Σύνδεση συνδρομητών

πολύνοιαν μᾶλλον ἢ πολυλογίαν…

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2025 01:27
Ο Μ. Ζ. Κοπιδάκης.
Αρχείο Τhe Books’ Journal
Ο Μ. Ζ. Κοπιδάκης.

Ιάνθη Ασημακοπούλου, Βασίλειος Π. Βερτουδάκης, Εβίνα Σιστάκου (επιμ.), Πολύνοια. Μελέτες προς τιμήν του καθηγητή Μ. Ζ. Κοπιδάκη, Κίχλη, Αθήνα 2025, 520 σελ.

Ένας τόμος αφιερωμένος στον καθηγητή Μ. Ζ. Κοπιδάκη είναι ένα γεγονός, όχι μόνο εκδοτικό. Αφενός, επειδή ο Κοπιδάκης είναι πολυσχιδής φιλόλογος με σημαντικό ερευνητικό έργο, το οποίο καλύπτει ευρύ φάσμα της ελληνικής γραμματείας από τον Όμηρο ώς τον Ελύτη και χαρακτηρίζεται από κριτική οξύνοια, εις βάθος έρευνα των πηγών, ερμηνευτική δεινότητα και διεπιστημονική εποπτεία. Αφετέρου, επειδή είναι μοναδικός στην τέχνη του γράφειν, διότι «αξιοποιεί λέξεις, φραστικά συντάγματα και παροιμιώδεις εκφράσεις από το συνολικό ταμιείον της ελληνικής, κυρίως της λόγιας αλλά και της λαλουμένης, γράφοντας σε ένα χυμώδες γλωσσικό και υφολογικό ιδίωμα που καθιστά την πατρότητα των κειμένων του αμέσως αναγνωρίσιμη». Και για έναν τρίτο λόγο: επειδή οι ομότεχνοί του, είτε τον γνώρισαν ως συνάδελφο είτε ως δάσκαλο, τον περιβάλλουν πάντα με αγάπη και σεβασμό. [ΤΒJ]

για τον Μ. Ζ. Κοπιδάκη

Η προσφορά σε πανεπιστημιακό καθηγητή ενός τιμητικού τόμου συνιστά ευγενές ακαδημαϊκό έθιμο, που έχει τις ρίζες του στη γερμανική παράδοση, εξού και η ονομασία του ως Festschrift έχει καταστεί διεθνής. Ένας τέτοιας λογής τόμος δεν παράγει μόνο επιστημονική γνώση στο πεδίο των ενδιαφερόντων του τιμωμένου αλλά και συναίσθημα.

Έτσι προλογίζουν το εγχείρημά τους οι επιμελητές του τόμου Πολύνοια. Μελέτες προς τιμήν του καθηγητή Μ. Ζ. Κοπιδάκη, αιτιολογώντας στη συνέχεια τον τίτλο τους: «Τα γραπτά του διακρίνονται από πολύνοια, δηλαδή από πλούτο στοχασμών, οξύνοια, ευρηματικότητα, γόνιμη φαντασία και χιούμορ, κάτι που δεν είναι σύνηθες στους Έλληνες κλασικούς φιλολόγους».[1] Η λέξη απαντά στους πλατωνικούς Νόμους (641e), όπου ο ανώνυμος Αθηναίος αντιπαραβάλλει τους Κρήτες στους πολίτες της Αθήνας και της Σπάρτης: «τὴν πόλιν ἅπαντες ἡμῶν Ἕλληνες ὑπολαμβάνουσιν ὡς φιλόλογός τέ ἐστι καὶ πολύλογος, Λακεδαίμονα δὲ καὶ Κρήτην, τὴν μὲν βραχύλογον, τὴν δὲ πολύνοιαν μᾶλλον ἢ πολυλογίαν ἀσκοῦσαν».

Από την ανεκτίμητη προσφορά του Μ. Ζ. Κοπιδάκη στη φιλολογία, κλασική και νεότερη, θυμίζω ενδεικτικά τη διδακτορική του διατριβή Το Γ΄ Μακκαβαίων και ο Αισχύλος (1981), τη μετάφραση και τον ερμηνευτικό σχολιασμό του Περί ύψους του Λογγίνου (1990), τα σχόλια στον ερωτικό Σεφέρη («Αριάδνη», 1988), την επιμέλεια του πρώτου τόμου της αλληλογραφίας του Σεφέρη με τη Μαρώ (1990), το μνημειώδες συλλογικό έργο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας που ο ίδιος σχεδίασε και επιμελήθηκε (ΜΙΕΤ, 1999), τη σχολιασμένη ανθολογία 26 ποιημάτων και πεζών από τον Όμηρο ως τον Ελύτη, Εν λόγω ελληνικώ… (2003· κάθε κεφάλαιο θα μπορούσε να αποτελεί και το υλικό ενός πανεπιστημιακού μαθήματος) και την πιο πρόσφατη, εκτενή εισαγωγή του στην αλληλογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου και της Μαρίας Ελευθερίου (2018).

