Έχω διαβάσει επίσης το πρώτο βιβλίο του Στιγκ Λάρσον, νομίζω ότι αυτό το κορίτσι ήταν μια θαυμάσια επινόηση. Υπέροχος χαρακτήρας. Όμως το στόρι δεν μου άρεσε. Νιώθω πάντοτε προδομένος όταν η λύση μιας ιστορίας είναι κάποιος τρελός, γιατί είναι ένας πολύ εύκολος τρόπος να βγεις από το χάος που δημιουργείς ως συγγραφέας.

 

Ένας Γερμανός για Όσκαρ

Το ημι-αυτογραφικό μυθιστόρημα Διαβάζοντας στη Χάννα, όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο Αναγνώστης του Μπέρνχαρντ Σλινκ, εκδόθηκε το 1995 και αμέσως τον έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο. Μπεστ σέλερ μεταφρασμένο ήδη σε 45 γλώσσες και έχοντας πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα – στην Αμερική, μέσα σε ένα πρωινό μετά την παρουσίαση του συγγραφέα στην εκπομπή της Όπρα Γουίνφρεϊ, πουλήθηκαν 200.000 αντίτυπα–, έφερε στο δημιουργό του πολλά λογοτεχνικά βραβεία. Χαρακτηρίστηκε μυθιστόρημα για το Ολοκαύτωμα, ο ίδιος όμως αρνείται το χαρακτηρισμό, αφού το βιβλίο, βασικά, διερευνά ηθικά και συναισθηματικά προβλήματα της μεταπολεμικής γενιάς και την

εμπλοκή της στην ενοχή των γονιών. Σίγουρα πάντως είναι ένα τολμηρό μυθιστόρημα που ξεκινάει αμήχανα, όπως ίσως αμήχανα ξεκινάει και ο έρωτας ενός δεκαπεντάχρονου για μια ώριμη γυναίκα. Αδύναμος έφηβος, ο Μίχαελ Μπεργκ παθαίνει μια κρίση ίκτερου στο κατώφλι της 36χρονης Χάννα Σμιτς και αυτή τον βοηθάει να συνέλθει. Όταν γίνει καλά, θα την επισκεφτεί για να την ευχαριστήσει, και τότε δεν θα μπορέσει να πάρει τα μάτια του από πάνω της: «Από το σβέρκο και τους ώμους της, από τα στήθη της που τύλιγε παρά έκρυβε η κομπινεζόν, από τον πισινό που έσφιγγε η κομπινεζόν, όσο εκείνη είχε το πέλμα στο γόνατο ή την καρέκλα, από τη γάμπα της – γυμνή και χλομή στην αρχή κι έπειτα λαμπερή και μεταξένια μες στην κάλτσα». Τελικά ο Μίχαελ θα ενδώσει στην ερωτική αποπλάνηση και θα ζήσει με τη Χάννα μια συγκλονιστική ερωτική ιστορία. Συναντιούνται τακτικά με τη μυστηριώδη εισπράκτορα του τραμ, κάνουν έρωτα και της διαβάζει αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μετά εκείνη χάνεται. Θα ξαναβρεθούν πολλά χρόνια αργότερα στην αίθουσα του δικαστηρίου, αυτός ως φοιτητής νομικής και εκείνη ως πρώην δεσμοφύλακας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κατηγορούμενη για εγκλήματα πολέμου.

Το 2008, το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο –ο ελληνικός τίτλος της ταινίας είναι Σφραγισμένα χείλη– από τον σκηνοθέτη Στήβεν Ντάλντρυ με βασικούς πρωταγωνιστές την Κέιτ Γουίνσλετ, τον Ρέιφ Φάινς, τον Ντέηβιντ Κρος, τη Λένα Ολίν και τον Μπρούνο Γκαντς. Η καθηλωτική ερμηνεία της Κέιτ Γουίνσλετ στο ρόλο της Χάννα Σμιτς της έφερε μια Χρυσή Σφαίρα και ένα βραβείο Όσκαρ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τον ελβετικό εκδοτικό Diogenes. Γιατί στην Ελβετία και όχι στη Γερμανία; Ο συγγραφέας φοβόταν τις αντιδράσεις του γερμανικού κοινού, δεν είχε δίκιο όμως. Πολύ γρήγορα οι αναγνώστες το αγκάλιασαν, έφτασε μάλιστα να διδάσκεται σε γερμανικά σχολεία και πανεπιστήμια. Όσο για τη διεθνή καριέρα του, το περιοδικό Spiegel έγραψε ότι είναι ο μεγαλύτερος θρίαμβος της γερμανικής λογοτεχνίας από την εποχή των μπεστ σέλερ – του Ταμπούρλου του Γκύντερ Γκρας (1959) και του Αρώματος του Πάτρικ Ζίσκιντ (1985).

Δικαιοσύνη, ηθική, συγχώρεση, τιμωρία παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στο βιβλίο σας Διαβάζοντας στη Χάννα. Η ηρωίδα σας στο τέλος αυτοκτονεί. Γιατί;

Κατ’ αρχάς δεν γράφω όλα αυτά που γνωρίζω για τους χαρακτήρες μου κατά παραγγελία. Μπορώ μόνο να κάνω υποθέσεις όπως μπορείτε να κάνετε κι εσείς. Δεν νομίζω πάντως ότι η Χάννα θέλει να τιμωρήσει τον εαυτό της για ό,τι έκανε. Σε όλη τη ζωή της ζούσε αποσυρμένη, το ίδιο έκανε και στη φυλακή. Αποσύρθηκε από την κοινότητα των φυλακισμένων και απομονώθηκε εντελώς στον εαυτό της, ίσως γιατί δεν μπορούσε να ακολουθήσει την κατεύθυνση που δινόταν στη ζωή της.

Ήταν πια πολύ αργά να βγει από τη φυλακή της;

Ήταν πολύ αργά για να αλλάξει. Ίσως έβρισκε το θάρρος να το κάνει αν εκείνος [ο Μίχαελ] ήταν πιο προτρεπτικός και δεσμευόταν περισσότερο. Δεν ξέρω. Αλλά δεν το έκαναν.

Η αυτοκτονία της ήταν θέμα επιλογής;

Αυτή ήταν η ιστορία που βρήκα να γράψω.

Γιατί είναι τόσο μοναχική; Ντρέπεται που είναι αναλφάβητη;

Νομίζω ότι η μοναξιά σε κάνει μοναχικό. Γιατί υπάρχει ένας πολύ στοιχειώδης τρόπος επικοινωνίας, με τη γραφή και την ανάγνωση, στον οποίο δεν μπορείς να συμμετέχεις. Άνθρωποι αναλφάβητοι λένε ότι νιώθουν αποκομμένοι από άλλους γιατί δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με την ίδια ευκολία με εκείνους που γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση. Σκέψου τα e-mails. Πόση από την επικοινωνία στη ζωή σου με τους φίλους σου γίνεται μέσω e-mails.

H ντροπή είναι άραγε τόσο ισχυρό συναίσθημα ώστε να στείλει έναν αναλφάβητο ηθελημένα στην απομόνωση;

Νομίζω ότι συντείνουν διάφορα πράγματα. Ένας αναλφάβητος, εκτός από το ότι στερείται έναν τρόπο επικοινωνίας που έχουν οι άλλοι, πρέπει επίσης συνεχώς να υποκρίνεται επινοώντας διάφορες ιστορίες για να κρύβει τον αναλφαβητισμό του. Παρακαλεί κάποιον περαστικό να του πει το όνομα του δρόμου προσποιούμενος ότι δεν μπορεί να διαβάσει την πινακίδα γιατί έχει ξεχάσει τα γυαλιά του ή χρησιμοποιεί διάφορες δικαιολογίες στη δουλειά του για να μην κάνει κάτι που απαιτεί διάβασμα ή γράψιμο. Και μετά ντρέπεται. Ο Ντέηβιντ Χαρ που έγραψε το σενάριο της ταινίας Σφραγισμένα χείλη είχε επίσης αμφιβολίες, είχαμε μιλήσει πολλές φορές και γι’ αυτό. Έψαξε λοιπόν και βρήκε αναλφάβητους στη Μεγάλη Βρετανία. Και όλοι του είπαν το ίδιο: «Φυσικά και θα προτιμούσα να πάω στη φυλακή μερικά χρόνια παραπάνω από το να μάθει όλος ο κόσμος ότι είμαι αναλφάβητος».

