Σύνδεση συνδρομητών

Μια φύση πλασμένη από παράδεισο και κόλαση[1]

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2026 09:18
Η Ανθούλα Σταθοπούλου με τον σύζυγό της, Γιώργο Βαφόπουλο.
Αρχείο Ξανθής Βαφοπούλου
Η Ανθούλα Σταθοπούλου με τον σύζυγό της, Γιώργο Βαφόπουλο.

Η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου (1909-1935), σύζυγος του Γιώργου Βαφόπουλου, ήταν μια ανήσυχη και γοητευτική προσωπικότητα της προπολεμικής Θεσσαλονίκης. Έζησε μια σύντομη αλλά ταραχώδη ζωή, δοκίμασε και δοκιμάστηκε στην ποίηση, το διήγημα και το θέατρο και πέθανε από φυματίωση στα 26 της χρόνια. Από τη λήθη του χρόνου την ανέσυρε η Έλενα Χουζούρη, με τη βοήθεια των καταγραφών του συζύγου της αλλά, κυρίως, με την ανάσυρση και την επικαιροποίηση του ποιητικού και γενικότερα του συγγραφικού της έργου. Έχει πολλά να πει στον σύγχρονο αναγνώστη. [ΤΒJ]

Η Έλενα Χουζούρη, με μεγάλη θητεία στον δημοσιογραφικό και μυθιστορηματικό λόγο, στήνει μια αφήγηση γύρω από τη ζωή και το έργο της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου με τρόπο άμεσο και συγκινημένο. Κατορθώνει να μεταδώσει την αγάπη, την τρυφερότητα, τον ενθουσιασμό της και να μετατρέψει μια τυπική και σχολαστική εργοβιογραφία σε ένα κείμενο ζωντανό, σε μια αφήγηση που κρατά το ενδιαφέρον και απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι μόνο σε ένα ειδικότερο κοινό που ενδιαφέρεται για μια παραγνωρισμένη λογοτεχνική φωνή του μεσοπολέμου. Κι αυτό το κατορθώνει δίνοντας εκ παραλλήλου μια επιτυχημένη σκιαγράφηση του λογοτεχνικού κλίματος της εποχής του Μεσοπολέμου στη Θεσσαλονίκη.

Η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου (1909-1935) έζησε τα περισσότερα χρόνια της ολιγόχρονης ζωής της στη Θεσσαλονίκη, και ήταν, όπως την περιγράφει η Έλενα Χουζούρη, ανήσυχη και γοητευτική προσωπικότητα. Έζησε μια σύντομη αλλά ταραχώδη ζωή, δοκίμασε και δοκιμάστηκε στην ποίηση, το διήγημα και το θέατρο και πέθανε από φυματίωση στα 26 της χρόνια. Κύρια πηγή της γνώσης μας γι’ αυτήν στάθηκε η αυτοβιογραφία του ποιητή και συζύγου της Γ. Θ. Βαφόπουλου (1903-1996), ο οποίος κατέγραψε τη σχέση του μαζί της και έδωσε πληροφορίες για την προσωπικότητά της.[2]

Η ποιήτρια ήρθε ξανά στο προσκήνιο, περίπου εκατό χρόνια μετά τη γέννησή της.[3] Η πρώτη παρουσίαση της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου από την Χουζούρη έγινε το 2019,[4] όπου η συγγραφέας ανθολόγησε 39 ποιήματα, τα οποία συνόδευσε από μία εκτενή εισαγωγή. Στην παρούσα έκδοση, η οποία δίνει πλέον την ολοκληρωμένη εικόνα, έχουμε μια ανθολόγηση από ποιήματα, διηγήματα και ένα θεατρικό κείμενο, στα οποία προτάσσεται μία ευρύτερη μελέτη με τις ενότητες: α. «Ο βίος», με υποενότητα «Η Ανθούλα, τα Γράμματα και οι Τέχνες στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου», β. «Το Έργο». Τα 85 ποιήματα που ανθολογούνται προέρχονται από τη συλλογή της Νύχτες αγρύπνιας −η οποία ήταν και η μόνη που δημοσίευσε εν ζωή− και από ποιήματα που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό της. Τα διηγήματα που συγκεντρώνονται στο βιβλίο είναι τέσσερα από τα πέντε εν συνόλω διασωθέντα και από τα δύο θεατρικά της έργα επιλέγεται το μονόπρακτο. Μετά την Ανθολόγηση ακολουθεί μια «Ενδεικτική βιβλιογραφία» κι ένα Παράρτημα φωτογραφιών από «πρόσωπα – τοπόσημα – χειρόγραφα – τεκμήρια κι επιστολές».