 

Εμψυχωτής και μέντορας

Τον τιμώμενο τον γνώρισα σε μια κρίσιμη για μένα περίοδο, λίγα χρόνια μετά την ολοκλήρωση των σπουδών μου στη συγκριτική φιλολογία και την επάνοδό μου στην Ελλάδα από την Αμερική. Επέστρεφα με πτυχία, χωρίς όμως γερή επιστημονική συγκρότηση και χωρίς καμιά γνωριμία στην ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα. Το ότι δεν εγκατέλειψα τότε τη φιλολογία το οφείλω στον Μιχάλη Κοπιδάκη που ανέλαβε τον ρόλο του εμψυχωτή και του μέντορα – στη δική μου όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις νεότερων επιστημόνων. Από τις συμβουλές που έχω κατά καιρούς δεχτεί από εκείνον –ιδίως σε στιγμές όπου διαισθανόταν ότι είχα παρασυρθεί σε επικίνδυνες θεωρητικές ατραπούς ή υπερβολικά φιλόδοξα σχέδια ενώ θα έπρεπε να προτιμήσω κάτι πιο ταπεινό (στην πραγματικότητα είχε ήδη έτοιμη την αντιπρόταση)– από τις συμβουλές αυτές λοιπόν κρατώ τρεις που επανέρχονταν με μεγάλη συχνότητα:

Ένας καλός φιλόλογος, ανεξάρτητα από το πεδίο έρευνάς του, πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίζει καλά, απ’ έξω που λέει ο λόγος, τουλάχιστον ένα από τα μεγάλα έργα της κλασικής γραμματείας· να διαβάζει συστηματικά εφημερίδες, ελληνικές και ξένες· και να μη διαχέεται σε πολλά πεδία, μόνο να φτιάχνει συστηματικά αρχεία γύρω από συγκεκριμένες θεματικές περιοχές και συγγραφείς που θα εμπλουτίζει σιγά σιγά.

(Δεν αναφερόταν βεβαίως σε ψηφιακά αλλά σε χάρτινα αρχεία, όπως αυτά που κρατάει ο ίδιος σε μεγάλα «ντοσιέ» ή κουτιά με ετικέτες ανά συγγραφέα ή θέμα και που περιλαμβάνουν άρθρα, κομμένες σελίδες περιοδικών, αποκόμματα εφημερίδων ή ειδικά ένθετα και αφιερώματα, χειρόγραφες βιβλιογραφίες και εγκατάσπαρτα μικρά σημειώματα με παραπομπές σε χωρία κειμένων που μόνο ο ίδιος ξέρει πώς ακριβώς σχετίζονται με το υπόλοιπο υλικό).

Σήμερα που ανακαλώ τις συμβουλές του, έχω την εντύπωση ότι δίνουν ένα ευκρινές στίγμα του επιστήμονα και του ανθρώπου: του φιλολόγου που διακρίνεται για τη συγκρότηση και την εμβρίθειά του, τη ζηλευτή συνδυαστική του ικανότητα και την αγκύρωσή του στην πραγματικότητα – των άλλων καιρών και του δικού του. Καθρέφτης αυτών και το γνώριμο ύφος του που, αξιοποιώντας «λέξεις, φραστικά συντάγματα και παροιμιώδεις εκφράσεις από το συνολικό ταμιείον της ελληνικής, κυρίως της λόγιας αλλά και της λαλουμένης»,[2] συνδυάζοντας το σοβαρό με το ευτράπελο, τη διαπίστωση ή υπόθεση με τον υπαινιγμό, ενίοτε και το υψηλό με το παστίς, μας υπενθυμίζει ότι η φιλολογία μπορεί να είναι μια πολύ σημαντική ενασχόληση ή ένα απολαυστικό παιχνίδι – στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της και τα δύο μαζί.