Είναι δυνατή η συγχώρεση; Μπορεί να συγχωρήσει κανείς κάποιον ή μια ολόκληρη κοινωνία για κακοποιητική συμπεριφορά, για ψέματα και για εγκλήματα;

Ναι, είναι δυνατόν. Νομίζω επίσης ότι μερικές φορές είναι απαραίτητο να αφήνουμε κάτι πίσω μας. Προσωπικά ποτέ δεν μου έκαναν κάτι τρομερό, αλλά όποτε στη ζωή μου ένιωσα βαθιά πληγωμένος βίωσα τη συγχώρεση σαν κάτι που με απελευθέρωνε. Είναι ένας τρόπος να αφήνεις κάτι πίσω σου. Βεβαίως, καταλαβαίνω ότι κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να συγχωρήσουν. Και δεν πιστεύω ότι οφείλει κανείς να συγχωρεί κάποιον άλλο που ζητάει συνεχώς συγγνώμη. Αυτό όμως μπορεί να είναι απελευθερωτικό.

Ως συγγραφέας νιώθετε ενσυναίσθηση για τους ήρωές σας, ακόμη και για τους «κακούς»;

Δεν θα μπορούσα να γράψω αν δεν συναισθανόμουν όλους τους χαρακτήρες μου. Νιώθω όπως οι γονείς που είναι δυστυχισμένοι με τον γιο που κάνει τρομερά πράγματα και πρέπει να τον καταδώσουν στην αστυνομία γιατί πρόκειται να ξανακάνει κάτι τρομερό.

Ο Ίαν Ράνκιν έχει πει ότι «σκοτώνει τους κακούς» στα βιβλία του γιατί το βρίσκει απελευθερωτικό. Νιώθετε κι εσείς έτσι;

Α, όχι. Κατά κάποιον τρόπο μου αρέσουν ακόμη και οι «κακοί». Οπότε ναι, μπορεί να πρέπει να πεθάνουν σε κάποιο σημείο, αλλά δεν νιώθω ιδιαίτερη χαρά για τη θανάτωση. Αυτό μπορώ να το πω.

 

Η ελληνική κρίση

Σε όλα τα βιβλία σας μιλάτε για την ενοχή, την ατομική και τη συλλογική ευθύνη. Θα θέλατε να κάνετε ένα σχόλιο για την ελληνική κρίση; Η αλήθεια είναι ότι η πρόοδος της ελλάδας τα τελευταία χρόνια βασίστηκε κυρίως σε δάνεια. Οι πολίτες απέκτησαν οφέλη και προνόμια και ένας από τους λόγους που αντιδρούν σήμερα είναι ότι δεν θέλουν να χάσουν τα κεκτημένα. Υπάρχει επίσης μεγάλη διαφθορά. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ένας από τους κορυφαίους έλληνες πολιτικούς, είπε «μαζί τα φάγαμε». Πώς το σχολιάζετε;

Το κέικ για το οποίο δεν πληρώσαμε, ε; Νομίζω ότι κατ’ αρχάς ο πολιτικός σας έχει δίκιο. Αν σε ένα έθνος «φάγανε» όλοι μαζί, όλοι μαζί πρέπει να λύσουν και το πρόβλημα που ανακύπτει. Δεν είναι εύκολο αλλά πώς αλλιώς μπορεί να βγει κανείς από την κρίση;

Ο μέσος έλληνας πολίτης λοιπόν είναι ένοχος κατά τη γνώμη σας, και πρέπει να πληρώσει;

Δεν έχει να κάνει με ενοχή. Θα έλεγα ότι είναι θέμα υπευθυνότητας. Δεν μπορώ να δω πώς αλλιώς θα μπορούσε να ξεπεραστεί μια κρίση τέτοιων διαστάσεων. Καθεμία και κάθε μεγάλη κρίση μπορεί να λυθεί μόνο αν όλοι συνεισφέρουν. Αλλά, όπως φαίνεται, ένα από τα προβλήματα στην Ελλάδα είναι ότι οι πλούσιοι δεν συνεισφέρουν καθόλου και η μεσαία τάξη αναγκάζεται να συμβάλει δυσανάλογα πολύ. Θα πρέπει, όμως, να συνεισφέρει κανείς ανάλογα με αυτά που έχει. Την ευθύνη βεβαίως για την ανασυγκρότηση της κοινωνίας και των δημοσίων υπηρεσιών την έχουν οι πολιτικοί, στη δημοκρατία όμως είμαστε υπεύθυνοι για αυτούς που εκλέγονται σε θέσεις ισχύος. Νομίζω ότι σε μια δημοκρατία καθένας έχει ευθύνη για το κοινό καλό. Ακόμη και όταν όλα πάνε καλά, δεν πρέπει να ενδιαφέρεται κανείς μόνο για τον εαυτό του. Γιατί αν τα πράγματα πάνε στραβά τότε θα πρέπει να πληρώσει το τίμημα.

Κουβεντιάζετε με τους φίλους σας για την ελληνική κρίση; Μας υπερασπιζόσαστε ή είσαστε επικριτικός όπως οι περισσότεροι Γερμανοί;

Φυσικά κουβεντιάζουμε. Το πρώτο πράγμα που αναρωτηθήκαμε ήταν «πώς είναι δυνατόν να έχει συμβεί κάτι τέτοιο, πώς μπόρεσαν να το κάνουν, γιατί κορόιδεψαν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους;». Μετά διαβάσαμε ιστορία και μάθαμε για τον βαυαρό βασιλιά και πώς κατάφερε να τα βγάλει πέρα με όλες εκείνες τις ομάδες των ληστών, πώς τους εξαγόρασε. Η ελληνική κοινωνία δεν πέρασε περίοδο εκβιομηχάνισης όπως η αγγλική, η γαλλική και η γερμανική κοινωνία, η δομή της εξακολουθεί να είναι εντελώς διαφορετική. Αρχίσαμε λοιπόν να αντιλαμβανόμαστε το πραγματικό πρόβλημα και είδαμε ότι οι μεταρρυθμίσεις θα είναι ηράκλειος άθλος γι’ αυτούς που θα τις τολμήσουν. Έκτοτε παρακολουθούμε το θέμα με μεγαλύτερη συμπάθεια, απογοητευόμαστε όμως όταν βλέπουμε ότι ο δημόσιος τομέας, ο οποίος είναι αποτέλεσμα εξαρτήσεων ανάμεσα σε πολιτικούς και πολίτες, εξακολουθεί να είναι τεράστιος και ότι οι πολιτικοί δεν τολμούν να τον αγγίξουν. Κατά τα άλλα, όλοι έχουμε ωραίες αναμνήσεις από διακοπές στην Ελλάδα. Προσωπικά θα μου μείνει αξέχαστη η κρητική φιλοξενία. Όταν ήμουν φοιτητής πέρασα τρεις υπέροχους μήνες στην Κρήτη και γνώρισα θαυμάσιους ανθρώπους, ανάμεσά τους ήταν ο αρχιεπίσκοπος Ειρηναίος που με φιλοξένησε.

Μπορεί να αλλάξει μια κοινωνία διά της βίας, όταν οι πολίτες δεν είναι ακόμη ώριμοι για αλλαγές;

Δες τι έγινε στο ανατολικό μπλοκ. Όλες αυτές οι κοινωνίες έπρεπε να αλλάξουν και άλλαξαν. Για τον καθένα στην προσωπική του ζωή έγιναν τρομερές αλλαγές, το είδα να συμβαίνει ανάμεσα σε φίλους και συναδέλφους μου στο Ανατολικό Βερολίνο. Έπρεπε να μάθουν και να οργανώσουν από την αρχή τη ζωή τους διαφορετικά. Ναι, και οι κοινωνίες μπορούν να το κάνουν όταν πρέπει. Είναι σίγουρα σκληρό αλλά δεν νομίζω ότι οι κοινωνίες δεν μπορούν να αλλάξουν. Μπορούν. Και όχι κατ’ ανάγκην με βία.

