Σύνδεση συνδρομητών

Το ελληνικό ναυτικό την εποχή του Αγώνα

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021 09:59
Τυπικό πολεμικό πλοίο του 19ου αιώνα. Από την έκδοση, Εικονολόγια Παιδική Εγκυκλοπαίδεια, δίγλωσση έκδοση (επιχρωματισμένη), Εκ της Τυπογραφίας του Λεοπόλδου Γροΐνδ, Εν Βιέννη 1811.   
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη 
Τυπικό πολεμικό πλοίο του 19ου αιώνα. Από την έκδοση, Εικονολόγια Παιδική Εγκυκλοπαίδεια, δίγλωσση έκδοση (επιχρωματισμένη), Εκ της Τυπογραφίας του Λεοπόλδου Γροΐνδ, Εν Βιέννη 1811.  

Πρόλογος-επιμέλεια: Λάκης Δόλγερας

Ο εορτασμός επετείων δίνει ευκαιρία αναστοχασμού, ή «νέου διαβάσματος», ενός ιστορικού γεγονότος ή μιας εποχής, που επηρεάστηκε αφενός από τις εξελίξεις της ιστοριογραφίας, αφετέρου από τις αντιλήψεις της εποχής. Η διαδικασία αυτή συνήθως προκαλεί διάφορα ερωτήματα τα οποία μπορεί ίσως να απαντήσει η καταφυγή στις πηγές της ιστορίας.

Παλιότερα, η ανάγνωση των ημερολογίων των πλοίων του Αγώνα, του Αναστασίου Τσαμαδού και του Γεωργίου Σαχτούρη, μου είχαν αλλάξει την οπτική για τον Ναυτικό Αγώνα των γυμνασιακών εγχειριδίων. Στη σημερινή ψηφιακή εποχή, η εύρεση ιστορικών πηγών είναι εύκολη. Μία απ’ αυτές είναι η εφημερίδα Ελληνικός Τηλέγραφος[1] (1812-1836), ανεβασμένη στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης.

Είναι η μακροβιότερη εφημερίδα της εποχής, των ενδιαφερόντων των εμπόρων Ελλήνων της Διασποράς, εμπνεόμενη από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Τα περισσότερα ειδησεογραφικά κείμενά της ήταν επιλογή μεταφράσεων από τη γερμανόφωνη εφημερίδα Αυστριακός Παρατηρητής.

Ενδιαφέρθηκα να δω μέσα από τα φύλλα του 1821 και του 1822 πώς πέρασε η Ελληνική Επανάσταση στον ευρωπαϊκό Τύπο. Στην αρχή, οι ειδήσεις από τη Ρούμελη και τον Μοριά ήταν συνοπτικές, φτωχές και πολύ καθυστερημένες. Πλουσιότερες και πιο έγκαιρες από την εξέγερση στις Ηγεμονίες και τις σφαγές στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την Καταστροφή της Χίου και τη σφαγή ή τον εξανδραποδισμό 110.000 ανθρώπων, γεγονός που συντάραξε την κοινή γνώμη της Ευρώπης, η ειδησεογραφία της Επανάστασης εμπλουτίζεται. Έτσι, το φύλλο της 19/7/1822 έχει την είδηση, καθυστερημένα και πάλι, της πυρπόλησης της ναυαρχίδας των Τούρκων και το θάνατο του Καπιτάν Πασά, Καρα-Αλή, στη Χίο (6 Ιουνίου 1822), με μυθώδεις παραφθορές. Αλλά η εφημερίδα επανέρχεται στις 30/7/1822 και δίνει την περιγραφή της πυρπόλησης από εκπρόσωπο του αυστριακού προξενείου στη Σμύρνη, ο οποίος είχε πάει προκειμένου να ζητήσει από τον Καρα-Αλή αποζημίωση για περιουσίες που χάθηκαν στην Καταστροφή. Ως αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου παρουσιάζει με ακρίβεια και ενάργεια το γεγονός.

Διαβάζοντας την είδηση μου ήρθε στ’ αυτιά η φωνή του καθηγητή Βασίλη Σφυρόερα να εξηγεί την κατασκευή και τη χρήση των πυρπολικών κατά τον Αγώνα. Φωνή που είχα ακούσει κατά την ψηφιοποίηση  της Φωνοθήκης του Γιώργου Ζεβελάκη. Η εγγραφή ήταν ραδιοφωνική συνέντευξη του Βασίλη Σφυρόερα σε δημοσιογράφο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και αφορούσε το Ελληνικό Ναυτικό στον Αγώνα.

Η συνέντευξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί ο Βασίλης Σφυρόερας,  ένας από τους ιστορικούς που ανανέωσε τη σχετική ιστοριογραφία,  παρακάμπτοντας διαδεδομένες απόψεις για τη βιολογική ανωτερότητα ή το «δαιμόνιο» των ελλήνων ναυτικών, εξηγεί την ικανότητά τους να αντιμετωπίσουν και να κλείσουν τον εχθρικό στόλο στα Δαρδανέλια τα τρία πρώτα χρόνια του Αγώνα, παρά την υπέρτερη ισχύ του πυρός του.

Η συνέντευξη αυτή απομαγνητοφωνήθηκε και παρουσιάζεται στη συνέχεια για πρώτη φορά. Φίλη καλή ανέλαβε να επιμεληθεί τον προφορικό, απομαγνητοφωνημένο λόγο, με αποτέλεσμα το κομψό κείμενο που ακολουθεί. Σέβομαι την επιθυμία της να παραμείνει ανώνυμη και την ευχαριστώ.

Δυστυχώς δεν έγινε δυνατή η ταύτιση της δημοσιογράφου που έχει κάνει τη συνέντευξη, ο σταθμός (είναι πάντως ένα από τα προγράμματα της κρατικής ραδιοφωνίας, αφού η ιδιωτική ραδιοφωνία δεν λειτουργούσε), η χρονολογία της εκπομπής (είναι πάντως αρχές της δεκαετίας του 1980, όπως συνάγεται από την αναφορά της καταστροφής από πυρκαγιά που  υπέστη το εκκλησάκι του Κανάρη, που έγινε το 1978) κι ένα τμήμα της αρχής. Η συνέντευξη όμως παραμένει ενδιαφέρον ντοκουμέντο, καθώς ένας ιστορικός μελετητής απευθύνεται στο ευρύ κοινό για ένα σημαντικό θέμα.

