***
Να, για παράδειγμα, τον προηγούμενο μήνα ανέσυρε την ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε ανταλλάξει πριν από χρόνια με μια εφηβική της αγάπη, προσπαθώντας να διακρίνει κάποια φλόγα ανάμεσα στις λέξεις που θα μπορούσε ίσως να πυροδοτήσει την αναβίωση του εκπρόθεσμου έρωτα.
Ή την προηγούμενη εβδομάδα, κοίταξε βαθιά μέσα στα γλαρωμένα μάτια ενός περιστασιακού εραστή της, προσπαθώντας να διακρίνει τον ιριδισμό ενός σκιρτήματος ικανού να χτίσει τα θεμέλια μιας πολυμελούς, ευτυχισμένης οικογένειας.
Ή σήμερα το πρωί, με τον καφέ της, γκούγκλαρε τον κειμενογράφο ενός κειμένου η ευγλωττία του οποίου την είχε παρασύρει, και προσπάθησε να διακρίνει στην, οδυνηρά πολυκαιρισμένη, φωτογραφία του, την πιθανότητα μιας δροσερής συνάντησης, τυχαίας όσο και καρμικής.
***
Κι αν μια τέτοια ηρωίδα δεν θα έπρεπε να υπάρχει ανάμεσά μας, κι αν για εκείνη δεν θα έπρεπε να ξοδεύονται αράδες λέξεων, ούτε δυσεύρετος χρόνος ανάγνωσης, τη στιγμή που σκληραγωγημένες Φουριόζες, μαχητικές σωτήρες Γυναίκες-Θαύματα και άλλες ανεξάρτητες και ακμαίες θηλυκότητες ξεχειλίζουν τις οθόνες μας, κι αν η ευαλωτότητά της, ακόμα, χωλαίνει, γιατί δεν είναι ευαλωτότητα που χειραφετεί αλλά που οδηγεί σε βούρκους σκοτεινών σπηλαίων, καταβαραθρωμένων απ’ τις προδιαγραφές των σύγχρονων διδαχών, είναι ακριβώς αυτή η αξιοθρήνητη κοινοτοπία της που μου τράβηξε την προσοχή.
Τη φαντάζομαι αισιόδοξη, γιατί επιλέγει σε κάθε γωνία και κάθε σκρολ, εκτός απ’ τα λεπτά να περνάνε, να βλέπει και την πιθανότητα ενός μεγάλου έρωτα. Δεν έχει σημασία αν θα είναι ο δάσκαλος της χορωδίας, ο σταρ μιας τηλεοπτικής σειράς, ο τουρίστας σε κάποιο πλοίο, ο παλιός συμφοιτητής που παντρεύτηκε, ο συνάδελφος που έχουν μιλήσει μόνο στο τηλέφωνο, ο γιος του συνοικιακού μαρουλά κοντά στο σπίτι της γιαγιάς της ή το καλλίγραμμο άγαλμα ενός Μωϋσή· όλοι είναι πιθανότητες. Αρκεί ένα,
– Θα έρθει και ένας φίλος μαζί.
και τα έξοχα αντανακλαστικά της βεβαιώνουν ότι καμία νευρολογική βλάβη δεν υποβόσκει: ο κάθε φίλος που θα έρθει, είναι πιθανότητα· ακόμα κι αν δεν εμφανιστεί, τελικά, ποτέ.
Βέβαια, όπως όταν κάθεται στο μπαρ και παρατηρεί τις πιθανότητες που μπαίνουν απ’ την πόρτα, το ποσοστό που θα γαργαλήσει το βλέμμα της αγγίζει το μηδέν τοις εκατό, έτσι και στη ζωή εκτός μπαρ, οι πιθανότητες αφθονούν στη φαντασία και ακυρώνονται στην πραγματικότητα. Αυτό το ήξερε και πριν του πει να φύγει, και δεν τη σταμάτησε. Για λίγο μάλιστα το είχε καμάρι, πως πήγε ενάντια στο φόβο των πιθανοτήτων, προκειμένου να αναδυθεί απ’ τα λιμνάζοντα νερά της τρυφερής και αδιέξοδης συντροφικότητας. Σύντομα, όμως, αυτό το ίδιο καμάρι θάφτηκε κάτω από ένα βράχο που προσγειώθηκε με πάταγο στη νεοανακαλυφθείσα παραλία της, εμποδίζοντας την πρόσβασή της στη θάλασσα και αφήνοντάς τη χωρίς έλεος να τσουρουφλίζεται, χαμένη, κάτω απ’ τον ήλιο.