Η δεύτερη γενιά εξακολουθεί να έχει την εξουσία στην μεταπολεμική Γερμανία. Υπάρχουν ακόμη το τραύμα και η ενοχή των Γερμανών για τα εγκλήματα του β’ Παγκοσμίου Πολέμου;

Στην πολιτική έχει ήδη αρχίσει η διαδικασία της συνταξιοδότησης και για την επόμενη γενιά όλο αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Η τρίτη γενιά δεν έχει βιώσει την ίδια εμπειρία με την ίδια ένταση, την εμπειρία του να αγαπάς κάποιον και μετά να μαθαίνεις ότι έκανε τρομερά εγκλήματα. Οι ρίζες της ενοχής της δεύτερης γενιάς βρίσκονται στο γεγονός ότι ένα αγαπημένο πρόσωπο, ο πατέρας, ο θείος ή ο δάσκαλος, μπορεί να είχε κάνει αυτά τα τρομερά εγκλήματα. Ακόμη και αν το ήξερες όμως εξακολουθούσες να τους αγαπάς και να είναι σημαντικοί για τη ζωή σου. Αλλά υπάρχει διαφορά αν ο πατέρας σου ήταν αξιωματικός των Ες Ες ή αν ήταν ο παππούς σου που πέθανε πολύ καιρό πριν.

Μήπως όμως και η τρίτη γενιά αναπαράγει τα ίδια μοτίβα συμπεριφορών, έστω πιο ελαφριά;

Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι ανθρώπων. Υπάρχουν άνθρωποι τρίτης και τέταρτης γενιάς που ζουν ευτυχισμένοι στο εδώ και το τώρα. Δεν ενδιαφέρονται για τις ρίζες τους ούτε για την παράδοση, ούτε για την ιστορία, απλά ζουν ευτυχισμένοι. Αλλά νομίζω ότι κάθε νέος Γερμανός που έχει μια αίσθηση για τις ρίζες του, για την παράδοση και την ιστορία, αναγνωρίζει ότι πρόκειται μια ιδιαίτερη εμπειρία. Συμβαίνει συχνά όταν πηγαίνουν στο εξωτερικό να τους ρωτάνε «από που κατάγεστε, ξέρετε για το Γ’ Ράιχ, τι έκαναν τότε οι γονείς σας, πώς νιώθετε γι’ αυτό;» και τότε συνειδητοποιούν κάτι που ίσως δεν είχαν συνειδητοποιήσει προηγουμένως: ότι είναι Γερμανοί. Οι άλλοι τους βλέπουν ως μέρος της ιστορίας και πρέπει να συνδεθούν με αυτό. Όταν σκέφτομαι τους φοιτητές μου, νομίζω ότι όλοι έχουν τουλάχιστον ένα είδος τακτ. Όταν πάνε, π.χ., στο Ισραήλ, οι άνθρωποι τους προσεγγίζουν ως Γερμανούς, μερικές φορές ακόμη και εχθρικά. Αλλά πρέπει να το κατανοήσουν και να μην το ανταποδώσουν, να σεβαστούν ότι προέρχεται από μια τραυματική εμπειρία. Νομίζω ότι δεν νιώθουν πια ένοχοι, αλλά γνωρίζουν ότι οφείλουν κάποια ευαισθησία στο τραύμα των άλλων.

Στο Σαββατοκύριακο, κεντρικός ήρωας είναι ένας τρομοκράτης που αποφυλακίζεται ύστερα από είκοσι τέσσερα χρόνια. Οι τρομοκρατικές ενέργειες του 1970 και του 1980 σχετίζονται, κατά τη γνώμη σας, με το παρελθόν;

Α ναι, στην αρχή η Ουλρίκε Μάινχοφ και η Γκούντρουν Ένσλιν είχαν πολύ υψηλή ηθική. Η Ένσλιν καταγόταν από την οικογένεια ενός προτεστάντη πάστορα και η Μάινχοφ από παρόμοιο περιβάλλον. Πίστευαν ότι οι γονείς μας δεν είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στο έγκλημα που γινόταν τότε. Κι εμείς βλέπαμε τα εγκλήματα στο Βιετνάμ και στον Τρίτο Κόσμο και έπρεπε να κάνουμε κάτι, όχι μόνο να συζητάμε. Κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία με τον εμπρησμό στο πολυκατάστημα της Φρανκφούρτης. Μετά έγιναν πιο ριζοσπαστικοί και το δικαιολογούσαν όλο αυτό ηθικά. Βεβαίως ήταν απόλυτα συνδεδεμένο με το «ό,τι δεν κατάφεραν να κάνουν οι γονείς μας θα το πετύχουμε εμείς. Θα ξεσηκωθούμε ενάντια στα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί».

Όταν σκοτώσεις μια φορά, μετά γίνεσαι σίριαλ κίλερ;

Τη στιγμή που θα σκοτώσεις περνάς ένα όριο. Νομίζω ότι οι επόμενοι φόνοι είναι, απλά, αριθμοί.

Σε συνέντευξή σας στην εφημερίδα Guardian αναφερθήκατε στο φορτίο της γερμανικής ταυτότητας, το βάρος τού να είσαι Γερμανός. Πώς το εννοείτε;

Θεωρώ ότι η γερμανική ταυτότητα είναι πιο δύσκολη από τη γαλλική την αμερικανική, την εγγλέζικη ή την ελληνική ταυτότητα, εξαιτίας των εγκλημάτων του παρελθόντος – και νομίζω ότι δεν μπορεί κανείς να αφαιρέσει την ιστορία από την ταυτότητά του. Όπως είπαμε, κάποιοι ζουν ευτυχισμένοι στο εδώ και το τώρα, εγώ όμως δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό. Νομίζω ότι δεν είναι καν δίκαιο να περιορίζεται η ταυτότητά σου στο εδώ και το τώρα. Η ιστορία, λοιπόν, είναι μέρος της γερμανικής ταυτότητάς μου, τα εγκλήματα είναι μέρος αυτής της ιστορίας, κατ’ επέκταση και της ταυτότητάς μου, άρα είναι φορτίο γι’ αυτή την ταυτότητα. Μερικές φορές νέοι άνθρωποι λένε «θέλω να είμαι υπερήφανος που είμαι Γερμανός». Νομίζω όμως ότι μπορείς να είσαι υπερήφανος για κάτι που έχεις πετύχει, όχι για κάτι που είσαι. Γνωρίζω Γερμανούς που λένε: δεν είμαι Γερμανός, είμαι Ευρωπαίος. Όχι, εγώ είμαι Γερμανός. Και μέρος της ταυτότητάς μου είναι και τα φορτία του παρελθόντος.

Λειτουργούν περιοριστικά αυτά τα φορτία;

Σε μερικές περιπτώσεις, ναι. Στη γερμανική Αριστερά, για παράδειγμα, μερικοί απολαμβάνουν να κάνουν κριτική στην πολιτική του Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων. Αλλά ειδικά οι Γερμανοί δεν μπορούν να το κάνουν αυτό. Και ένας λόγος είναι ότι οι Εβραίοι δεν θα μπορούσαν να δεχτούν κάτι τέτοιο σε καμία περίπτωση. Έχουν βιώσει τόσο άσχημα πράγματα από μας στο παρελθόν που δεν θέλουν να δεχτούν την κριτική μας. Ας τους δώσουν κάποιοι άλλοι, οι Καναδοί, οι Ελβετοί, μερικές αυστηρές συμβουλές, αλλά όχι εμείς. Με αυτή την έννοια λοιπόν, ναι, τα φορτία του παρελθόντος είναι περιορισμοί, αν θέλετε να τα ονομάσετε έτσι.