Λάκης Δόλγερας

 

Κύριε Σφυρόερα, μήπως η πειρατεία, η οποία είχε αρχίσει απ’ ό,τι ξέρω  απ’ τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, βοήθησε στην ανάπτυξη του Ναυτικού;

Βεβαίως, κι από πολύ παλιότερα, αλλά πριν φθάσουμε στην πειρατεία πρέπει να δούμε γιατί αναπτύχθηκε το Ελληνικό Ναυτικό που αντιμετώπισε κατόπιν την πειρατεία. Μιλάμε πάρα πολύ συχνά, και νομίζω πως είναι μια γενίκευση μάλλον αφελής, για το ναυτικό δαιμόνιο των Ελλήνων. Ε, βέβαια, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, είναι αυτονόητο πως είμαστε ναυτικός λαός. Έχουμε τεράστιο μήκος ακτών και ογδόντα κατοικημένα νησιά τα οποία, εκτός από τα επτά νησιά του Ιονίου, είναι στο Αιγαίο. Αλλά αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για την ανάπτυξη της ναυτιλίας. Απόδειξη, ούτε όλες τις εποχές είχαμε σπουδαία ναυτιλία, ούτε όλα τα νησιά και όλα τα λιμάνια υπήρξαν ναυτικά κέντρα. Έτσι, π.χ., στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, η ναυτιλία αναπτύσσεται στη Δυτική Στερεά, και κυρίως στο Μεσολόγγι και στο Γαλαξείδι. Ο λόγος είναι πάρα πολύ απλός. Τα Επτάνησα ήσαν βενετοκρατούμενα, ενώ από την άλλη πλευρά είχαμε το εμπόριο, την παραγωγή της Πελοποννήσου ή ακόμη και την παραγωγή της Στερεάς, όποια κι αν ήταν, που διευκόλυνε, ή μάλλον που δημιουργούσε, τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του εμπορίου στη Δυτική Ελλάδα. Στις αρχές του 18ου αιώνα το κέντρο του εμπορίου μετατοπίζεται στο Αιγαίο και, από τους νησιώτες, εκείνοι που ασχολούνται με τη ναυτιλία είναι οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες, οι Ψαριανοί, οι Μυκονιάτες, οι Κασιώτες, και πολύ λιγότερο ορισμένοι άλλοι. Η ναυτιλία των άλλων νησιών ξέρουμε πως είναι περιορισμένη∙ κάθε νησί έχει τρία, τέσσερα, πέντε πλοία, το πολύ δέκα, ενώ ορισμένα από τα νησιά που ανέφερα έχουν δεκάδες. Αυτήν ακριβώς την ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας την εκμεταλλεύτηκαν οι Οθωμανοί. Ξέρουμε πως οι Οθωμανοί δεν ήταν ναυτικός λαός και, εκτός από τις εμπορικές ανάγκες μεταφοράς προϊόντων, εφοδίων, αγαθών γενικά, είχαν επίσης ανάγκη πολεμικού στόλου. Εδώ ακριβώς, στην ανάγκη των Τούρκων για πολεμικό στόλο, πρέπει’ αποδώσουμε την εμπειρία την οποία απέκτησαν οι έλληνες ναυτικοί στους πολέμους και τις συγκρούσεις στη θάλασσα.

 

Δηλαδή, τι ακριβώς έκαναν οι έλληνες ναυτικοί;

Στην αρχή είχαμε την κωπήλατη ναυτιλία, δηλαδή να τραβάς κουπί, που δεν ήταν  και πολύ δύσκολο πράγμα, θέλει μια πολύ μικρή άσκηση. Όταν όμως η ναυτιλία έγινε ιστιοφόρος, έπρεπε να υπάρχουν ειδικευμένοι ναυτικοί, διότι το ιστιοφόρο έχει πολύ μεγάλη δυσκολία στην κίνησή του. Τότε ακριβώς η Υψηλή Πύλη, ο Σουλτάνος, αποφάσισε να πραγματοποιήσει τακτική ναυτολογία των νησιωτικών κυρίως πληθυσμών του ελληνικού χώρου. Αυτή η τακτική ναυτολογία ξεκίνησε από έναν μικρό αριθμό ναυτών απ’ όλες τις περιοχές και ειδικεύτηκε κατόπιν σε ελάχιστα νησιά: την Ύδρα, τα Ψαρά, τις Σπέτσες, τη Μύκονο, την Κάσο.

 

Όταν λέτε τακτική ναυτολογία εννοείτε υποχρεωτική;

Βεβαίως. Έχουμε εκατοντάδες έγγραφα, σουλτανικά φιρμάνια, όπου οι Τούρκοι ζητούν από τους Έλληνες να παραδώσουν ή να στείλουν στην Κωνσταντινούπολη έναν συγκεκριμένο αριθμό ναυτών. Αυτοί οι ναύτες υπηρετούσαν επί ένα χρόνο. Η ναυτολόγηση γινόταν δυο φορές το χρόνο, τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο. Έμεναν ένα χρόνο στα καράβια και μετά γύριζαν πίσω. Αυτό παρατηρείται ήδη από τις αρχές του αιώνα αλλά σε πολύ μικρή κλίμακα. Το φαινόμενο εντείνεται απ’ το 1760-65. Στα Ορλωφικά, το 1770 συγκεκριμένα, οι Μυκονιάτες υποχρεώνονται από το Τουρκικό Ναυαρχείο, από τον Καπουντάν Πασά, να στείλουν 80 ναύτες, και άλλους τόσους οι Συριανοί που, όπως ξέρουμε, δεν είχαν ναυτιλία, όμως μια εξοικείωση με τη θάλασσα την είχαν. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς που έχω κάμει, μπορώ να πω ότι ακριβώς εκείνη την εποχή 8.000 Έλληνες, με βάση στοιχεία από τα σχετικά έγγραφα, επάνδρωσαν τον τουρκικό στόλο για ν’ αντιμετωπίσει το στόλο των Ορλώφ, δηλαδή τον ρωσικό στόλο που είχε κατεβεί στο Αιγαίο για τη γνωστή επανάσταση.

 

Αν θυμάμαι καλά, έλληνες ναυτικοί υπηρετούσαν στα τουρκικά πλοία και πολύ παλιότερα. Στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου συγκεκριμένα, η σημαντικότερη αιτία της ήττας των Τούρκων ήταν οι δολιοφθορές που προκάλεσαν οι έλληνες ναυτικοί.

Πολύ σωστά. Βεβαίως! Τότε ακριβώς όμως η ναυτολογία δεν ήταν τακτή…

 

Το 1571.

