Σύνδεση συνδρομητών

Ο λαϊκισμός ως απλούστευση: Οι γλωσσικές στρατηγικές που επιβεβαιώνουν την αρνητική του διάσταση

Δευτέρα, 10 Μαϊος 2021 01:42
6 Ιανουαρίου 2021. Οπαδοί του Τραμπ εισβάλλουν στο Καπιτώλιο. Το απόλυτα δυσφημιστικό γεγονός για την αμερικανική δημοκρατία αποδόθηκε από μερίδα θεωρητικών σε εξτρεμιστική ακροδεξιά και φασιστική πολιτική συμπεριφορά.  Ωστόσο, οι Έλληνες θυμούνται καλά ανάλογου τύπου βίαιες επιθέσεις κατά του Κοινοβουλίου, το 2010, το 2011 και το 2012, στις οποίες συμμετείχαν Αγανακτισμένοι διαδηλωτές όχι μόνο της Πάνω Πλατείας (Χρυσή Αυγή και ριζοσπάστες ακροδεξιοί) αλλά και της Κάτω Πλατείας (ΣΥΡΙΖΑ, αναρχικός χώρος και ακραίες αριστερές ομάδες).
YouTube
6 Ιανουαρίου 2021. Οπαδοί του Τραμπ εισβάλλουν στο Καπιτώλιο. Το απόλυτα δυσφημιστικό γεγονός για την αμερικανική δημοκρατία αποδόθηκε από μερίδα θεωρητικών σε εξτρεμιστική ακροδεξιά και φασιστική πολιτική συμπεριφορά. Ωστόσο, οι Έλληνες θυμούνται καλά ανάλογου τύπου βίαιες επιθέσεις κατά του Κοινοβουλίου, το 2010, το 2011 και το 2012, στις οποίες συμμετείχαν Αγανακτισμένοι διαδηλωτές όχι μόνο της Πάνω Πλατείας (Χρυσή Αυγή και ριζοσπάστες ακροδεξιοί) αλλά και της Κάτω Πλατείας (ΣΥΡΙΖΑ, αναρχικός χώρος και ακραίες αριστερές ομάδες).

Γιάννης Σταυρακάκης, Λαϊκισμός: Μύθοι, στερεότυπα και αναπροσανατολισμοί, Εκδόσεις ΕΑΠ, Αθήνα 2019, 108 σελ.

Στο βιβλίο αναπτύσσεται η άποψη ότι ο λαϊκισμός είναι ένα σύνθετο φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο από τη σκοπιά του αντιλαϊκισμού που του δίνει a priori αρνητικό πρόσημο. Σύμφωνα με τον καθηγητή πολιτικών επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Γιάννη Σταυρακάκη, ο λαϊκισμός είναι αναπόφευκτη συνιστώσα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και σχετίζεται με την ανάγκη αποκατάστασης της λαϊκής κυριαρχίας και της υπεράσπισης των συμφερόντων του λαού, οπότε per se δεν είναι ούτε κακός ούτε καλός. Ωστόσο, παραλείπεται να γίνει αναφορά σε ένα βασικό χαρακτηριστικό του λαϊκισμού, την απλούστευση που οδηγεί στη χειραγώγηση και όχι την ανύψωση του λαού. Η απλουστευτική αυτή λογική γίνεται φανερή από διάφορες γλωσσικές επιλογές που απαντούν συχνά στο λαϊκιστικό λόγο.

Η ερώτηση περί του τι συνιστά λαϊκισμό δεν είναι τόσο εύκολο να απαντηθεί. Υπάρχουν διάφορα χαρακτηριστικά που προσδίδουν στον πολιτικό λόγο τη διάσταση του λαϊκιστικού, όμως το ζήτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει μια ενιαία θεώρηση που περιλαμβάνει όλες τις σύγχρονες μορφές του. Το βιβλίο του καθηγητή πολιτικών επιστημών, Γιάννη Σταυρακάκη, περιέχει εκτενή βιβλιογραφία πάνω στις κοινωνικές θεωρίες που επιχειρούν να περιγράψουν το φαινόμενο. Όλες αυτές οι θεωρίες παρουσιάζονται με έναν κοινό παρονομαστή, ότι δε μπορούν να αποδώσουν στο λαϊκισμό εκ των προτέρων αρνητικό πρόσημο, αλλά τον ερμηνεύουν όπως θα ερμήνευαν οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα, με αποτέλεσμα οι αρνητικές ή θετικές συνέπειές του να μπορούν να κριθούν μόνο εκ των υστέρων και σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στον αντίποδα, σύμφωνα με το βιβλίο, βρίσκεται ο αντιλαϊκισμός, ο οποίος μεροληπτικά χαρακτηρίζει per se το λαϊκισμό αρνητικό, εμμένοντας σε ένα στερεότυπο που δεν ισχύει.