Οι Ανατολικογερμανοί δεν επεξεργάστηκαν το φορτίο της ταυτότητάς τους όπως έκαναν οι Δυτικοί. Αυτό δημιουργεί προβλήματα;

Δεν μπορώ να πω ότι χώρες που δεν έχουν αντιμετωπίσει τα εγκλήματα του παρελθόντος είναι λιγότερο υγιείς από χώρες που το έκαναν. Για παράδειγμα, η Ισπανία ποτέ δεν αντιμετώπισε πλήρως τα εγκλήματα του δικού της εμφύλιου πολέμου. Αναρωτιέμαι όμως, ψυχικά είναι άραγε οι Ισπανοί λιγότερο υγιείς από τους Γερμανούς που το έκαναν; Οι Ρώσοι δεν ασχολήθηκαν ποτέ πραγματικά με τα θύματα του σταλινισμού. Ζουν σε μια καταπιεστική χώρα, είναι ψυχικά λιγότερο υγιείς; Το βρίσκω πολύ δύσκολο να απαντήσω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι εμείς έπρεπε να το κάνουμε, γιατί δεν κάναμε εγκλήματα που έβλαψαν μόνον εμάς αλλά και άλλους. Ένας εμφύλιος διαφέρει από έναν πόλεμο εναντίον άλλων. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι ένα έθνος, που οι άνθρωποί του έχουν κάνει τρομερά εγκλήματα, πρέπει πραγματικά να τα επεξεργαστεί για να μπορέσει να συνεχίσει σε ένα καλύτερο μέλλον. Κοιτάζοντας άλλα παραδείγματα, όπως της Ισπανίας και της Ρωσίας που ανέφερα, δεν μπορώ να πω ότι είναι προφανές. Δεν έχω αποδείξεις ούτε για άτομα. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ζουν ευτυχισμένοι έχοντας θάψει κάτι από το παρελθόν τους που δεν το κοιτάζουν ποτέ. Ίσως δεν θα έπρεπε, αλλά το κάνουν και είναι ευτυχείς. Έτσι νομίζω ότι συμβαίνει το ίδιο και με τις κοινωνίες.

Το 1965 ο Βίλι Μπραντ είχε πει: «Χάσαμε τους εβραίους μας».

Βεβαίως, τους χάσαμε. Στερηθήκαμε έναν από τους θησαυρούς μας. Και πάλι αν κοιτάξει κανείς πίσω στην ιστορία, θα δει πόσο έχουν εμπλουτίσει οι εβραίοι τη ζωή των Γερμανών, πολιτιστικά. Πριν από μερικά χρόνια κάλεσα κάποιον να διδάξει εβραϊκό δίκαιο στη σχολή μας, τώρα λοιπόν έχουμε Γερμανούς που σπουδάζουν εβραϊκό δίκαιο. Κάθε καλοκαίρι έρχεται ένας καθηγητής και διδάσκει στη σχολή μας. Είναι μέρος της δικής μας παράδοσης και της κουλτούρας μας, ήταν τουλάχιστον μέχρι το 1933 που διεκόπη, και μας έλειψε. Και είναι θαυμάσιο που επανέρχεται. Τώρα τελευταία η εβραϊκή ζωή γίνεται όλο και πιο πλούσια στο Βερολίνο, πολλοί Ισραηλίτες έρχονται και μένουν εδώ για λίγα χρόνια. Έχω διδάξει στο Χερτζλίγια (Herzliya), ένα πανεπιστήμιο κοντά στο Τελ Αβίβ, εκεί βίωσα ο ίδιος πώς είναι να ζεις σε μια χώρα περικυκλωμένος από εχθρούς. Η ζωή του διδάσκοντος στενεύει όταν εστιάζει αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό του, έτσι είναι πολύ ενδιαφέρον και για εκείνους να ζήσουν έστω και για λίγο στο Βερολίνο. Τώρα έχουμε και Γιεσίβα [σχολή όπου διδάσκονται οι ορθόδοξοι ραβίνοι], γενικά η εβραϊκή ζωή εμπλουτίζεται συνεχώς στο Βερολίνο.

Ο Πήτερ Γκέι γράφει στο βιβλίο του για την κουλτούρα της Βαϊμάρης ότι η πλειονότητα των Γερμανών δεν μπορεί να αντιληφθεί τη γερμανική ταυτότητα ως φορτίο, όπως εσείς και ίσως ακόμη μερικοί διανοούμενοι.

Και πάλι είναι ένα ερώτημα που έχει σχέση με τη γενιά για την οποία μιλάμε. Νομίζω ότι στη γενιά μου όσοι πήγαν στο πανεπιστήμιο ασχολήθηκαν αρκετά. Ιστορικοί, νομικοί, καθηγητές και δικαστές εκείνης της εποχής, δημοσιογράφοι επίσης, θέλησαν να γνωρίζουν τι συνέβη τότε. Η επόμενη γενιά είναι διαφορετική, αισθάνεται πολύ πιο απελευθερωμένη από το βάρος, οι εκπρόσωποί της δεν νιώθουν πλέον ένοχοι. Παρ’ όλα αυτά νομίζω ότι καταλαβαίνουν και νιώθουν ότι χρωστάνε μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε εκείνους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τραυματίστηκαν από αυτό.

Ο Ντερριντά λέει ότι ο κοσμοπολιτισμός έχει να κάνει με τη φιλοξενία, την ισότητα, το σεβασμό του άλλου. Πιστεύετε ότι οι Γερμανοί έγιναν κοσμοπολίτες;

Τι είναι κοσμοπολίτης πραγματικά; Πολίτης του κόσμου (το λέει στα ελληνικά). Με αυτή την έννοια μπορείς να πεις ότι όλοι είμαστε πολίτες του κόσμου, αλλά νομίζω ότι οι Γερμανοί που επικαλούνται τον κοσμοπολιτισμό, συχνά, θέλουν να δηλώσουν «όχι δεν είμαι  Γερμανός, δεν είμαι πολίτης αυτής της χώρας, είμαι πολίτης αυτού του κόσμου». Όμως νομίζω ότι εκείνοι που πραγματικά δεν είναι πλέον κάτοικοι μιας χώρας είναι όσοι έχουν επιχειρήσεις στη Σαγκάη και στο Λονδίνο και στη Φρανκφούρτη και στη Νέα Υόρκη. Αυτοί είναι πραγματικά πολίτες του κόσμου, και δεν νομίζω ότι είναι ιδιαίτερα γοητευτικοί.

Μήπως όμως αυτό έχει να κάνει περισσότερο με την παγκοσμιοποίηση και όχι με τον κοσμοπολιτισμό; Κάποιος που δουλεύει στη Σαγκάη, στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες...

...δεν ανήκει πια πουθενά.

Και αναρωτιέμαι αν γνωρίζει κάτι περισσότερο για τον πολιτισμό αυτών των χωρών ή ταξιδεύει εδώ κι εκεί μόνο και μόνο για να μαζέψει περισσότερα χρήματα.

Ένας πιανίστας που παίζει πιάνο σήμερα στη Σαγκάη και την επόμενη εβδομάδα στη Νέα Υόρκη και μετά φεύγει για το Παρίσι έχει επίσης αυτή τη διεθνή παγκόσμια ζωή, δεν είναι πια πολίτης μιας χώρας, αλλά πολίτης αυτού του κόσμου. Με την αρχαία ελληνική έννοια, ο άλλος, ο βάρβαρος δεν ήταν ποτέ κοσμοπολίτης. Ο κοσμοπολίτης ορίζει έναν πολιτικό χώρο και έναν πολιτισμικό χώρο. Κοσμοπολίτη σήμερα σε κάνει η πολιτισμική σου σφαίρα.