Τους παραπάνω χαρακτηρισμούς τούς επιβεβαιώνει ο τιμητικός τόμος που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Κίχλη με την επιμέλεια της Ιάνθης Ασημακοπούλου, του Βασίλη Βερτουδάκη και της Εβίνας Σιστάκου και με τις συμβολές 22 ερευνητών. Κρατήστε αρχικά τα στατιστικά: αντιπροσωπεύονται τουλάχιστον τέσσερις γενιές επιστημόνων (ανάμεσα στους συγγραφείς και ο δάσκαλος του τιμώμενου, ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κυριάκος Τσαντσάνογλου), σχεδόν όλα τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα και άλλοι πνευματικοί θεσμοί της χώρας, ένα εντυπωσιακό εύρος πειθαρχιών –κλασική φιλολογία, πρόσληψη της αρχαιότητας, νεοελληνική φιλολογία, συγκριτολογία, φιλοσοφία, γλωσσολογία, αρχαιολογία, ιστορία και ιστορία της τέχνης–, και αντίστοιχα αντικειμένων και μεθοδολογιών. Οι εργασίες κατανέμονται σε τρεις θεματικές ενότητες (Αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, Πρόσληψη της αρχαιότητας, Νεοελληνική γραμματεία, γλώσσα και ιστορία) και καλύπτουν ένα ευρύτατο χρονικό και γεωγραφικό άνυσμα, από τη Μεσόγειο των ομηρικών επών έως την Γερμανία την επομένη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με πολλές ενδιάμεσες στάσεις: από την αρχαία Πέλλα πριν την εκεί μεταφορά της πρωτεύουσας του μακεδονικού κράτους, περνάμε στα αθηναϊκά συμπόσια του 5ου αι. π.Χ. αλλά και στην Αθήνα της τραγωδίας και της νέας αττικής κωμωδίας, στην Αλεξάνδρεια των ελληνιστικών χρόνων και στη Λέσβο της ρωμαϊκής αρχαιότητας· στεκόμαστε για λίγο στη Φλωρεντία των Μεδίκων και του Μιχαήλ Αγγέλου, στη Φλαγγίνειο Σχολή και στα τυπογραφεία της αναγεννησιακής Βενετίας, προτού περάσουμε στην Ευρώπη των Φώτων όπου μορφώθηκαν οι βουλές του Κοραή και των επιγόνων του και τέλος, στο γύρισμα του 20ού σε ακαδημαϊκά ιδρύματα της Βρετανίας του Alfred Edward Housman, στο Παρίσι του Ρενάν και του Ψυχάρη, τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη και την Κρήτη του Βενιζέλου. Και παράλληλα, παίρνουμε μια γεύση της ποικιλίας των γραμματειακών ειδών που συνδέθηκαν με τον ελληνικό πολιτισμό στην ιστορική του πορεία: έπος, τραγωδία, κωμωδία, λυρική ποίηση, αλλά και επύλλιο, βουκολικό ειδύλλιο, επίγραμμα, πραγματεία, διδαχή, κήρυγμα, διάλεξη, διήγημα, επιστολογραφία – ο κατάλογος είναι μακρύς (όπου ασφαλώς βρίσκουν κάποτε τη θέση τους τα ριζίτικα και οι κρητικές μαντινάδες).

 

Ερευνητής και δάσκαλος

Από αυτή την άποψη, ο τόμος με τον εύγλωττο τίτλο του αντανακλά το αποτύπωμα του Μ. Ζ. Κοπιδάκη ως ερευνητή και ως δασκάλου. Ως ερευνητή πρώτα. Αν διατρέξουμε την εργογραφία του που έχουν συντάξει με φροντίδα οι επιμελητές («Κατάλογος δημοσιευμάτων») ή, ακόμα καλύτερα, αν ανοίξουμε στη σελίδα των περιεχομένων τους συγκεντρωτικούς τόμους Μελετήματα (επιμ. Εβίνα Σιστάκου, 2007) και Πέθανε πράγματι ο μέγας Παν; Και άλλα κείμενα παντοδαπά (επιμ. Κώστας Μπουρναζάκης, 2019), διαπιστώνουμε πως οι εργασίες του Κοπιδάκη κινούνται γύρω από τρεις άξονες – οι οποίοι ωστόσο αναφέρονται στο σύνολο σχεδόν της ελληνικής, και όχι μόνο, γραμματείας: αρχαία ελληνική και βυζαντινή, ιουδαϊκή και χριστιανική, νεοελληνική. Σε αυτά θα προσέθετα και έναν τέταρτο που αφορά τα της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Κρήτης, και που στον τελευταίο τόμο τιτλοφορείται «Καστρινοί και καστροφόροι». Αλλά πλάι σε αυτή την κατηγοριοποίηση συναντάμε και μια άλλη, που δεν βασίζεται σε κριτήρια θεματικά ή χρονολογικά αλλά σε αυτά του είδους. Σταχυολογώ: μελέτες, δοκίμια και διαλέξεις, παροιμιακά και παροιμιολογούμενα, καταλεπτολογήματα, σημειώσεις (σε ποιητές και πεζογράφους), βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις, νεκρολογίες, σκαλαθύρματα. Υποψιάζομαι πως η εμμονή της ταξινόμησης και η γοητεία των ονομάτων δεν είναι απλώς ζήτημα αισθητικής αλλά και ουσίας – ή μάλλον ουσίας καθότι αισθητικής: αφενός μεν φανερώνουν το ενδιαφέρον του συγγραφέα για τη μορφή, τις συμβάσεις και τη ρητορική των ειδών στα οποία και ο ίδιος μαθητεύει, χτίζοντας μεθοδικά τη γλώσσα και τους τρόπους του· αφετέρου δείχνουν τη συνειδητή προσπάθεια του Κοπιδάκη να προσαρμόσει το περιεχόμενο και το ύφος στις ανάγκες και την πραγματικότητα του εκάστοτε ακροατηρίου.