Το 1571 δεν ήταν τακτή. Δηλαδή όταν είχαν ανάγκη να επανδρώσουν το στόλο, έπαιρναν απ’ όπου μπορούσαν, ακόμα και από στεριά, και τους έβαζαν μέσα στα πλοία. Αυτές οι δολιοφθορές, όπως αναφέρονται στα χρονικά της εποχής, ήταν ένας από τους λόγους της ήττας των Τούρκων στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Το ενδιαφέρον είναι ότι και στον χριστιανικό στόλο βρίσκονταν Έλληνες, γιατί αγωνιζόμενοι με τους χριστιανούς, με τον Πάπα, με την Ισπανία όπως ξέρουμε, με τη Βενετία, πίστευαν ότι θα μπορέσουν ν’ απελευθερωθούν αν εξουδετερωθεί ο  τουρκικός στόλος και η τουρκική δύναμη. Επομένως, έχουμε και τότε ναυτολόγηση, αλλά όχι την τακτή, δηλαδή κάθε χρόνο έφευγε ένα φιρμάνι απ’ τον Σουλτάνο και έλεγε φέτος το τάδε νησί θέλω να μου δώσει τόσους, το άλλο νησί τόσους, και ούτω καθεξής. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι Έλληνες εξοικειώθηκαν με την πολεμική τακτική των Τούρκων κι αυτό είχε μεγάλη σημασία. Δηλαδή στα Ορλωφικά βρίσκονταν από το ένα μέρος οι δυνάμεις του Ορλώφ με τα ελληνικά πλοία, με Έλληνες επομένως, και από το άλλο μέρος τουρκικά πλοία, επανδρωμένα, υποχρεωτικά βέβαια και βίαια, επίσης από Έλληνες. Αυτό ήταν μια τραγωδία για τον ελληνισμό, διότι οι Έλληνες ήταν υποχρεωμένοι να πολεμούν εναντίον Ελλήνων, χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το πιστεύουν. Μπορεί και σ’ αυτόν τον λόγο να οφείλεται η τελική καταστροφή του τουρκικού στόλου στον Τσεσμέ, στον κόλπο της Σμύρνης, κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών.

Επειδή αναφερθήκατε στην πειρατεία, είναι βέβαιο ότι οι έλληνες ναυτικοί των εμπορικών πλοίων αντιμετώπιζαν πάρα πολύ συχνά κινδύνους από πειρατές και γι’ αυτό ακριβώς τα πλοία αυτά έπρεπε να είναι εξοπλισμένα. Θα δούμε ποιος ήταν ο εξοπλισμός των εμπορικών πλοίων.

Εκείνο όμως που ίσως δεν έχει εκτιμηθεί ακόμη, εκτός από το γεγονός ότι οι Έλληνες είχαν αποκτήσει μια εμπειρία στον τουρκικό πολεμικό στόλο, είναι ότι τα ελληνικά πλοία αντιμετωπίζονταν ως πειρατικά κατά τη διάρκεια  των πολεμικών συγκρούσεων των Γάλλων και των Άγγλων. Έχουμε συγκεκριμένες μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες έλληνες ναυτικοί, γνωστά ονόματα, έπρεπε να πολεμήσουν με τους Γάλλους ή τους Άγγλους, με γαλλικά ή αγγλικά πολεμικά πλοία, και είναι πολύ γνωστό εκείνο το περιστατικό του Μιαούλη με τον Νέλσωνα, όταν ο Μιαούλης έσπασε τον αποκλεισμό. Το να σπάσεις τον αποκλεισμό δεν είναι και πολύ εύκολο. Οι άλλοι δεν κάθονταν με σταυρωμένα τα χέρια, έπρεπε να πολεμήσουν. Επομένως και η εμπειρία που είχαν αποκτήσει στη διάρκεια συγκρούσεων άλλων δυνάμεων στη Μεσόγειο συνετέλεσε στη δυναμικότητα που απέκτησε το ελληνικό ναυτικό.

Η περίπτωση του Κατσώνη είναι χαρακτηριστική. Ο Κατσώνης κατέβηκε, όπως ξέρουμε, με τα πλοία του στο Αιγαίο, αγωνίστηκε, πολέμησε… Στα τουρκικά πλοία που πολεμούσαν τον Κατσώνη, ήταν Έλληνες υποχρεωτικά ναυτολογημένοι. Ακόμη και στις παραμονές της Επανάστασης ήταν ναυτολογημένοι  Έλληνες, που τελικά δεν πολέμησαν γιατί απαγχονίστηκαν ή πνίγηκαν στον Εύξεινο Πόντο από τους Τούρκους[2].

Στο σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας, το «Σχέδιον Γενικόν»[3] όπως λέγεται, υπάρχει ένα άρθρο το οποίο λέει ότι οι Έλληνες που υπηρετούν στον Ναύσταθμο θα πυρπολήσουν τον τουρκικό στόλο, ώστε ν’ αποδυναμωθεί η ναυτική δύναμη του εχθρού και να μην είναι δυνατόν να εφοδιασθούν τα φρούρια της Πελοποννήσου ή οπουδήποτε αλλού. Αυτό το σχέδιο ήταν ουτοπιστικό, δεν μπορούσε  να πραγματοποιηθεί, δεν ήταν και τόσο εύκολο να πυρποληθεί ο τουρκικός στόλος από τα πληρώματα που βρίσκονταν εκείνη την στιγμή στον Ναύσταθμο. Δείχνει όμως πόση σημασία έδινε η Φιλική Εταιρεία σ’ αυτούς τους βίαια ναυτολογημένους στον τουρκικό στόλο άνδρες. Ακόμη είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ρήγας στον Θούριό του αναφέρεται  συγκεκριμένα στους νησιώτες του τουρκικού στόλου, Υδραίους, Ψαριανούς και Σπετσιώτες, και λέει σ’ έναν στίχο, αν θυμάμαι καλά: «Της Ύδρας και της Σπέτσας θαλασσινά πουλιά, στο στόλο του Σουλτάνου να βάλομε φωτιά»[4]. Επομένως, από το 1797 που γράφεται ο Θούριος, ο ελληνικός ναυτικός κόσμος μπορούσε να συμβάλει στην υπονόμευση του τουρκικού στόλου.

 

Πώς λοιπόν οι Τούρκοι, οι οποίοι έβλεπαν τη συμπεριφορά των Ελλήνων, δεν έπαιρναν μέτρα για να την αποτρέψουν;

Να σας πω. Δεν μπορούσαν ίσως να κάνουν αλλιώς.