Ωστόσο, παρόλο που τα χαρακτηριστικά, τα οποία αποδίδονται στο λαϊκισμό είναι ακριβή σε μεγάλο βαθμό, με την ολοκλήρωση του βιβλίου παραμένει το ερώτημα τι είναι αυτό που κάνει το λαϊκισμό επικίνδυνο, τόσο στις μέρες μας όσο και ιστορικά. Ο αναπάντητος αυτός προβληματισμός μπορεί να επιλυθεί, αν στο λαϊκιστικό φαινόμενο, όπως γίνεται αντιληπτό από το συγγραφέα, προστεθεί το χαρακτηριστικό της υπεραπλούστευσης του πολιτικού σκηνικού, η οποία διακρίνεται με ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση της γλώσσας από τους λαϊκιστές ηγέτες.

Η κεντρική σκέψη που διατρέχει το βιβλίο στο σύνολό του είναι ότι ο λαϊκισμός αποτελεί έκφραση των καταπιεσμένων λαϊκών στρωμάτων απέναντι στις ελίτ που περιορίζουν αποφασιστικά τη λαϊκή κυριαρχία. Γίνεται εκτενής αναφορά σε διάφορα κινήματα στην Ευρώπη και την Αμερική, από τον Περόν στην Αργεντινή μέχρι το ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, και σε όλα ο κοινός τόπος είναι η προσπάθεια για ανανέωση του κοινωνικού συμβολαίου. Υπό αυτή την έννοια, διαπιστώνεται ότι τέτοιου είδους φαινόμενα, τα οποία κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση από τον κανόνα του δυτικού πολιτικού ορθολογισμού, είναι απόρροια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθώς σε αυτή η λαϊκή κυριαρχία περιορίζεται μόνο σε περιοδικές εκλογικές αναμετρήσεις. Σύμφωνα δε με τους Mudde και Kaltwasser[1], ο λαϊκισμός μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως απειλή αλλά και ως διόρθωση της δημοκρατίας, κάτι το οποίο πρέπει να κρίνεται ανά περίπτωση και όχι σε αφηρημένο επίπεδο. Σε αυτό το σημείο, επικρίνεται ο αντιλαϊκισμός επειδή δαιμονοποιεί τις δήθεν ανώριμες μάζες, οι οποίες αντιτίθενται στον εκσυγχρονισμό και θεωρούνται πηγή οπισθοδρόμησης, ενώ τονίζεται αρκετές φορές ότι στην Αμερική ο λαϊκισμός έχει θετική χροιά και παρατίθεται μάλιστα και ομιλία του Ομπάμα, ο οποίος διεκδικεί τον τίτλο του λαϊκιστή για το Μπέρνι Σάντερς έναντι του κίβδηλου λαϊκιστή Τραμπ.

Είναι, όμως, λογικό να αναρωτηθεί κανείς αν ο αντιλαϊκισμός είναι όντως προκατειλημμένος απέναντι σε τέτοιου είδους φαινόμενα ή αν στην πραγματικότητα η αντιλαϊκιστική κριτική επικεντρώνεται σε κινήματα, τα οποία δεν είναι λαϊκά, δηλαδή δεν υπηρετούν με ειλικρίνεια το λαό, αλλά τον χρησιμοποιούν στο δρόμο προς την εξουσία και τελικά τον χειραγωγούν. Αυτό που λείπει στο βιβλίο είναι μια εναργής διάκριση ανάμεσα στο αυθεντικά λαϊκό και στο ψεύτικο, το λαϊκιστικό.

Γίνεται, βέβαια, αναφορά στον κίβδηλο λαϊκισμό, στον οποίο το λαϊκιστικό στοιχείο είναι στην περιφέρεια και έχει μόνο κατ’ επίφαση λειτουργία, μιας και στην πραγματικότητα υποκρύπτει ρατσισμό και ξενοφοβία. Πρόκειται για το λεγόμενο αποκλειστικό λαϊκισμό της άκρας δεξιάς, ο οποίος βρίσκεται σε αντίθεση με το συμπεριληπτικό λαϊκισμό της αριστεράς. Με αυτή τη λογική, μοιάζει, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει τίποτα κοινό ανάμεσα στο λαϊκιστικό λόγο του Τραμπ και του Τσίπρα, αφού στον πρώτο το λαϊκιστικό στοιχείο είναι πλαστό ενώ στον δεύτερο γνήσιο.

