Είμαι προετοιμασμένος να περάσω από την κόλαση προκειμένου να δημιουργήσω τέχνη, αλλ’ αρνούμαι να γίνω ο πλασιέ της. Σ’ αυτό, ξέρεις, είμαι λιγάκι σαν εσένα[1]
γράφει ο Κώστας Ταχτσής σε επιστολή στον Καρλ Πλάτε στις 26 Οκτωβρίου 1964, αποκαλύπτοντας μέσα σε λίγες αράδες την ιδιαίτερη καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία τού έλληνα συγγραφέα και του αυστραλού ζωγράφου, οι οποίοι συνδέθηκαν με ειλικρινή φιλία και ουσιαστική επικοινωνία σε ένα ταξίδι ζωής, στο οποίο ο καθένας με τον τρόπο του αναζήτησε «την τύχη ή την ελευθερία ή την έμπνευση ή τη γνώση στην άλλη άκρη του κόσμου».[2]
Περισσότερες από 100 επιστολές ανταλλάσσονται ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες, γραμμένες σε μια περίοδο τεσσάρων δεκαετιών και αναπαράγονται αυτούσιες στο βιβλίο της Κάσι Πλάτε με τίτλο Το Τέρας και ο Κολοσσός. Επιστολές ανάμεσα στον Κώστα Ταχτσή και στον Αυστραλό ζωγράφο Καρλ Πλάτε, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Petites Maisons (Θεσσαλονίκη 2024), με εισαγωγή του Βρασίδα Καραλή και σε μετάφραση της Αντωνίας Γουναροπούλου. Οι επιστολές, όπως σημειώνει η συγγραφέας στο προλογικό σημείωμα της ελληνικής έκδοσης, «φανερώνουν τα ενδιαφέροντα και τις δυσκολίες των συγγραφέων τους και αποκαλύπτουν την εκπληκτικά κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα του μεταπολεμικού Σίδνεϋ και των ταξιδιών του Κώστα ανά τον κόσμο, ενώ περιλαμβάνονται και επιστολές γραμμένες από διάφορες γυναίκες της ζωής τους, την Τσόσελιν Πλάτε, τη μητέρα της, Κλαρίς Ζάντερ, και την αδερφή του Κώστα, Ελπίδα Άρτεμη».[3]
Περίπλοκες προσωπικότητες
Στην Εισαγωγή, με τίτλο «Περί φιλίας και τέχνης: Ο Κώστας Ταχτσής στην Αυστραλία», ο Βρασίδας Καραλής συστήνει στον αναγνώστη, με σαφήνεια, επιστημονική ακρίβεια και συνάμα ευαισθησία, τη σημασία της αλληλογραφίας των δύο καλλιτεχνών για τη βαθύτερη κατανόηση της προσωπικότητάς τους, αλλά και της πορείας ωρίμανσης της τέχνης τους. Η αλληλογραφία, όπως εύστοχα σημειώνει ο Καραλής, «υποδεικνύει την περίπλοκη προσωπικότητα του Ταχτσή, που συνήθως τείνουμε να μην εκτιμούμε πολύ στην Ελλάδα, κυρίως λόγω των περιστατικών και των μυθοποιήσεων της ζωής του»,[4] με κορύφωση την ανεξιχνίαστη δολοφονία του συγγραφέα, «που μοιάζει ένα αίνιγμα και ένα σκάνδαλο ταυτόχρονα».[5] Οι επιστολές συνιστούν «πολύτιμα τεκμήρια φιλίας και καλλιτεχνικής συνεννόησης»,[6] και φανερώνουν ποικίλες πτυχές της προσωπικότητας του Ταχτσή, τα διλήμματα, τις ανησυχίες, τις θυμικές μεταπτώσεις, τις αμφιθυμίες του σε σχέση με τον εαυτό, το έργο και τους γύρω του.