 

Θρησκεία και πολιτική

Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ μεγάλωσε σε μια οικογένεια προτεσταντική. Μετά το θάνατο της πρώτης συζύγου του με την οποία είχε δύο κόρες, ο πατέρας του, Έντμουντ Σλινκ, καθηγητής φιλοσοφίας και θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, παντρεύτηκε την ελβετή βοηθό του, θεολόγο επίσης, Ίρμγκαρντ Όσβαλντ, από τη Βασιλεία, και απέκτησε μαζί της δύο γιους (ο ένας είναι ο συνομιλητής μου, ο άλλος, ο αδελφός του, ο Βίλχελμ Σλινκ, είναι καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ).

Η πανεπιστημιακή καριέρα του πατέρα διεκόπη κατά τη διάρκεια του ναζισμού, οπότε για μερικά χρόνια ο Έντμουντ Σλινκ έγινε πάστορας. Η θεία του Μπέρναρντ Σλινκ, Κλάρα Σλινκ, η αδελφή Βασιλεία, υπήρξε επίσης διακεκριμένη θεολόγος και ιδρύτρια του ευαγγελικού μοναχικού τάγματος της Μαρίας στο Ντάρμσταντ.

Αναρωτιέμαι αν η προσωπική σας εμπειρία σε μια προτεσταντική οικογένεια επηρέασε τη ζωή σας και το συγγραφικό σας έργο…

Ο πατέρας μου ήταν λουθηρανός, η μητέρα μου μεταρρυθμίστρια, είχαμε λοιπόν δύο διαφορετικές παραλλαγές προτεσταντισμού στη ζωή μας, τους λουθηρανούς και τους σβιγγλιανούς-καλβινιστές. Για τους προτεστάντες, οι λουθηρανοί είναι κάτι σαν τους καθολικούς και οι καλβινιστές είναι οι «εβραίοι». Στη ζωή μας λοιπόν υπήρχαν δύο διαφορετικές νοοτροπίες. Διαβάζαμε πάντοτε τη Βίβλο μετά το δείπνο, ψάλλαμε επίσης πολύ στο σπίτι. Η ημέρα άρχιζε πάντα με λίγο διάβασμα και συνεχιζόταν με τα χορωδιακά έργα του Μπαχ. Ναι, ήταν πολύ παρούσα η θρησκεία στην παιδική μου ηλικία, ειδικά ο προτεσταντισμός της μητέρας μου που ήταν πολύ… ψυχοψαχτικός. Επέβαλλε να ψάχνεις βαθιά μέσα στην ψυχή σου και να σκέφτεσαι. Κακές σκέψεις, κακά πράγματα. Γιατί τα έκανες; Ενώ ο καθολικός πάει και τα ακουμπάει όλα αυτά στον ιερέα και ξεμπερδεύει, η προτεσταντική παράδοση είναι παράδοση εσωτερικότητας και αναστοχασμού, απαιτεί να ερευνάς τον εσωτερικό σου κόσμο, να εξετάζεις τη δική σου ενοχή, τα λάθη σου. Αυτό ήταν κάτι που μας δίδαξε η μητέρα μας όταν ήμαστε παιδιά.

Η απώλεια της θέσης του πατέρα σας στο πανεπιστήμιο εξαιτίας των ναζί σας έκανε να υποφέρετε;

Όχι, γιατί γεννήθηκα το 1944. Αμέσως μετά τον πόλεμο, ο πατέρας μου μπόρεσε να συνεχίσει την καριέρα του στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και, εν τέλει, το να είναι πάστορας για μερικά χρόνια ήταν μια θαυμάσια εμπειρία. Αυτό που μου έδωσε η θρησκευτική παιδεία μου είναι κατά βάσιν η πραγματική αγάπη για την εκκλησιαστική μουσική. Κάθε τόσο πάω στην εκκλησία, μου αρέσει ο χώρος, είναι ένα υπέροχο μέρος για διαλογισμό, μου αρέσουν τα άσματα και πολλά κείμενα της Βίβλου. Στη μητέρα μου, πάλι, οφείλεται η τάση μου να ψάχνω μέσα μου και να παλεύω με το αν έκανα κάτι σωστά ή λάθος. Έχω την εντύπωση ότι αυτό με ακολουθεί περισσότερο από ό,τι συμβαίνει σε άλλους ανθρώπους.

Ασκείτε τα θρησκευτικά σας καθήκοντα;

Κάπου κάπου. Μερικές φορές με καλούν να κάνω το κήρυγμα στην εκκλησία και το απολαμβάνω πραγματικά να σκέφτομαι πάνω σε κείμενα της Βίβλου. Το τελετουργικό είναι βεβαίως σημαντικό, αλλά ο πυρήνας της προτεσταντικής λειτουργίας είναι το κήρυγμα.

Ρωτάω κατά πόσο έχετε επηρεαστεί από τη θρησκεία γιατί νομίζω ότι υπάρχει ένα διαφορετικό φιλτράρισμα γεγονότων, καταστάσεων, σκέψεων, αξιών κ.λπ. μέσα από το φίλτρο μιας θρησκείας.

Δεν νομίζω ότι έχω ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό φίλτρο, για να χρησιμοποιήσω τη λέξη σου. Αυτό που πήρα από τη θρησκευτική μου παιδεία έχει λιώσει και έχει χωνευτεί μέσα στο κοσμικό μου φίλτρο.

Κατά τη γνώμη σας, δεν διαθέτουν διαφορετικά φίλτρα, π.χ., ένας μουσουλμάνος και ένας χριστιανός; Εμείς οι Ευρωπαίοι γελάσαμε με τα σκίτσα του Μωάμεθ, αλλά οι μουσουλμάνοι στο Αφγανιστάν ήθελαν να επιβάλλουν τη σαρία χωρίς καν να τα έχουν δει. [Σημείωση: αργότερα, στις 7 Ιανουαρίου 2015, η ισλαμιστική τρομοκρατία δολοφόνησε στο Παρίσι 12 στελέχη και συνεργάτες του σατιρικού Charlie Hebdo, ακριβώς επειδή δημοσίευσε τα γελοιογραφικά σκίτσα του Μωάμεθ]

Νομίζω ότι πολλοί μουσουλμάνοι όπως και πολλοί χριστιανοί δεν έχουν πια αυτό το φίλτρο. Όλο αυτό που πήραν από τη θρησκευτική αγωγή τους, καθώς μεγάλωναν, έχει χωνευτεί μέσα στο κοσμικό φίλτρο τους. Αλλά έχετε δίκιο, πολλοί θρησκευόμενοι άνθρωποι έχουν έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να βλέπουν τον κόσμο.

Εσείς, λοιπόν, όταν γράφετε για την ενοχή δεν τη φιλτράρετε μέσα από το φίλτρο του προτεσταντισμού;

Όχι. Είναι κυρίως η φιλοσοφία που με επηρεάζει, όχι η θρησκεία.

Πώς βλέπετε την Άνγκελα Μέρκελ και την πολιτική της; Ήταν κόρη προτεστάντη πάστορα…

Το ότι ήταν κόρη προτεστάντη πάστορα στην Ανατολική Γερμανία σίγουρα τη διαμόρφωσε. Οι προτεστάντες πάστορες και οι οικογένειές τους κάνουν μετρημένη ζωή. Όταν μεγαλώνεις στο σπίτι ενός προτεστάντη πάστορα δεν πιστεύεις στην πολυτέλεια και στο να γίνεις πλούσιος. Επίσης, όταν μεγαλώνεις στην Ανατολική Γερμανία, με τον ρωσικό σοσιαλισμό της, πιστεύεις στη λιτότητα. Δεν ξοδεύεις περισσότερα από όσα έχεις. Συντηρείς ό,τι έχεις και ξοδεύεις μόνο ό,τι έχεις κερδίσει δουλεύοντας. Αυτές οι εμπειρίες διαμόρφωσαν την Άνγκελα Μέρκελ, και νομίζω ότι παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στον τρόπο που σκέφτεται.

Με αυτά τα κριτήρια, λοιπόν, οι Έλληνες είναι τεμπέληδες και σπάταλοι;

Νομίζω ότι η πολιτική της λιτότητας δεν νοείται για χάρη της λιτότητας αλλά για να οδηγήσει τις χώρες να κάνουν τις μεταρρυθμίσεις και τις αλλαγές που οφείλουν να κάνουν. Αν όλα πάνε καλά και μαλακά, δεν υπάρχει λόγος να κάνεις μεταρρυθμίσεις και να αλλάξεις τις δομές του δημόσιου τομέα. Θέλω να πω ότι αν όλα πάνε καλά δεν υπάρχει λόγος να αλλάξεις κάτι.