– Φοβάμαι ότι το μόνο που σου έχει μείνει από μένα είναι το ισπανόφωνο όνομα του γάτου, της είχε πει, και είχε δίκιο. Ήδη μερικά χρόνια μες στη σχέση, ο ισπανόφωνος δεν είχε να επιδείξει πολλά άλλα κατορθώματα, υλικά ή άυλα.
***
Αγκαλιά με τον καινούργιο γάτο, σκρόλαρε τώρα στο τίντερ. Οι πιθανότητες εκεί αποδείχθηκαν ακόμα μικρότερες. Λες και, στην οθονίτσα, η πραγματικότητα εισέβαλλε στη φαντασίωση πολύ πιο γρήγορα και βάρβαρα απ’ ό,τι στην πραγματική ζωή. Ίσως να ήταν η υπερπροσπάθεια των πιθανοτήτων να γίνουν πιθανότητες, σκέφτηκε. Ίσως, στον έξω κόσμο, η άγνοια των πιθανοτήτων ότι εξετάζονται ως πιθανότητες, να τους δίνει έναν τόνο ανεμελιάς και αυθορμητισμού, στοιχεία ικανά να λαξεύσουν το πρωτόλειο υλικό τους και να δώσουν –πιθανά– μορφή σε έναν έρωτα φίνο.
Απεφάνθη σύντομα ότι η εικονική πραγματικότητα δεν της ταίριαζε, πόσο μάλλον που και οι αποτελεσματικότερες κρέμες νυκτός στέκονταν ανήμπορες να διορθώσουν τις ρυτίδες που έσκαβαν οι δύο ώρες μορφασμών αποδοκιμασίας την ημέρα. Διέγραψε την εφαρμογή, και προτίμησε το σφριγηλό δέρμα πηγαίνοντας για ύπνο.
Εκεί, την επισκέφτηκε ο πρώτος της μεγάλος και τρανός οδοστρωτήρας. Βρέθηκε στο υπνοδωμάτιό της –αλίμονο!– για να τη βοηθήσει, λέει, με μια επέλαση κατσαρίδων που ξετρύπωναν απ’ τις χαραμάδες του παρκέ της. Με τις τεράστιες, χοντρές του αρβύλες τις πατούσε με βρόντο και χρατς χρατς τις έλιωνε μία μία. Ταυτόχρονα της έλεγε,
– Πότε θα πάρεις τη ζωή σου στα χέρια σου; Δεν βλέπεις τι γίνεται εδώ μέσα;
Εκείνη τον κοιτούσε όλο θαυμασμό, ακόμα, τόσα χρόνια μετά· τι διαύγεια και τι πυγμή μπορεί να θέλει για να εξοντώσει κανείς όλες αυτές τις κατσαρίδες;
***
Την επόμενη μέρα ξύπνησε με τα λόγια του εξολοθρευτή να βουίζουν στο κεφάλι της. Στον ξύπνιο της, την ενόχλησε το απαρχαιωμένο πατρονάρισμά του και θυμήθηκε το ένδοξο κατόρθωμα της απομυθοποίησής του. Ο ρόλος του στη νυχτερινή σκηνή δεν ήταν παρά ενός εργαλείου, αποφάσισε. Δέκα χρόνια και τρεις αντισταθμιστικές σχέσεις μετά, έπρεπε επιτέλους να γείρει ολοκληρωτικά προς τα κει που ήθελε. Ναι, υπήρχε μία πιθανότητα που δεν είχε εξερευνήσει επαρκώς, και που της τριβέλιζε το νου καιρό. Έστρεψε το βλέμμα στην πόρτα και βγήκε έξω.
***
Πήρε το λεωφορείο, και ανέβηκε στην γενέτειρά της. Οι πιθανότητες να τον συναντήσει ήταν μηδαμινές. Δεν της είχε σηκώσει το τηλέφωνο, δεν είχε απαντήσει στο μήνυμα και δεν υπήρχε σημείο ζωής του σε κανένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Δεν ήξερε πού συχνάζει, ήξερε όμως περίπου πού έμενε. Είχαν ανεβεί στο διαμέρισμά του μια φορά για να πάρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και να τη γυρίσει σπίτι της. Είχε προλάβει, τότε, να ρίξει μια γρήγορη ματιά, ήταν κάπως φοιτητικό, αλλά διέκρινε την πιθανότητα του καλού γούστου. Στο δρόμο είχε παρατηρήσει τις οδηγικές του ικανότητες. Ήταν απαλές, βέβαιες, άνετες και ανεπιτήδευτες. Είχαν σταματήσει έξω απ’ το σπίτι της και μέσα στις λίγες στιγμές τους στο σκοτάδι τής είχε χαϊδέψει παιχνιδιάρικα την κορυφή του κεφαλιού, αφήνοντας δυο τούφες ανακατωμένες από αδιευκρίνιστες προθέσεις. Εκείνη, τότε, δεν είχε τη διαύγεια να ανταπαντήσει.