Ο δάσκαλος τώρα. Το εύρος των ενδιαφερόντων, ερευνητικών αντικειμένων και μεθοδολογιών των μαθητών και μαθητριών του δίνει και αυτό ένα στίγμα σημαντικό του αποτυπώματός του. Κοινός τόπος πάντως στις εργασίες είναι το ενδιαφέρον για την επιβίωση: η αναζήτηση των δρόμων μέσα από τους οποίους οι λέξεις, οι ιδέες, τα κείμενα και οι δημιουργοί τους ταξιδεύουν στο χάρτη και στο χρόνο. Στις μέρες μας συνηθίζεται να μιλάμε για διεπιστημονικότητα, διακαλλιτεχνικότητα, διαπολιτισμικότητα. Στην εργογραφία του Κοπιδάκη απαντά ίσως μόνο η λέξη διακειμενικότητα η οποία ενίοτε προσδιορίζεται στενότερα: δάνειο, οφειλή, επιρροή, αναλογία, παράθεμα, κρυπτομνησία, κέντρωνας, κ.ο.κ. Πάντως, και πέρα από τις πιο παραδοσιακές φιλολογικές εργασίες του τιμώμενου όπου επιχειρείται με επιστημονική επιχειρηματολογία η τεκμηρίωση ενός δανείου ή μιας κρυπτομνησίας, η πεποίθηση που διέπει όλα του τα κείμενα είναι αυτή της λογοτεχνίας ως κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας, έτσι ακριβώς όπως την συλλαμβάνει ο Γκαίτε στις συνομιλίες του με τον Έκερμαν (Weltliteratur) ή ακόμα ο Έρνστ Κούρτιους στη μελέτη του Η Ευρωπαϊκή λογοτεχνία και ο λατινικός Μεσαίωνας (Europäische Literatur und Lateinisches Mittelalter, 1948). Αντιλαμβάνεται, δηλαδή, την παγκόσμια λογοτεχνία (ή τον παγκόσμιο πολιτισμό) ως ένα δίκτυο κειμένων και έργων που επικοινωνούν συστηματικά με φανερούς ή και άδηλους τρόπους, ένα δίκτυο από θέματα και μοτίβα, τα αρχέτυπα των οποίων απαντούν στην κλασική αρχαιότητα και τη βιβλική παράδοση, ενώ οι επιβιώσεις και μεταμορφώσεις τους θα πρέπει να αναζητηθούν στην ιστορική πορεία των πολιτισμών – όχι μόνο στη λόγια μα και στη λαϊκή και την προφορική παράδοση, όχι μόνο στη λογοτεχνία μα σε όλες τις μορφές λόγου και τέχνης. Γι’ αυτό και μια εργασία του μπορεί να ξεκινήσει από τον ερωτικό συμβολισμό των μήλων στα επιθαλάμια της Σαπφούς και να καταλήξει στα μήλα που τρώγονται σύφλουδα ή ωριμάζουν και μαραίνονται στα δημοτικά και τα ριζίτικα.[3] Ή αντίστροφα να ξεκινήσει από το «Λακωνικόν» του Ελύτη και να αναζητήσει, πίσω από τον πυρήνα του ποιήματος («Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι») ίχνη του Ηρακλείτου, του Πινδάρου, του Ντεκάρτ, του Σαρτρ και του Νίτσε.[4] Εξού και η πρώτη συμβουλή προς ναυτιλομένους: να μαθαίνουν οι φιλόλογοι (και οι νεοελληνιστές) καλά τα κλασικά κείμενα.