Λένε ότι η κ. Μέρκελ πιστεύει ότι η Ελλάδα πρέπει να πληρώσει για τα λάθη της, πράγμα το οποίο είναι αποτέλεσμα της αυστηρής, πουριτανικής παιδείας της…

Πιστεύω ότι το να μεγαλώνεις ως κόρη προτεστάντη πάστορα στην Ανατολική Γερμανία έχει αντίκτυπο, αλλά δεν νομίζω ότι η πολιτική της έναντι της Ελλάδας έχει σχέση με ηθικά ζητήματα και με το να «πληρώσουν για τα λάθη τους», να τιμωρηθούν. Νομίζω ότι αν οι Έλληνες, επιτέλους, κινηθούν, αν αρχίσουν τελικά να αλλάζουν και να κάνουν μεταρρυθμίσεις και προοδεύσουν, θα είναι ευτυχισμένοι. Αλλά πώς θα κινηθούν αν συνέχεια ζουν με δανεικά και όλα είναι μια χαρά; Είναι ένα δύσκολο παιχνίδι και χωρίς πίεση τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Από την άλλη πλευρά, πάλι, η υπερβολική πίεση μπορεί να είναι καταστροφική.

Αν λάβουμε υπ’ όψη μας τρεις παράγοντες, οικογένεια, καλή ζωή και εργασία, σε ποια σειρά τους βάζουν οι προτεστάντες;

Θα έλεγα ότι η ερώτηση είναι λάθος διατυπωμένη. Η καλή ζωή περιλαμβάνει οικογένεια και εργασία, εργασία που προσφέρει ικανοποίηση και οικογένεια που εμπλουτίζει τη ζωή με εμπειρίες τις οποίες η εργασία δεν μπορεί να προσφέρει.

 

Αντισημιτισμός

Έχετε κατηγορηθεί για αντισημιτισμό, πράγμα που προσωπικά μου προκάλεσε έκπληξη. Πώς νιώσατε και τι απαντάτε σ’ αυτές τις κατηγορίες;

Προφανώς εξεπλάγην όπως κι εσείς στην αρχή. Ποτέ δεν έχουν προσπαθήσει να με πλησιάσουν με τέτοιες κατηγορίες εκτός από μια φορά. Όταν κυκλοφόρησε η Χάννα στη Νέα Υόρκη, συνάντησα κατ’ επανάληψη εβραίους της γενιάς του πατέρα μου που είχαν ζήσει στη Γερμανία και είχαν χάσει συγγενείς. Όλοι μου έλεγαν ότι καταλάβαιναν αυτά που έγραφα. Μια φορά όμως, κατά τη διάρκεια μιας ανάγνωσης στην Ιερουσαλήμ, κατηγορήθηκα από μια γυναίκα. Είπε ότι ο Μάικλ Μπεργκ παλεύει με την καταδίκη, την κατανόηση και την αγάπη και αναρωτήθηκε πώς μπορεί να το κάνει κάποιος αυτό. Όταν έρχεται κανείς αντιμέτωπος με ένα τόσο τρομερό έγκλημα πρέπει να το καταδικάζει. Τελεία. Και το είπε τόσο κατηγορητικά και με τόση ζέση που σκέφτηκα πως ίσως πιστεύει ότι ακόμη και το να βλέπω ένα πρόβλημα καταδίκης, κατανόησης και αγάπης, είναι ένα είδος αντισημιτισμού. Ήταν μια νέα Ισραηλίτισσα. Εκτός όμως από αυτό το περιστατικό δεν μου συνέβη κάτι άλλο.

Υπάρχουν άρθρα που σας κατηγορούν.

Δεν διαβάζω άρθρα για τη δουλειά μου. Οι κατηγορίες για αντισημιτισμό μου προκαλούν έκπληξη. Θα με ενδιέφερε να ρωτήσω κάποιον τι θεωρεί αντισημιτικό στα βιβλία μου. Αλλά δεν έτυχε να συναντήσω κάποιον μέχρι τώρα.

Έχετε feedback από νέους;

Παίρνω πολλά e-mails με ερωτήσεις από μαθητές, γιατί η Χάννα διδάσκεται στο γυμνάσιο. Συχνά έχουν προκληθεί από τους δασκάλους τους, αλλά μερικές φορές είναι πραγματικά δικές τους ερωτήσεις και εγώ απαντάω σε όλες, σε κάθε e-mail. Διαπιστώνω λοιπόν ότι, διαβάζοντας το βιβλίο, μαθαίνουν λίγα πράγματα για το παρελθόν. Επίσης συχνά αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν ένα αγόρι δεκαπέντε χρονών να ερωτευτεί μια τριανταπεντάρα ή πώς μπορεί μια γυναίκα να ερωτευτεί ένα αγόρι, γιατί προφανώς έχουν την εντύπωση ότι ο έρωτας συμβαίνει μόνο ανάμεσα σε όμοιους.

Είναι politically correct να ερωτεύονται συνομηλίκους τους.

Έτσι το έχουν εσωτερικεύσει. Συνειδητοποιώ ότι μαθαίνουν στο σχολείο να διαβάζουν σαν να ήθελε ο συγγραφέας να τους στείλει ένα σημαντικό μήνυμα. Έτσι βλέπω τι σημαίνει γι’ αυτούς η λογοτεχνία.

Και για σας; Τι σημαίνει λογοτεχνία για σας;

Για μένα το γράψιμο είναι καθαρή απόλαυση, σχεδόν ποτέ στη ζωή μου δεν είμαι τόσο ευτυχισμένος όσο όταν γράφω. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα απλά γράφω, δεν σκέφτομαι τον αναγνώστη μου, να του δώσω κάτι ή να του κάνω μάθημα, ζω μέσα στις ιστορίες και είμαι εγώ, ενδιαφέρομαι για την ιστορία, για μερικά ηθικά ζητήματα, για φιλοσοφικές ερωτήσεις και για τη δικαιοσύνη, ό,τι με ενδιαφέρει βρίσκει το δρόμο του στις ιστορίες μου. Με ενδιαφέρουν μόνο ιστορίες που τέτοια θέματα αποτελούν κατά κάποιο τρόπο μέρος τους. Δεν έχω ένα θέμα για το οποίο θέλω να γράψω και μετά αναζητώ την ιστορία. Σκέφτομαι μέσα σε ιστορίες, παίζω με ιστορίες. Και τελικά μια ιστορία «δουλεύει», προχωράει, και τότε τη γράφω. Τα θέματα βρίσκουν από μόνα τους το δρόμο τους στις ιστορίες μου.

Έχετε γράψει και δύο βιβλία με διηγήματα για την αγάπη. Τι σημαίνει λοιπόν αγάπη και ευτυχία;

Αν ήξερα τι είναι ακριβώς ίσως δεν χρειαζόταν να γράψω ιστορίες για την αγάπη. Στο βιβλίο Der Großtyrann und das Gericht του Βέρνερ Μπέργκεργκρυν [Werner Bergengruen, γερμανός συγγραφέας της δεκαετίας του 1950], η ηρωίδα του, Βικτώρια, λέει στα λατινικά: «Discite, mortales, nil pluriformius amore» (μάθετε εσείς οι θνητοί, τίποτα άλλο δεν έχει τόσες πολλές μορφές από την αγάπη). Νομίζω λοιπόν ότι η αγάπη έχει πάρα πολλά σχήματα και μορφές.

Ψάχνετε, λοιπόν, να βρείτε τι είναι η αγάπη από την πλευρά του πόνου;

Ανακαλύπτω συνεχώς την αγάπη σε μια ιστορία που έρχεται στο μυαλό μου και, αφού παίξω μαζί της και είναι έτοιμη να γραφτεί, η ιστορία μου είναι γεμάτη έρωτα και αγάπη.

