Ας δούμε ένα απόσπασμα από την ημερολογιακή εγγραφή της 7ης Νοεμβρίου 1953, της πρώτης του μέρας στην Κύπρο, μόλις φτάνει στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας της Λευκωσίας. Οι λέξεις αν και ζυγισμένες κρύβουν εντούτοις, αν τις διαβάσει κανείς προσεκτικά, την αγωνία του σχοινοβάτη:
[...] (ξέρω τον Cardiff 8 χρόνια, τώρα). Αλλά το πολύ δυσάρεστο είναι που αυτή την αυθόρμητη φιλία δεν μπορείς εδώ να την κρίνεις σαν ανεξάρτητος άνθρωπος: να μην την ιδείς χωρίς το πολιτικό χρώμα που παίρνει και από την επίσημη θέση που κατέχει ένας Άγγλος παλαιός φίλος εδώ και από την αντιαγγλική στάση των Κυπρίων. Πολύ δυσάρεστο.[2]
«Πολύ δυσάρεστο»· επαναλαμβάνει δύο φορές τη φράση, γνωρίζοντας ότι πολλά από αυτά που ώς τότε πίστευε, «εδώ» –δηλαδή στην Κύπρο (ο επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου επαναλαμβάνεται πάλι δύο φορές)–, θα δοκιμάζονταν. Η αναφορά επίσης στη φιλία του με τον Cardiff δεν είναι τυχαία· ο παλιός φίλος του, διευθυντής τώρα του Βρετανικού Ινστιτούτου στη Λευκωσία, μπορεί στην Ελλάδα να λογαριαζόταν ως φιλέλληνας αλλά εδώ προσωποποιεί την Αγγλία και τους αποικιακούς εξουσιαστικούς θεσμούς.
Ας συγκρίνουμε τώρα το συγκεκριμένο παράθεμα με ένα απόσπασμα από μια επιστολή του στον Γιώργο Θεοτοκά, γραμμένη στις 28 Δεκεμβρίου 1954, για να διαπιστώσουμε τι άλλαξε στους 13 μήνες που μεσολάβησαν. Ο Σεφέρης μιλά και πάλι για τον Κάρντιφ. Μόνο που τώρα δεν υπάρχει καμιά απολύτως ταλάντευση ή αβεβαιότητα. Έχει ξεκαθαρίσει μέσα του τα διλήμματα που τον βασάνιζαν: «Απέναντι στο φίλο μου τον Maurice Cardiff, που διευθύνει το Βρετανικό Ινστιτούτο εκεί (ξανά ο επιρρηματικός προσδιορισμός) [ο Σεφέρης βρίσκεται τώρα στη Βηρυτό], ένιωθα, εγώ ο Σεφέρης, Quisling, και του το είπα, όταν του εξήγησα με όλη μου την ειλικρίνεια γιατί δεν πρόκειται να πατήσω στο ίδρυμά του».[3] Αναγκαία, ίσως, διευκρίνιση: ο Κουίσλινγκ, πρωθυπουργός της Νορβηγίας την περίοδο του Παγκόσμιου Πολέμου 1942-1945, συνεργάστηκε με τους γερμανούς κατακτητές της χώρας του. Το όνομά του χρησιμοποιείται από τότε έως σήμερα ως ταυτόσημο του προδότη. Η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο βλέπει πια τα πράγματα ο Σεφέρης είναι εντυπωσιακή: τώρα η παλιά φιλία του με τον Κάρντιφ τον κάνει, εξαιτίας της Κύπρου, να αισθάνεται ο ίδιος ένας τιποτένιος Κουίσλινγκ.