Στα επιμέρους τρία μέρη του βιβλίου η Κάσι Πλάτε χαρτογραφεί και σχολιάζει την αλληλογραφία των δύο αντρών ξεκινώντας από την εποχή της στενής φιλίας τους στην Αυστραλία (1957-1962) και ακολουθώντας τους στα εκούσια ή ακούσια ταξίδια ζωής και τέχνης έως και το τραγικό τέλος του Ταχτσή. Η έκδοση συμπληρώνεται από φωτογραφικό υλικό, παράρτημα με χειρόγραφες επιστολές και ταχυδρομικές κάρτες, ευρετήριο ονομάτων, καθώς και κατατοπιστικά σχόλια της μεταφράστριας σχετικά με πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρονται στις επιστολές και που, σε πολλές περιπτώσεις, δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμα από το σημερινό αναγνωστικό κοινό.
Τα χρόνια της διαμονής του Ταχτσή στην Αυστραλία έως την απέλασή του και την επιστροφή του στην Ελλάδα και, παράλληλα, τα ταξίδια του Πλάτε για την προβολή του καλλιτεχνικού έργου του, είναι συστατικά της αφήγησης που αναπτύσσεται και εμπλουτίζεται με τα βιώματα της συγγραφέως, φωτίζοντας όχι μόνο τη σχέση του Ταχτσή με την οικογένεια Πλάτε, αλλά και αθέατες πτυχές της μεταναστευτικής πολιτικής και ιστορίας των δεκαετιών του 1950 και του 1960, με σημείο αναφοράς την «ανταλλαγή» μεταναστών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αυστραλία. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό, οικογένειες Ελλήνων κατέφυγαν στην Αυστραλία όπου αναπτύχθηκε η «Ελληνική Συνοικία» του Σίδνεϊ, ενώ παράλληλα κύμα Αυστραλών μετακόμιζε στα ελληνικά νησιά. Για τον Ταχτσή, η μετανάστευση, ανάμεσα σε άλλα, ισοδυναμούσε με την επιθυμία του να κάνει τους Έλληνες να τον ξεχάσουν, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει σε γράμμα του προς την Κλαρίς το 1955. Ποιοι έπρεπε να τον ξεχάσουν; Πρωτίστως ο αθηναϊκός λογοτεχνικός κόσμος της εποχής, τον οποίο περιέγραφε ως «ξερό, στείρο, χωρίς σύνδεση με το παρόν»,[7] καθώς η σχέση του μαζί του διακρινόταν από έντονη δυσφορία, αποτέλεσμα των κοινωνικών και πολιτισμικών περιορισμών που επέβαλλε το περιβάλλον της Αθήνας στην ειλικρινή, χωρίς παραδοξολογίες και ενοχές, από την πλευρά του Ταχτσή, εκδήλωση και ομολογία της ομοφυλοφιλίας του.
Τα απολιθώματα του συναισθήματος
Οι επιστολές είναι «τα απολιθώματα του συναισθήματος», η «συγκολλητική ουσία του βιώματος»[8] και συνιστούν μια προσωπική, εσωτερική λογοτεχνία στην οποία ο συγγραφέας με αμεσότητα, αυθορμητισμό, και με τις διαθέσεις του στιγμιαίου ψυχισμού αναπαριστά την έσω και την έξω πραγματικότητα. Οι επιστολές των δύο καλλιτεχνών, κυρίως αυτές που γράφει ο Ταχτσής, αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές της προσωπικότητάς τους, αλλά και της αντίληψής τους για την τέχνη που θεραπεύουν.