Και οι γυναίκες; Έχω την αίσθηση ότι είστε πιο τρυφερός μαζί τους από ό,τι με τους άντρες. Ειδικά στο τελευταίο σας βιβλίο, τα Καλοκαιρινά ψέματα, αυτή η ιστορία της γριας κυρίας που αρνείται την αγάπη ως υποχρέωση και πηγαίνει μαζί με την εγγονή της να βρει τον παλιό της εραστή είναι πολύ συγκινητική. Πώς είναι όταν σκέφτεστε τις γυναίκες; Πώς μπορείτε να τις νιώσετε; Να γράψετε γι’ αυτές;

Άλλη μια ερώτηση που ποτέ δεν την είχα σκεφτεί. Νομίζω ότι αυτή η γριά γυναίκα έχει σχέση με τη θεία μου και τη μητέρα μου, αν και οι ζωές τους είναι εντελώς διαφορετικές. Έχω ζήσει τη μητέρα μου σε μεγάλη ηλικία, πολύ άμεσα και έντονα. Είχα επίσης μια θεία και νονά μου, αδελφή της μητέρας μου, την οποία έζησα επίσης, καθώς μεγάλωνε, άμεσα και έντονα. Είδα λοιπόν ότι ο γάμος μπορεί να είναι περιοριστικός και ότι μπορούσε να επιβάλει στερήσεις σε γυναίκες εκείνης της γενιάς. Πιθανόν, τείνω να εμπιστεύομαι τις γυναίκες περισσότερο από τους άντρες, αν και αυτό είναι ανόητο, αφού οι γυναίκες δεν είναι καλύτεροι άνθρωποι από τους άνδρες. Σήμερα διαβάζουμε τρομερές ιστορίες για τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται στους συμμαθητές τους, μαθήτριες του γυμνασίου.

Καλό αυτό για μας τις γυναίκες. Από φεμινιστικής πλευράς τουλάχιστον νομίζω ότι το αξίζουμε.

Στο κάτω κάτω έχετε κάνει πολύ λιγότερο κακό από τους άντρες τους τελευταίους αιώνες, πράγμα που βέβαια μπορεί να αλλάξει αν χειραφετηθείτε τελείως.

Πώς γράφετε τα βιβλία σας; Γράφετε καθημερινά; Καθόσαστε στο γραφείο σας μπροστά σε μια λευκή σελίδα; Σχεδιάζετε; Φανταζόσαστε τους χαρακτήρες σας; Ή αρχίζετε να γράφετε αυθόρμητα;

Ξέρω την ιστορία που θα γράψω από πριν, άλλοτε ίσως κρατήσω κάποιες σημειώσεις, άλλοτε ίσως ερευνήσω κάτι, αλλά ο βαθμός της ακριβούς γνώσης διαφέρει. Μερικές φορές μπορεί να ξέρω γενικά πού θα πάει η ιστορία αλλά να υπάρχουν τρύπες, αμφιβολίες, ανοικτές ερωτήσεις. Μερικές φορές πάλι είναι πολύ συγκεκριμένη στο μυαλό μου, εξαρτάται.

Πόσο μεγάλο είναι το κομμάτι του εαυτού σας που βάζετε στους ήρωές σας;

Ένας συγγραφέας βάζει ένα μέρος του εαυτού του ακόμη και σε έναν θηλυκό χαρακτήρα. Μπορούμε να γράψουμε μόνο για πράγματα που γνωρίζουμε, και γνωρίζουμε τους εαυτούς μας σε κάποιο βαθμό, οπότε βάζω κι εγώ ένα μέρος του εαυτού μου.

Ακόμη και σε χαρακτήρες εγκληματικούς;

Ναι, ακόμη και τα κακά αγόρια και τα κακά κορίτσια πρέπει κατά κάποιον τρόπο να τα αγαπήσω. Αλλιώς δεν θα μπορούσα να τους δώσω ζωή.

Μετά από τόσα χρόνια που ζείτε στην Αμερική, έχετε επηρεαστεί από τον τρόπο της ζωής;

Όχι, δεν θα το έλεγα.

Οι Αμερικανοί είναι πιο χαλαροί από τους Ευρωπαίους;

Οι πιο χαλαροί άνθρωποι που έχω συναντήσει είναι οι Αυστραλοί. Οι Αμερικανοί έχουν έναν πιο εύκολο τρόπο να συνδέονται, πράγμα πολύ ευχάριστο όταν ταξιδεύεις. Στον υπόγειο σιδηρόδρομο της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, μπορεί να σου πει κάποιος ξαφνικά: «ω, ενδιαφέροντα παπούτσια φοράς, από πού τα πήρες; Είναι άνετα; Τι διαβάζεις;» Εντάξει, όλο αυτό έχει πλάκα, αλλά είναι επικοινωνία σε πρώτο επίπεδο. Για να κάνεις πραγματικούς φίλους, είναι εξίσου δύσκολο στην Αμερική όσο και εδώ, στην Ευρώπη. Και όταν πλησιάσεις κάποιους ανθρώπους αντιλαμβάνεσαι τελικά ότι και εκείνοι παλεύουν περίπου για τα ίδια πράγματα που παλεύουμε κι εμείς εδώ.

Σας αρέσει το σινεμά;

Ναι.

Τι είδους ταινίες βλέπετε;

Διαβάζω τις κριτικές και αποφασίζω ότι κάτι μπορεί να μου αρέσει για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Τελευταία ευχαριστήθηκα πάρα πολύ τον Σπάιντερμαν, αλλά δεν μου άρεσε το Skyfall. Αποφεύγω τα μπλοκμπάστερ. Προτιμώ ταινίες που παίζονται σε μικρά βερολινέζικα σινεμά από τη Φινλανδία, την Κροατία – οτιδήποτε διαβάσω σε κριτική και μου φανεί ενδιαφέρον το σενάριο.

Στο θέατρο πηγαίνετε;

Λιγότερο, και έχει να κάνει με τον γερμανικό τρόπο παρουσίασης των θεατρικών έργων. Ο σκηνοθέτης δεν μένει πιστός στο έργο, θέλει να παρουσιάσει το δικό του καινούργιο έργο τέχνης και αυτό μπορεί να είναι απλά και μόνο ματαιοδοξία.

Σας αρέσουν οι τηλεοπτικές σειρές;

Μου άρεσε η μίνι σειρά Mildred Pierce, διότι έπαιζε η Κέιτ Γουίνσλετ και γιατί μ’ αρέσει ο Τζέημς Κέιν (δημοσιογράφος και συγγραφέας αστυνομικών - hardboiled, ένας από τους δημιουργούς του roman noir), μου άρεσε πολύ το βιβλίο του και νομίζω ότι ήταν μια θαυμάσια τηλεοπτική μεταφορά σε μόλις επτά επεισόδια. Επίσης, έχω δει τους δύο πρώτους κύκλους του Downton Abbey, βρήκα τον πρώτο καλύτερο από τον δεύτερο, αλλά δεν νομίζω ότι θα δω τον τρίτο κύκλο. Και αγόρασα το Mad Men σε βίντεο, όπως μου πρότειναν αμερικανοί φίλοι μου, για να το δω κάποτε, αν και δεν με ενδιαφέρουν τόσο αυτοί οι χαρακτήρες.

Οι τηλεοπτικές σειρές θεωρούνται σήμερα η νέα λογοτεχνία. Συμφωνείτε;

Έχει νόημα για τις μίνι σειρές, όχι όμως για τα σίριαλ. Ένα μυθιστόρημα τελειώνει, ένα σίριαλ απλά συνεχίζεται και μια μέρα, όταν ο κόσμος δεν θέλει πια να το παρακολουθήσει άλλο, σταματάει. Αυτή είναι μια βασική διαφορά τους. Αλλά οι μίνι σειρές διαφέρουν. Η Mildred Pierce, για παράδειγμα, ήταν ένα μυθιστόρημα. Και αυτό που μου αρέσει σε ένα μυθιστόρημα είναι το τόξο. Αρχίζει και εξελίσσεται προς ένα τέλος. Ενώ στα σίριαλ δεν υπάρχει τόξο.