Και βεβαίως ο Σεφέρης δεν ξεπέρασε μόνο τα όποια «δυσάρεστα» συναισθηματικά διλήμματα είχε το 1953, πριν από το ταξίδι του στην Κύπρο, αλλά και τα πολιτικά· και πρώτα απ’ όλα ξεκαθάρισε τη στάση του στο ζήτημα της Ένωσης. Γράφει χαρακτηριστικά τον Φεβρουάριο του 1954 στον Αλέξανδρο Ξύδη: «[...] μπορούμε εμείς οι Ελλαδικοί να θελήσουμε την Κύπρο, όπως άλλοτε την Κρήτη –θα την πάρουμε– δεν μπορούμε; Θα περιοριστούμε μοιραία σε τελετουργικές ενέργειες, έχομεν την τιμήν κτλπ. Το δίλημμα δυστυχώς είναι επείγον γιατί σε λίγα χρόνια θα συνηθίσουμε να μιιλάμε για το αδελφόν κυπριακόν έθνος [...]».[4]
Μερικούς μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1954 στο Λονδίνο, δείχνει οργισμένος με την ανελαστική πολιτική της Αγγλίας στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης. Ιδίως με τις μεθόδους της αγγλικής προπαγάνδας, η οποία προκειμένου να αντιμετωπίσει το αίτημα της Ένωσης αμφισβητεί την ελληνικότητα των Κυπρίων και επιχειρεί να κατασκευάσει μια ξεχωριστή κυπριακή εθνική ταυτότητα· ας προσέξουμε και πάλι τη διατύπωσή του: «πρόκειται για μια ψυχρή καταχθόνια μηχανή που δουλεύει ανενόχλητα και μπασταρδεύει. Το ένιωσα σαν ένα προσωπικό εξευτελισμό», θα γράψει στον Κατσίμπαλη (στις 25 Αυγούστου).[5] Την ίδια μεταφορά με την ίδια διατύπωση για τη «μηχανή», δηλαδή την αγγλική προπαγάνδα, που δουλεύει ανενόχλητα και μπασταρδεύει τους ανθρώπους, θα τη χρησιμοποιήσει και στο γράμμα του στον Γιώργο Θεοτοκά τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου: «Σ’ αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι Έλληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους».[6]
Η πρώτη εκδοχή της συγκεκριμένης μεταφοράς –της «καταχθόνιας μηχανής» «που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους»– λανθάνει στο ποίημα «Σαλαμίνα της Κύπρος»· τη μηχανή στην προκειμένη περίπτωση υποδηλώνουν τα «σύνεργα» που μεταχειρίζονται οι Βρετανοί για να αλλάξουν τις ψυχές των ανθρώπων. Στην αντιστοίχιση αυτή (προπαγάνδα - μηχανή - σύνεργα) συνηγορεί και το γεγονός ότι η αναφορά του Σεφέρη στη «μηχανή», έγινε εξ αφορμής των επιφυλάξεων του Κατσίμπαλη για το συγκεκριμένο «στρατευμένο» ποίημά του («Σαλαμίνα της Κύπρος»). Το ποίημα αυτό ολοκληρώθηκε τις τελευταίες μέρες του Ιουλίου 1954 και αποτυπώνει ακριβώς την αποστροφή του Σεφέρη για την καταχθόνια μηχανή της αγγλικής προπαγάνδας. Οι στίχοι
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν
δε θα μπορέσουν
έχουν συνεπώς μια δραματική αμεσότητα και παραπέμπουν ευθέως στο εκρηκτικό σκηνικό που διαμορφώνεται στην Κύπρο λίγο πριν από την έναρξη του ένοπλου αγώνα.