Στάθηκε έξω απ’ αυτήν που πίστευε ότι ήταν η πολυκατοικία του. Το λεωφορείο είχε φτάσει μες στη νύχτα, κι έτσι έπρεπε να περιμένει το ξημέρωμα. Κούνησε τα δάχτυλά της μέσα στα παπούτσια της, είχαν αρχίσει να κρυώνουν. Τυλίχτηκε στο μαντήλι της και έτριψε τα χέρια της μέσα στις τσέπες. Κοίταξε τα μπαλκόνια ένα ένα, προσπάθησε να φέρει στη μνήμη της κάθε λεπτομέρεια από τη θέα που είχε δει τότε απ’ το παράθυρο. Το βουνό ναι, ίσως κι εκείνο το κομμάτι της πλατείας, άρα να περιορίσει το βλέμμα της στη δεξιά πτέρυγα του κτιρίου. Τι σημάδι να περιμένει; Κάποιο φως να ανάψει; Ένα παράθυρο να ανοίξει; Την αγουροξυπνημένη φιγούρα του να βγει στο μπαλκόνι; Στο παρελθόν είχε αναρωτηθεί πολλές φορές τι θα τους έφερνε κοντά και τι θα τους χώριζε. Το θέμα της πόλης ήταν σίγουρα κάτι που την προβλημάτιζε. Θα δεχόταν εκείνος να κατεβεί στην πρωτεύουσα; Εκείνη δύσκολα θα προσαρμοζόταν στην επαρχία. Από την άλλη, οι ψυχές τους ήταν πιθανότατα όμοιες. Φιλοπερίεργες, αυτοσαρκαστικές και επίμονα εργατικές. Όμοιες ήταν και οι καταβολές τους, κάτι που θα διευκόλυνε τα πρακτικά θέματα της ζωής. Ένας ύπουλος φόβος, όμως, την τριγύριζε. Μήπως πίσω απ’ τις αξιοσέβαστες, αλλά άρρυθμες καμιά φορά, πολιτικές του ιδέες κρυβόταν ένα πνεύμα περιορισμένο, φοβισμένο, ανελεύθερο και πληκτικά συντηρητικό, ιδιότητες που θα έκαναν αναμφίβολα την εμφάνισή τους στο κρεβάτι; Αν έτρεμε κάτι περισσότερο απ’ όλα, ήταν η παραφρασμένη μεταφορά των πολιτικά ορθών πεποιθήσεων στο σεξ. Μήπως, όμως, ήταν πιο σοφό να περιμένει απ’ τη μεριά της εισόδου;
Έκανε τον κύκλο του κτιρίου και έφτασε στην είσοδο. Πλησίασε και έψαξε με το δείκτη τα κουδούνια. Με ένα σκίρτημα στο στομάχι διαπίστωσε ότι βρισκόταν στο σωστό μέρος. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε τόσο πλατύ που σχεδόν της έφερε δάκρυα στα μάτια. Το όνομά του ήταν εκεί, εύηχο, μεγαλειώδες, με μια ξεγνοιασιά κρυμμένη στο νόημά του. Τώρα δεν είχε παρά να τον περιμένει να βγει απ’ το σπίτι. Έκατσε στο πεζουλάκι απέναντι και έγειρε την πλάτη της στο δροσερό μάρμαρο του τοίχου. Ο βορράς την αγκάλιαζε με τα γνώριμα άχνα του, κι εκείνη αφέθηκε στην απλότητα της ασφάλειας που της προσέφερε.
Πριν από πολλά χρόνια, ένα ξημέρωμα τους είχε ενώσει για κάποιες ώρες. Ήταν με μια παρέα κοινών φίλων, σε κάποιο πάρτι που έσερνε την πλήξη μες στη νύχτα και με μοναδική διέξοδο το αλκοόλ, όταν βρέθηκαν να φεύγουν μαζί με την πρόφαση ότι μένουν «δίπλα». Είχαν καταλήξει σπίτι της σε κάτι που θυμάται ως λίγα αθόρυβα λεπτά. Την επόμενη μέρα, εκείνη δεν είχε τη διαύγεια να δώσει περιθώριο. Ίσως εκείνος να ήθελε. Ίσως και να διεκδίκησε την επιθυμία του. Δεν το θυμάται. Έκαναν χρόνια να ξαναϊδωθούν. Τώρα όμως είναι εδώ, στο κατηφορικό δροσερό δρομάκι απέναντι απ’ την πόρτα του, διαυγής και έτοιμη να δώσει αυτό το περιθώριο.