Σας αρέσει η ποίηση;

Ναι, αλλά δυστυχώς διαβάζω μόνο γερμανική ποίηση. Μου φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο να πιάσω τη μουσική σε μια ξένη γλώσσα, και τις μεταφράσεις τις βρίσκω σχεδόν ανέφικτες.

Διαβάζετε κάτι ενδιαφέρον τώρα; Υπάρχουν συγγραφείς παλιοί ή νέοι, Γερμανοί ή ξένοι, που σας έχουν επηρεάσει;

Δεν είμαι πολύ συστηματικός αναγνώστης. Αυτή την εποχή γράφω ένα μυθιστόρημα. Διαβάζω λοιπόν μυθιστορήματα που έχουν γράψει άλλοι για το πώς ήταν η ζωή στην Ανατολική Γερμανία. Ένα βιβλίο που πραγματικά ξεχωρίζει από όλα τα άλλα και με έχει εντυπωσιάσει είναι το In Zeiten des abnehmenden Lichts του Έουγκεν Ρούγκε (Eugen Ruge). Επίσης διάβασα το τελευταίο βιβλίο του καναδού φίλου μου Τζον Ρέιλστον Σολ (John Ρalston Saul), που γράφει για απροσδόκητες συναντήσεις με πλούσιους και υγιείς. Τέλος θα ήθελα να πω ότι μου αρέσει πάρα πολύ η Μαίριλυν Ρόμπινσον (Marilynne Ρobinson), την αγαπάω πάρα πολύ. Δεν γράφει τακτικά, περιμένω το επόμενο βιβλίο της.

Η Χάννα τελειώνει με την Οδύσσεια και το επόμενο βιβλίο σας ξεκινάει και πάλι με την αναφορά στην Οδύσσεια. Σας επηρέασε ο Ομηρος;

Η Οδύσσεια παίζει μικρότερο ρόλο στη Χάννα αλλά μεγαλύτερο στον Γυρισμό. Όταν ξαναδιάβασα την Οδύσσεια συνειδητοποίησα κάτι που δεν είχα αντιληφθεί προηγουμένως. Ο Οδυσσέας δεν γυρίζει πίσω στο σπίτι του και στην πατρίδα του, πρέπει να ξαναφύγει. Υπάρχει τόση σοφία σ’ αυτό. Και είναι τόσο εσφαλμένη η αντίληψη ότι πρόκειται για μια ιστορία με happy end, είναι τόσο εσφαλμένη η αντίληψη για τη ζωή. Ζωή σημαίνει ότι, έστω και αν έφτασες κάπου, πρέπει να προχωρήσεις. Ο Οδυσσέας προχωράει.

Επηρέασε η δουλειά του καθηγητή φιλοσοφίας και ιστορίας του δικαίου και του δικαστή το γράψιμό σας;

Νομίζω ότι ερωτήσεις όπως τι είναι σωστό και τι λάθος, τι είναι ηθικά σωστό και τι νομικά σωστό, τι είναι δικαιοσύνη και τι είναι έντιμο και δίκαιο και σωστό, πώς θα έπρεπε να συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι άνθρωποι με έκαναν να γίνω δικηγόρος, καθηγητής και δικαστής και είναι οι ίδιες ερωτήσεις που με ενδιαφέρουν και βρίσκουν το δρόμο τους στη λογοτεχνία μου. Ό,τι σκέφτομαι για όλα αυτά σαν δικηγόρος, καθηγητής και δικαστής βρίσκει το δρόμο του και στις ιστορίες μου. Πλέκω ιστορίες γύρω από πράγματα που με ενδιαφέρουν, παίζω μαζί τους και τα πραγματεύομαι.

Υπάρχει διαφορά τώρα που μπαίνετε στη σύνταξη; Νιώθετε πιο ελεύθερος να γράφετε;

Όχι, πραγματικά δεν υπάρχει διαφορά. Εξακολουθώ να έχω πολλά άλλα πράγματα στη ζωή μου, έτσι πρέπει να ξεκλέψω αυτό το Σαββατοκύριακο, εκείνες τις εβδομάδες ή τους μήνες για να γράψω. Τώρα βέβαια μπορώ να ξεκλέβω λίγο περισσότερο χρόνο από ό,τι συνήθιζα, αλλά αυτό δεν αλλάζει την αίσθηση.

Τι γράφετε τώρα;

Έχω αρχίσει ένα μυθιστόρημα, μεσολάβησαν όμως τρία σενάρια και τους τελευταίους έξι μήνες μπορούσα μόνο να το σκέφτομαι και να παίζω με την ιδέα. Αλλά αυτό έκανε καλό στο στόρι και έτσι τώρα είμαι έτοιμος να συνεχίσω.

Περί τίνος πρόκειται;

Πρόκειται... Δεν μπορώ να δώσω μια καλή απάντηση.

Εντάξει, δεν πειράζει, θα περιμένουμε. Και τα σενάρια που γράψατε;

Το πρώτο είναι η διασκευή του Γυρισμού, το δεύτερο η διασκευή του διηγήματος «Το κορίτσι με τη σαύρα» από το βιβλίο Ερωτικές αποδράσεις και το τρίτο είναι το 1914. Πρόκειται για κάτι εντελώς καινούργιο, μια ιστορία για την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Αλλά δεν έχω ιδέα αν πρόκειται ποτέ όλα αυτά να γίνουν ταινίες.

Σας αρέσει να γράφετε σενάρια;

Μου άρεσε σαν εμπειρία και το έκανα διότι σκέφτηκα ότι θα ήταν ευχάριστο να δω τη διαδικασία από την ιδέα μέχρι την ολοκληρωμένη ταινία. Αλλά τελικά προτιμώ να γράφω ιστορίες.

Για ποιο λόγο διαλέξατε να πάτε πίσω στο 1914;

Στην πραγματικότητα, η έννοια της ιστορίας είναι ότι δεν είχαμε Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η καταστροφή που ξεκίνησε το 1914 τέλειωσε μετά το 1948. Ήταν μια περίοδος που καταστρέψαμε τον κόσμο μας σε βάθος. Μερικές φορές σκεφτόμαστε ότι ο 20ός αιώνας είναι πολύ σπουδαίος, αλλά τα πρώτα 50 χρόνια του ήταν τρομερά, ίσως τα χειρότερα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ακριβώς γι’ αυτό με ενδιαφέρει αυτή η περίοδος. Έχω διαβάσει πολύ για το 1914 και αυτή η απίστευτη βλακεία με την οποία οι Ευρωπαίοι μπήκαν στον πόλεμο με λυπεί βαθιά και επίσης με θυμώνει. Εδώ και πολύ καιρό έχω στο μυαλό μου και μια συλλογή από ιστορίες που έχουν σχέση με αυτό το παρελθόν. Ίσως τις γράψω.

Και ένα τελευταίο σχόλιο. Ο Φίλιπ Ροθ ανακοίνωσε ότι σταματάει το γράψιμο. Το επιβεβαίωσε και ο εκδότης του. Σκοπεύει λέει τώρα να ξαναδιαβάσει τα βιβλία του από το τέλος προς την αρχή.

Όχι. Δεν τον πιστεύω. Εννοώ, πιστεύω αυτά που λέει αλλά δεν νομίζω ότι είπε την τελευταία του λέξη. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι θα ξαναγράψει. Αυτό μπορεί να κάνει. Μετά από λίγο καιρό θα βαρεθεί να κάθεται.

Άρα, να υποθέσω ότι κι εσείς θα συνεχίσετε να γράφετε για πάντα.

Ναι, και το γράψιμο θα αλλάξει, το αλλάζω. Και ο Φίλιπ Ροθ νομίζω ότι θα εμφανιστεί πάλι με κάτι εντελώς καινούργιο και φρέσκο. Νομίζω ότι είναι ένας υπέροχος συγγραφέας. Και το περιμένω.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.