Το συμπέρασμα στο οποίο θέλω να καταλήξω είναι ότι ο Σεφέρης, από τους πρώτους μήνες του 1954, σε μια εξαιρετικά κρίσιμη φάση του κυπριακού ζητήματος, ενόψει του ένοπλου Αγώνα, με ξεκάθαρες θέσεις, χωρίς να κουβαλά αναστολές και διλήμματα, αποφασίζει να εμπλακεί άμεσα στα γεγονότα, και ως πολιτικός και ως διπλωμάτης και ως πνευματικός άνθρωπος και ως ποιητής. Ο μύθος που θέλει τον Σεφέρη να διχοτομεί το εγώ του διαχωρίζοντας τον διπλωμάτη από τον ποιητή δεν έχει σε αυτή την περίπτωση καμιά εγκυρότητα. Αρκεί να ανατρέξουμε στις ημερολογιακές εγγραφές των χρόνων 1953, 1954, 1955 για να διαπιστώσουμε τη σύγκλιση της «πολιτικής και ποιητικής ηθικής» του, ή της ποιητικής και πολιτικής του αγωνίας, και τη συνέπεια ανάμεσα στις πολιτικές του απόψεις και στο έργο του.[7] Για να το πω διαφορετικά, ο Σεφέρης είναι πολιτικός ποιητής· όχι πολιτικός διπλωμάτης και ποιητής. Το ξεκαθάρισμα της θέσης του πνευματικού ανθρώπου στο ζήτημα της Κύπρου το αισθάνεται σε αυτή τη φάση ως ζήτημα συνείδησης, για όποιον «θέλει να είναι παστρικός απέναντί της».[8] Θα παραπέμψω και πάλι στο γράμμα του στον Θεοτοκά του Δεκεμβρίου του 1954· ένα ιδιαίτερα σημαντικό πολιτικό κείμενο και συγχρόνως μια προσωπική διακήρυξη αρχών:
Το να αναγνωρίσει ο κόσμος ο ελεύθερος με τον οποίο συνταχτήκαμε (μαζί μ΄ αυτόν και η Βρετανία) ότι οι Κύπριοι είναι Έλληνες καθαρά και παστρικά και τίμια είναι ένα πράγμα [...] Αν θέλεις να το πω αλλιώς, η περιλάλητη ένωση υπάρχει, ήταν, είναι από τη φύση των πραγμάτων [...] πρέπει, μου φαίνεται, οι άνθρωποι του ελευθέρου πνεύματος [εδώ γίνεται δηκτικός ο Σεφέρης, υπονοώντας βεβαίως το Ελεύθερο Πνεύμα, το μανιφέστο του Θεοτοκά] να λένε ξεκάθαρα το αίσθημά τους, όταν στραγγαλίζονται οι αξίες [...] αυτά σου τα λέω εγώ, που αγαπώ την Αγγλία περισσότερο από κάθε άλλον ξένο τόπο και που έχω τους περισσότερους πραγματικούς φίλους μου εκεί. Η γνωριμιά μου με την Κύπρο μού κόστισε, γιατί είδα από κοντά τι ομορφιές μπορούν να σκαρώσουν τα καμώματα των colonials και σε πόσο οδυνηρή σύγκρουση μπορεί να με φέρουν αυτά τα καμώματα με αισθήματα ριζωμένα από παλιά.[9]
Ο Σεφέρης παρακολουθεί με αγωνία και οργή ταυτόχρονα την πολιτική των Βρετανών· μια πολιτική αποδόμησης της συνείδησης του ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου, με την υπόσκαψη των θεσμικών και των ιδεολογικών της ερεισμάτων, με το ιδεολόγημα ότι οι Κύπριοι δεν είναι «καθαροί» Έλληνες, με τις θεωρίες της φοινικικής τους καταγωγής και του ιδιόρρυθμου εθνικού τους χαρακτήρα. Στην Εισαγωγή του στο βιβλίο του Σάββα Παύλου, Σεφέρης και Κύπρος, ο Νάσος Βαγενάς αναφέρεται στην «αηδία του Σεφέρη για τη δόλια προσπάθεια των Άγγλων [...] να αλλοιώσουν την ταυτότητα των Ελλήνων της Κύπρου παρουσιάζοντάς τους, ήδη από τη δεκαετία του 1930, ως ένα λαό ασσυριακής ή φοινικικής καταγωγής».[10] Και έτσι έχουν ακριβώς τα πράγματα. Δεν θα απείχα νομίζω πολύ από την πραγματικότητα αν υποστήριζα ότι με αυτά τα δεδομένα οι Κύπριοι βρέθηκαν στην ίδια κατάσταση στην οποία είχαν βρεθεί 120 χρόνια νωρίτερα οι κάτοικοι του ελληνικού βασιλείου, όταν υποχρεώθηκαν κάτω από το βάρος των θεωριών του Φαλμεράιερ να αποδείξουν την ελληνικότητά τους.