Μέρος της φιλολογικής του σκευής και όχι μόνο σύμπτωμα της διανοητικής του περιέργειας θα χαρακτήριζα και τη συστηματική του ενασχόληση με τις εφημερίδες και τον περιοδικό Τύπο, και την παρακολούθηση της πολιτικής επικαιρότητας. Είναι και αυτό ένα προσόν που τον καθιστά, «περιζήτητο συνομιλητή και συνδαιτυμόνα», όπως σημειώνουν οι επιμελητές του τόμου. ΄Ενας από τους πρώτους βιογράφους του Καβάφη, ο Ρόμπερτ Λίντελ, παρατηρούσε κάποτε ότι ο Αλεξανδρινός «ήταν “πολιτικός” με την έννοια ότι γι’ αυτόν ό,τι διάβαζε στον Ρενάν η τον Πολύβιο ή τον Bouché-Leclerq [τον ιστορικό των Πτολεμαίων και των Σελευκιδών] ήταν τόσο “πραγματικό” –μέρος της «ειδησεογραφίας»– όσο και τα άρθρα που διάβαζε στον Ταχυδρόμο ή την Εgyptian Gazette». «Μπορούμε», συμπλήρωνε, «να φανταστούμε έναν αποστασιοποιημένο αλλά με ισχυρή περιέργεια αναγνώστη της εφημερίδας, τρόπος του λέγειν, του 146 ή του 149 π.Χ.»[5] Το ίδιο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε και για τον Κοπιδάκη αν τροποποιήσουμε κάπως το σχήμα. Στην περίπτωσή του, οι εφημερίδες (ιδίως οι παλαιότερες, ιδίως οι τοπικές) διαβάζονται ως πρωτογενείς πηγές που του επιτρέπουν να συμπληρώσει τα κενά, να συνθέσει το κάδρο μιας κοινωνίας στο χρόνο ή και να μελετήσει την ιστορία «από τα κάτω» (όπως στην εισαγωγή του στην αλληλογραφία του Βενιζέλου με την Μαρία Ελευθερίου)· και παράλληλα η επικαιρότητα στο σύγχρονο Τύπο του δίνει συχνά το ερέθισμα για τις φιλολογικές του περιδιαβάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κείμενά του που τιτλοφορούνται «Αντεστραμμένος κόσμος: Πλούσιοι οι ενάρετοι;», «Ρωτόκριτος-Provveditor» (που αφορά το ζήτημα της κοινωνικής κινητικότητας αλλά και τον τρόπο διακυβέρνησης των φρονίμων) και «“Η πόλη των χοίρων”. Οικολογικοί προβληματισμοί στην Πολιτεία του Πλάτωνος» γράφονται το 2009, 2010 και 2011 αντίστοιχα, δηλαδή στα χρόνια των μεγάλων πυρκαγιών, πλημμυρών και καυσώνων στην Ελλάδα, της κηλίδας πετρελαίου στον κόλπο του Μεξικού, του σκανδάλου του Βατοπεδίου και της οικονομικής κρίσης.

    

Αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία

Θα επιχειρήσω τώρα να παρουσιάσω αδρομερώς τα περιεχόμενα του τόμου. Η πρώτη και εκτενέστερη ενότητα, αυτή της «Αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας» περιλαμβάνει δέκα μελετήματα. Ο Μιχάλης Καρδαμίτσης εξετάζει τις ομηρικές (γυναικείες) ολολυγίες ως δομικό στοιχείο θυσιαστήριων τελετουργικών επισημαίνοντας τη διαφοροποιημένη χρήση τους στην Ιλιάδα, την Οδύσσεια και τους ομηρικούς ύμνους. Αν και το τελετουργικό αναφέρεται κυριότερα στη ζωοθυσία, οι ολολυγίες συχνά μεταδίδουν «το ρίγος μιας αναπότρεπτης αιματοχυσίας με θύματα ανθρώπινα» («Οι ομηρικές ολολυγίες και η ιδέα της θυσίας»). – Το νόημα του αρχιλόχειου δίστιχου Ἐν δορὶ μέν μοι μᾶζα μεμαγμένη, ἐν δορὶ δ᾽οἶνος Ἰσμαρικός· πίνω δ᾽ἐν δορὶ κεκλιμένος επιχειρεί να διαυγάσει ο Μιχάλης Τιβέριος. Ο μελετητής ανατρέχει σε ερυθρόμορφη αγγειογραφία των τελών του 5ου π.Χ. αιώνα που διακοσμεί εξωτερικά αττική κύλικα, απεικονίζοντας ανδρική μορφή με δόρυ, πιθανότατα σε σκηνή πότου σε αθηναϊκό συμπόσιο. – Δύο graffiti σε μελαμβαφείς κανθάρους των υστεροαρχαϊκών χρόνων που ανακαλύφθηκαν σε μακεδονικούς τάφους επιλέγει να ερμηνεύσει ο Κυριάκος Τσαντσάνογλου. Η «άκρως θετικιστική» (κατά τον ίδιο) προσέγγισή του δίνει, εκτός από τη λύση στον επιστημονικό γρίφο και ένα συναρπαστικό αφήγημα: οι κάνθαροι ήταν τα δολώματα ή έπαθλα της διάσημης εταίρας Καλλιούς στο συμποσιακό-ερωτικό παιχνίδι κότταβος, που οι συγγενείς των νεκρών τοποθέτησαν στους τάφους των κατόχων τους («Τα δολώματα της Καλλιούς»). – Ο Αντώνης Πετρίδης μελετά την τεχνική που αποκαλεί «ψευδο-happy end» στον Μένανδρο, συσχετίζοντάς τη με τον μερικό χαρακτήρα ή και την ψευδαίσθηση της αποκατάστασης με την οποία κλείνουν τα έργα του κωμωδιογράφου. Ο συγγραφέας επισημαίνει ακόμα τις οφειλές του Μενάνδρου στον Ευριπίδη και ερμηνεύει αντίστοιχα τη φαινομενικά αίσια έκβαση της Ελένης: η δικαιοσύνη της τραγωδίας «είναι υπόθεση μερική, επιλεκτική, ταξική» («Ο Μένανδρος, ο Ευριδπίδης και το ψευδο-happy end»). – Με τον «ιδιωτικό βίο στην πολιτική “λοιδορία” των ρητόρων» κυρίως στον 4ο π.Χ. αι. καταπιάνεται η Ελένη Βολονάκη. Η πρακτική της συκοφαντικής δυσφήμισης των πολιτικών επικεντρώνεται κυρίως σε αδικήματα που σχετίζονται με τα του οίκου (παραμέληση ή αθέτηση οικογενειακών υποχρεώσεων και καθηκόντων) και τη σεξουαλική συμπεριφορά και που αποτελούν δικάσιμα παραπτώματα σύμφωνα με τον αττικό νόμο. Η κλασική φιλόλογος αποδελτιώνει και σχολιάζει τους σχετικούς τόπους με τους οποίους κατασκευάζεται το αρνητικό ήθος των πολιτικών προσώπων. – Ο Αμφιλόχιος Παπαθωμάς και η Μαριάννα Θωμά συνυπογράφουν τη μελέτη για τις «επαναλήψεις στον ψευδο-Δημοσθενικό λόγο Προς Λεωχάρη». Οι συγγραφείς συσχετίζουν τις επαναλήψεις λέξεων, φράσεων και νοηματικών ενοτήτων με τη ρητορική στρατηγική του συγγραφέα που «θυσιάζει την υφολογική ποικιλία και ποιότητα για χάρη της επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας». Ακολούθως, διερωτώνται αν οι υφολογικές επιλογές συνιστούν ικανό επιχείρημα αμφισβήτησης της γνησιότητας του λόγου. – Μια ερμηνεία της αριστοτελικής κάθαρσης που επιμένει περισσότερο στη «γνωσιακή» της διάσταση δίνει η Πουλχερία Κυριάκου. Υπενθυμίζοντας τη σημασία του μύθου ως οργανωτικής αρχής της τραγωδίας και της μίμησης ως πράξης που οδηγεί στη θεωρία, υποστηρίζει πως η πηγή της απόλαυσης και του συναισθήματος των θεατών θα πρέπει να αναζητηθεί στην κινητοποίηση της κριτικής τους ικανότητας (σε σχέση με τα σφάλματα των χαρακτήρων), αλλά και της ικανότητας αποτίμησης της ορθότητας της αναπαράστασης ως τέτοιας («Μύθος και κάθαρση στην Ποιητική του Αριστοτέλη»). – Η αναπαράσταση του γυναικείου βλέμματος στην ελληνιστική ποίηση δίνει το ερευνητικό ερέθισμα στην Εβίνα Σιστάκου για τη μελέτη της δυναμικής που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δύο φύλα αλλά και της σταδιακής μετατόπισης της γυναίκας από τον οίκο προς το φυσικό και αστικό περιβάλλον. Ο χώρος εδώ υπαγορεύει και τις «οπτικές δυνατότητες» των γυναικών που, ιδίως στους αστικούς μίμους του Ηρώδα και του Θεοκρίτου, αποκτούν την ικανότητα της παρατήρησης και ενίοτε φετιχοποίησης του ανδρικού σώματος («Χὠς ἴδον, ὣς ἐμάνην: Χώρος, επιθυμία και γυναικείο βλέμμα στην ελληνιστική ποίηση»). – Ο διάλογος ανάμεσα στα είδη απασχολεί και τον Χρήστο Φάκα στο μελέτημά του για το ελληνιστικό μυθιστόρημα Δάφνις και Χλόη του Λόγγου. Με δεδομένες τις οφειλές του ελληνιστικού μυθιστορήματος στο έπος και τη βουκολική ποίηση, ο Φάκας επικεντρώνεται στην πρόσληψη του οδυσσειακού προτύπου από τον Λόγγο και τη συστηματική αντιπαράθεσή αυτού και του περιβάλλοντός του στο νέο πρότυπο ποιμενικού ήρωα που κατασκευάζει («Από τον Οδυσσέα στον Δάφνη. Ο διακειμενικός διάλογος με ένα επικό πρότυπο στο μυθιστόρημα του Λόγγου»). – Με ζητήματα διακειμενικού διαλόγου ασχολείται και ο Ανδρέας Μιχαλόπουλος στο άρθρο που κλείνει την ενότητα. Ο συγγραφέας μελετά την ωδή 1.19 του Ορατίου ανιχνεύοντας τους ελεγειακούς τόπους και θέματα που δανείζεται και επεξεργάζεται ο Ρωμαίος ποιητής στη συγκαλυμμένη, ερωτικού περιεχομένου, recusatio της ωδής.