Ε λοιπόν, αγαπητέ Κολοσσέ του Γουορονόρα (όχι και τόσο εύηχο, ε;), ήμουν πολύ άτακτος και νιώθω πολύ ένοχος Αλλά δεν είμαι σίγουρος πως δε θα τα ξανάκανα όλα από την αρχή. Θεέ μου, προσπάθησα να κάνω αδύνατα πράματα – και σχεδόν πέτυχα. Θα βρω άραγε τη δύναμη –δηλαδή την ψυχική γαλήνη– να μετατρέψω τα ωμά βιώματα σε τέχνη; Αυτό είναι το μεγάλο ερωτηματικό.[9]
Ο Ταχτσής διατυπώνει στις επιστολές του την αγωνία, αλλά και το «υπαρξιακό θάρρος και την αυτοπεποίθηση που χαρακτηρίζουν το σύνολο του δημοσιευμένου του έργου», με πυρήνα το μυθιστόρημά του Το Τρίτο στεφάνι.[10] Στοχαστικός και ταυτόχρονα αυτοσαρκαστικός, «ένας ματαιωμένος ιδεαλιστής»,[11] ο Ταχτσής στις επιστολές προς τον Πλάτε απογυμνώνεται, εκθέτοντας στον συνομιλητή του όλα όσα τον τροφοδοτούσαν, άρα τον αληθινό εαυτό του. Οι επιστολές, από την άλλη πλευρά, του Πλάτε, πιο συγκρατημένες, λιγότερο αυθόρμητες, ζυγιασμένες ως προς τις λέξεις και τις σημασίες τους, ισορροπούν τη συναισθηματική ένταση που δημιουργούν αυτές του λογοτέχνη. Ο ετερόκλητος χαρακτήρας των θεμάτων αποδεικνύει την αλήθεια της επιστολογραφικής επικοινωνίας των διηπειρωτικών φίλων. Ωστόσο, αν και δημοσιεύονται οι επιστολές και των δύο καλλιτεχνών, δημιουργείται έντονα η αίσθηση στον αναγνώστη πως η ματιά της Πλάτε στρέφεται κυρίως προς τον Ταχτσή και την ακατανίκητη επιθυμία του να αφηγηθεί συνειρμικά μέσω των επιστολών τη ζωή του, ενώ με λόγο και ύφος αυτοβιογραφικό αποδίδει την προσωπική της σχέση μαζί του, μια σχέση που ξεκίνησε με τη χρυσή λάμψη της παιδικής ηλικίας.
Με το πολυφωνικό αυτό βιβλίο, το οποίο κινείται ειδολογικά στα όρια του στοχαστικού δοκιμίου και της βιογραφίας με τη χάρη της μυθιστορηματικής αφήγησης, η συγγραφέας επανασυστήνει στο πρωτότυπο στο αγγλικό αναγνωστικό κοινό τον συγγραφέα Κώστα Ταχτσή – άλλωστε αυτό ήταν το κοινό που πρώτο εκτίμησε το σημαντικό έργο του. Για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να είναι η αρχή για μια εκ νέου προσέγγιση, κατανόηση και αποδοχή του έργου του Ιερού Τέρατος, του έλληνα συγγραφέα, και μια ουσιαστικότερη γνωριμία με αυτό του Κολοσσού, του αυστραλού ζωγράφου.
[1] Cassi Plate, Το Τέρας και ο Κολοσσός. Επιστολές ανάμεσα στον Κώστα Ταχτσή και τον Αυστραλό ζωγράφο Καρλ Πλάτε, εισαγωγή: Βρασίδας Καραλής, μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου, Petites Maisons, Θεσσαλονίκη 2024, σ. 189.
[2] Στο ίδιο, σ. 385.
[3] Στο ίδιο, σ. 10.
[4] Στο ίδιο, σ. 12.
[5] Στο ίδιο, σ. 12.
[6] Στο ίδιο, σ. 15.
[7] Στο ίδιο, σ. 76.
[8] Janet Malcolm, The Silent Woman: Ted Hughes and Sylvia Plath, Λονδίνο: Picador, 1994, σ. 110, όπως παρατίθεται στο: Cassi Plate, Το Τέρας και ο Κολοσσός. Επιστολές ανάμεσα στον Κώστα Ταχτσή και τον Αυστραλό ζωγράφο Καρλ Πλάτε, ό.π., σ. 80.
[9] Cassi Plate, ό.π., σ. 144-145.
[10] Βρασίδας Καραλής, «Περί φιλίας και τέχνης: Ο Κώστας Ταχτσής στην Αυστραλία», στο: Cassi Plate, ό.π., σ. 12.
[11] Cassi Plate, ό.π., σ. 83.