Επιπλέον, επισημαίνονται στο βιβλίο μερικά αρνητικά χαρακτηριστικά του λαϊκισμού, όμως αυτά αδυνατούν να εξηγήσουν για ποιο λόγο ο λαϊκισμός είναι τόσο επικίνδυνος και πώς έχει καταφέρει να εξελιχθεί σε μείζον φαινόμενο της εποχής. Η ηθικολογία τέτοιων κινημάτων για την αγνότητα του λαού έναντι της διεφθαρμένης ελίτ, καθώς και ο διχαστικός μηχανισμός του λαϊκισμού που προϋποθέτει την ομοιογένεια των δύο αντιτιθέμενων ομάδων[2], είναι οπωσδήποτε ζητήματα που υπογραμμίζονται από το συγγραφέα, όμως η αντιμετώπισή τους ως το κεντρικό πρόβλημα παραβλέπει το γεγονός ότι στην ουσία αποτελούν απλώς τα μέσα, για να επιτευχθεί ο βασικός στόχος του λαϊκισμού, η απλουστευτική παρουσίαση των πολιτικών συνθηκών και των πιθανών λύσεων στα τρέχοντα προβλήματα.

 

Ο λαϊκισμός ως υπεραπλούστευση

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του λαϊκιστικού λόγου, το οποίο απαντά τόσο στον αριστερό όσο και στο δεξιό λαϊκισμό, είναι η απλοϊκή θεώρηση της ζωής, της κοινωνίας και της πολιτικής και αυτή είναι η αφετηρία για όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, όπως η ηθικολογία και η διχοτόμηση των πολιτικών και κοινωνικών φορέων σε καλούς και κακούς. Η απλοποίηση αυτή είναι σίγουρα ιδιαίτερα ελκυστική σε μεγάλη μερίδα των εκλογέων, αφού η ανάγκη του ανθρώπου για εύκολες και προβλέψιμες εξελίξεις είναι μεγάλη.

Σε γλωσσικό επίπεδο, η μελέτη των λόγων διαφόρων λαϊκιστών ηγετών από όλο τον κόσμο αποκαλύπτει ενδιαφέροντα κοινά στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν ότι τουλάχιστον όσον αφορά στο πώς λέγονται κάποια πράγματα η απλούστευση είναι θελκτική και δημιουργεί γέφυρες ανάμεσα στους ψηφοφόρους και τα εκάστοτε κινήματα. Έτσι, με τις κατάλληλες γλωσσικές στρατηγικές, ακόμα και τα πιο πολύπλοκα οικονομικά και πολιτικά θέματα κατατάσσονται στην κατηγορία των καθημερινών θεμάτων που συζητιούνται με ευκολία από τον καθένα.

Το χαρακτηριστικότερο, ίσως, μέσο για την επιτυχία αυτού του στόχου είναι η μεταφορά, της οποίας η λειτουργία επιτελεί αυτόν ακριβώς το ρόλο. Κάθε μεταφορά συνδέει δύο διαφορετικούς τομείς, τον τομέα-στόχο και τον τομέα-πηγή[3]. Ο τομέας-στόχος αφορά περίπλοκες έννοιες, οι οποίες είναι δύσκολο να γίνουν αντιληπτές από το μέσο ομιλητή, ενώ ο τομέας-πηγή σχετίζεται με απλές, καθημερινές έννοιες, τις οποίες ο καθένας μπορεί να κατανοήσει. Για παράδειγμα, όταν ο Τσίπρας διαβεβαίωνε ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ θα βαράει το νταούλι και οι αγορές θα χορεύουν», συνέδεε με άμεσο και εύληπτο τρόπο τον πολύπλοκο τομέα της πολιτικής και των διεθνών οικονομικών σχέσεων με ένα θεματικό πεδίο που το γνωρίζουν όλοι καλά, αυτό της μουσικής και του χορού. Με αυτόν τον τρόπο, δίνεται έμφαση μόνο σε συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία θέλουν να τονιστούν, όπως για παράδειγμα ο έλεγχος που μπορεί να ασκήσει πάνω στο ρυθμό και την έκβαση ενός μουσικού δρώμενου όποιος παίζει το μουσικό όργανο. Αντίθετα, αποσιωπώνται άλλες πλευρές που δεν ταιριάζουν με την οπτική του λαϊκιστή, όπως η αβεβαιότητα των διαπραγματεύσεων, οι κίνδυνοι από το ρίσκο μιας επιθετικής πολιτικής απέναντι στις αγορές, το ετερόκλητο των φορέων που λαμβάνουν τις αποφάσεις και η απουσία ομοιογένειας που θα οδηγούσε σε μια κοινώς αποδεκτή λύση.

Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η συμβολική χρήση της γλώσσας, η οποία εμφανίζεται συχνά στο λαϊκιστικό λόγο. Όταν ο Geert Wilders, ο Ολλανδός ηγέτης του αντί-Ισλαμικού κόμματος "Partij voor de Vrijheid" ανέφερε σε λόγο του ότι «το Ισλάμ και η ελευθερία είναι έννοιες ασύμβατες» αξιοποίησε αυτήν ακριβώς τη δύναμη της γλώσσας, για να απλοποιήσει σε επικίνδυνο βαθμό ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ζήτημα. Από τη μία, βρίσκεται μία λέξη με κατεξοχήν συμβολική σημασία (η ελευθερία) και από την άλλη, στην ακριβώς απέναντι θέση τοποθετείται το Ισλάμ ως το αντί-σύμβολο της ελευθερίας. Η συνέπεια αυτής της γλωσσικής επιλογής είναι να παραμερίζονται ποικίλα χαρακτηριστικά και ιστορικές θεωρήσεις του Ισλάμ και να φωτίζεται μόνο ο ρόλος του ως μηχανισμού καταπίεσης και ανελευθερίας στη Δύση.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο λόγος του Τραμπ, ο οποίος εκτός των άλλων χαρακτηρίζεται από έντονη προφορικότητα και απλοϊκό λεξιλόγιο. Ένα κλασικό παράδειγμα ανάμεσα στα χιλιάδες είναι η επιχειρηματολογία του για το τείχος ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Μεξικό («Το τείχος μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού θα είναι όμορφο»). Πρόκειται για ένα κραυγαλέο δείγμα της υπεραπλουστευτικής λογικής του λαϊκιστικού λόγου, η οποία δε γνωρίζει σύνορα ανάμεσα στις διάφορες πολιτικές ιδεολογίες και είναι ουσιαστικά το διακριτικό στοιχείο μεταξύ του λαϊκιστικού και του μη λαϊκιστικού λόγου. Η επιλογή ενός τέτοιου επιθέτου μετατοπίζει με εκπληκτική έμφαση τη συζήτηση από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διεθνείς πολιτικές σχέσεις στο πεδίο της αισθητικής και μάλιστα με τόσο ισοπεδωτικό τρόπο, ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια επιχειρηματολογίας είναι περιττή. Είναι, όμως, αξιοπρόσεκτο το πώς ακριβώς αυτή η γλωσσική χρήση, που θυμίζει χαλαρή συζήτηση μεταξύ φίλων, έχει οδηγήσει σε μεγάλο βαθμό στη δημοφιλία του Τραμπ σε πολλά κοινωνικά στρώματα της Αμερικής, όπως έχει επισημανθεί από διάφορους αναλυτές[4].

Σημαντικό όχημα στη διάδοση των λαικιστικών ιδεολογιών αποτελεί και η συχνή επανάληψη συγκεκριμένων στερεοτυπικών φράσεων, κάτι το οποίο βέβαια είναι σύνηθες στοιχείο γενικά στον πολιτικό λόγο. Η διαφορά εδώ έγκειται στο ότι οι στερεοτυπικές αυτές φράσεις, όπως για παράδειγμα το σλόγκαν του Τραμπ Make America Great Again») συμπυκνώνουν ολόκληρες ιδεολογίες στο επίπεδο μιας φράσης. Για να γίνει αυτό εφικτό επιστρατεύεται ξανά η απλούστευση ως κυρίαρχο όπλο αυτού του είδους λόγου, μια απλούστευση που σε ένα τόσο μικρό συγκείμενο διαστρεβλώνει τη γλώσσα όπως τη γνωρίζουμε. Έτσι, το επίθετο great αποκτά μια εντελώς διαφορετική σημασία από αυτή που έχει στο μυαλό του ο μέσος ομιλητής και γίνεται το σημαίνον για άσχετα σημαινόμενα, όπως οι ξενοφοβικές πρακτικές, οδηγώντας ουσιαστικά σε μετατόπιση του νοήματος με έναν τρόπο που αγγίζει την εξαπάτηση.