Στην πρώτη από τις τρεις μελέτες που συγκροτούν την ενότητα για την «Πρόσληψη της αρχαιότητας», η Ιάνθη Ασημακοπούλου αναζητά τις πηγές για τον «σκεπτόμενο του Μιχαήλ Αγγέλου στην Cappella Medici», το παρεκκλήσιο του ναού του San Lorenzo της Φλωρεντίας. Η μελετήτρια ανιχνεύει τη μορφή του pensieroso capitano των Μεδίκων σε ρωμαϊκές σαρκοφάγους που αναπαράγουν την εικονογραφία ταφικών ανάγλυφων της ύστερης κλασικής περιόδου. – Ο Ευριπίδης Γαραντούδης συζητά βασικές παραμέτρους για τη μελέτη της ποιητικής «πρόσληψης της ελληνικής αρχαιότητας» στα νεοελληνικά γράμματα επισημαίνοντας την τομή που σημειώνεται από τη γενιά του Τριάντα και εξής, στο πλαίσιο του μοντερνισμού και της πρωτοπορίας. – Ο Νικόλαος Καλοσπύρος παρουσιάζει κριτικά και αποδίδει στα ελληνικά το «απόσπασμα μιας αρχαιοελληνικής τραγωδίας» (Fragment of a Greek Tragedy, 1883) του Α. E. Housman, μια παρωδιακή μίμηση της αισχύλειας ποιητικής αλλά και των μεταφραστικών αποδόσεών της. – Το συγκλονιστικό μεταπολεμικό διήγημα του Χάινριχ Μπαιλ «Wanderer, kommst du nach Spa…» πραγματεύεται ο Βασίλης Βερτουδάκης, παρακολουθώντας τις μεταφράσεις, μεταμορφώσεις και ιδεολογικές χρήσεις του σιμωνίδειου επιγράμματος για τους πεσόντες στις Θερμοπύλες. Στο «επιτύμβιο διήγημα του γερμανικού ανθρωπισμού» το επίγραμμα (στη σιλλερική του απόδοση) παρουσιάζεται κολοβωμένο, παραπέμποντας στο γερμανικό όραμα του ανθρωπισμού που ακρωτηριάζεται από τους γερμανούς εθνικοσοσιαλιστές.

 

Νεοελληνική γραμματεία

Ο τόμος κλείνει με επτά μελετήματα που εντάσσονται στην ενότητα «Νεοελληνική γραμματεία, γλώσσα και ιστορία». Αφορμώμενη από την ικανότητα του λόγου και της ρητορικής να «αιχμαλωτίζει ψυχές», όπως αυτή αναδεικνύεται στη μετάφραση του Περί ύψους του τιμώμενου, η Τασούλα Μαρκομιχελάκη εξετάζει «το σχήμα της εκτεταμένης παρομοίωσης στις Διδαχές του Ηλία Μηνιάτη» μέσα από το οποίο ο Κεφαλλονίτης ιεροκήρυκας εξοικειώνει το εκκλησίασμά του με δυσνόητες και άλλως απρόσιτες θεολογικές έννοιες. – Ένα «σχεδίασμα του φιλοσοφικού στοχασμού του Κοραή» επιχειρεί ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, εξετάζοντας την έννοια της φιλοσοφίας στα συμφραζόμενα της εποχής των Φώτων και ιδίως υπό το πρίσμα του πρακτικού της νοήματος και περιεχομένου, όπως αυτό αποκρυσταλλώνεται στο παιδευτικό πρόγραμμα του νεοέλληνα Διαφωτιστή. – Στον μαθητή του Κοραή Νικόλαο Σάββα Πίκκολο επικεντρώνεται η Στέση Αθήνη, ανασυνθέτοντας την προσωπογραφία του και παρουσιάζοντας την «πολλαπλή ταυτότητα ενός ελληνιστή». Η γεωγραφική κινητικότητα που χαρακτηρίζει τη ζωή του Πίκκολου, σε συνδυασμό με το πολυσχιδές μεταφραστικό, φιλολογικό και εκδοτικό του έργο τον καθιστούν εξόχως ενδιαφέρον παράδειγμα πολιτισμικού διαμεσολαβητή ενώ αποτελούν καίριες συμβολές στην «επανεκκίνηση του λυρισμού» που επιχειρείται μετά τον αντιποιητικό 18ο αιώνα. – Με όψεις της πολιτισμικής διαμεσολάβησης καταπιάνεται και η Εμμανουέλα Κάντζια στη μελέτη της για το «περιώνυμο ανάγνωσμα» του Ψυχάρη για «Το φιλί» («Το γαλλικό φιλί του Ψυχάρη»). Η μελετήτρια εξετάζει τις μεταφραστικές στρατηγικές του Ψυχάρη στις δύο εκδοχές της διάλεξής του (ελληνική και γαλλική) σε συνάρτηση με τη σύνθετη ταυτότητα ενός λογίου της διασποράς που ηγήθηκε του εθνικού δημοτικιστικού κινήματος. – Το ενδιαφέρον του «πατέρα της [ελληνικής] γλωσσολογίας» για τη «μητροδίδακτη γλώσσα», την κρητική διάλεκτο, αναψηλαφεί ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, έχοντας αποδελτιώσει τις σχετικές μαρτυρίες και παραπομπές από το σύνολο της εργογραφίας του Γεωργίου Χατζιδάκι («Ο Γ. Χ. και η κρητική διάλεκτος»). Στο Επίμετρο της μελέτης του, αφορμώμενος από σχετικό εκπεφρασμένο αίτημα του Χατζιδάκι, παρουσιάζει το «μέγα επίτευγμα» της Ιστορίας της ελληνικής γλώσσας του Μιχάλη Κοπιδάκη που πραγματώνει αυτό που κάποτε οραματίστηκε ο ρεθυμνιώτης γλωσσολόγος. – Η Αγγέλα Καστρινάκη, πιάνοντας το νήμα από τα εκκλησιαστικά ρητορικά πρότυπα του Παπαδιαμάντη που έχει επισημάνει ο Κοπιδάκης, αποκωδικοποιεί τα κρυφά σύμβολα του σκιαθίτη πεζογράφου στην αινιγματικότατη «Μαυρομαντηλού», αναδεικνύοντας τις σεξουαλικές συνδηλώσεις της «αλιευτικής δραστηριότητας» του Γιαννιού και του «παράξενου σμιξίματός του» με τη γυναίκα-βράχο, στο πρώτο έργο όπου ο πεζογράφος «δοκιμάζει τον συμβολισμό της Πτώσης» («Αμαρτίες και αμφισημίες στη “Μαυρομαντηλού” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη»). – Ο τόμος κλείνει ταιριαστά με την παρουσίαση από τον Τάσο Σακελλαρόπουλο μιας από τις πιο πρόσφατες εργασίες του Κοπιδάκη, την εισαγωγή του στην αλληλογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου με την πρώτη του σύζυγο, Μαρία Ελευθερίου (1889-1890). Ο ιστορικός στέκεται στα ιστοριογραφικά εργαλεία που αξιοποιεί ο Κοπιδάκης για να ζωντανέψει το παλίμψηστο της κρητικής ιστορίας από το 1869 έως το 1890 και στο συνολικότερο εγχείρημα του βιβλίου που επιχειρεί να συνδέσει την ερωτική ιστορία δύο νέων που αναζητούν τη χειραφέτηση με τις εθνικές διεκδικήσεις της εποχής και την πορεία της Κρήτης προς τον εκσυγχρονισμό («Μια σύνθεση γεμάτη αφετηρίες και εκπλήξεις»).