Από τις αρχές του 1954 και εξής η απροκάλυπτη πολιτική και συνειδησιακή ταύτιση του Σεφέρη με τις αλυτρωτικές επιδιώξεις των Ελλήνων της Κύπρου, στάση που κατοπτρίζεται και στα κυπριακά ποιήματά του, είναι γνωστό ότι αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη και δυσπιστία από τους εστέτ αθηναϊκούς κύκλους, ακόμη και από τους στενούς του φίλους, όπως ο Θεοτοκάς ή ο Κατσίμπαλης, ο οποίος «εξεπλάγη βλέποντας τον Γιώργο [Σεφέρη] ενδεδυμένο με τον μανδύα του “Εθνικού Ποιητού»».[11] Είχα την ικανοποίηση, γράφει ο Σεφέρης στον Θεοτοκά, να δω πολλούς άγγλους φίλους μου «να εκφράζουνται πολύ πιο έντονα και πιο καταδικαστικά γι’ αυτή την εξωφρενική πολιτεία [εννοεί την πολιτική των Βρετανών] από κάμποσους συμπατριώτες του Κολωνακιού, ίνα μη τι χείρον είπωμεν».[12] Ειδικότερα, τη σπασμωδική πρώτη αντίδραση του Κατσίμπαλη όταν διάβασε τα «κυπριώτικα», την κυπριακή συλλογή του Σεφέρη, την περιγράφει παραστατικά και γλαφυρά ο καλός φίλος του ποιητή Γιώργος Αποστολίδης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από επιστολή του στον Σεφέρη στις 7 Φεβρουαρίου 1956:
Έτυχε να τον συναντήσω [τον Κατσίμπαλη] μέσα στο πλήθος της οδού Σοφοκλέους [...]. Με σταμάτησε ασθμαίνων και στο μάτι του ένοιωσα τον πυρετό της “incubation». Τα διάβασες, τα διάβασες τα Κυπριώτικα του Σεφέρη; Πτώσις! Πτώσις! –Τι λες βρε Κατσίμπαλη! –Τίποτε, τίποτε, μη μου πεις τίποτε. Πτώσις τραγική!».[13]
Ας δούμε όμως την ουσία των ενστάσεων: μεταμορφώθηκε ξαφνικά ο Σεφέρης σε στρατευμένο ποιητή, όπως δήλωναν ή υπονοούσαν οι «συμπατριώτες του Κολωνακιού»; Η απάντηση είναι ασφαλώς όχι. Μπορεί όπως λέει ο ίδιος η κυπριακή εμπειρία του, «η γνωριμιά» του με την Κύπρο, να τον βοήθησε να δει καθαρά τα πράγματα και να μετέβαλε την ισορροπία και στο ποιητικό του έργο ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό πεδίο, ωστόσο δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι και πριν το 1953, στα δοκίμιά του, κάθε άλλο παρά διαχώριζε την τέχνη από την πραγματικότητα, το ιδιωτικό από το δημόσιο και το εσωτερικό από το εξωτερικό· αυτά τα δυαδικά σχήματα αποτελούν τη «διφυΐα» όπως την ονόμαζε του ποιητικού λόγου. Αλλά σε αυτή τη διφυΐα δεν παρέπεμπε και η σύμπλεξη του «ημερολογίου» με το «κατάστρωμα», λέξεων που υποδηλώνουν αντιστοίχως τον ιδιωτικό και τον συλλογικό ή τον εσωτερικό και τον εξωτερικό χώρο; Και αυτό αφορά όχι μόνο την κυπριακή συλλογή αλλά και τα τρία ποιητικά Ημερολόγια Καταστρώματος του Σεφέρη (Α–Γ). Η σταθερή με άλλα λόγια πεποίθηση του Σεφέρη είναι ότι η τέχνη, αν και αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ατομική συνείδηση ή την «εσωτερική προσήλωση» του δημιουργού του, σχετίζεται άμεσα με την κοινωνία και με αυτή την έννοια υπάγεται σε μια συλλογικότητα. «Για μένα η τέχνη δεν είναι απομονωμένη διασκέδαση. Είναι επιμειξία με τους άλλους [...]», έγραφε χαρακτηριστικά, τον Μάιο του 1944, στον Τίμο Μαλάνο.[14]
[1] Βλ. σχετικά Ρόντρικ Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης, περιμένοντας τον Άγγελο, Ωκεανίδα, Αθήνα 2003, σ. 455.