Τέλος, δε θα μπορούσε να μην επισημανθεί η λειτουργία της αναφοράς στους διάφορους φορείς του λόγου, η οποία στο λαϊκιστικό λόγο ακολουθεί με ευλάβεια την πορεία της γενίκευσης. Η γενικευτική αναφορά είναι το γλωσσικό μέσο, με το οποίο οι κοινωνικοί και πολιτικοί φορείς, που αναφέρονται στο λόγο, παρουσιάζονται ως μια ενιαία και ομοιογενής ομάδα, με αποτέλεσμα τα χαρακτηριστικά ενός μέλους της ομάδας να αποδίδονται σε όλους[5]. Για παράδειγμα, στις πρόσφατες δηλώσεις του Μπολσονάρου σχετικά με την πανδημία του κορωνοϊού («Ο λαός σύντομα θα δει ότι ξεγελάστηκε από αυτούς τους κυβερνήτες και από τα ΜΜΕ»), οι κυβερνήτες των άλλων χωρών καθώς και τα ΜΜΕ αποτυπώνονται γλωσσικά υπό ένα γενικό πρίσμα που τους κατατάσσει σε μία ομάδα, ανεξάρτητα από τις διαφοροποιήσεις που οπωσδήποτε έχουν σε πολλούς τομείς, ακόμα και στον εν λόγω τομέα της αντιμετώπισης της πανδημίας. Αντίστοιχα, ο λαός αναφέρεται επίσης με γενικευτικό τρόπο, παρόλο που προφανώς δεν πρόκειται για μία ενιαία ομάδα. Έτσι, επιτυγχάνεται ο απλουστευτικός μηχανισμός της διχοτόμησης του κόσμου σε καλούς και κακούς δρώντες και αποσιωπάται η τεράστια ποικιλομορφία που υπάρχει ακόμα και ανάμεσα στα μέλη της ίδιας ομάδας. Η μανιχαϊστική αυτή αντίληψη, που αποτυπώνεται με την εν λόγω γλωσσική κατασκευή, είναι κάτι που απαντά και στις θεωρίες συνωμοσίας[6], οπότε δεν είναι απορίας άξια η συχνή σύνδεση του λαϊκισμού με τη συνωμοσιολογική σκέψη.

Υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα και γλωσσικές στρατηγικές που αποδεικνύουν ότι ο λαϊκισμός είναι κάτι παραπάνω από ένα κίνημα προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης της λαϊκής κυριαρχίας, το οποίο απλώς ρέπει προς την ηθικολογία και τη διχαστική θεώρηση του κόσμου ανάμεσα στις ελίτ και το λαό. Πρόκειται για ένα συνεκτικό πολιτικό, κοινωνικό και γλωσσικό φαινόμενο, το οποίο χρησιμοποιεί την υπεραπλούστευση ως μέσο χειραγώγησης του λαού, τον οποίο υποτίθεται ότι υπηρετεί. Υπό αυτό το πρίσμα, η διάκριση ανάμεσα σε αυθεντικό και κίβδηλο λαϊκισμό, συμπεριληπτικό ή αποκλειστικό, τοποθετείται στη σφαίρα της θεωρητικής ενασχόλησης με επί μέρους στοιχεία, τα οποία μικρή σχέση έχουν με την καθ’ αυτή φύση και την επικινδυνότητα του λαϊκισμού.

 

[1] Mudde, C. & Kaltwasser, C.R. (2017). Λαϊκισμός. Μια συνοπτική εισαγωγή, μτφρ. Ελένη Κοτσυφού. Αθήνα: Επίκεντρο

[2] Hofstadter, R. (1955). The Age of Reform. New York: Vintage Books.

[3] Lakoff, G. & Johnson, M. (1980). Metaphors we live by. Chicago: University of Chicago Press.

[4] Hunston, S. (Σεπτέμβριος 2017). Donald Trump and the language of populism. https://www.birmingham.ac.uk/research/perspective/donald-trump-language-of-populism.aspx

[5] Van Leeuwen, T. (1996). The representation of social actors, in Caldas‐Coulthard, C. R. and Coulthard, M., (eds), Texts and practices: readings in critical discourse analysis. London and New York: Routledge.

[6] Butter, M. (2018) «Nichts ist es wie es scheint» Über Verschwörungstheorien. Berlin: Suhrkamp.

Αλεξιάννα Τσότσου

Διδάκτωρ Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου του Αμβούργου. Το ερευνητικό της ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην Κριτική Ανάλυση Λόγου με έμφαση στο ρόλο της γλώσσας στην αναπαραγωγή ιδεολογιών μέσω του πολιτικού λόγου και του λόγου των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.