 

Η Θεσσαλονίκη στο επίκεντρο

Κάνοντας έρευνα σε ποικίλες πηγές (εφημερίδες, περιοδικά και μελέτες), η Έλενα Χουζούρη συγκροτεί εκτός από τη μικρότερη εικόνα της ζωής του κύκλου των ποιητών της Θεσσαλονίκης και τη μεγάλη εικόνα της πολιτισμικής κίνησης στην πόλη, με αναφορές σε μουσικά, εικαστικά, θεατρικά και κινηματογραφικά δρώμενα, ανασυστήνοντας την εποχή και αναφερόμενη στις πολιτικές και κοινωνικές της ζυμώσεις.

Ξεκινώντας από την ανάγνωση των ποιημάτων, γρήγορα διαπιστώνουμε ότι κεντρώνονται γύρω από τη θλίψη του θανάτου, τη μνήμη που χάνεται, την πάλη με την απώλεια: για όσες καταστάσεις ή γεγονότα στριμώχνονται εντός μας προσπαθώντας να βγουν στο φως, για να προλάβουν να αποτυπωθούν προτού χαθούν για πάντα. Εικόνες, σκέψεις και συναισθηματικές απηχήσεις από βιώματα που στιγμάτισαν την αισθητηριακή μνήμη, περιστατικά και πρόσωπα που πέρασαν από τη ζωή μας, οι μικρές ατομικές στιγμές που κυλούν σαν την άμμο μέσα από τα χέρια μας, χωρίς να μπορούμε να τις συγκρατήσουμε.

Παλιές εικόνες χάρτινες, στον τοίχο κρεμασμένες,

του πόνου μου συντρόφισσες και θύμησες γλυκές,

καθώς σας βλέπω αναπολώ μέρες ευτυχισμένες‒

τι γρήγορα που πέρασαν! θαρρώ πως ήταν χτες. 

Μέσα από τα ποιήματα αυτά προβάλλει ένας ποιητικός κώδικας που φλέγεται από οριακά συναισθήματα, συντάσσοντας έναν σχεδόν τραγικό κόσμο: ενώ πατά στη ζωή, είναι αναγκασμένος να ακροβατεί συνεχώς στο μεταίχμιο του θανάτου. Υπαρξιακά ερωτήματα, αναρωτήσεις για τη δύναμη και τη δυναμική του ανθρώπινου πεπρωμένου, η ελεγεία μιας χαμένης ζωής, ο θρήνος ενός επικείμενου θανάτου διατυπώνονται με φυσικό τρόπο, με απλά υλικά, λέξεις και στιχουργικά σχήματα που προκύπτουν αβίαστα και άλλο τόσο με πάθος που σιγοκαίει.

Σαν πεθάνω μια μέρα, κι ίσως μέρα του Απρίλη,

και νεκρή με ξαπλώσουν σ’ ένα φέρετρο άσπρο,

τα θερμά τα φιλιά σου, που μου έδινες πάντα,

θα μου δώσεις και τότε πάνω στ’ άχρωμα χείλη; 

Πολλά από τα ποιήματα της Σταθοπούλου είναι μικρές αφηγήσεις, όπου καθρεφτίζεται το αίτημα εξισορρόπησης του εξωτερικού και του ψυχικού υλικού, με τρόπο ιδιαίτερο, σαν να χτίζεται και να γκρεμίζεται μπροστά στα μάτια μας μια μαγική εικόνα. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα αποτυπώνεται η αίσθηση της εναγώνιας προσδοκίας, της οποίας μοιάζει σαν να είναι γνωστό εξαρχής το αρνητικό της πρόσημο. Η μνημείωση είναι φορτισμένη με την αγωνία της θλίψης, γι’ αυτό και η ανάγκη να αιχμαλωτιστεί ο διαφεύγων χρόνος, αποκτά συμβολικό απόβαρο.

