Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους∙
πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών∙
γι᾿ αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.
(Γ. Σεφέρης, «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους»)
Παράξενος ο άνθρωπος, παράξενος και ο θάνατός του, αδιανόητος σχεδόν. Ήταν και δεν ήταν στη ζωή∙ είναι και δεν είναι μέσα στο θάνατο. Ξενιστής δεκάδων θεραπόντων και θεραπαινίδων του λόγου, μεταπολεμικών, κυρίως, και νεότερων, στο απέραντο (και αδιαχώρητο) πεδίο των εντύπων και των βιβλίων του, και ταυτόχρονα ξενιζόμενος στα λίγα τετραγωνικά της σοφίτας του. Παραδοξότητα που την αναιρούσε η ποίησή του, η οποία, ως γνωστόν, δεν μετριέται σε τετραγωνικά.
Ιστόρησα ήδη ό,τι γνωρίζω γι᾿ αυτόν. Όσοι επικοινώνησαν έστω μία φορά μαζί του (μέσω τηλεφώνου, τη μοναδική οδό που επέτρεπε –με ελάχιστες εξαιρέσεις– στον εαυτό του και τους άλλους), υποθέτουν με ασφάλεια ότι ο λόγος είναι για τον Κώστα Θ. Ριζάκη (σταθερή η φιλοξενία και του πατρός). Η «αρχέγονη» τηλεφωνική γραμμή, με δυσκολίες και αυτή, ήταν το μοναδικό, πυκνό δίκτυο των επικοινωνιών του ανά την ελληνική επικράτεια. Αγνοώντας «εξελικτισμούς και μόδες» (ώστε αδύνατον να τον συγκαταλέξουμε στα «θύματα της προόδου»), έγινε, μόνος ίσως αυτός, τοποτηρητής της αδιαμεσολάβητης λαλιάς. Έκρινε τους ομοτέχνους, από τα φυντανάκια (απορούμε ακόμη, τι καλό τούς έβρισκε) μέχρι τους γηραιούς κλασικούς του Μεταπολέμου, με το δικό του ένστικτο και την ιδιοπροσωπική του αισθητική. Επιεικέστατος με τα άγουρα και συχνά αλαζονικά βλαστάρια (πληθαίνουν στις μέρες μας οι αρσενικοί και θηλυκοί Ρεμπώ) και αυστηρός, αν όχι κατεδαφιστικός, απέναντι στους καταξιωμένους της Α’ και της Β’ μεταπολεμικής γενιάς, δημιουργούσε, σκόπιμα λες, πολλά ερωτηματικά. Εξέδωσε, διηύθυνε και συνδιηύθυνε εννέα, αν μετρώ σωστά, περιοδικά∙ πιο πρόσφατα τα Καρυοθραύστις (εκδ. Ρώμη), Σταφυλή, Οδοντωτός (με θηλυκό άρθρο όλα), των εκδόσεων Κουκκίδα∙ δρομολόγησε δεκάδες αφιερωματικούς τόμους, όπως για τους Κ. Τσιρόπουλο, Γ. Πέγκλη, Σ. Σαράκη, Μ. Μέσκο και μέχρι τον αμφιλεγόμενο Στ. Βαβούρη∙ προσέγγισε με ανάλογη διάθεση όψεις της ανυπόστατης ως είδους, αξιοχλεύαστης για την ουσία της ποίησης να την χαρακτηρίζει έτσι κανείς, «γυναικείας» γραφής (Ζέφη Δαράκη, Λένα Παππά, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Έρση Λάγκε κ.ά.).
Εκδοχές μιας ψυχογραφίας αιρετικής, σχεδόν αγοραφοβικής, με διεξόδους στη γραφή και τη φαντασιακή θέσμιση ενός μουσείου περισσότερο ποιητών και ποιητριών παρά ποιημάτων, όπου εγκαταβιούσε ο ίδιος ο αρχιτέκτονας διευρύνοντας τα όρια του κόσμου του και της σοφίτας του.