[2] Γιώργος Σεφέρης, Μέρες ΣΤ΄, επιμ. Παναγ. Μέρμηγκας, Ίκαρος, Αθήνα 1986, σ. 98-99.
[3] Γιώργος Θεοτοκάς & Γιώργος Σεφέρης, Αλληλογραφία (1930 - 1966), επιμ. Γ. Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1981, σ. 157.
[4] Φώτης Δημητρακόπουλος, Σεφέρης και Κύπρος. Επιστολογραφικά και άλλα, Καστανιώτη, Αθήνα 2000, σ. 147-148.
[5] Ρ. Μπήτον, ό.π., σ. 468.
[6] Γιώργος Θεοτοκάς & Γιώργος Σεφέρης, Αλληλογραφία (1930 - 1966), ό.π., σ. 157.
[7] Αναφέρομαι στο ερμηνευτικό σχήμα του Δ. Ν. Μαρωνίτη για την ποίηση και την ποιητική της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς: Ποιητική και πολιτική ηθική. Πρώτη μεταπολεμική γενιά. Αλεξάνδρου – Αναγνωστάκης – Πατρίκιος, 1995. Για το συγκεκριμένο σχήμα βλ. και το κείμενό μου «Ποιητική και πολιτική ηθική. Για την πρώτη μεταπολεμική γενιά», Τhe Books Journal, 69 (Σεπτέμβριος 2016), σ. 76–77
[8] Γιώργος Θεοτοκάς & Γιώργος Σεφέρης, Αλληλογραφία (1930 - 1966), ό.π., σ. 156.
[9] Στό ίδιο σ. 157-158.
[10] Σάββας Παύλου, Σεφέρης και Κύπρος, εισαγωγή Νάσος Βαγενάς, εκδ. Κουκκίδα και Πανεπιστήμιο Κύπρου - Νεοελληνικό Σπουδαστήριο Πετρώνδα, Αθήνα 2023, σ. 18.
[11] Μπήτον, ό.π., σ. 408.
[12] Γιώργος Θεοτοκάς & Γιώργος Σεφέρης, Αλληλογραφία (1930 - 1966), ό.π., σ. 159.
[13] Φ. Δημητρακόπουλος, ό.π., σ. 169. Η λέξη “incubation» σημαίνει περίοδος επώασης. Ο Αποστολίδης καθησύχαζε τον Σεφέρη λέγοντάς του ότι χρειάζεται υπομονή, να περάσει λίγος καιρός, η περίοδος της επώασης, για να εκτιμηθούν σωστά τα ποιήματα. Την περίπτωση του Κατσίμπαλη την ανέφερε ως παράδειγμα για αυτό το επιχείρημά του, αφού όταν τον συνάντησε σε ένα σπίτι δυο τρεις μόνο μέρες ύστερα από το περιστατικό της Σοφοκλέους είχε μεταμορφωθεί σε άλλον άνθρωπο: «Με πήρε από το μπράτσο και μου λέγει εμπιστευτικά: “Πρόσεξες την Έγκωμη;” –Την πρόσεξα – “Σε παρακαλώ να την προσέξεις και πάλι και να μου τηλεφωνήσεις. Πολύ φοβάμαι πως είναι από τα καλύτερα ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ!” Το μάτι του είχε καθαρίσει, η incubation είχε περάσει», στο ίδιο, σ. 169-170.
[14] Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, Β΄ (1948-1971), επιμ. Γ. Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 61992, 354-355 [Σημειώσεις].