Ζακ Μεναχέμ: τα χειρότερα Χριστούγεννα της ζωής μου
Στο στούντιό του, ανάμεσα σε μηχανήματα, εκατοντάδες δίσκους, μαγνητοταινίες και μικρόφωνα, χαμογελάει. Χαμογελάει και θυμάται εκείνα που πέρασε παιδί δεκατριών μόλις χρονών σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στο στρατόπεδο του Μπέλσεν, στο χειρότερο ίσως από όσα είχαν στήσει οι ναζί.
«Δεν έχω περάσει και αποκλείεται να περάσω χειρότερα Χριστούγεννα στη ζωή μου», θα πει ο Ζακ Μεναχέμ. «Είναι αδύνατον να θυμηθώ αυτή τη στιγμή ποια χρονολογία ήταν ακριβώς από τα χρόνια που πέρασα στο στρατόπεδο. Πάντως ήταν στο Μπέλσεν. Και μάλιστα ήταν τη χρονιά που οι Άγγλοι γύρισαν το ντοκιμαντέρ το οποίο έπαιξε πρόσφατα η τηλεόραση, η δική μας.
Κάθε μέρα οι Γερμανοί μάς πηγαίνανε για καταναγκαστικά έργα. Με ένα πουκάμισο και μ’ ένα παντελόνι, ξυπόλητοι, διασχίζαμε το διπλανό χωριό και πηγαίναμε για δουλειά. Θυμάμαι πως είχε φοβερό κρύο, ίσως και 20ο C κάτω από το μηδέν. Έτσι όπως μας είχαν καταντήσει –περισσότερο κτήνη παρά ανθρώπους– δεν ξέραμε ούτε τι μήνας είναι ούτε τι μέρα ούτε αν είναι κάποια γιορτή. Το μόνο που ξεχωρίζαμε ήταν το καλοκαίρι και ο χειμώνας.
Πηγαίναμε, λοιπόν, όπως κάθε μέρα για δουλειά. Περνώντας μέσα από το χωριό είδα ένα ανοιχτό παράθυρο, το τραπέζι στρωμένο με του κόσμου τις λιχουδιές και ένα δέντρο στολισμένο. Τότε κατάλαβα πως είχαν έρθει τα Χριστούγεννα. Πως κάποιοι άνθρωποι βρίσκονται στα σπίτια τους, με τους δικούς τους, έχουν φτιάξει μια γιορτινή, ζεστή, ανθρώπινη ατμόσφαιρα και γιορτάζουν. Κι έτσι με έπιασε όχι το παράπονο αλλά –για μια στιγμή– θυμήθηκα κάτι που το είχα ξεχάσει από καιρό: πως ήμουν άνθρωπος…
Εμείς τρώγαμε κάθε μέρα ένα λίτρο ραπανόζουμο και, αν ήμασταν τυχεροί, βρίσκαμε και κανένα κομμάτι ραπανάκι μέσα.
Παρ’ όλο, λοιπόν, που μας ανάγκαζαν να περπατάμε γρήγορα πρόλαβα και είδα μερικές σκηνές από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών που δεν θα μπορέσω να τις ξεχάσω ποτέ, ένα τραπέζι στολισμένο, κάποια παιδιά που περίμεναν τα δώρα τους, το δέντρο φωτισμένο. Και ήταν οι εικόνες αυτές ανθρώπινες μόνο για μας, γιατί οι κάτοικοι, παρ’ όλο που μας έβλεπαν, δεν έδιναν δυάρα.
Θυμάμαι, λοιπόν, πόσο πολύ μου κόστισε εκείνο το βράδυ γυρνώντας το στρατόπεδο. Γιατί παρ’ όλη τη μεγάλη χριστουγεννιάτικη γιορτή το ξύλο δεν σταμάτησε, ούτε η φωτιά που έκαιγε τους ανθρώπους έσβησε ούτε και κάτι πιο ανθρώπινο, κάτι παραπάνω, βρήκαμε να φάμε και πόνεσα πολύ εκείνη τη χριστουγεννιάτικη νύχτα, μετά από πολύ καιρό που τα πάντα είχαν ισοπεδωθεί μέσα μου, από το ανθρώπινο συναίσθημα πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ζουν με τις οικογένειές τους.
Ξυπνάει κάτι άλλο για μια στιγμή μέσα σου και θυμάσαι πως υπήρξες κάποτε άνθρωπος».
Αρχείο: Γιώργος Ζεβελάκης