 

Δεν είχαν ναυτικούς…

Δεν είχαν οι ίδιοι ναυτικό. Όταν άρχισε η Ελληνική Επανάσταση, υπήρχαν αρκετοί Έλληνες στον τουρκικό στόλο. Τότε ακριβώς, ο Κωνσταντής Γκιούστος[5], ένας λαμπρός υδραίος αγωνιστής που πολύ λίγο τον ξέρουμε και πολύ λίγο αναφέρεται στην Ιστορία, ήταν ο επικεφαλής των ελλήνων ναυτών, γιατί οι Έλληνες είχαν κάποιον επικεφαλής τους, ο οποίος τους έφερνε σε επικοινωνία με τον Καπουντάν Πασά με το τουρκικό ναυαρχείο κ.λπ. Λοιπόν, τότε εκείνος συνελήφθη, απηγχονίσθη∙ πνίγηκαν, όπως είπα και προηγουμένως, οι ναύτες και αναγκάσθηκαν οι Τούρκοι να χρησιμοποιήσουν Ιταλούς ή Αρμενίους ή άλλους καθώς και μερικούς τυχοδιώκτες στον τουρκικό στόλο[6]. Ήταν η μόνη στιγμή που δεν μπορούσαν να κάμουν αλλιώς. Στις προηγούμενες περιπτώσεις, είτε θέλαν είτε δεν θέλαν, είχαν ανάγκη. Δεν μπορώ να πω ότι δεν υπήρχαν και τουρκικά πληρώματα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, και ακριβώς ένας από τους λόγους για τους οποίους το Ναυτικό μας στον Αγώνα του ’21 είχε επιτυχίες, και μόνο επιτυχίες, οφείλεται στο ότι, ας μην το αγνοούμε, στην απέναντι πλευρά, την τουρκική, είχαν πλέον βρεθεί άπειροι σε ναυτικές επιχειρήσεις άνδρες.

 

Κάποιος από τους γνωστούς ναυτικούς είχε υπηρετήσει στα τουρκικά πλοία; Από τα γνωστά ονόματα;

Τα γνωστά ονόματα! Κοιτάξτε, είναι περίεργο ότι δεν έχουμε ονομαστικούς καταλόγους αυτών των ανδρών που υπηρέτησαν. Ξέρουμε τους αρχηγούς τους μονάχα, δηλαδή ξέρουμε τον Γκιούστο που ανέφερα προηγουμένως, ξέρουμε τον Γεώργιο Βούλγαρη που είναι πρόγονος της γνωστής οικογένειας των πολιτικών Βούλγαρη (μέλη της οικογενείας Βούλγαρη πολέμησαν στον Αγώνα του ’21), έχουμε έναν Καραντάνη και άλλους και άλλους, αλλά έχω ψάξει ιδιαιτέρως να βρω ονόματα ναυτολογημένων, δεν υπάρχουν, διότι έλεγε: θέλω οκτακόσιους ναύτες, η Ύδρα έδινε κάθε χρόνο περίπου πεντακόσιους ναύτες, διακόσιους οι Σπέτσες, εκατόν ογδόντα τα Ψαρά. Ε, δεν υπάρχουν αυτοί οι κατάλογοι, μπορούμε να βρούμε κάποτε κάποια γράμματα αυτών των ναυτών προς τα σπίτια τους και μόνο από τα γράμματα αυτά μπορούμε να ταυτίσουμε ορισμένα πρόσωπα, αλλά όχι πάρα πολλά. Συγκεκριμένα για τον Μιαούλη, έχω ψάξει ιδιαίτερα για τον Μιαούλη, για να δω αν ο Μιαούλης είχε υπηρετήσει στον τουρκικό στόλο. Δεν μπόρεσα να βρω κανένα στοιχείο, χωρίς ν’ αποκλείεται βέβαια αυτό.

 

Το ότι οι Έλληνες υπηρετούσαν στα τουρκικά πλοία, θα σήμαινε φαντάζομαι ότι οι Τούρκοι γνώριζαν την τακτική των Ελλήνων στις ναυμαχίες. Αυτό δεν ήταν ανασταλτικός παράγων για τις μεταξύ τους αναμετρήσεις;

Όχι, γιατί το ελληνικό ναυτικό, και εδώ μπαίνουμε στο δεύτερο σκέλος της συζήτησής μας, είχε άλλη οργάνωση, άλλη δομή, άλλη μορφή. Συγκεκριμένα, θα μπορούσα να σας πω ότι οι Τούρκοι υπολογίζεται ότι είχαν σε πλήρη ανάπτυξη τριακόσια πλοία. Από τα πλοία αυτά ορισμένα ήταν πλοία γραμμής, καθαρώς πολεμικά δηλαδή, το καθένα από τα οποία είχε 75 έως 90 πυροβόλα. Οι φρεγάτες, οι οποίες ήταν πάρα πολλές επίσης, ήταν θωρηκτά, τα δίκροτα, που ανήκαν στα πλοία γραμμής, ήταν πλοία 1.500 τόνων και το καθένα είχε πλήρωμα 600 άνδρες. Είπα προηγουμένως ότι υπολογίζουμε 8,000 άνδρες ναυτολογημένους στα Ορλωφικά. Δεν ήταν όλη η δύναμη του τουρκικού στόλου βέβαια ελληνική αλλά τα καίρια σημεία της διοίκησής του τα είχαν Έλληνες. Λοιπόν, ένα πλοίο 1.500 τόνων με 600 άνδρες ήταν πολύ διαφορετικό από τα δικά μας εμπορικά πλοία που έφθαναν τους 250, άντε τους 500 τόνους σε μερικές περιπτώσεις. Επομένως, ήταν άλλη η οργάνωση. Επιπλέον, η οργάνωση του τουρκικού στόλου ήταν συγκεντρωτική, υπήρχε δηλαδή ο πλοίαρχος, υπήρχε και ο αντιπλοίαρχος, ο οποίος ήταν συνήθως Έλληνας, αυτό είναι περίεργο. 

 

Αυτό και κατά την περίοδο της Επανάστασης ή …

Όχι, όχι, στην Επανάσταση δεν έχουμε Έλληνες. Οι τελευταίοι Έλληνες, όπως σας είπα, απαγχονίστηκαν ή πνίγηκαν. Οι Έλληνες όμως ωφελήθηκαν γιατί γνώριζαν τις αδυναμίες του τουρκικού στόλου. Η τακτική του τουρκικού στόλου ήταν τακτική ναυμαχίας κατά παράταξη, ενώ οι Έλληνες έκαναν στην Επανάσταση κλεφτοπόλεμο της θάλασσας. Ήταν επομένως τελείως διαφορετική η πολεμική τακτική των Τούρκων. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ναυμαχία, όπως εννοούμε σήμερα τη ναυμαχία, δεν έχουμε παρά μία ή δύο συγκρούσεις, κι αυτές δεν είχαν καλό αποτέλεσμα για τους Έλληνες. Αντίθετα, οι Έλληνες έκαναν επιδρομή με το πυρπολικό που ήταν το λαμπρότερο όπλο τους, ένα αποφασιστικής σημασίας όπλο και αποτελεσματικότατο. Όσες μεγάλες επιτυχίες έχουμε, τις έχουμε με τα πυρπολικά.