Σε καρτερώ ανυπόμονα, μέρα καλή, να’ ρθείς,

κλεισμένη μες στο ανήλιο και πληχτικό γραφείο,

πάνω απ’ τα πλήκτρα τα σκληρά μιας γραφομηχανής,

που ξεφυλλίζεται νωθρά της ζωής μου το βιβλίο. 

Ο ποιητικός κόσμος ορίζει, λοιπόν, τη συμπαντική του συνθήκη: είναι καμωμένος από τα υλικά μιας παρελθούσης εποχής, η οποία, ενώ είναι κοντινή χρονικά, φαντάζει μακρινή, γίνεται κάτι σαν τη χαμένη ευτυχία. Δεν φαίνεται να ξεχνά η ποιήτρια πως όλα αυτά κρύβουν ένα βαθύτερο νόημα και χρέος μας είναι να το περισυλλέξουμε και να το ονομάσουμε τώρα εμείς, ώστε να το διασώσουμε από τη φθορά και τη λήθη. Αλλά μέσα από μια τέτοια προσπάθεια διάσωσης, αποκαλύπτεται πάντοτε η γεύση της πικρής απουσίας που οξύμωρα προκύπτει από την παρουσία της μνήμης, όσο και η γεύση της τυραννικής παρουσίας που αίφνης ανακύπτει μέσα από την αναζήτηση της αγάπης και της σωματικής επαφής. Αισθησιακή, σωματική ατμόσφαιρα, σχεδόν προκλητική −ιδίως για την εποχή της− που ιχνηλατεί την αγωνία της προσπάθειας να αρπαχτούμε από το άλλο κορμί, για να ανακουφιστούμε ή και για να υπάρξουμε. Όπως αρπάζεται ένας μελλοθάνατος από τα κάγκελα του κελιού, καθώς πλησιάζει η ώρα της εκτέλεσης.

Μες στα χέρια σου πάρε με,

σαν πουλί λαβωμένο,

σαν πουλί που το χτύπησε

ένα βόλι κακό,

και στο δρόμο το πέταξε

με φτερό τσακισμένο,

με φτερό που του κόπηκε

σε τραγούδι γλυκό.[5]

     

Διηγήματα και θέατρο

Προχωρώντας στα διηγήματά της διαπιστώνουμε πως έχουν δομή απλή και αφήγηση σχεδόν γραμμική, αλλά με θέματα τολμηρά και εικόνες προκλητικές για τα ήθη της εποχής. Πάθος που σιγοκαίει και διάθεση να ταράξει τα συμβατικά ήθη.

[…] Αχ πώς να πω εκείνη τη στιγμή! Τα χέρια του ήσαν σημαδεμένα […] και τα μάτια του πετούσαν κόκκινες σπίθες. Γύρισα τις πλάτες μου με υπεροψία και πήγα κατά την πόρτα, μα την ίδια στιγμή συνέβηκε αυτό που ποτές δεν θα ξεχάσω. Σαν πίθηκος αγριεμένος πήδηξε και μ’ άρπαξε με τέτοια δύναμη που ήταν αδύνατον να κουνηθώ, μάταια πάλευα να ξεφύγω το σφίξιμο του. Το μικρό του κορμί ήταν πανίσχυρο την ώρα εκείνη, με πήρε σαν πούπουλο και με απόθεσε στον καναπέ και εκεί με χείλη υγρά απ’ τον πόθο, με μάτια που το μίσος και ο έρωτας είχαν συμμαχήσει σε μια ακτινοβολία υπεροχής, με φιλούσε, με φιλούσε αχόρταγα σαν να ’θελε να ρουφήξει όλη τη δροσιά των δεκατεσσάρων μου χρόνων, ενώ με σαρκασμό μου σφύριζε στ’ αυτί μου: - Καλή αντάμωση στην κόλαση! Την άλλη μέρα δεν τον ξαναείδα. Η γωνιά ήταν άδεια. Μα ούτε την άλλη. Έπειτα από κάμποσο καιρό έμαθα πως το καμπούρικο παιδί πέθανε σ’ ένα χωριό από μαρασμό. (Από το διήγημα «Το φιλί του καμπούρη», 1930)