Ένα χέρι προσγειώνεται στον ώμο της. Ένα χάδι στο κεφάλι, γνώριμο σαν από τη γένεση του κόσμου και καινούριο σαν υπόσχεση αφήγησης μιας ιστορίας. Ανοίγει τα μάτια της και αντικρίζει τα βαθιά τριάντα του παιδικού της τσιμπήματος. Το βλέμμα του σπινθηρίζει μελιές αποχρώσεις που ελευθερώνονται απ’ τις σχισμές των μακριών βλεφαρίδων του, όπως και τότε. Το χαμόγελό του ανοίγει ίσα ίσα, και με συστολή αποκαλύπτει λίγη από την χάρη του, αφήνοντας το μυστήριο να μαρτυρήσει σιωπηλά την υπόλοιπη, ακριβώς όπως το θυμόταν. Η χαίτη του, όλη στη θέση της, και η διάπλασή του, απ’ όσο φαίνεται, ανεπηρέαστη από το χρόνο. Μήπως αυτό την τρόμαζε πάντα; Ότι το πλάσμα αυτό δεν αλλάζει ποτέ; Ή αυτό είναι που την ελκύει; Αποπνέει μια σταθερότητα που εκείνη δεν αποτόλμησε ποτέ να οχυρώσει για την ίδια. Εκείνος είναι πλατάνι κι αυτή αεράκι, εκείνος ποταμός κι αυτή πεταλούδα· δεν είναι όμως απαραίτητα η πιο κατάλληλη στιγμή για παρομοιώσεις.
– Τι κάνεις εδώ;
Η τόσο απλή ερώτηση τη φέρνει αντιμέτωπη με την ευπάθεια του εγχειρήματός της. Το σχέδιο ήταν να τον δει από μακριά, να τον ακολουθήσει στα κρυφά και να εμφανιστεί ξαφνικά, τυχαία, μπροστά του· κατά προτίμηση αφού θα είχε κάνει πρώτα ένα πέρασμα από καθρέφτη. Το σχέδιο σίγουρα δεν ήταν να την πάρει ο ύπνος στο δροσερό μαρμάρινο τοιχαλάκι απέναντι απ’ το σπίτι του, και τώρα να πρέπει να επιστρατεύσει όλο το διπλωματικό της ταλέντο για να απαντήσει.
– Δεν ξέρω.
Η φρικαλεότητα του ψέματός της αντηχεί τόσο κραυγαλέα, που αναγκάζεται να προσθέσει,
– Χαίρομαι που σε βλέπω.
Έχει έρθει η ώρα να σηκωθεί. Στέκεται όσο μπορεί ευθυτενής, μπροστά του. Το βλέμμα του είναι σαν αγκίστρι, δεν την αφήνει να πει καμία εξυπνάδα. Είχε ξεχάσει αυτή του την αυστηρότητα. Την είχε επιμελώς παραγκωνίσει στην εικόνα που είχε φτιάξει για εκείνον. Η αυστηρότητα όμως ήταν εκεί, και της θύμιζε γονεϊκή τιμωρία. Άραγε θα έχει περίοδο δοκιμής; Ή θα πρέπει να βουτήξει κατευθείαν στο ποτάμι; Μήπως η παρουσία της εκεί δηλώνει την απόλυτη συναίνεση που πάντα του έλειπε από εκείνη και τώρα θα σπεύσει να την αρπάξει και να την εγκλωβίσει μέσα στις ατσάλινες πλάτες του; Μήπως σκάβει τον ίδιο της το λάκκο; Μήπως υψώνει, τώρα, εδώ, το κελί της; Υπάρχει, άραγε, διαφυγή;
Το βλέμμα της πέφτει πάνω στον ώμο του, που τον γαργαλούν οι πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες. Αφήνει το μέτωπό της να προσκρούσει στο στέρνο του. Η ζεστή του παλάμη ακουμπά στο κέντρο της πλάτης της και αντανακλά τους σφυγμούς της. Τα σώματα διστάζουν να σμίξουν, διστάζουν και να απομακρυνθούν. Μένουν εκεί, σ’ αυτήν την άβολη πόζα, ενώ το δρομάκι ζωντανεύει κι ο κόσμος γύρω τους παρασύρεται στον καθημερινό χορό του.