 

Θα θέλατε, κύριε Σφυρόερα, να μας μιλήσετε για τα πυρπολικά;

Όταν μιλάμε για πυρπολικό, φανταζόμαστε ένα καράβι, ένα μικρό καράβι σχεδόν σε μέγεθος βάρκας– τουλάχιστον αυτήν την εμπειρία έχω από μία πρόχειρη δημοσκόπηση που έχω κάνει ρωτώντας τι είναι το πυρπολικό–, μια μικρή βάρκα η οποία πήγαινε και κολλούσε πάνω στο τουρκικό πλοίο, έβαζε φωτά και έφευγε. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Το πυρπολικό, σαν τρόπος και μέσον μάχης, δεν είναι δημιούργημα της Επανάστασης. Βέβαια, ο περίφημος Δημουλίτσας[7], ο από την Πάργα, ο Πατατούκος, μετασκεύασε πλοία σε πυρπολικά, αλλά ξέρουμε πολύ καλά ότι τα πυρπολικά αυτά χρησιμοποιήθηκαν και πολύ παλιότερα, π.χ. σε μια ναυμαχία στο Παλέρμο, τον 17ο αιώνα. Έχουμε ακόμη δράση πυρπολικών στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης και στη ναυμαχία του Τσεσμέ μεταξύ Ρώσων και Τούρκων.

Όμως οι Έλληνες όταν έφτιαξαν τα πυρπολικά ήξεραν ότι δεν ήταν δυνατόν ν’ αντιμετωπίσουν κατά παράταξη τον τουρκικό στόλο. Ήθελαν να κάμουν αιφνιδιασμό, ήταν κομάντος της θάλασσας. Αν θέλετε, καμικάζι της θάλασσας. Με μια διαφορά όμως: οι καμικάζι, οι πιλότοι αυτοκτονίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήξεραν ότι κάνοντας την επίθεσή τους θα σκοτωθούν. Με τους Έλληνες συνέβαινε το εξής: δεν είχαμε και απεριόριστες δυνάμεις ναυτικών∙ ήταν μετρημένοι, και οι έμπειροι ακόμα πιο μετρημένοι. Επομένως, η δυσκολία της πυρπόλησης συνίστατο στο ότι έπρεπε να επιτύχει η επιχείρηση αλλά και να διασωθεί το πλήρωμα του πυρπολικού.

 

Μπορείτε να μας περιγράψετε πώς γινόταν η πυρπόληση;

Αχ, ομολογώ ότι θα ήταν μια περίφημη εικόνα αν μπορούσε κανείς να αναπαραστήσει, με σοβαρότητα και όχι με θεατρινισμούς, μια πυρπόληση. Λοιπόν, το πυρπολικό ήταν ένα παλιό πλοίο, άχρηστο για πολεμική επιχείρηση, ακόμη και σχεδόν κατεστραμμένο διότι αλλιώς δεν συνέφερε. Η πυρπόληση κόστιζε πάρα πολύ, κόστιζε ένα πλοίο, την καταστροφή ενός πλοίου. Το πυρπολικό για να γίνει πυρπολικό έπρεπε να μετασκευασθεί. Έχουμε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, στην οδό Σταδίου, ένα ομοίωμα πυρπολικού που ομολογώ ότι αξίζει να το δει κανένας. Θα δημιουργήσει μια άλλη εντύπωση και θα προκαλέσει θαυμασμό αυτή η επινόηση των μπουρλοτιέρηδων και των αγωνιστών του ’21. Το πυρπολικό αυτό είχε σειρές από πατώματα στο κύτος του και μέσα σ’ αυτά τα πατώματα υπήρχαν λούκια με εύφλεκτες ύλες που κατά διαστήματα είχαν οπές για ν’ αερίζεται και να μη σβήνει η φωτιά. Μέσα σ’ αυτά τ’ αυλάκια ή κάτω στο αμπάρι υπήρχαν μπάλες οι οποίες ήταν ζυμωμένες από θειάφι,  πίσσα, λάδι και από άλλα εύφλεκτα υλικά. Μέσα στα λούκια που διακλαδώνονταν σε όλα τα σημεία του πλοίου, υπήρχε επίσης θειάφι, νίτρο, ρετσίνι, λάδι, νέφτι, λινέλαιο, πίσσα, μπαρούτι, ό,τι είναι δυνατόν ν’ αναφλεγεί γρήγορα, να μη σβήσει και να διαδώσει μάλιστα τη φωτιά. Στο ξεκίνημα της επιχείρησης, ο στόλος δεν ήταν απομακρυσμένος διότι υπήρχαν και τα απρόοπτα. Ξεκινούσε, με 21 ή με 23 άνδρες πλήρωμα, ένα πυρπολικό το οποίο ρυμουλκούσε τη λέμβο διαφυγής. Σε μια αρκετά μεγάλη απόσταση μισού μιλίου ή ενός μιλίου υπήρχαν τα συνοδά πλοία του πυρπολικού. Επειδή η πυρπόληση μπορούσε να γίνει μόνο νύχτα, κι αυτό ήταν θα έλεγα το μειονέκτημα της τακτικής, οι πυρπολητές θα έπρεπε να εκμεταλλευθούν μιαν αφέγγαρη νύχτα και έναν ευνοϊκό άνεμο. Εάν υποτεθεί ότι τα πλοία ήταν 1.500 τόνων, δηλαδή τεράστια πλοία, και ότι βρίσκονταν σε μέρος υπήνεμο, το πυρπολικό δεν μπορούσε να δράσει. Έπρεπε να βρει την προσήνεμη πλευρά, δηλαδή από εκεί που φυσάει ο αέρας, να πάει το πυρπολικό, να κολλήσει επάνω με τους γάντζους ή να κάμει εμβολισμό σε μια μπουκαπόρτα του πλοίου ή σ’ αυτά τα ανοίγματα που λέμε φινιστρίνια σήμερα, ώστε με την πρόκληση της πυρκαγιάς ν’ αναφλεγεί το εχθρικό πλοίο. Στην περίπτωση αυτή έπρεπε να υπάρχει απόλυτη ψυχραιμία, όσο το δυνατόν αθόρυβη  προσέγγιση στο εχθρικό πλοίο και προπαντός καλοί χειρισμοί του πηδαλιούχου. Από τη στιγμή εκείνη και εφ’ όσον δινόταν το σήμα από τον κυβερνήτη, άρχιζε η δράση του πληρώματος. Αφού τοποθετούσαν το πλοίο, κατέβαιναν στη λέμβο σωτηρίας με την οποία επρόκειτο να διαφύγουν και έμεναν τελευταίοι ο πηδαλιούχος και ο κυβερνήτης του πλοίου, ο Κανάρης, ο Παπανικολής, ο Πιπίνος, οποιοσδήποτε, για να βάλουν φωτιά. Αυτοί κατέβαιναν τελευταίοι στη λέμβο. Περίμεναν πίσω τα άλλα πλοία.

 

Τα συνοδά.