Ομολογώ ότι λίγο με ενδιαφέρει η ανάγκη του (;) να προβάλλει ποιητές, υπαρκτούς και ανύπαρκτους, προσγειωμένους και καβαλημένους στον υψιπέτη Πήγασο της φαντασίας τους. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα τρία Ανθολόγια του Ριζάκη, με τη συνεπιμέλεια της Χρ. Καραντώνη και του γράφοντος, και με τον πολύσημο, για μυημένους, τίτλο Εφ᾿ ενός γίγνεσθαι; (2020, 2021, 2022, εκδ. Ρώμη), όπου φιλοξενούνται 689 (!) ανέκδοτα ποιήματα 207 (!) ποιητών και ποιητριών (ζωή να ᾿χουν), των σημαντικότερων, όπως διαφαίνεται, της γενιάς τους (έκφραση του Νάσου Βαγενά για τους περιλάλητους της γενιάς του ᾿70). Αν εξαιρεθούν οι τιμώμενοι κάθε φορά, ελάχιστοι βρίσκονται με τον Ευμένη του Καβάφη «στο σκαλί το πρώτο». Αυτά δεν είναι όψιμες, μετά το σχόλασμα, κρίσεις. Τα έχω γράψει περιπαθώς στα εκτενή Προλογίσματα (των 2021 και 2022). Και σε πολλούς αφιερωματικούς τόμους η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Χωρίς αυτούς δεν θα έχανε η ελληνική γραμματεία.
Δεν γνωρίζω από πού εκπορεύεται η τόση γαλαντομία του Ριζάκη. Έχω μια λέξη (παρμένη από τον Ελύτη): Παναγαθοσύνη. Εκεί περικλείεται ο κατά βάθος άδολος, παιδός του Ηρακλείτου, ψυχισμός του Ποιητή. Το καυστικό του ύφος ήταν για την παραπλάνηση, τη δοκιμασία του φίλου συνομιλητή.
Ο ποιητής, λοιπόν. Καιρός να μας απασχολήσει στα σοβαρά. Θα έχουμε δύσκολο μέλλον μαζί του. Εκφραστής της προφορικής λαλιάς, ακολουθούσε και στην ποίηση τους δαιδαλώδεις δρόμους του βασανισμένου του μυαλού. Χωρίς ειρμό, συχνά, και λογικές ακολουθίες, σπάζοντας τα συντακτικά σχήματα, οδήγησε την ποίηση στη σπηλαιώδη της μήτρα. Απρόσμενα παντρέματα λέξεων, ανοίκειες παρεμβολές ήχων άλλης ταινίας και πορεία καθοδική (ή μήπως ανοδική;) ώς τη σύγχυση και την πολυσημία. Σαν η Βαβέλ να ήταν η γενέθλια στιγμή της ποίησης, διασπορά νοημάτων – όχι μόνο γλωσσών. Το πυκνά υφασμένο επικοινωνιακό δίκτυο του Ριζάκη έγινε το κιγκλίδωμα των ασκητών που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε αυτούς και τον κοσμικό συνομιλητή τους, για να προσκρούει στο πλέγμα η φωνή και να φτάνει θρυμματισμένη, αλλόκοτη στον συνομιλητή. Περίπου όπως μιλά ο πολιορκημένος στην Κροστάνδη του Νίκου Καρούζου: «Μικρόσωμος ο Χάροντας / ψηλόκορμη η αγάπη / […] / Έτσι κι αλλιώς αποθανούμεθα».
Ενώ ολοκλήρωνα αυτό το λυπηρό Σημείωμα, έλαβα συμπτωματικά μήνυμα ηλεκτρονικό από τον φίλο ποιητή και εκδότη Γιάννη Πατίλη με μιαν αυθόρμητη, συγκινητική εκμυστήρευση. Συνοψίζει, νομίζω, το Είναι του εκλιπόντος. Το μεταφέρω με την άδειά του:
Στην καρδιά μου πενθώ τον θάνατο του Ριζάκη… Μπορεί για πολλά να τον έλεγχα – και του τα ᾿λεγα… Κι ο ίδιος ήταν πολύ ειλικρινής μαζί μου… Αλλά πάντα ήξερα πως ήταν μια βασανισμένη ψυχή, που έδινε έναν ασύμμετρο –και εν πολλοίς ασύνετο– αγώνα στα γράμματα από την μαρτυρική του απομόνωση.
Ο Κώστας Ριζάκης μας αιφνιδίασε. Aυτή τη φορά όχι με μιαν αναπάντεχη τηλεφωνική κλήση, αλλά με την εκτός εκδοτικού προγράμματος, έξω από τον κόσμο των αισθητών πραγμάτων, μετοικεσία του.
***
23 Φεβρουαρίου. Είχε ξημερώσει η Καθαρή Δευτέρα. Τα παιδιά ετοίμαζαν για να αμολήσουν τον χαρταετό, μαθημένα να «οιακοστροφούν με τόση τέχνη» (Τ. Κ. Παπατζώνης, 1944).
Από τη σοφίτα του ο ποιητής απέπτη μαζί τους.
25/2/2026