Το μονόπρακτο τέλος, που ανθολογείται στο βιβλίο, δείχνει γνώση του θεατρικού λόγου και ικανότητα σκιαγράφησης των χαρακτήρων, χωρίς τα δεκανίκια των αφηγηματικών σχολιασμών ή των περιγραφικών παρεκβάσεων. Κατορθώνει μέσα από τον καθημερινό λόγο και εντός του σύντομου σκηνικού χρόνου να αναπαραστήσει ολόκληρο το παρελθόν των ηρώων και να δείξει το βάθος των παθών τους κάτω από την επιφάνεια μιας απλής ιστορίας. Και αυτό χωρίς την ευκολία του ηθικοδιδακτισμού ή των σχηματοποιημένων κατηγοριοποιήσεων. Και συγκρίνοντας με έργα του σύγχρονου ρεπερτορίου, θεωρούμε ότι είναι ένα κείμενο που διατηρεί τη φρέσκια ματιά, τον ανανεωτικό και τολμηρό χαρακτήρα και σήμερα. Ιδίως σε ό,τι αφορά τη γυναικεία οπτική και γενικότερα τη θέση της γυναίκας στον αστερισμό των κοινωνικών ρόλων και σχέσεων που της επιβάλλονται.

Πολύ σημαντική η πρωτοβουλία της Έλενας Χουζούρη για την ολοκληρωμένη παρουσίαση της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, της εποχής, του έργου, του ταραχώδους βίου της. Και πολύ σημαντικό ότι κατορθώνει να μας συγκινήσει με τη μυθιστορηματική αυτή μορφή, έτσι όπως τη στήνει μπροστά στα μάτια της φαντασίας μας, κάνοντάς την οικεία.

Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι διαβάζουν το βιβλίο, μετά αναφέρονται στην ποιήτρια με το μικρό της όνομα: η Ανθούλα. Όπως κάνει και η Έλενα στο βιβλίο της. Είναι η δική της Ανθούλα. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν είναι καθόλου εύκολο. Και έχει τη δική του σημαίνουσα αξία.

 

[1] Έτσι χαρακτηρίζει την ποιήτρια Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου ο σύζυγός της ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος.

[2] Γ. Θ. Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1970.

[3] Η συγκεντρωτική έκδοση, Έργα. Ποιήματα-Διηγήματα-Δράματα, με πρόλογο του Γρηγορίου Ξενοπούλου, είχε κυκλοφορήσει στη Θεσσαλονίκη, μετά το θάνατο της ποιήτριας, το 1936.

[4] Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, μία παρουσίαση από την Έλενα Χουζούρη, σειρά «εκ νέου», Γαβριηλίδης, 2019. Την ίδια χρονιά επανεκδόθηκε και από την Οδό Πανός η ποιητική συλλογή της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου Νύχτες αγρύπνιας, με εισαγωγή του Διονύση Στεργιούλα.

[5] Βλ. και Άννα Αφεντουλίδου, «Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, μίγμα αγγελικότητας και δαιμονισμού», www.oanagnostis.gr, 07/02/2020.

Άννα Αφεντουλίδου

Φιλόλογος αποσπασμένη στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Κυκλοφορούν τα ποιητικά βιβλία της Ελλείπον Σημείο (2010), Ιστορίες εικονικής ισορροπίας (2014). Έχει εκδώσει δοκίμια για τον Αλμπέρ Καμύ, τον Κώστα Θ. Ριζάκη και τον Γιώργο Χ. Θεοχάρη.

Τελευταία άρθρα από τον/την Άννα Αφεντουλίδου

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.