Η σύντομη αυτή περιδιάβαση δείχνει, νομίζω, ότι οι συνομιλητές/τριες και μαθητές/τριες του Μ. Ζ. Κοπιδάκη ωφελήθηκαν πολλαπλώς από το έργο και την πρακτική σοφία του. Όσο για την τελευταία του συμβουλή (να μη διαχέεται ο φιλόλογος σε πολλές θεματικές περιοχές, περιόδους και συγγραφείς), έχω την αίσθηση ότι την έδινε από αίσθημα συγκατάβασης στις απαιτήσεις των καιρών. Ευτυχώς πάντως ο ίδιος δεν την ακολούθησε, ειδάλλως τα περιεχόμενα αυτού του τόμου θα ήταν πολύ διαφορετικά – και η ελληνική φιλολογία πολύ φτωχότερη.

 

[1] Ιάνθη Ασημακοπούλου, Βασίλειος Π. Βερτουδάκης και Εβίνα Σιστάκου (επιμ.), Πολύνοια. Μελέτες προς τιμήν του καθηγητή Μ. Ζ. Κοπιδάκη, εκδ. Κίχλη, Αθήνα 2025, σ. 13.

[2] Στο ίδιο, σ. 14.

[3] Βλ. Μ. Ζ. Κοπιδάκης, «Σαπφώ», στον τόμο «Εν λόγω ελληνικώ…», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2003, σ. 35-41.

[4] Βλ. Μ. Ζ. Κοπιδάκης, «“Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι”», στον τόμο Μελετήματα, επιμ. Εβίνα Σιστάκου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, σ. 340-352.

[5] Βλ. Ρόμπερτ Λίντελ, Καβάφης: μια βιογραφία, μτφρ. Δέσποινα Τσεκούρα και Ευσταθία Θωμά, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 2002, σ. 283.

Εμμανουέλα Κάντζια

Σπούδασε νεοελληνική και συγκριτική φιλολογία στα Πανεπιστήμια Πρίνστον και Χάρβαρντ της Αμερικής, εργάζεται στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος – Pierce, στο πρόγραμμα του Διεθνούς Απολυτηρίου. Έχει δημοσιεύσει τις μονογραφίες Το όνομα και το πράγμα: Πλατωνικοί απόηχοι στο διήγημα του Γ.Μ. Βιζυηνού «Διατί η μηλιά δεν έγεινε μηλέα» (2012) και Τρεις εν πλω (σε συνεργασία με τον Κώστα Ιωαννίδη, 2018) και έχει επιμεληθεί τον πρώτο τόμο των απάντων του Δημητρίου Καπετανάκη, Τα Δημοσιευμένα 1933-1944 (2020).

Τελευταία άρθρα από τον/την Εμμανουέλα Κάντζια

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.