Ναι, τα συνοδά πλοία και γλίτωναν. Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι δεν έχουμε πάντοτε…

 

Αυτό ήθελα να ρωτήσω. Ήταν επιτυχείς οι περισσότερες πυρπολήσεις;

Α, όχι, δεν έχουμε, δυστυχώς, εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατον να έχουμε ακριβή στοιχεία. Η πρώτη πυρπόληση κατέπληξε και τρόμαξε τους Τούρκους, τους έφερε σε πανικό. Η πρώτη πυρπόληση έγινε λίγες εβδομάδες μετά την αρχή της Επανάστασης, στις 27 Μαΐου 1821, από τον Παπανικολή στην Ερεσό. Τον επόμενο χρόνο έχουμε την περίφημη πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας στη Χίο, 6 με 7 Ιουνίου του 1822. Την πυρπόληση την επιχείρησαν δύο πλοία: του Κανάρη και του Πιπίνου. Του Κανάρη πέτυχε, του Πιπίνου απέτυχε, δεν φταίει φυσικά ο Πιπίνος γι’ αυτό, δεν μπόρεσε να κολλήσει το πυρπολικό του στη ναυαρχίδα. Τότε, όπως είναι γνωστό, σκοτώθηκε ο Καρα-Αλής, ο τούρκος ναύαρχος, και είναι χαρακτηριστικό ότι τον τάφο του Καρα-Αλή, του αρχηγού του τουρκικού στόλου, τον διατηρούμε ανέπαφο και αρκετά περιποιημένο σήμερα στη Χίο. Αντίθετα, εμείς οι Έλληνες που φωνάζουμε για σεβασμό στην παράδοση, έχουμε το εκκλησάκι που λειτουργιόταν ο γερο-Κανάρης στην Κυψέλη που κάηκε προ τριών τεσσάρων ετών από πυρκαγιά και δεν βρέθηκε μία υπηρεσία, ούτε η εκκλησία, ούτε τα δήθεν σωματεία που κόβονται για την παράδοση να πάνε να βάλουν μια στέγη τουλάχιστον στο εκκλησάκι του Κανάρη[8]. Είναι γνωστή και η ναυμαχία του Γέροντα, στη Σάμο, το 1824, όπου καταστράφηκαν δεκαπέντε πυρπολικά. Έγιναν επανειλημμένες απόπειρες πυρπόλησης αλλά πέτυχαν μόνο τα δύο γιατί τα υπόλοιπα δεκατρία καταστράφηκαν και δεν ήταν μόνο αυτά…

 

Και ανθρώπινες απώλειες

Ανθρώπινες απώλειες δεν υπήρξαν διότι ακριβώς είχαν την ευελιξία να διαφεύγουν μ’ αυτή τη βάρκα, τη βάρκα σωτηρίας όπως θα τη λέγαμε σήμερα. Ίσως γεννιέται το ερώτημα, αφού είχαν τόση δύναμη τα πυρπολικά γιατί έπεσε το Μεσολόγγι, γιατί τα πυρπολικά δεν μπορούσαν να πυρπολήσουν τον στόλο που απέκλειε από τη θάλασσα το Μεσολόγγι; Εδώ ακριβώς είναι το μεγάλο δράμα και η μεγάλη τραγωδία της Επανάστασης. Η Επανάσταση ξεκίνησε με ενθουσιασμό και με ανθρώπους αποφασισμένους, αλλά οι πόλεμοι δεν γίνονται μονάχα με τον ενθουσιασμό και την απόφαση.

 

Δεν ήταν ίσως αρκετά προετοιμασμένοι οι Έλληνες;

Όχι, ήταν προετοιμασμένοι, είχαν όμως εξαντληθεί πια τα οικονομικά μέσα και, ας μη γελιόμαστε, οι άνθρωποι που πολεμούσαν, οι άνθρωποι που αγωνίζονταν στη θάλασσα, έπρεπε να φάνε, να ντυθούν, έπρεπε να ξέρουν ότι η οικογένειά τους πίσω ήταν ασφαλής. Γι’ αυτό ακριβώς βλέπουμε μια κάμψη. Ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος χρόνος της είναι χρόνια μεγάλης δράσης. Εξαντλήθηκαν τα οικονομικά της Επανάστασης, οι εισφορές που είχαν επιβληθεί στον ελληνικό λαό, η φορολογία ας πούμε, δεν ήσαν επαρκείς για τις ανάγκες του Αγώνα κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αγωνιωδώς ζητούσαμε ένα δάνειο. Αυτά τα περίφημα δάνεια από την Αγγλία, που ξέρουμε με πόσο δυσμενείς όρους μας δόθηκαν. Το 1824, το 1825, εκτός από την οικονομική αδυναμία για την ανανέωση του στόλου, σας λέω ότι μόνο στον Γέροντα καταστράφηκαν δεκαπέντε πυρπολικά. Μα αν υπολογίσουμε ότι σε κάθε προσπάθεια πυρπόλησης καταστρέφονταν πέντε, δέκα, δεκαπέντε πυρπολικά, καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν και απεριόριστες οι δυνάμεις του ελληνικού στόλου. Αυτός ήταν κυρίως ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούσαμε να έχουμε δράση πια μετά το 1824. Ας μη λησμονούμε ότι είχε έλθει και ο αιγυπτιακός στόλος τότε στην Ελλάδα, πανίσχυρος, οργανωμένος από ευρωπαίους ναυτικούς και επομένως βρέθηκε πια σε πολύ αδύνατη θέση ο ελληνικός στόλος. Ο,τι μπορούσε να γίνει, θα γινόταν μόνον από τη στεριά. Περίεργο είναι τούτο ότι στα δύο τρία πρώτα χρόνια του πολέμου – όχι περίεργο, απλώς είναι αξιοθαύμαστο…

 

Τότε, δηλαδή στην αρχή του πολέμου, το μεγαλύτερο βάρος το πήρε ο στόλος…

Βεβαίως, διότι τα Ψαρά αποτελούσαν ένα ακραίο παρατηρητήριο στο Αιγαίο, και ακριβώς αυτή ήταν η συμβολή του Μιαούλη. Ο Μιαούλης ήταν ο επικεφαλής και των τριών στόλων, αν και κάθε νησί είχε τη δική του μοίρα. Η μοίρα των Ψαρών με τον Νικολή Αποστόλη τον Ψαροναύαρχο, η μοίρα των Σπετσών με τον Ανδρούτσο ναύαρχο. Ο Μιαούλης συνέλαβε αυτό το σχέδιο: θα χτυπάμε τον εχθρικό στόλο πριν εκείνος επιτεθεί. Και γι’ αυτό ακριβώς οι μεγάλες πυρπολήσεις έγιναν στον Γέροντα, δηλαδή στην περιοχή της Σάμου, στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στο Ανατολικό Αιγαίο, ώστε να μην μπορέσει ο τουρκικός στόλος να έρθει. Έχουμε βέβαια και τη ναυμαχία των Σπετσών και τη ναυμαχία των Πατρών, αλλά στο κάτω κάτω ισχυρός ήταν ο στόλος, μπορούσε να διαφύγει μέσα από τα πυρπολικά, μέσα από τον κλοιό που έφτιαχνε στο Αιγαίο ο ελληνικός στόλος για να μπορέσει να πάει στην Πελοπόννησο. Όμως χαρακτηριστικό είναι ότι οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να ενισχύσουν με εφόδια ή με στρατιώτες την Πελοπόννησο από τη θάλασσα και η μόνη βοήθεια που παρείχαν ήταν από τη Στερεά Ελλάδα. Όταν νικήθηκε ο Αλή Πασάς, κατέβηκαν από το Μεσολόγγι, την ίδια εποχή, μέσω της Μακεδονίας, κατέβηκαν στην Ανατολική Ελλάδα. Από τη θάλασσα δεν είχαμε ενίσχυση και μόνον αυτό το πράγμα δείχνει πόσο σημαντική ήταν η συμβολή του ελληνικού στόλου την εποχή εκείνη.

 

Ήταν πάρα πολύ ενδιαφέροντα, κύριε Σφυρόερα, όλα αυτά που μας είπατε για το Ελληνικό Ναυτικό και τα πυρπολικά – και είναι κάπως άγνωστα στο πλατύ κοινό.

Ευχαριστώ πάρα πολύ. Δεν ξέρω αν έδωσα μια σαφή εικόνα, αλλά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπως λ.χ. η περιγραφή των πυρπολικών, υπήρχε μια αδυναμία. Χρειάζεται και η οπτική εικόνα την οποία το ραδιόφωνο, παρά τα πλεονεκτήματά του, δεν μπορεί να την προσφέρει.

 

Παρ’ όλα αυτά, η περιγραφή σας ήταν πολύ παραστατική. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

Κι εγώ σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

 

 

[1] Εκδότης και συντάκτης της εφημερίδας Ελληνικός Τηλέγραφος ήταν ο γιατρός Δημήτριος Αλεξανδρίδης και τυπωνόταν στην Τυπογραφία του Ι.Β. Σβέκιου στη Βιέννη.

[2] Ελληνικός Τηλέγραφος (15/5/1821): «[…] ειδήσεις εκ Κωνσταντινουπόλεως από 23 Απριλίου. Ο ενθουσιασμός μεταξύ των Οθωμανών εγκατοίκων ταύτης της μητροπόλεως ηύξησεν εις άκρον, αφ’ ότου ο Σουλτάνος Μαχμούτ εκήρυξεν εις τον λαόν του ότι ο Ισλαμισμός επαπειλείται. Γέροντες, άνδρες, νέοι, περιτρέχουσιν εκ τινων ημερών με διάφορα όπλα. Εις τοιαύτας περιστάσεις δεν ημπορεί φευ! να μη συμβώσιν αταξίαι και φονικαί σκηναί. […] Την ημέρα της εκστρατείας απεκεφαλίσθησαν ο νεωστί ψηφισθείς μέγας Δραουμάνος Μπεγζαδέ Κωνσταντίνος Μουρούζης και πολλοί μεγάλοι πραγματευταί. Άλλοι δε εκρεμάσθησαν εις τα παράθυρα και θύρας των οικιών των διά του μήκους του Βοσπόρου».

[3] Από τα πολλά σχέδια της Φιλικής Εταιρείας, επικράτησαν τρία πολεμικά. Αυτά προσπάθησε να θέσει  σε λειτουργία στις ηγεμονίες ο Αλέξανδρος Υψηλάντης όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Το σημαντικότερο ήταν το «Σχέδιον Γενικόν», ενώ συμπληρωματικό και ιδιαίτερης σημασίας ήταν το «Μερικόν περί Κωνσταντινουπόλεως σχέδιον», με λεπτομερείς αναφορές σε προτεραιότητες, προετοιμασίες, χρονικά όρια και ενέργειες στους αρσανάδες και τα πλοία του τουρκικού  στόλου σε όλη την περιφέρεια της Κωνσταντινούπολης. Παρά την προφανή αδυναμία πραγματοποίησής του,  ήταν πολύ ελκυστικό και απασχόλησε σοβαρά τούς Φιλικούς. Είχε 18 άρθρα, και απευθυνόταν στους έλληνες κατοίκους της Κωνσταντινούπολης: «Αδελφοί Βυζάντιοι! Πολλάκις συσκεψάμενοι μετά των σοφωτέρων του Έθνους μας περί της ολικής και ταχείας καταστροφής του εχθρού, απεφασίσαμεν, συγχρόνως με τα άλλα μέρη της Ελλάδος, να κτυπήσωμεν ανεπαισθήτως και αυτήν την μητρόπολιν, διά να την νεκρώσωμεν παρευθύς· επειδή προχωρούντες έξωθεν εις αυτήν, κοντά εις τας δυσκολίας φοβούμεθα και τον κίνδυνόν σας. Περί του λοιπόν πολλά πολλών αναγνώντες σχέδια, εξελεξάμεθα τον ακόλουθον τρόπον […] Επειδή αι δυνάμεις του εχθρού συνίστανται κατά θάλασσαν και ξηράν, πρέπει να φροντίσετε να κυριεύσητε την εις θάλασσαν περισσότερον, διά της οποίας ματαιούται παρευθύς και η διά ξηράς. Λοιπόν, αδελφοί, η πρώτη φροντίς σας θέλει είναι η ανεπαίσθητος κατάληψις του στόλου, περί της οποίας ιδού ο κατάλληλος τρόπος […]» (Ιωάννου Φιλήμονος Δοκίμιον Ιστορικόν Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α, σελ 59 κ.ε., εκδ. Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήναι, 1859).

[4] Το πιο κοντινό απόσπασμα από τον Θούριο του Ρήγα έχει ως εξής: «Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών, / σαν αστραπή χυθήτε, χτυπάτε τον εχθρόν. / Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά, / καιρός ειν’ της πατρίδος, ν’ ακούστε την λαλιά. / Κι όσ’ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά, / οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά». (Ανακτήθηκε στις 21/1/2021 από:https://www.tanea.gr/2019/12/19/greece/thourios-tou-riga-to-sygklonistiko-poiima-pou-ksesikose-tous-ellines-kata-ton-tourkon)/.

[5] Το «Μερικόν περί Κωνσταντινουπόλεως σχέδιον» ανέθετε ειδικό ρόλο στον Κωνσταντή Γκιούστο: «Άρθρον Δ΄[…] σας συμβουλεύομεν να δοκιμάσετε τον Καπετάν Κωνσταντή Γκιούστον, διοικητήν του στόλου·και εάν ήναι τω όντι φιλόπατρις, τον ψηφίζομεν από σήμερον Ναύαρχον […] (Ιωάννου Φιλήμονος,. Δοκίμιον Ιστορικόν Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α, σελ. 59 κ.ε., εκδ. Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήναι,1859).

[6] Την ένδεια πληρωμάτων για να επανδρωθεί ο τουρκικός στόλος μετά τη δολοφονία αρκετών και την αποχώρηση των υπολοίπων, καθώς και τις επανειλημμένες προσπάθειες αναπλήρωσης από άλλες πηγές αναφέρει σε πολλές αναγραφές η εφημερίδα Ελληνικός Τηλέγραφος της Βιέννης. Στις 22/5/1821 αναφέρει: «[…] Ο στόλος θέλει είναι εντός ολίγου έτοιμος να κινηθή, και οι ελλείποντες ναύται περιμένονται από τας επαρχίας». Στις 15/6/1821: «Τη 18η [Μαΐου] εκινήθη πάλιν μέρος του στόλου, ήγουν έν μέγα καράβιον 74 κανονίων, 3 φρεγάτται  και 3 Briggs. Τούτα και άλλο κινηθέν σήμερον μέγα καράβιον έλαβον πρώτον από τας αποθήκας του Αγ. Στεφάνου και Καλλιπόλεως τας αναγκαίας ζωοτροφίας και τα πολεμικά εφόδια, και εντεύθεν έπλευσαν εις τα Δαρδανέλλια. Ταύτα τα ωραιότατα εναυπηγημένα και κάλλιστα ητοιμασμένα πλοία υστερούνται όμως των αναγκαίων ναυτών, καθ’ ότι για την αποστασίαν των Γραικών η διοίκησις δεν είναι εις κατάστασιν να μεταχειρισθή τους καλλίστους και αξιωτάτους ναύτας, όθεν εσύναξεν ναύτας διαφόρων εθνών και προπληρώνει εις καθένα 3 μηνών μισθόν. Ελπίζουσι να αναπληρώσωσι τον ελλείποντα αριθμόν των ανθρώπων εις τα Δαρδανέλλια». Και στις 4/7/1822: «Από 10ην Ιουνίου […] Η Πόρτα απεφάσισε, διά να αποπληρώση τον αριθμόν των ανθρώπων των πλοίων, τα οποία έμελλον να εκπλεύσωσι προς ενδυνάμωσιν του Καπιτάν -Πασσιά, να μεταχειρισθή πλην των εθελουσίως παρρησιασθέντων Γενιτσάρων, μέρος των ονομαζομένων Γιαμάκιδων εις ταύτην την εκστρατείαν· οι δε Γιαμάκιδες […] εξ Αλβανών πλάνων τε και άλλων παρά τη Μαύρη Θαλάσση ορεινών λαών, των χυδαιοτάτων, συνιστώμενον σώμα εις 4.000 ανθρώπους, το οποίον εκ πολλών χρόνων ευρίσκεται φυλάττον ως φρουρά εις τα κατά το Βόσπορον κάστρα».

[7] Ο Παργινός Γιάννης Δημουλίτσας με το προσωνύμιο Πατατούκος, επιστρατεύτηκε –σε μια δύσκολη στιγμή, στις 28/5/1821, όταν ο ελληνικός στόλος προσπάθησε να σταματήσει τον τουρκικό στα νερά της Μυτιλήνης και δεν τα κατάφερε–, καθώς δήλωσε ότι ξέρει να φτιάχνει πυρπολικά. Πράγματι, έφτιαξε τρία πυρπολικά που, μετά την αποτυχία του πρώτου, τα άλλα δύο κατάφεραν να πυρπολήσουν το πλοίο του εχθρού με τα 85 κανόνια. Ο Ελληνικός Τηλέγραφος δημοσιεύει την είδηση στις 24/7/1821: «[…] το πλέον εις τα νερά της Μυτιλήνης μέρος του τουρκικού στόλου έλαβεν αισθαντικήν φθοράν· συνίστατο δε εις δύο μεγάλα πλοία, τρεις φρεγάττας, πέντε Briggs και πολλά μικρότερα πλοία. Έν εκ των μεγάλων πλοίων, το οποίον έρριψεν την άγκυραν έμπροσθεν του ακρωτ. Κολλώνας, επολεμήθη τη 8 Ιουν. από πολλά ελληνικά των Ινσουργέντων (Επαναστατημένων) πλοία, και μετά μάχην διαρκέσασαν όλην την ημέραν, κατόρθωσαν οι Έλληνες να τω προσάψωσι πλοίον με φλογιστικάς ύλας και ούτω μετά τινας στιγμάς ανεπήδησεν ο κολοσσός εκείνος εις τον αέρα. Τότε ο Τούρκος ναύαρχος περιεσύναξε τα λοιπά πλοία και επιδιωκόμενος από τους Ινσουργέντας, έλαβε νέαν θέσιν υπό την σκέπην των κανονίων εις τα Δαρδανέλλια».

[8] Το Παρεκκλήσιο των Αγίων Αποστόλων, στην τομή των πεζοδρόμων Αγίων Αποστόλων και Σουμελά πλησίον της στάσης λεωφορείων ‘’Ζακύνθου’’, 450 μέτρα νοτίως της Πλατείας Κυψέλης (ανακηρυγμένο «ιστορικόν διατηρητέον μνημείον του Κράτους», βλ. ΦΕΚ 648/τ.Β/25-11-68), υπέστη ολοσχερή καταστροφή από πυρκαγιά, τον Ιούνιο του 1978. Για την αναστήλωσή του δημιουργήθηκε από τους περιοίκους ο Σύλλογος Συντηρήσεως και Αναστηλώσεως Ιερού Ναού Αγίων Αποστόλων «Κων/νου και Δεσποίνης Κανάρη», ο οποίος προχώρησε στην πλήρη ανακατασκευή του παρεκκλησίου (1987-1989) με την επίβλεψη των υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού. Κατά την αναστήλωση ακολουθήθηκε το σχέδιο και η μορφή του παλαιού ναϊδρίου. Ο πατήρ Σταμάτιος Σκλήρης σχεδίασε τα στεφάνια από τις νικηφόρες ναυμαχίες του Κανάρη (με πληροφορίες από την ιστοσελίδα https://www.istorikathemata.com/2017/07/blog-post_17.html).

Βασίλειος Βλ. Σφυρόερας

(1921-2015). Καθηγητής της νεότερης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Οι Δραγομάνοι του Στόλου, ο θεσμός και οι φορείς (1965) ήταν η διδακτορική διατριβή του, και η επί υφηγεσία αφορούσε Τα Ελληνικά Πληρώματα του Τουρκικού Στόλου (1968). Πολλές ιστορικές μελέτες και ερευνητικές εργασίες του αναφέρονται κυρίως στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.